Διεθνή
Η κατάσταση στη Συρία
Χάρτες κατάστασης μέχρι τις 5 Δεκεμβρίου 2024
Την προέλασή τους με τελικό στόχο τη Δαμασκό έχουν οι τζιχαντιστές με στόχο την ανατροπή του καθεστώτος Ασαντ στη Συρία.
Ηδη μετά το Χαλέπι και τη Χάμα, οι τζιχαντιστές έχουν φτάσει σε απόσταση μόλις πέντε χιλιομέτρων από την Χομς -την τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Συρίας. Δεκάδες χιλιάδες κάτοικοι του Χομς, κυρίως μέλη της κοινότητας των Αλαουιτών από την οποία κατάγεται ο Αλ Άσαντ, εθεάθησαν να εγκαταλείπουν τις εστίες τους με προορισμό τις δυτικές ακτές της χώρας.
Τις τελευταίες ώρες, οι τζιχαντιστές «εισέβαλαν στις πόλεις Ράσταν και Ταλμπισέ», που βρίσκονται στην επαρχία Χομς, χωρίς να συναντήσουν αντίσταση από τις κυβερνητικές δυνάμεις.
Ο υπουργός Άμυνας της Συρίας Αλί Αμπάς διαβεβαίωσε πάντως ότι η αποχώρηση των κυβερνητικών στρατευμάτων από τη Χάμα ήταν «ένα προσωρινό τακτικό μέτρο». Υποστήριξε επίσης ότι «οι δυνάμεις του καθεστώτος μετέφεραν περισσότερα από 200 στρατιωτικά οχήματα στη Χομς που μετέφεραν όπλα και εξοπλισμό για να ενισχύσουν τις θέσεις τους».
Η Χάμα βρίσκεται 110 χιλιόμετρα νότια του Χαλεπίου και είναι κάτι πολύ περισσότερο από την τέταρτη μεγαλύτερη πόλη στη Συρία: είναι στρατηγικής σημασίας γιατί βρίσκεται στο σταυροδρόμι των κύριων διαδρομών Βορρά-Νότου και Ανατολής-Δύσης.
Η συνεχιζόμενη προέλαση των τζιχαντιστών καταδεικνύει πλέον την ανικανότητα των τριών συμμάχων του Άσαντ- Ρωσίας, Ιράν και της λιβανέζικης Χεζμπολάχ-να ανακόψουν την κατάληψη μεγάλου μέρους της Συρίας.

Μόσχα και Τεχεράνη
Η εξέλιξη αυτή ξεπερνά κατά πολύ το περιφερειακό πλαίσιο, καθώς αφορά άμεσα το Ιράν και τη Ρωσία, καθώς η Συρία αποτελεί γεωπολιτική προτεραιότητα τόσο για την Τεχεράνη όσο και τη Μόσχα: Η Ρωσία είναι όμως απασχολημένη στο Ουκρανικό μέτωπο.
Σύμφωνα με τον Τούρκο εμπειρογνώμονα Μπουράκ Γιλντιρίμ, η Μόσχα διέθετε 50 στρατιωτικά αεροσκάφη στη Συρία πριν από τον κατά της Ουκρανίας. Αυτήν τη στιγμή έχουν απομείνει μόνο 13, εκ των οποίων μόνο τα επτά είναι έτοιμα προς χρήση.
Για τη Ρωσία, η κατάσταση είναι ακόμη πιο ανησυχητική και πολύπλοκη. Έχει τη μοναδική της ναυτική βάση στη Μεσόγειο, στο λιμάνι της Ταρσού, στις ακτές της Συρίας και εάν η τζιχαντιστική προέλαση απομονώσει την επαρχία της Λατάκια, θα πρέπει να επιλέξει αν θα την εκκενώσει ή θα την υπερασπιστεί.
Στη δεύτερη υπόθεση, μην έχοντας επαρκείς δυνάμεις αυτή τη στιγμή, η Μόσχα θα πρέπει να καταφύγει σε μισθοφόρους από την Αφρική ή να εκτρέψει άνδρες από το ουκρανικό μέτωπο.
Το Ιράν είναι επίσης, αποδυναμωμένο και αντιμετωπίζει υλικοτεχνικές δυσκολίες στην αποστολή στρατιωτικής βοήθειας στη Συρία, με αποτέλεσμα, μέχρι στιγμής, να έχει στείλει μόνο μερικές εκατοντάδες Ιρακινούς σιίτες πολιτοφύλακες σε βοήθεια του Ασαντ.
Το χρησιμοποιεί βέβαια το συριακό έδαφος ως οδό διέλευσης και βάση για τον πόλεμο εναντίον του Ισραήλ, τον οποίο διεξάγει κυρίως μέσω της Χεζμπολάχ. Η λιβανέζικη πολιτοφυλακή έχει υποστηρίξει στρατιωτικά το καθεστώς Άσαντ για πολλά χρόνια, αλλά σήμερα είναι «παράλυτη» μετά τα πολύ σκληρά χτυπήματα που έχει υποστεί από τους Ισραηλινούς.
Ο ρόλος της Τουρκίας
Σε αυτή την εξαιρετικά περίπλοκη κατάσταση, σημαντικός είναι ο ρόλος της Τουρκίας που χρηματοδοτεί και ενισχύει στρατιωτικά τους τζιχαντιστές. Δεν ήταν άλλωστε έκπληξη για την τουρκική κοινή γνώμη ότι ο συριακός εμφύλιος φούντωσε τώρα ξανά.
Εδώ και μήνες, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και ο δεξιός εθνικιστής σύμμαχός του Ντεβλέτ Μπαχτσελί μιλούν σχεδόν αποκλειστικά για την γεωπολιτική αλλαγή στη Μέση Ανατολή και τις πιθανές αρνητικές συνέπειες για την Αγκυρα-κυρίως λόγω των φόβων για αναβίωση των ελπίδων ίδρυσης Κουρδικού κράτους στην περιοχή. Οι Κούρδοι άλλωστε, από την έναρξη του εμφυλίου πολέμου στη Συρία το 2012, πόλεμο, έχουν εγκαθιδρύσει αυτοδιοίκηση στη βορειοανατολική περιοχή της Ροζάβα που ελέγχεται από το Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης (PYD), παρακλάδι του ΡΚΚ- γεγονός που αποτελεί «αγκάθι στο μάτι της Άγκυρας».
Η Τουρκία έχει καταλάβει στρατιωτικά μεγάλη περιοχή στη βόρεια Συρία και δεν είναι διατεθειμένη να αποσυρθεί. Ονομάζει την κατεχόμενη περιοχή «ζώνη ασφαλείας» που ελέγχει μαζί με τις ισλαμιστικές πολιτοφυλακές του λεγόμενου Συριακού Εθνικού Στρατού (SNA). Ο πραγματικός στόχος της Άγκυρας στην περιοχή είναι να ανατρέψει την κουρδική αυτοδιοίκηση στη Ροζάβα.
Από το 2016, ο τουρκικός στρατός βομβαρδίζει περιοχές που ελέγχονται από Κούρδους στο πλαίσιο στρατιωτικών επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας. Τούρκοι στρατιώτες σταθμεύουν στο Τζαράμπλους, στο αλ Μπαμπ, στο Αζάζ, και στο Ταλ Αμπιάντ, αλλά και στο Ιντλίμπ,το προπύργιο των τζιχαντιστών.
Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως η Human Rights Watch κατηγορούν την Άγκυρα για εγκλήματα πολέμου. Σε έκθεση που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο, η οργάνωση κατηγορεί την Άγκυρα για απαγωγές, λεηλασίες, βασανιστήρια και ακόμη και για σεξουαλική κακοποίηση γυναικών. « Η Τουρκία φέρει την ευθύνη για σοβαρές επιθέσεις και πιθανά εγκλήματα πολέμου από τα δικά της στρατεύματα και τοπικές ένοπλες ομάδες που υποστηρίζει στις περιοχές που κατέχει η Τουρκία στη Βόρεια Συρία», αναφέρει η Human Rights Watch.

Θέλουν Κουρδικό κράτος οι ΗΠΑ και το Ισραήλ
Επιπλέον, οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως και το Ισραήλ φαίνεται να ευνοούν περισσότερο από ποτέ την ίδρυση Κουρδικού κράτους στην περιοχή, γεγονός που τρομάζει την Τουρκία, όπου ζουν κάπου 20 εκατομμύρια Κούρδοι.
«Χωρίς την ανοχή ή ακόμα και την υποστήριξη της Άγκυρας, οι αντίπαλοι του Άσαντ δεν θα είχαν καμία ευκαιρία», εξηγεί ειδικός στη Μέση Ανατολή Μίκαελ Λούντερς μιλώντας στο Γερμανικό ραδιόφωνο (Deutschlandfunk). «Η Άγκυρα σίγουρα όχι μόνο γνώριζε για αυτήν την προέλαση, αλλά την ενισχύει και στρατιωτικά. Επειδή οι αντάρτες χρειάζονται προφανώς τα κατάλληλα όπλα. Λόγω γεωγραφικής θέσης άλλωστε, οι τζιχαντιστές μόνο μέσω Τουρκίας μπορούν να προμηθευτούν όπλα και πυρομαχικά».
Η Άγκυρα αρνείται φυσικά οποιαδήποτε ανάμειξη στις πρόσφατες εξελίξεις στη Συρία. «Η Τουρκία δεν θα υποστήριζε ποτέ ενέργειες που θα προκαλούσαν νέο κύμα προσφύγων», δήλωσε ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν. Η χώρα έχει δεχθεί περίπου 3,5 εκατομμύρια Σύρους πρόσφυγες από τον εμφύλιο πόλεμο. Τώρα θέλει να στείλει όσο το δυνατόν περισσότερους πρόσφυγες πίσω στη Συρία ,στη ζώνη ασφαλείας -μια λωρίδα πλάτους 30 έως 40 χιλιομέτρων στη βόρεια Συρία.
«Ακόμη και αν η τουρκική κυβέρνηση υποστηρίζει στρατιωτικά την τρέχουσα επίθεση των τζιχαντιστών, προσπαθεί να αποφύγει μια άμεση αντιπαράθεση με τη Ρωσία, το Ιράν και το καθεστώς Άσαντ», εξηγεί ο ειδικός στη Μέση Ανατολή Ερχάν Κελεσόγλου και προσθέτει: Ο Ερντογάν θα περιμένει πρώτα και θα παρατηρήσει σε ποιο βαθμό οι φιλό-Τουρκοι ισλαμιστές αντάρτες μπορούν να απωθήσουν τους Κούρδους και να καταλάβουν τις περιοχές τους».
Τι αναφέρουν συριακές πηγές
Ισραηλινά πολεμικά αεροσκάφη επιτέθηκαν σε περιοχή της συριακής πόλης Al–Qusayr στο Κυβερνείο της Χομς κοντά στα σύνορα με τον Λίβανο, μετέδωσε το συριακό Sham FM .
Σύμφωνα με τη συριακή εφημερίδα Al Watan και τη λιβανική τηλεόραση Al Mayadeen , οι ισραηλινές επιδρομές είχαν στόχο το συνοριακό πέρασμα Jusiya. Δεν έχουν δοθεί πληροφορίες για τις συνέπειες της τελευταίας αεροπορικής επιδρομής, συμπεριλαμβανομένων πιθανών απωλειών.
Το Al–Qusayr έχει γίνει πρόσφατα στόχος επανειλημμένων ισραηλινών αεροπορικών επιδρομών. Σύμφωνα με δηλώσεις του Ισραήλ, οι αεροπορικές του επιδρομές στόχευαν τις διαδρομές ανεφοδιασμού της ομάδας Χεζμπολάχ που εδρεύει στον Λίβανο μέσω της Συρίας.
Ο συριακός στρατός απέτρεψε επίθεση μαχητών στην επαρχία Λατάκιας
Στρατιώτες των Συριακών Ενόπλων Δυνάμεων απέτρεψαν επίθεση μαχητών από ένοπλες ομάδες στη συριακή επαρχία Λατάκια, ανέφερε η εφημερίδα Al Watan .
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η επίθεση σχεδιάστηκε από τρομοκράτες του Ισλαμικού Κόμματος Τουρκιστάν (απαγορευμένο στη Ρωσία) και ομάδες που συνεργάζονται μαζί του. Η εφημερίδα δεν έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες για την επιχείρηση που βρίσκεται σε εξέλιξη.
Ο συριακός στρατός με την υποστήριξη της Ρωσίας επιτίθεται σε μαχητές στη Χάμα, προκαλώντας απώλειες σε τρομοκράτες
Οι επιθέσεις κατέστρεψαν επίσης στρατιωτικό υλικό και οχήματα που ανήκαν στους τρομοκράτες
Οι Συριακές Ένοπλες Δυνάμεις, με την υποστήριξη της ρωσικής Πολεμικής Αεροπορίας, εξαπέλυσαν επιδρομές σε ομάδες μαχητών στο βόρειο και νότιο τμήμα της επαρχίας Χάμα της Συρίας, σύμφωνα με έκθεση που δημοσιεύτηκε στη σελίδα του υπουργείου Άμυνας της Δημοκρατίας στο Facebook
Η έκθεση αναφέρει ότι «δεκάδες» τρομοκράτες εξοντώθηκαν ή τραυματίστηκαν ως αποτέλεσμα των χτυπημάτων. Οι επιθέσεις κατέστρεψαν επίσης στρατιωτικό υλικό και οχήματα που ανήκαν στους τρομοκράτες.
ΤΙ ΜΕΤΑΔΙΔΕΙ ΤΟ BBC
Χιλιάδες άνθρωποι εγκαταλείπουν τη συριακή πόλη Χομς καθώς οι αντάρτες προχωρούν περαιτέρω
Barbara Plett-Usher και Maia Davies
Οι Σύροι αντάρτες κήρυξαν τη νίκη στη Χάμα την Πέμπτη, καθώς ο στρατός της χώρας αποσύρθηκε από μια δεύτερη μεγάλη πόλη
Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι εγκαταλείπουν την τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Συρίας Χομς φοβούμενοι ότι οι αντάρτες υπό την ηγεσία των ισλαμιστών θα συνεχίσουν να προελαύνουν προς την πρωτεύουσα, τη Δαμασκό.
Οι αντάρτες κατέλαβαν τη Χάμα στα βόρεια την Πέμπτη, ένα δεύτερο σημαντικό πλήγμα για τον πρόεδρο Μπασάρ αλ Άσαντ που έχασε τον έλεγχο του Χαλεπίου την περασμένη εβδομάδα.
Ο ηγέτης της ισλαμιστικής μαχητικής οργάνωσης Hayat Tahrir al–Sham (HTS), Abu Mohammed al–Jawlani, είπε στους κατοίκους της Χομς “ήρθε η ώρα σας”.
Οι Σύροι αντάρτες εξαπέλυσαν μια αιφνιδιαστική επίθεση κατά της κυβέρνησης την περασμένη εβδομάδα και μέχρι στιγμής έχουν καταλάβει δύο μεγάλες πόλεις.
Έχουν προχωρήσει νότια – και η Χομς είναι η επόμενη πόλη στο δρόμο από το Χαλέπι προς τη Δαμασκό.
Τρομοκρατημένα μέλη της μειονότητας των Αλαουιτών του Προέδρου Άσαντ εγκαταλείπουν τη Χομς, με βίντεο που δείχνουν δρόμους μποτιλιαρισμένους με αυτοκίνητα.
Το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (SOHR), μια ομάδα παρακολούθησης που εδρεύει στο Ηνωμένο Βασίλειο, αναφέρει ότι μαχητικά αεροσκάφη στόχευσαν μια γέφυρα σε έναν δρόμο που συνδέει τη Χομς με τη Χάμα για να προσπαθήσουν να επιβραδύνουν την προέλαση των ανταρτών.
Αφού ο συριακός στρατός έχασε τον έλεγχο της Χάμα μετά από μέρες μάχης, δεν είναι σαφές εάν θα μπορέσει να υπερασπιστεί τη Χομς.
Είναι μια στρατηγική πόλη που συνδέει την πρωτεύουσα με την καρδιά των Αλαουιτών στις ακτές της Μεσογείου, το πολιτικό προπύργιο του Άσαντ και το κλειδί για την εξουσία του.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
