ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ
Προκόπης Παυλόπουλος: Σ’ έναν εμφύλιο πόλεμο δεν υπάρχουν, εν τέλει, νικητές και ηττημένοι
Προκόπιος Παυλόπουλος, τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός: Διαβάζοντας το βιβλίο της Νίτσας Λουλέ «Γιατί μου έκρυβες την αλήθεια;»
Aθήνα, 11.12.2024
(Ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου της Νίτσας Λουλέ «Γιατί μου έκρυβες την αλήθεια;», εκδ. Πεδίο, Αθήνα, 2024)
Στο βιβλίο της «Γιατί μου έκρυβες την αλήθεια;» (εκδ. Πεδίο, Αθήνα, 2024) η Νίτσα Λουλέ αποκαλύπτει, με «σαγηνευτικά» ζωντανό τρόπο, την πικρή αλήθεια για τα πρώτα χρόνια της ζωής μιας «πολύπαθης» γενιάς «γόνων» ορισμένων από τους εμβληματικούς πρωταγωνιστές του Εμφύλιου Πολέμου, βεβαίως από την πλευρά των «ηττημένων». Το «ηττημένων» σε εισαγωγικά, γιατί όπως η Ιστορία έχει αποδείξει -και για τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο- σ’ έναν εμφύλιο πόλεμο δεν υπάρχουν, εν τέλει, νικητές και ηττημένοι. Κατ’ αποτέλεσμα ηττημένος βγαίνει μόνον ο Τόπος που τον βίωσε καθώς και ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας του, και από τις δύο πλευρές, που βρέθηκε στις «μυλόπετρές» του.
Ι. Όλα ξεκίνησαν από μια «σύναξη», στο πασίγνωστο καφέ-στέκι «Φίλιον» -άλλοτε «Ντόλτσε»- τον Νοέμβριο του 2018, μεταξύ φίλων που τους συνέδεσαν από παλιά δεσμοί μιας “αξόδευτης” φιλίας, ανάλογης μ’ εκείνη που περιέγραψε, ομολογουμένως ιδανικά, ο Αλέξης Μινωτής στο βιβλίο του «Μακρινές φιλίες» (εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 1981).
Α. Κοινό τους χαρακτηριστικό, όπως είπα πριν, το ότι όλοι τους ήταν παιδιά πρωταγωνιστών, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, του Εμφύλιου Πολέμου, από την πλευρά των «ηττημένων». Παιδιά που τα «βάραινε», δίχως δική τους ευθύνη -κάτι σαν ευθύνη «αντικειμενική», αντίστοιχη μ’ εκείνη που γνωρίζουμε μεσ’ από τις αρχαίες τραγωδίες- το κληρονομικό «άγος» των γονιών οι οποίοι «ηττήθηκαν».
Β. «Άγος» που τα «συνόδευσε», με αδυσώπητα τα «βαρίδια» της μοίρας, έως την πτώση της εθνικώς καταστροφικής επτάχρονης δικτατορίας, το 1974, όταν πια θεσμοθετήθηκε -με πρωτοβουλία κατ’ εξοχήν του Κωνσταντίνου Καραμανλή- και η ελεύθερη επαναλειτουργία όλων των δημοκρατικών Πολιτικών Κομμάτων (ν.δ. 59/23.9.1974), με πιο χαρακτηριστική εκείνη της νομιμοποίησης του ΚΚΕ. Πολλά από τα παιδιά αυτά μεγάλωσαν έξω από την Πατρίδα, γνωρίζοντας τα δεινά της εξορίας «εξ απαλών ονύχων», και γύρισαν ύστερα στην Ελλάδα με το «στίγμα» του πολιτικώς «απόβλητου» -μέχρι το 1974, όπως ήδη τόνισα- όπου όμως βίωσαν την Πατρίδα ως άσπονδη «μητριά».
ΙΙ. Αυτοί οι παλιοί φίλοι (και συγκεκριμένα οι Αλέξης Γυφτοδήμος-Καραγιώργης, Αλίκη Παπαδομιχελάκη, Δημήτρης Παπαρήγας, Αλεξάνδρα Ελευθέρου, Σήφης Ζαχαριάδης, Χρήστος Κατριβάνος, Νίκος Κιάος, Τάκης Θανασέκος και ο αείμνηστος Δημήτρης Ταλαγάνης), που πέρασαν την νιότη τους «παρασυρμένοι» από την αδυσώπητη «ρεστία» των γεγονότων του Εμφύλιου Πολέμου, ξεκίνησαν από το «Φίλιον» ν’ αφηγούνται στην Νίτσα Λουλέ τα «πεπραγμένα» μιας νιότης που κατάφερε, κόντρα στην «σκοτεινή» εποχή της και στις επώδυνες αντιξοότητές της, να «βλαστήσει» και ν’ «ανθήσει».
Α. Και η διήγησή τους δεν έχει τίποτα από «μελό». Είναι μια «πρόζα» στο ρυθμό της καρτερίας και ενός όψιμου «στωικισμού», ο οποίος συναντά, κάπως και κάπου, τις διηγήσεις του Μάρκου Αυρηλίου στα «Εις εαυτόν». Και αυτό γιατί δεν «αναθεματίζουν» την μοίρα, απλώς προσπαθούν να την κατανοήσουν ακόμη και τώρα. Δεν «καταγγέλλουν» την «μητριά» Πατρίδα, απλώς συμμερίζονται τα πάθη της. Με άλλες λέξεις, και για ν’ αναχθούμε στην βαθυστόχαστη, καίτοι σύντομη, μελέτη του Φρόυντ «Πένθος και Μελαγχολία», δημοσιευμένη το 1917, δεν περιπλανώνται στον «αστερισμό» της μελαγχολίας που οδηγεί, μάλλον αναπότρεπτα, σε μια μορφή αγιάτρευτης κατάθλιψης.
Β. Αλλά «πενθούν», περιστασιακά και μ’ επίγνωση, γι’ αυτά που τους συνέβησαν δίχως να τους κάμψουν, κάνοντας περισσότερο έναν απολογισμό του πόσο κόστισαν όχι τόσο σε αυτούς, αλλά πρωτίστως στον Τόπο μας και στον Λαό μας. Κατά τούτο από τις αναμνήσεις τους «αναβλύζει», με μια συνεχή και οιονεί «έμφυτη» ροή, ο δικός τους αγνός πατριωτισμός, πλασμένος από το «ζυμάρι» του «ασίγαστου» δημοκρατικού τους ήθους.
ΙΙΙ. Υπό τις συνθήκες αυτές από τις διηγήσεις των «συνομιλητών» της Νίτσας Λουλέ μπορούμε, φυσικά μεταξύ άλλων πολλών, να συγκρατήσουμε κυρίως το εξής διπλό «ίζημα», προεχόντως διότι είναι πάντα επίκαιρο και διδακτικό, και μάλιστα προς όλες τις κατευθύνσεις, άρα και προς τους «νικητές» και προς τους «ηττημένους»:
Α. Η πρώτη «πτυχή» του «καταλοίπου» αυτού είναι εκείνη, η οποία έχει σχέση με το διαχρονικό και διαβρωτικό «πάθος» της εκδίκησης προς τον «αντίπαλο». «Πάθος» που μας ακολουθεί μέσα στην Ιστορία μας και ως μια «έκφραση» του φθόνου, αυτού του πολλαπλώς καταστροφικού γενικότερου ελαττώματος που μας «καταδιώκει» και κατά βάθος μας «στοιχειώνει» στην ιστορική μας πορεία σαν την «κατάρα» των Ατρειδών. Οι συνομιλητές της Νίτσας Λουλέ, μέσα από την διήγηση των εμπειριών τους, πριν απ’ όλα «σημαίνουν» πόσο κόστισαν -και πάντα κοστίζουν- σ’ εμάς, τους Έλληνες, οι διώξεις και η περιθωριοποίηση των ανθρώπων όχι γιατί πραγματικά «αμάρτησαν». Αλλά γιατί αυτός ήταν ο εύκολος τρόπος, κυρίως από την πλευρά των «μετρίων», να θέσουν στο περιθώριο και ν’ αποδυναμώσουν άλλους, πολύ περισσότερο ικανούς -και οπωσδήποτε πολύ πιο χρήσιμους για τον Τόπο- συνανθρώπους μας. Και είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα, εδώ και αιώνες, βιώνει το «μένος» των «μετρίων» εναντίον των «αρίστων», υπό το «κυκλώπειο» βάρος ενός πολύπλευρου και πολυσύνθετου νεποτισμού, κατά κύριο δε λόγο κοινωνικού και πολιτικού. Κάτι το οποίο οδηγεί, οιονεί νομοτελειακώς, στην, αρκετά συχνή στον Τόπο μας, παλινόρθωση της «δυναστείας» των μετρίων. Αυτό το έχει εκφράσει πολύ πιο εμφατικά ο αείμνηστος Γιάννης Τσαρούχης, με το ιστορικό του «απόφθεγμα»: «Οι πολιτικές δικτατορίες στην Ελλάδα έρχονται και φεύγουν. Αυτή που έχει ριζώσει στον Τόπο μας και δεν λέει να φύγει είναι η δικτατορία των μετρίων.»
Β. Η δεύτερη «πτυχή» του «καταλοίπου» από τις διηγήσεις των «συνομιλητών» της Νίτσας Λουλέ είναι η «εκκωφαντική» -μολονότι σε τόσο ήρεμο, σχεδόν τρυφερό, «πλάγιο λόγο»- καταδίκη του εμφύλιου πολέμου γενικώς, ως «πηγής δεινών» που τελικώς ούτε ο χρόνος μπορεί να γιατρέψει. Και στο σημείο αυτό οι διηγήσεις τους «ανατρέχουν» στην πρώτη ιστορικώς καταδίκη του εν γένει εμφύλιου πολέμου, όπως την συναντάμε στην Ιλιάδα του Ομήρου. Εκεί όπου ο Νέστωρ, την ώρα που μαίνεται ο εμφύλιος πόλεμος στο στρατόπεδο των Αχαιών -κατά τον Όμηρο, των Δαναών ή των Αργείων- αποφαίνεται με άφατο πόνο: «’Αφρήτωρ, ἀθέμιστος, ἀνέστιός ἐστιν ἐκεῖνος ὃς πολέμου ἔραται ἐπιδημίου ὀκρυόεντος». Και για την, κάπως ελεύθερη, «αντιγραφή»: «Ακοινώνητος, περιθωριακός, δίχως θεσμούς, νόμους και πατρίδα, είναι ο «εραστής» του φρικτού εμφύλιου πολέμου». Πραγματικά, σε τελική ανάλυση οι διηγήσεις των «συνομιλητών» της Νίτσας Λουλέ καταλήγουν, με διαφορετικούς ίσως τρόπους αλλά δίχως υπεκφυγές, στο συμπέρασμα ότι όσοι «υπηρέτησαν» συνειδητά τους εμφύλιους πολέμους, είτε προκαλώντας τους είτε και συντηρώντας τους από όποια πλευρά και αν έγινε αυτό, στην πράξη αναδείχθηκαν πρόσωπα που δεν αξίζουν τον τίτλο του πολίτη, κατά κυριολεξία. Και αυτό γιατί κάτω από τον «ψευδεπίγραφο» μανδύα του πολίτη μάταια προσπάθησαν να καλύψουν τον περιθωριακό, «πλημμυρισμένο» από πολύμορφο «κόμπλεξ», εαυτό τους, ο οποίος στο βάθος του τρέφει και άσβεστο μίσος για την Δημοκρατία, κατ’ αποτέλεσμα δε και για την Πατρίδα. Σήμερα, μετά το πολύτιμο -και γι’ αυτό ουσιαστικώς αναντικατάστατο- θεσμικό και πολιτικό κεκτημένο του Συντάγματος του 1975, ο κίνδυνος ενός νέου εμφύλιου πολέμου φαίνεται να έχει πια απομακρυνθεί, αν και κανείς δεν μπορεί να προδιαγράψει με σιγουριά το μέλλον. Όμως είναι επιβεβλημένο ν’ αναλογισθούμε αν και σε ποιο βαθμό η ως άνω «ομηρική» -αλλά διαχρονικώς επίκαιρη, ως «κτήμα ες αεί»- καταδίκη του εμφύλιου πολέμου πρέπει να συνδυασθεί μ’ εκείνη εναντίον μιας άλλης μορφής «εμφύλιου πολέμου» που βιώνουμε στην εποχή μας, ακόμη και αν δεν το αντιλαμβανόμαστε αμέσως και ευκρινώς. Και εξηγούμαι: Μήπως, με τα χαρακτηριστικά που έχει προσλάβει ο Πλανήτης μας -ιδίως μέσω του «συμπλέγματος» Οικονομίας και Τεχνολογίας- έχει γίνει πολύ πιο μικρός και κατ’ ουσία «αδιάσπαστος», έτσι ώστε κάθε μεγάλος πόλεμος, όπου και αν οι «φωτιές» του ανάβουν, είναι ένα είδος «εμφύλιου πολέμου», και δη με συνέπειες απείρως πιο συγκλονιστικές σε σχέση μ’ εκείνες των πάλαι ποτέ «intra muros» εμφύλιων πολέμων; Οι κίνδυνοι και η ζοφερή προοπτική των πολέμων που έχουν ξεσπάσει π.χ. στην Ουκρανία και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή δικαιολογούν, νομίζω, έναν τέτοιο προβληματισμό. Πολλώ μάλλον επειδή αν αγνοήσουμε ή και υποτιμήσουμε αυτά τα χαρακτηριστικά τους, όταν αντιληφθούμε ότι καθένας τους είναι πραγματικά «ὀκρυόεις» θα είναι πολύ αργά.
Με αυτές τις σκέψεις θέλω να ευχαριστήσω, από καρδιάς, την Νίτσα Λουλέ και τους «συνομιλητές» της για την ανεπανάληπτη εμπειρία που μας επέτρεψαν να βιώσουμε διαβάζοντας το βιβλίο της -που είναι και ένα «υπό εκκόλαψη» θεατρικό έργο με «ευάριθμα», ανυπόκριτα ανθρώπινα, «μονόπρακτα»- για το πόσο οι «πληγές» του Εμφύλιου Πολέμου παραμένουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και συνθήκες, ακόμη «χαίνουσες» και σίγουρα πάντα διδακτικές. Όσο για μένα, ας μου επιτραπεί να ευχαριστήσω και προσωπικώς την φίλη Νίτσα Λουλέ γιατί μου έδωσε την ευκαιρία, στην σημερινή μας συνάντηση–«παράσταση», να «παίξω», οπωσδήποτε με μεγάλες ελλείψεις και ατέλειες, τον ρόλο ενός από τους «αφηγητές».
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ
Ρωγμές στη συμμαχία Ερντογάν–Αλίγεφ: Η ισλαμική μαντίλα και το Ισραήλ δοκιμάζουν τις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν
Το δόγμα «ένα έθνος, δύο κράτη», πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν οι στενές σχέσεις Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν, βρίσκεται αντιμέτωπο με νέες πολιτικές και ιδεολογικές εντάσεις. Ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίγεφ διαμηνύει ότι δεν αποδέχεται ξένη κηδεμονία στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας του, την ώρα που στην Τουρκία εντείνονται οι αντιδράσεις για τους περιορισμούς στην ισλαμική μαντίλα και τη στρατηγική συνεργασία του Μπακού με το Ισραήλ. Οι εξελίξεις αναδεικνύουν τις διαφορετικές προτεραιότητες δύο στενών συμμάχων, με σημαντικές προεκτάσεις για τον Νότιο Καύκασο και τη Μέση Ανατολή.
Νέα ερωτήματα για τα όρια της στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν δημιουργούν οι τελευταίες τοποθετήσεις του Ιλχάμ Αλίγεφ, ο οποίος εμφανίζεται αποφασισμένος να υπερασπιστεί την αυτονομία της χώρας του απέναντι σε εξωτερικές πολιτικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις.
Η αντιπαράθεση έχει δύο βασικές διαστάσεις: την αντιμετώπιση της ισλαμικής μαντίλας στο κοσμικό κράτος του Αζερμπαϊτζάν και τη διατήρηση της στενής αμυντικής και ενεργειακής συνεργασίας του Μπακού με το Ισραήλ.
Τα δύο αυτά ζητήματα δημιουργούν τριβές με πολιτικούς και θρησκευτικούς κύκλους της Τουρκίας, ιδιαίτερα όσους βρίσκονται κοντά στο κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Το μήνυμα Αλίγεφ: Καμία ξένη κηδεμονία
Η ένταση ήρθε στο προσκήνιο μετά την ομιλία του Αλίγεφ στο 8ο συνέδριο του κυβερνώντος Κόμματος Νέου Αζερμπαϊτζάν, στις 2 Οκτωβρίου 2026.
Ο Αζέρος πρόεδρος αναφέρθηκε στην ανάγκη προστασίας της λεγόμενης «ιδεολογικής ασφάλειας» της χώρας του, υπογραμμίζοντας ότι το Αζερμπαϊτζάν δεν χρειάζεται καθοδήγηση από ξένες δυνάμεις.
«Ας ξέρει ο καθένας τη θέση του, ας μην ανακατεύονται στις υποθέσεις μας, ας μη χώνουν τη μύτη τους στον τρόπο ζωής μας», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο Αλίγεφ δεν κατονόμασε την Τουρκία. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία των δηλώσεων και η αυξανόμενη κριτική που ασκείται από τουρκικούς κύκλους στην εσωτερική πολιτική του Αζερμπαϊτζάν οδήγησαν στην ερμηνεία ότι το μήνυμα απευθυνόταν, τουλάχιστον εν μέρει, προς την Άγκυρα.
Η τοποθέτηση αυτή αναδεικνύει ένα βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής του Μπακού: την επιδίωξη διατήρησης της εθνικής κυριαρχίας και της αυτονομίας των αποφάσεών του, ακόμη και έναντι του στενότερου στρατηγικού του συμμάχου.
Η μαντίλα προκαλεί αντιδράσεις στην Τουρκία
Στο επίκεντρο της διαφωνίας βρίσκονται οι περιορισμοί στη χρήση της ισλαμικής μαντίλας, του χιτζάμπ, στα δημόσια σχολεία του Αζερμπαϊτζάν.
Οι σχετικές ρυθμίσεις έχουν προκαλέσει αντιδράσεις από τουρκικά μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο των θρησκευτικών δικαιωμάτων.
Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη συμβολική σημασία για την κυβέρνηση Ερντογάν.
Στην Τουρκία, η απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας στην εκπαίδευση, στον δημόσιο τομέα και σε κρατικούς θεσμούς αποτέλεσε επί δεκαετίες ένα από τα σημαντικότερα πεδία αντιπαράθεσης μεταξύ ισλαμιστικών και κεμαλικών πολιτικών δυνάμεων.
Η σταδιακή άρση των περιορισμών από τις κυβερνήσεις του AKP αναδείχθηκε σε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής ταυτότητας του Ερντογάν.
Η διαφορετική στάση του Αζερμπαϊτζάν επαναφέρει αυτή την ιδεολογική διαφορά στο εσωτερικό του τουρκογενούς κόσμου.
Κατά την ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο, ο Τούρκος πρόεδρος επέκρινε τους περιορισμούς στη χρήση της μαντίλας, χαρακτηρίζοντάς τους «επίθεση στα πιο θεμελιώδη δικαιώματα των γυναικών».
Συνέδεσε μάλιστα το ζήτημα με την ισλαμοφοβία, την οποία κατηγόρησε ότι εξαπλώνεται στη Δύση.
Παρότι δεν αναφέρθηκε ονομαστικά στο Αζερμπαϊτζάν, οι δηλώσεις ερμηνεύτηκαν από ορισμένους ως έμμεση αναφορά στις πολιτικές του Μπακού.
Διαδήλωση στην Κωνσταντινούπολη κατά του Αλίγεφ
Η ένταση αποτυπώθηκε και στον δρόμο.
Στις 3 Οκτωβρίου, η τουρκική οργάνωση Özgür-Der πραγματοποίησε διαδήλωση έξω από το προξενείο του Αζερμπαϊτζάν στην Κωνσταντινούπολη, απαιτώντας την άρση των περιορισμών στη χρήση της ισλαμικής μαντίλας.
Κατά τη διάρκεια της κινητοποίησης, ορισμένοι ομιλητές αμφισβήτησαν ακόμη και το παραδοσιακό αφήγημα περί αδελφικής σχέσης των δύο χωρών.
Ο Αχμέτ Κερίμ Αρτούκ επέκρινε το Μπακού τόσο για την εσωτερική του πολιτική όσο και για τη συνεργασία του με το Ισραήλ.
«Λόγω του κοσμικού αυταρχισμού της, της ισλαμοφοβίας της και της συνεργασίας της με τους σιωνιστές καταπιεστές στην εξωτερική πολιτική, αυτή η κυβέρνηση δεν μπορεί να θεωρείται αδελφική. Η κυβέρνηση του Μπακού πρόσθεσε τα δάκρυα των Αζέρων αδελφών μας που φορούν μαντίλα στο αίμα των μαρτύρων μας στη Γάζα», δήλωσε.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση αντανακλά την οπτική των διαδηλωτών και δεν αποτελεί επίσημη θέση του τουρκικού κράτους.
Η Χιουλιά Σεκερτζί, από την ίδια οργάνωση, συνέδεσε επίσης το ζήτημα του χιτζάμπ με τον πόλεμο στη Γάζα, υποστηρίζοντας ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών στο Αζερμπαϊτζάν και η υποστήριξη των Παλαιστινίων αποτελούν μέρος του ίδιου αγώνα.
Το Ισραήλ: Ο στρατηγικός εταίρος που ενοχλεί την Άγκυρα
Το δεύτερο σημαντικό ζήτημα αφορά τη διαχρονική συνεργασία του Αζερμπαϊτζάν με το Ισραήλ.
Σε αντίθεση με την Τουρκία, η οποία έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα επικριτική στάση απέναντι στην ισραηλινή κυβέρνηση μετά την έναρξη του πολέμου στη Γάζα, το Μπακού έχει διατηρήσει στενούς αμυντικούς και ενεργειακούς δεσμούς με το Τελ Αβίβ.
Η σχέση αυτή στηρίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες.
Ο πρώτος είναι η εξαγωγή αζερικού πετρελαίου προς το Ισραήλ, το οποίο καλύπτει μέσω αυτών των προμηθειών σημαντικό μέρος των ενεργειακών του αναγκών.
Ο δεύτερος είναι η προμήθεια προηγμένων ισραηλινών οπλικών συστημάτων από το Αζερμπαϊτζάν.
Τα ισραηλινά μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα συστήματα αναγνώρισης και άλλα προηγμένα οπλικά μέσα έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό των αζερικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Η συνεργασία έχει περιγραφεί συχνά από αναλυτές ως σχέση «πετρέλαιο έναντι όπλων».
Η σύνδεση αυτή έχει αποκτήσει πρόσθετη σημασία εξαιτίας της γεωγραφικής θέσης του Αζερμπαϊτζάν, το οποίο συνορεύει με το Ιράν, έναν από τους βασικούς στρατηγικούς αντιπάλους του Ισραήλ.
Για το Μπακού, η σχέση με το Τελ Αβίβ προσφέρει πρόσβαση σε προηγμένη στρατιωτική τεχνολογία και διευρύνει τις διεθνείς συνεργασίες του.
Για την Τουρκία, ωστόσο, η συνεργασία αυτή δημιουργεί πολιτικές αντιφάσεις, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία ο Ερντογάν έχει θέσει την αντιπαράθεση με την ισραηλινή κυβέρνηση στο επίκεντρο της περιφερειακής του ρητορικής.
Ναγκόρνο-Καραμπάχ: «Νικήσαμε μόνοι μας»
Ακόμη μία σημαντική πτυχή της αντιπαράθεσης αφορά τη διαφορετική αποτίμηση του πολέμου στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ.
Η Τουρκία είχε παράσχει εκτεταμένη πολιτική, στρατιωτική και τεχνική υποστήριξη στο Αζερμπαϊτζάν κατά τον πόλεμο του 2020, ενώ η συνεργασία των δύο χωρών ενισχύθηκε περαιτέρω με τη Διακήρυξη της Σούσα το 2021.
Ωστόσο, κατά την ομιλία του στις 2 Οκτωβρίου, ο Αλίγεφ υπογράμμισε ότι το Αζερμπαϊτζάν πέτυχε τη στρατιωτική του νίκη με δικές του δυνάμεις, προσθέτοντας ότι ο εξοπλισμός που χρησιμοποιήθηκε είχε αγοραστεί με αζερικούς πόρους.
Οι τοποθετήσεις του ερμηνεύτηκαν από ορισμένους Τούρκους σχολιαστές ως υποβάθμιση της τουρκικής συμβολής.
Η εφημερίδα Cumhuriyet επισήμανε στις 4 Οκτωβρίου ότι οι αναφορές στην ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική και στην αγορά όπλων με εθνικούς πόρους προκάλεσαν συζητήσεις στην Τουρκία.
Η συγκεκριμένη διαφωνία αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς η νίκη του Αζερμπαϊτζάν το 2020 παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση Ερντογάν ως σημαντική επιτυχία της τουρκικής στρατιωτικής και εξωτερικής πολιτικής.
Από την πλευρά του, το Μπακού επιδιώκει να κατοχυρώσει την εικόνα μιας χώρας που αποφασίζει αυτόνομα και δεν οφείλει τις στρατηγικές επιτυχίες της σε ξένη κηδεμονία.
Το Αρμενικό και οι διαφορετικές διπλωματικές προτεραιότητες
Οι σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν επηρεάζονται επίσης από τις εξελίξεις στο Αρμενικό.
Η Άγκυρα διατηρεί κλειστά τα χερσαία σύνορά της με την Αρμενία, συνδέοντας την πλήρη εξομάλυνση των σχέσεων με τις εξελίξεις μεταξύ Μπακού και Γερεβάν.
Ωστόσο, οι προσπάθειες προσέγγισης Τουρκίας–Αρμενίας έχουν κατά καιρούς δημιουργήσει προβληματισμό στο Αζερμπαϊτζάν, το οποίο επιδιώκει να διατηρήσει καθοριστικό λόγο στις περιφερειακές διευθετήσεις.
Η στάση αυτή δείχνει ότι, ακόμη και μεταξύ δύο στενών συμμάχων, οι εθνικές προτεραιότητες δεν ταυτίζονται απολύτως.
Ομέρ Τσελίκ: Αδελφική σχέση Ερντογάν–Αλίγεφ
Η τουρκική κυβέρνηση επιχειρεί να διατηρήσει χαμηλούς τόνους απέναντι στη δημόσια συζήτηση που έχει αναπτυχθεί.
Ο εκπρόσωπος του AKP, Ομέρ Τσελίκ, υπογράμμισε ότι οι σχέσεις Ερντογάν και Αλίγεφ χαρακτηρίζονται από πραγματική αδελφική συνεργασία.
Παράλληλα, κατηγόρησε τρίτες χώρες και κύκλους που, κατά την εκτίμησή του, επιχειρούν να προκαλέσουν εντάσεις μεταξύ των δύο κρατών.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση δείχνει ότι η Άγκυρα δεν επιθυμεί τη μετατροπή των δημόσιων αντιπαραθέσεων σε επίσημη διπλωματική κρίση.
Εξάλλου, οι δύο χώρες εξακολουθούν να διατηρούν σημαντικές στρατιωτικές, ενεργειακές και οικονομικές σχέσεις, οι οποίες δημιουργούν ισχυρά κίνητρα για τη συνέχιση της συνεργασίας τους.
Η κρίσιμη διάκριση: Συμμαχία χωρίς ταύτιση συμφερόντων
Η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από το χιτζάμπ και τις σχέσεις με το Ισραήλ αποκαλύπτει ότι το δόγμα «ένα έθνος, δύο κράτη» δεν εξαλείφει τις διαφορές εθνικών συμφερόντων και πολιτικής ταυτότητας.
Για την Τουρκία του Ερντογάν, η υπεράσπιση της ισλαμικής μαντίλας και η αντιπαράθεση με την ισραηλινή κυβέρνηση αποτελούν βασικά στοιχεία του δημόσιου πολιτικού της λόγου.
Για το Αζερμπαϊτζάν, η διατήρηση του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους και η συνεργασία με το Ισραήλ συνδέονται με εσωτερικές επιλογές και μακροχρόνιους στρατηγικούς υπολογισμούς.
Πάντως, υπάρχει μια σημαντική διευκρίνιση ως προς τις δηλώσεις Αλίγεφ: στο πλήρες κείμενο της ομιλίας του δεν κατονομάζεται η Τουρκία ως στόχος των προειδοποιήσεών του. Ορισμένοι σχολιαστές εκτιμούν ότι αναφερόταν επίσης —ή κυρίως— σε πιέσεις που προέρχονται από το Ιράν.
Αντίστοιχα, η ρύθμιση της 21ης Σεπτεμβρίου για τις σχολικές ενδυμασίες στο Αζερμπαϊτζάν δεν αναφέρει ρητά τη λέξη «χιτζάμπ», αλλά απαγορεύει πρόσθετα ενδύματα που θεωρούνται ασύμβατα με την κοσμική αρχή της δημόσιας εκπαίδευσης. Η εφαρμογή της έχει ερμηνευθεί ως περιορισμός της ισλαμικής μαντίλας.
Οι παραπάνω διακρίσεις δεν αναιρούν την ύπαρξη πολιτικών τριβών, αλλά δείχνουν ότι δεν έχει τεκμηριωθεί ανοιχτή ρήξη ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις.
Το βασικό γεωπολιτικό συμπέρασμα είναι ότι το Μπακού επιχειρεί να διατηρήσει τη στρατηγική συμμαχία του με την Άγκυρα, χωρίς να εγκαταλείψει τη συνεργασία του με το Ισραήλ ή να αποδεχθεί εξωτερικές υποδείξεις για την εσωτερική του πολιτική.
Για την Τουρκία, η διαχείριση αυτών των διαφορών αποτελεί δοκιμασία της ικανότητάς της να συνδυάζει τη στενή συνεργασία με το Αζερμπαϊτζάν και τις δικές της ιδεολογικές και περιφερειακές προτεραιότητες.
Αναλύσεις
Τουρκικός συναγερμός για το καλώδιο! Η Milliyet βλέπει ελληνικό σχέδιο εμπλοκής της Γαλλίας σε κρίση με την Άγκυρα
Σενάρια ελληνικής διπλωματικής παγίδας με στόχο την πρόκληση κρίσης μεταξύ Τουρκίας και Γαλλίας προβάλλει ο αρθρογράφος της Milliyet, Οζάι Σεντίρ, με αφορμή την επανεκκίνηση των εργασιών για το Great Sea Interconnector. Ο Τούρκος δημοσιογράφος υποστηρίζει ότι η Αθήνα ενδέχεται να επιδιώκει μια τουρκική στρατιωτική παρέμβαση εναντίον γαλλικών πλοίων, προκειμένου να μεταφέρει την αντιπαράθεση πρώτα στο Παρίσι και στη συνέχεια στις Βρυξέλλες. Παράλληλα, η Άγκυρα θέτει ζήτημα προηγούμενης διπλωματικής συνεννόησης με τη Γαλλία για τις έρευνες ανατολικά της Κάσου και της Καρπάθου, επιχειρώντας να παρακάμψει την Ελλάδα ως άμεσα ενδιαφερόμενο κράτος.
Μια αποκαλυπτική για τον τρόπο σκέψης της τουρκικής πλευράς ανάλυση δημοσιεύει την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026 η εφημερίδα Milliyet, με την υπογραφή του γνωστού αρθρογράφου Οζάι Σεντίρ.
Στο άρθρο του, με τίτλο «Η διπλωματία του να χτυπάς τον αμπελουργό αντί να τρως τα σταφύλια» (Bağcıyı dövme, üzüm yeme diplomasisi), ο Σεντίρ περιγράφει μια σύνθετη γεωπολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στην Αθήνα, την Άγκυρα και το Παρίσι, με επίκεντρο τις εργασίες πόντισης του υποθαλάσσιου ηλεκτρικού καλωδίου Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ.
Ο Τούρκος δημοσιογράφος υποστηρίζει ότι πίσω από τις κινήσεις της Αθήνας βρίσκεται μια ευρύτερη στρατηγική επιδίωξη: η αξιοποίηση της γαλλικής εμπλοκής στο Great Sea Interconnector ώστε ενδεχόμενη νέα τουρκική παρέμβαση να μετατραπεί σε κρίση όχι μόνο με την Ελλάδα, αλλά και με τη Γαλλία και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
«Η Ελλάδα θέλει το καλώδιο ή μια κρίση Τουρκίας–Γαλλίας;»
Ο Σεντίρ ξεκινά την ανάλυσή του παρουσιάζοντας τις τρεις πρωτεύουσες ως πρωταγωνιστές μιας μεγάλης παρτίδας διπλωματικού σκακιού.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι κινήσεις γύρω από το καλώδιο δεν περιορίζονται στην ενεργειακή διασύνδεση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, αλλά συνδέονται με έναν ευρύτερο σχεδιασμό μεταβολής των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η βασική του υπόθεση είναι ότι η Αθήνα ενδέχεται να επιδιώκει την εμπλοκή γαλλικών πλοίων σε περιοχές όπου η Τουρκία προβάλλει θαλάσσιες διεκδικήσεις, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για απευθείας αντιπαράθεση μεταξύ Άγκυρας και Παρισιού.
«Είναι προτεραιότητα για την Ελλάδα η τοποθέτηση καλωδίων ηλεκτρικής ενέργειας ή μήπως η πιθανότητα σοβαρής κρίσης μεταξύ Παρισιού και Άγκυρας, και στη συνέχεια μεταξύ Βρυξελλών και Άγκυρας;», διερωτάται.
Και συνεχίζει, διατυπώνοντας μια ακόμη πιο χαρακτηριστική εκτίμηση:
«Για την Αθήνα, η ανάπτυξη της Γαλλίας εναντίον της Τουρκίας, μιας χώρας που δεν μπορεί να υπερνικήσει στρατιωτικά ή διπλωματικά, δεν είναι στην πραγματικότητα κακή ιδέα».
Πρόκειται για την πολιτική ερμηνεία του Τούρκου αρθρογράφου και όχι για τεκμηριωμένη αποκάλυψη συγκεκριμένου ελληνικού σχεδίου.
Ωστόσο, η αναφορά αυτή αποτυπώνει την ανησυχία ότι η αυξανόμενη γαλλική συμμετοχή στο έργο περιορίζει τις δυνατότητες της Άγκυρας να αντιμετωπίζει το ζήτημα αποκλειστικά ως ελληνοτουρκική διαφορά.
Η αφορμή: Ερωτήσεις για τα γαλλικά πλοία και το τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αφετηρία της συλλογιστικής του Σεντίρ.
Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, Έλληνας δημοσιογράφος τού απηύθυνε σειρά ερωτήσεων σχετικά με τις απαιτήσεις της Τουρκίας για την πόντιση του καλωδίου.
Μία από αυτές αφορούσε το κατά πόσο θα ήταν αρκετή μια απευθείας επικοινωνία των γαλλικών εταιρειών Meridiam και Nexans με την Άγκυρα.
Άλλη ερώτηση αφορούσε το ενδεχόμενο η Τουρκία να στείλει πολεμικά πλοία για να εμποδίσει γαλλικά σκάφη που θα επιχειρούσαν στην περιοχή.
Σύμφωνα με τον Σεντίρ, οι συγκεκριμένες ερωτήσεις τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η Αθήνα ενδέχεται να εξετάζει μια στρατηγική κατά την οποία η Γαλλία θα βρεθεί στην πρώτη γραμμή μιας μελλοντικής κρίσης.
Ο αρθρογράφος χρησιμοποιεί την τουρκική παροιμία για τον αμπελουργό και τα σταφύλια, υπονοώντας ότι η ελληνική πλευρά ίσως ενδιαφέρεται περισσότερο για την πρόκληση διπλωματικού κόστους στην Τουρκία παρά για την ίδια την ολοκλήρωση του έργου.
Η συλλογιστική αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς μετατρέπει μια συζήτηση για την ασφάλεια των εργασιών σε υπόθεση περί ευρύτερων ελληνικών προθέσεων.
Η τουρκική απαίτηση: Πρώτα συνεννόηση Άγκυρας–Παρισιού
Στη συνέχεια, ο Σεντίρ επιχειρεί να παρουσιάσει την τουρκική στάση ως συμβατή με το διεθνές δίκαιο.
Υποστηρίζει ότι η Τουρκία δεν αντιτίθεται γενικά στην ανάπτυξη υποθαλάσσιων καλωδίων και διεθνών υποδομών επικοινωνίας.
Κατά τον ίδιο, η Άγκυρα ζητεί προηγούμενη διπλωματική επικοινωνία όταν ξένα πλοία προγραμματίζουν έρευνες ή πόντιση καλωδίων σε θαλάσσιες περιοχές τις οποίες θεωρεί ότι εμπίπτουν στη δική της δικαιοδοσία.
Η τουρκική θέση είναι ότι η σχετική συνεννόηση πρέπει να πραγματοποιείται μεταξύ των κρατών των οποίων τη σημαία φέρουν τα ερευνητικά πλοία.
Στην περίπτωση του Great Sea Interconnector, ο Τούρκος αρθρογράφος επιμένει ότι ο αρμόδιος συνομιλητής της Άγκυρας πρέπει να είναι το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών.
«Τα κράτη συνάπτουν σχέσεις με άλλα κράτη, όχι με εταιρείες», υποστηρίζει.
Σύμφωνα με τη συλλογιστική του, η γαλλική εταιρεία που θα πραγματοποιήσει τις εργασίες οφείλει να απευθυνθεί στο γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο με τη σειρά του θα επικοινωνήσει με την τουρκική διπλωματία.
Ο Σεντίρ επιχειρεί μάλιστα να αιτιολογήσει γιατί δεν θεωρεί τις ιδιωτικές εταιρείες κατάλληλους συνομιλητές, επικαλούμενος την υπόθεση της γαλλικής Lafarge και τις παλαιότερες πληρωμές της προς το Ισλαμικό Κράτος στη Συρία.
Το επιχείρημά του είναι ότι οι εμπορικές δραστηριότητες των εταιρειών δεν ταυτίζονται υποχρεωτικά με την εξωτερική πολιτική των κρατών τους.
«Η Ελλάδα δεν είναι άμεσα εμπλεκόμενη»
Το πλέον χαρακτηριστικό σημείο του άρθρου αφορά την προσπάθεια αποκλεισμού της Αθήνας από το διπλωματικό σκέλος των συνεννοήσεων.
Ο Σεντίρ υποστηρίζει ότι, εφόσον τα πλοία που θα πραγματοποιήσουν τις έρευνες φέρουν γαλλική σημαία, η υπόθεση πρέπει να εξεταστεί αποκλειστικά μεταξύ Άγκυρας και Παρισιού.
«Το θέμα αυτό θα συζητηθεί μεταξύ Άγκυρας και Παρισιού. Η Ελλάδα δεν εμπλέκεται άμεσα σε αυτό το ζήτημα», αναφέρει.
Η συγκεκριμένη διατύπωση έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Ο Τούρκος αρθρογράφος αντιμετωπίζει τη σημαία του ερευνητικού πλοίου ως το κριτήριο που καθορίζει ποιο κράτος πρέπει να διαπραγματευτεί με την Τουρκία.
Ωστόσο, το Great Sea Interconnector αποτελεί έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης της Ελλάδας με την Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ η διαδρομή του περνά από περιοχές όπου η Αθήνα υποστηρίζει ότι ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα.
Η εθνικότητα των εταιρειών και η σημαία των πλοίων δεν αναιρούν αυτομάτως τον ρόλο των παράκτιων κρατών ούτε καθορίζουν από μόνες τους ποιο κράτος έχει δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα.
Επομένως, η θέση του Σεντίρ αποτελεί έκφραση της τουρκικής διπλωματικής προσέγγισης και όχι αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα του διεθνούς δικαίου.
Το προηγούμενο Blue-Raman και η Ιταλία
Για να στηρίξει το επιχείρημά του, ο αρθρογράφος της Milliyet επικαλείται το έργο υποθαλάσσιων οπτικών ινών Blue-Raman.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ιταλία είχε προηγουμένως εξασφαλίσει συνεννόηση με την Τουρκία μέσω διπλωματικών διαύλων, επιτρέποντας την απρόσκοπτη υλοποίηση του έργου.
Ο Σεντίρ τοποθετεί το συγκεκριμένο περιστατικό στο 2023, ενώ η αναφορά στο εξεταζόμενο στάδιο του έργου αφορά το 2024.
Πέρα από τη χρονολογική ανακρίβεια, το ουσιαστικό ζήτημα είναι ότι ο αρθρογράφος παρουσιάζει την υπόθεση ως προηγούμενο που θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στην περίπτωση του Great Sea Interconnector.
Δεν παραθέτει, όμως, επίσημα διπλωματικά έγγραφα που να αποδεικνύουν την ακριβή φύση της συνεννόησης Ιταλίας–Τουρκίας ή ότι είχε ζητηθεί και δοθεί άδεια για δραστηριότητες σε αμφισβητούμενη θαλάσσια περιοχή.
Η διάκριση μεταξύ ενημέρωσης, τεχνικού συντονισμού και προηγούμενης έγκρισης είναι κρίσιμη, επειδή κάθε διαδικασία δημιουργεί διαφορετικές νομικές και πολιτικές συνέπειες.
Η πραγματική διαφορά: Ενημέρωση ή τουρκική άδεια;
Το βασικό σημείο αντιπαράθεσης αφορά την ερμηνεία του δικαιώματος πόντισης υποθαλάσσιων καλωδίων σε περιοχές εκτός των χωρικών υδάτων.
Η Ελλάδα υποστηρίζει ότι η εγκατάσταση των υποθαλάσσιων καλωδίων πραγματοποιείται σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν απαιτεί προηγούμενη τουρκική έγκριση για τις περιοχές στις οποίες η Άγκυρα προβάλλει μη αναγνωριζόμενες από την Αθήνα διεκδικήσεις.
Η τουρκική πλευρά, αντίθετα, επιχειρεί να συνδέσει τις εργασίες με προηγούμενη διακρατική συνεννόηση.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της διάκρισης που προβλέπει το διεθνές δίκαιο ανάμεσα στο δικαίωμα πόντισης υποθαλάσσιων καλωδίων και στις επιμέρους δραστηριότητες έρευνας, οι οποίες μπορεί να υπάγονται σε διαφορετικούς κανόνες ανάλογα με τον χαρακτήρα τους και τη θαλάσσια περιοχή.
Η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας αναγνωρίζει, στο άρθρο 79, το δικαίωμα όλων των κρατών να τοποθετούν υποθαλάσσια καλώδια στην υφαλοκρηπίδα, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
Δεν θεσπίζει γενικό δικαίωμα του παράκτιου κράτους να απαγορεύει την πόντιση κάθε καλωδίου που διέρχεται από την υφαλοκρηπίδα του.
Από την άλλη πλευρά, οι ειδικές τεχνικές και ερευνητικές δραστηριότητες πρέπει να εξετάζονται με βάση το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο και τις πραγματικές συνθήκες.
Η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης, γεγονός που περιπλέκει περαιτέρω τις διαφορετικές νομικές προσεγγίσεις.
Η Γαλλία μπαίνει στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης
Το δημοσίευμα της Milliyet έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το Παρίσι αποκτά αυξημένο ρόλο στην υλοποίηση του Great Sea Interconnector.
Η συμμετοχή του γαλλικού επενδυτικού ομίλου Meridiam, σε συνδυασμό με τον τεχνικό ρόλο της Nexans, προσδίδει στο έργο σημαντικό γαλλικό οικονομικό και επιχειρησιακό αποτύπωμα.
Ήδη από τον Σεπτέμβριο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Εμανουέλ Μακρόν είχαν συζητήσει τα επόμενα βήματα για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα της Καθημερινής, οι δύο πλευρές επεξεργάζονται τρόπους επανεκκίνησης των εργασιών, ενώ η 26η Οκτωβρίου έχει αναφερθεί ως πιθανή ημερομηνία έναρξης νέων ερευνών ανατολικά της Κάσου και της Καρπάθου.
Η ημερομηνία αυτή αποτελεί στόχο σχεδιασμού και όχι οριστικά επιβεβαιωμένη ημερομηνία πραγματοποίησης των εργασιών.
Το γεγονός ότι γαλλικά επιχειρηματικά συμφέροντα αποκτούν κεντρικό ρόλο στο έργο μεταβάλλει τη διπλωματική διάσταση μιας πιθανής τουρκικής παρέμβασης.
Η Άγκυρα γνωρίζει ότι η παρεμπόδιση γαλλικού πλοίου θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις από το Παρίσι, ακόμη και εάν η διαφορά αφορά πρωτίστως τις ελληνοτουρκικές θαλάσσιες διεκδικήσεις.
Αυτό ακριβώς είναι το ενδεχόμενο που ο Σεντίρ παρουσιάζει ως πιθανό ελληνικό σχεδιασμό.
Αιχμές για τις ελληνικές διαπραγματεύσεις με Αίγυπτο, Λιβύη και Αλβανία
Στο τελευταίο μέρος του άρθρου του, ο Τούρκος δημοσιογράφος στρέφει τα πυρά του στην ελληνική διπλωματία.
Υποστηρίζει ότι η Άγκυρα παραμένει ανοικτή στον διάλογο με την Αθήνα για όλα τα διμερή ζητήματα.
Κατηγορεί, ωστόσο, την ελληνική πλευρά ότι επιδιώκει διαπραγματεύσεις για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών με την Αίγυπτο, τη Λιβύη και την Αλβανία, αποφεύγοντας αντίστοιχες συνομιλίες με την Τουρκία.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση παραβλέπει ότι Ελλάδα και Τουρκία διατηρούν διαφορετικές θέσεις για το αντικείμενο των διμερών διαφορών.
Η Αθήνα αναγνωρίζει ως βασική διαφορά προς διευθέτηση την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, ενώ η τουρκική πλευρά θέτει ένα ευρύτερο σύνολο ζητημάτων, συμπεριλαμβανομένων διεκδικήσεων που η Ελλάδα απορρίπτει.
Η διαφωνία αυτή εξακολουθεί να αποτελεί ουσιαστικό εμπόδιο στην πρόοδο των ελληνοτουρκικών διαπραγματεύσεων.
Το γεωπολιτικό μήνυμα της Milliyet
Η ανάλυση του Οζάι Σεντίρ έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή δείχνει πώς ένα τμήμα του τουρκικού δημόσιου διαλόγου αντιλαμβάνεται τη νέα γαλλική εμπλοκή στο Great Sea Interconnector.
Στην πραγματικότητα, το άρθρο κινείται σε δύο παράλληλους άξονες.
Ο πρώτος είναι η προσπάθεια να παρουσιαστεί η Τουρκία ως χώρα που δεν αντιτίθεται στην ενεργειακή διασυνδεσιμότητα, αλλά ζητεί διπλωματική συνεννόηση για την ασφάλεια των εργασιών.
Ο δεύτερος είναι η απόδοση στην Ελλάδα ενός υποτιθέμενου σχεδίου διεθνοποίησης της κρίσης, με στόχο να βρεθεί η Άγκυρα αντιμέτωπη με το Παρίσι και τις Βρυξέλλες.
Η τουρκική συλλογιστική αναδεικνύει τον φόβο ότι μια επόμενη κρίση στην περιοχή της Κάσου δεν θα έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με τις προηγούμενες.
Αυτή τη φορά, η παρουσία γαλλικών πλοίων και γαλλικών επενδυτικών συμφερόντων θα μπορούσε να διευρύνει τον αριθμό των άμεσα ενδιαφερόμενων κρατών.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο αν η Τουρκία θα επιχειρήσει να παρέμβει στις έρευνες, αλλά και πώς θα αντιδράσει η Γαλλία σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Η Αθήνα επιμένει ότι το έργο πρέπει να υλοποιηθεί χωρίς εκπτώσεις στα κυριαρχικά δικαιώματα, ενώ η Άγκυρα επιχειρεί να κατοχυρώσει ρόλο στις διαδικασίες που προηγούνται των εργασιών.
Το επόμενο κεφάλαιο της αντιπαράθεσης θα κριθεί στην πράξη, όταν επιχειρηθεί η επανέναρξη των ερευνών στην Ανατολική Μεσόγειο.
GEOPOLITICO
Μαυρίδης: Ο Ερντογάν προστάτης των φονιάδων «Χαμάς» και «Αδελφών Μουσουλμάνων»
«Γνωρίζουμε ποιος στηρίζει και προωθεί τη Χαμάς και τη Μουσουλμανική Αδελφότητα», ανέφερε με νόημα στην ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου ο Κύπριος Ευρωβουλευτής.
Τη δράση της «Μουσουλμανικής Αδελφότητας» στην ΕΕ με την στήριξη της Τουρκίας και την ανάγκη για ευρωπαϊκή αντιμετώπισή της, ανέδειξε ο Ευρωβουλευτής Κώστας Μαυρίδης (ΔΗΚΟ – S&D) στην συζήτηση με θέμα την ανάγκη για μια στρατηγική της ΕΕ για την αντιμετώπιση της ισλαμιστικής επιρροής και του δικτύου της «Μουσουλμανικής Αδελφότητας», ενώπιον του αρμόδιου Ευρ. Επιτρόπου, στην ολομέλεια του Ευρ. Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο.
Στην παρέμβασή του ο κ. Μαυρίδης ανέφερε τα εξής: «Τέτοια μέρα πριν από τρία χρόνια, οι τρομοκράτες της Χαμάς διέπραξαν ανείπωτα εγκλήματα σε βάρος ανδρών, γυναικών και παιδιών. Κανένας πολιτισμένος άνθρωπος δεν μπορεί να παραμείνει σιωπηλός απέναντι σε τέτοιες φρικαλεότητες. Όσον αφορά, όμως, συγκεκριμένα τη «Μουσουλμανική Αδελφότητα», η δράση της δεν περιορίζεται πλέον στη βία ή σε εξτρεμιστικούς πυρήνες. Σήμερα χρηματοδοτεί τζαμιά, συλλόγους, σχολεία, φιλανθρωπικές οργανώσεις και δίκτυα, μέσω των οποίων προωθεί το ριζοσπαστικό πολιτικό Ισλάμ. Αυτό, κύριε Επίτροπε, δεν είναι ζήτημα ιδεολογίας, είναι μια πραγματικότητα.»
Στη συνέχεια αναφέρθηκε σε εκείνους που βρίσκονται πίσω από την δράση της τονίζοντας χαρακτηριστικά: «Ωστόσο, όλοι γνωρίζουμε ποιος είναι «ο ελέφαντας στο δωμάτιο». Γνωρίζουμε ποιος είναι το πραγματικό αφεντικό. Γνωρίζουμε ποιος στηρίζει και προωθεί τη Χαμάς και τη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Έχει όνομα. Είναι εκείνος που ορισμένοι στο Ευρωκοινοβούλιο, αλλά και εκτός αυτού -και ίσως, κύριε Επίτροπε, ακόμη και εσείς- θεωρούν σήμερα στρατηγικό εταίρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ποιος είναι αυτός ο επικεφαλής; Ο νέος σουλτάνος της Άγκυρας: ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.»
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας