Αναλύσεις
Όλο και πιο στενή η συνεργασία Ισραήλ-Κούρδων – Θα αδράξει η Ελλάδα την ευκαιρία;
Με την πτώση του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία δημιουργούνται νέες ισορροπίες στη Μέση Ανατολή που επηρεάζουν και την Ανατολική Μεσόγειο, επομένως την Κύπρο και την Ελλάδα. Οι νέες αυτές ισορροπίες έχουν ως βασικούς πρωταγωνιστές το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, καθώς και τις διάφορες ένοπλες και μη, κουρδικές οργανώσεις που εκπροσωπούν σαράντα εκατομμύρια Κούρδων που ζουν σε Ιράκ, Συρία, Ιράν και Τουρκία.
Το Ιράκ είναι defacto τριχοτομημένο εδώ και χρόνια με μια κουρδική κρατική οντότητα με διεθνή νομιμοποίηση και αμερικανική προστασία. Η Συρία έχει διχοτομηθεί, με το 1/3 σχεδόν των εδαφών της να ελέγχεται από τον SDF όπου κυριαρχούν Κούρδοι, παρά το ότι συμμετέχουν και άλλες εθνοτικές ομάδες. Η κουρδική διοίκηση της Ροζάβα (βορειοανατολική Συρία) έχει ισχυρή αμερικανική και ισραηλινή στήριξη, και εμπνέεται από εκκοσμικευμένα δημοκρατικά ιδεώδη παρόμοια με αυτά της Δύσης.
Από την άλλη το υπό διαμόρφωση σκοταδιστικό, ισλαμιστικό καθεστώς του Γκολάνι δεν έχει ακόμα την απαιτούμενη διεθνή νομιμοποίηση και είναι εξαιρετικά αδύναμο και ανοιχτό σε διάφορες εξωτερικές επιρροές. Δεν είναι καθόλου βέβαιο το πόσο θα επιβιώσει. Πάντως αυτή την στιγμή ο ισχυρότερος στρατός στη Συρία είναι ο κουρδικός!
Το δε Ιράν εξελίσσεται στο μεγάλο χαμένο της περιοχής μιας και χάνει όλα τα ερείσματα του εντός Συρίας και την επαφή με Λίβανο. Δεν είναι δε καθόλου βέβαιο ότι το ιρανικό καθεστώς θα καταφέρει να συνεχίσει να υπάρχει, όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Η μεγάλη κουρδική και άλλες εθνοτικές ομάδες στο εσωτερικό του, καθώς και πολλοί αντικαθεστωτικοί Ιρανοί αποτελούν την αχίλλειο πτέρνα του.
Η Τουρκία από την άλλη, αν και έχει μεν ενισχύσει κάπως τα ερείσματα της λόγω των ισλαμιστών του Γκολάνι στη Συρία, δεν θα πρέπει να θεωρείται πως αισθάνεται άνετα για τις εξελίξεις στην περιοχή. Η Τουρκία ανησυχεί σφόδρα για την προοπτική μεγαλύτερης διεθνούς νομιμοποίησης της κουρδικής αυτονομίας στη Συρία, καθώς και την πιθανότητα μιας πιο ορατής και ισχυρής κουρδο-ισραηλινής συνεργασίας στην περιοχή. Μια τέτοια συνεργασία θα άλλαζε δραματικά τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή.
Κούρδοι και Τουρκία
Μια επίσημη και δημόσια ανακοινωθείσα κουρδο-ισραηλινή συμμαχία στη Συρία θα έδινε στους Κούρδους τεράστια διεθνή διπλωματική υποστήριξη και μεγαλύτερη νομιμοποίηση, καθώς και πρόσβαση σε ακόμα πιο εξελιγμένα όπλα, ενισχύοντας τους καταλυτικά και μετατρέποντας τους σε στρατηγικό εταίρο μιας σημαντικής τοπικής δύναμης, του Ισραήλ.
Σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν πολύ δυσκολότερο για το Ιράν και την Τουρκία να επιτεθούν και να καταστρέψουν τις κουρδικές ομάδες της Συρίας και του Ιράκ, γιατί κάτι τέτοιο θα εθεωρείτο και ως επίθεση κατά των συμφερόντων του Ισραήλ. Επίσης να μην ξεχνάμε ότι Τουρκία και Ιράν έχουν μεγάλους αφυπνισμένους κουρδικούς πληθυσμούς στο εσωτερικό τους, που τους θεωρούν τεράστια απειλή ασφαλείας. Επομένως Τουρκία και Ιράν έχουν κοινό, μεγάλο συμφέρον να αποτρέψουν μια κουρδο-ισραηλινή συνεργασία στη Μέση Ανατολή.
Για αυτό τον λόγο το καθεστώς Ερντογάν ανέλαβε εσπευσμένα πρωτοβουλία στο εσωτερικό του για να πείσει τους Κούρους της Τουρκίας του ΡΚΚ, μέσω του φυλακισμένου Οτσαλάν, να παραδώσουν τα όπλα, να τερματίσουν τον ένοπλο αγώνα και να πάρουν κάποια δικαιώματα. Η Τουρκία επιθυμεί καταρχήν να “λύσει” το κουρδικό στο εσωτερικό της για να προλάβει την περαιτέρω παγίωση μιας κουρδο-ισραηλινής συμμαχίας στη Συρία, την οποία θεωρεί μεγάλη απειλή για την επιβίωση της.
Επιπλέον το υπάρχον ισλαμοεθνικιστικό καθεστώς της Άγκυρας οραματίζεται να θέσει τα σαράντα εκατομμύρια Κούρδων στη Μέση Ανατολή υπό την δική του επιρροή, μέσω μιας μεγάλης τουρκο-κουρδικής ομοσπονδίας, επικαλούμενο την θρησκευτική ενότητα. Για αυτό η Άγκυρα επιδιώκει να εργαλειοποιήσει τους δικούς της Κούρδους πολιτικούς ηγέτες και οργανώσεις, ευελπιστώντας ότι αυτοί θα συμπαρασύρουν και τις κουρδικές ηγεσίες στα υπόλοιπα κράτη, να τεθούν υπό τουρκική ηγεμονία. Εκτιμώ ότι ένα τέτοιο υπερφιλόδοξο σενάριο, για πολλούς λόγους, είναι εξαιρετικά δύσκολο ως αδύνατο να υλοποιηθεί.
Από την άλλη η ενίσχυση της κουρδο-ισραηλινής συνεργασίας θα αλλάξει άρδην τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή. Θα αναδείξει και θα ενισχύσει το κουρδικό έθνος έναντι των καταπιεστών και ιστορικών του αντιπάλων, Τούρκων, Αράβων και Περσών.
Η Μέση Ανατολή και ο Ελληνισμός
Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή όχι μόνο δεν μπορούν να μας αφήνουν αδιάφορους ως Ελλάδα-Κύπρο, αλλά θα πρέπει να αναλάβουμε και πρωτοβουλίες ώστε να δηλώσουμε παρόντες στις νέες ιστορικές αλλαγές που πραγματοποιούνται. Και δεν είναι μόνο το θέμα της ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο, όπου και εκεί θα πρέπει να κινηθούμε τάχιστα σε συνεργασία με Κύπρο και Αίγυπτο.
Σχεδόν εικοσιπέντε χρόνια μετά την ταπεινωτική εμπλοκή της χώρας μας στην παράδοση του Κούρδου ηγέτη Αμπντουλάχ Οτσαλάν στην Τουρκία, εμπλοκή η οποία αμαύρωσε την φήμη της Ελλάδας και τραυμάτισε τα αισθήματα εκατομμυρίων Κούρδων προς την χώρα μας, ήρθε ο καιρός να επανορθώσουμε και να αποκαταστήσουμε σχέσεις με τον μελλοντικό μεγάλο παράγοντα της Μέσης Ανατολής, το κουρδικό έθνος. Άλλωστε οι συνθήκες έχουν αλλάξει δραματικά. Για αυτό τον λόγο θα μπορούσε η ελληνική κυβέρνηση να στείλει τον υπουργό Εξωτερικών για επίσκεψη και συζητήσεις στη Δαμασκό αλλά και στην αυτόνομη κουρδική διοίκηση της βορειοανατολικής Συρίας.
Επιπλέον η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε, μέσω πχ της Ακαδημίας Αθηνών ή κάποιου πανεπιστημίου, να καλέσει τον ηγέτη της αυτόνομης κουρδικής διοίκησης της βορειοανατολικής Συρίας Mazlum Kobane, καθώς και τις ηγεσίες των χριστιανικών κοινοτήτων της Συρίας, να έρθουν στην Αθήνα και να κάνουν από μια ομιλία για τις προοπτικές της δημοκρατίας και της ειρήνης στη Μέση Ανατολή, σε ζωντανή μετάδοση από την ΕΡΤ και μετάφραση σε ξένες γλώσσες. Σε μια τέτοια εκδήλωση θα μπορούσαν να προσκληθούν και διεθνή ΜΜΕ.
Μια τέτοια πρωτοβουλία θα ενίσχυε την φήμη της χώρας μας και θα άνοιγε τις πόρτες για δημιουργία ουσιαστικότερων ερεισμάτων μας στη Μέση Ανατολή, που τόσο τα έχουμε ανάγκη. Διότι οι σχέσεις μας με την Μέση Ανατολή δεν είναι μια εξωτική πολυτέλεια τουριστικού χαρακτήρα, αλλά μια αναγκαιότητα ασφαλείας για το έθνος μας. Η ελληνική άμυνα ξεκινά από το Κουρδιστάν.
Τέλος, πιστεύω πως θα πρέπει να αναθεωρήσουμε την στάση μας στην ΕΕ έναντι της Τουρκίας και να απαιτήσουμε καταρχήν από τους ευρωπαίους εταίρους να διακόψουν τις στρατιωτικές συμφωνίες που συνάπτουν διάφορα μέλη της ΕΕ με την Τουρκία, δηλώνοντας ότι αυτές οι συνεργασίες/συμφωνίες, αποτελούν ξεκάθαρη, ευθεία απειλή για την ακεραιότητα και ανεξαρτησία δύο χωρών-μελών, της Ελλάδας και της Κύπρου. Αντί λοιπόν να διευκολύνουμε τις σχέσεις Τουρκίας-ΕΕ, πρέπει να τις παγώσουμε και να θέσουμε την ΕΕ προ των ευθυνών της. Να μην επιτρέψουμε στη Γερμανία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες να ακολουθήσουν το τουρκικό σενάριο για την Μέση Ανατολή.
ΠΗΓΗ: SLpress.gr
GEOPOLITICO
Και πάλι μόνοι: Η Τουρκία και οι ελληνικές αυταπάτες για την αποτροπή
Η οικονομική συνεργασία, η αλλαγή κυβέρνησης στην Άγκυρα και η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας παρουσιάζονται συχνά ως δρόμοι εξουδετέρωσης της απειλής. Η ανάλυση αμφισβητεί αυτές τις προσδοκίες και εξετάζει γιατί η αποτροπή απαιτεί εκτίμηση του συσχετισμού ισχύος και κατανόηση της σχέσης οικονομίας και πολιτικής.
Στο πρώτο μέρος εξετάσαμε τις εσωτερικές προϋποθέσεις της εθνικής ισχύος και τον τρόπο με τον οποίο το δημογραφικό, η οικονομία και το πελατειακό κράτος περιορίζουν τις δυνατότητες της Ελλάδας. Το δεύτερο μέρος στρέφεται στην εξωτερική απειλή. Εξετάζει τις αντιλήψεις που θολώνουν την εκτίμηση του τουρκικού επεκτατισμού και συνδέει το ζήτημα της αποτροπής με τη διαρκή επιδίωξη ισχύος, ακόμη και μέσα από την οικονομία.
Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου
Στη σφαίρα της γεωπολιτικής και των διεθνών σχέσεων, η αναφορά σε «εχθρούς» παραπέμπει σε ένα ξένο κράτος με επεκτατικές και αναθεωρητικές τάσεις. Ωστόσο, η θωράκιση του κάθε κράτους διασφαλίζεται πρώτα και κύρια εσωτερικά, με την κατάλληλη ιδεολογική σκευή των πολιτών που ειδικότερα αφορά την λεγόμενη «κουλτούρα ασφάλειας», την αντίληψη δηλαδή που θα έπρεπε να διαποτίζει το σύνολο των πολιτών σχετικά με την ασφάλεια του κράτους. Δυστυχώς, οι επικρατούσες «ειρηνιστικές» θεωρίες διέπονται από μία σύγχυση βούλησης και πραγματικότητας: αγνοώντας την (θλιβερή μα υπαρκτή) πραγματικότητα ότι ο πόλεμος εμφανίστηκε πριν από την ειρήνη [12], θεωρούν πως ξορκίζουν το κακό του πολέμου μέσα από την άρνηση της ύπαρξής του τη στιγμή που μαίνονται άπειρες πολεμικές συγκρούσεις στον πλανήτη, και μάλιστα τα τελευταία χρόνια και στη γειτονιά μας.
Αν αποφασίζαμε να εστιάσουμε στους κύριους άξονες, γύρω από τους οποίους εντοπίζεται η σύγχυση που αφορά στα εθνικά ζητήματα, μπορούμε να πούμε πως βασικά αφορούν δύο βασικά ζητήματα :
α. τη σύγχυση των επιπέδων της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής αναφορικά με την ορθή πρόσληψη του εχθρού και
β. τον ρόλο του εθνικού κράτους στον 21ο αιώνα, κατά τον οποίο διακηρύσσεται διαρκώς η « συγχώνευση της οικονομίας με την πολιτική» και ο «οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».
Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, η ηγεσία της χώρας (πολιτική και στρατιωτική) οφείλει πρωτίστως να συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα της αποτροπής, δηλαδή να έχει διαγνώσει ορθά τον χαρακτήρα και την έκταση της επαπειλούμενης σύγκρουσης. Ειδικότερα, σε σχέση με την Τουρκία, που αποτελεί και τον βασικό εχθρό της χώρας, αντί να αποτελεί βασική πολιτική θέση ότι η αύξουσα τουρκική πίεση οφείλεται στην αυξανόμενη διαφορά του γεωπολιτικού δυναμικού μεταξύ των χωρών, η προσέγγιση του ζητήματος αποκλίνει προς άλλες ιδεολογικές παραμέτρους.
Μία πρώτη λάθος εκτίμηση εκκινεί από τις φιλελεύθερες αυταπάτες και ιδεοληψίες που εδράζονται στην αντίληψη ότι η οικονομική ανάπτυξη και συνεργασία θα αμβλύνουν τις διαφορές και θα αποτρέψουν τον πόλεμο. Ακολουθώντας αυτή τη γραμμή σκέψης, ο τουρκικός επεκτατισμός αποδίδεται στον «οθωμανισμό» και τον «ασιατικό χαρακτήρα» της Τουρκίας και συνεπώς εξάγεται το συμπέρασμα ότι μόλις η Τουρκία ακολουθήσει το δυτικό φωτισμένο παράδειγμα, θα υπερβεί τους «εθνικιστικούς αταβισμούς» [13], θα υποκαταστήσει τις στρατιωτικές από τις οικονομικές δραστηριότητες και τότε θα πάψει να αποτελεί απειλή.
Μία δεύτερη – εξίσου άστοχη – εκτίμηση αποτελεί η αριστερή παραλλαγή της πρώτης, δηλαδή του οικουμενικού οικονομισμού. Σύμφωνα με αυτήν, ο τουρκικός επεκτατισμός συνιστά προσπάθεια της άρχουσας τάξης να αποσπάσει την προσοχή των μαζών από τα άλυτα εσωτερικά προβλήματα και θα υποχωρήσει μόλις αναλάβουν την πολιτική διαχείριση της χώρας δημοκρατικές και σοσιαλιστικές δυνάμεις. Η επιχειρηματολογία αυτή είναι έκθετη τόσο πολιτικά όσο και εμπειρικά. Δεν εξηγεί γιατί ο λαός αφήνεται να περισπασθεί «ειδικά με αυτόν τον τρόπο», τι του αρέσει και επιλέγεται αυτή η περίσπαση προκειμένου να παραπλανηθεί. Επίσης, η πραγματικότητα δείχνει πως και «οι λαοί» υιοθετούν τον επεκτατισμό των «ισχυρών»∙ ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί και η σημερινή Τουρκία, στην οποία δεν αποτυπώνεται αποδοκιμασία τμήματος του τουρκικού λαού απέναντι στην τουρκική κατοχή της Κύπρου και τις τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο. Αυτό συμβαίνει για καθαρά πολιτικούς λόγους και όχι επειδή οι Τούρκοι σοσιαλιστές είναι «Οθωμανοί». Ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Ετσεβίτ που διέταξε την εισβολή έπραξε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που έπραξαν και οι ομοϊδεάτες του Γάλλοι «σοσιαλιστές» τόσο στον αιμοσταγή αποικιακό πόλεμο που διεξήγαγαν στην Αλγερία όσο και το 1956 στην επέμβαση στη διώρυγα του Σουέζ.
Τέλος, μία τρίτη λανθασμένη πρόσληψη του εχθρού εκκινεί από παραλείψεις και λανθασμένες εκτιμήσεις της ελληνικής πολιτικής. Η άποψη ότι η Τουρκία θα «εξημερωθεί» ως προς τις επεκτατικές της διαθέσεις αν ενταχθεί στην Ευρώπη εντάσσεται σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο. Η σχέση, ωστόσο, της Τουρκίας με την Ευρώπη δεν οδηγεί στον εξευγενισμό της αλλά σε ένα διαρκές παζάρι διεκδικήσεων, από το οποίο θα βγει χαμένη η Ελλάδα αφού η Ευρώπη θα επιθυμεί να την κατευνάσει πιέζοντας την χώρα μας να αποδεχτεί τις τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και την Κύπρο [14].
Η ανάλυση επεκτείνεται στον ρόλο του εθνικού κράτους στην σημερινή πλανητική εποχή. Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται από τη συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία και – σε επίπεδο ρητορικής – τον οικουμενισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία δεν οδήγησε, όπως διακηρύσσεται διαρκώς, στην απόλυτη κυριαρχία της οικονομίας και τον εξοβελισμό της πολιτικής. Οδήγησε στην κατάσταση, κατά την οποία η πολιτική είναι υποχρεωμένη να ασχολείται συνεχώς και συστηματικά με την οικονομία ενώ συνάμα οι αλλαγές του πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων υλοποιούνται πολύ συχνά μέσω της ανακατανομής του εθνικού εισοδήματος ή μέσω θεσμοποιημένων κοινωνικών αγώνων. Στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας σημειώνεται μία αξιοσημείωτη διάσταση ανάμεσα στο γεγονός ότι μεγάλα τμήματα της οικονομίας ανήκουν στην ιδιωτική ιδιοκτησία και στο γεγονός ότι τα οικονομικά ζητήματα αποκτούν δημόσιο χαρακτήρα. Συνεπώς. η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία δεν συνεπάγεται εξασθένηση της πολιτικής∙ αντιθέτως, σημαίνει μία αναγκαία συνύφανση της πολιτικής έννοιας του γενικού συμφέροντος με οικονομικά ζητήματα στο πλαίσιο μιας κοινωνίας όπου κυριαρχούν οι διαδικασίες της μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης.
Οι πτυχές της πολιτικής που παραμένουν παρούσες στη συγχώνευση αυτή είναι καταρχήν το γεγονός ότι ένα βασικό πολιτικό μέγεθος, όπως η εσωτερική τάξη εξαρτάται από την απόδοση της οικονομίας. Επίσης, η πολιτική ασκείται εξίσου μέσω της κατανομής και ανακατανομής οικονομικών και πολιτικών αγαθών, δηλαδή ισχύος και εξουσίας. Η ερμηνεία δηλαδή των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» νοείται υλικά/οικονομικά και εξισωτικά, αφορά δηλαδή ίσα τυπικά δικαιώματα για όλους. Τέλος, η πολιτική εξαρτάται όλο και περισσότερο από την τελευταία λέξη της τεχνικής προκειμένου να επιδιώξει ισχύ με την παραδοσιακή στρατηγική και γεωπολιτική έννοια του όρου. Πιο συγκεκριμένα, η τρίτη βιομηχανική επανάσταση, η ακμή της οποίας συνέπεσε με την ωρίμανση της μαζικής δημοκρατίας μετά τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο κατάργησε τα σύνορα μεταξύ «πολιτικής» και «στρατιωτικής» τεχνολογίας στη βάση της ανάπτυξης της ηλεκτρονικής και του αυτοματισμού. Η μετάβαση από τον πολιτικό στον στρατιωτικό τομέα της οικονομίας συντελείται πια όλο και πιο αβίαστα αφού και στη στρατιωτική και στην πολιτική τεχνολογία γίνεται χρήση των ίδιων μεθόδων εργασίας, ακόμα και μηχανημάτων. Συνεπώς, η φιλελεύθερη διάκριση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας είναι πλέον αναχρονιστική. Αν θεωρήσουμε πως η οικονομία είναι ο βασιλιάς της εποχής μας, τότε η επιδίωξη ισχύος υποχρεωτικά θα ακολουθήσει το μονοπάτι της οικονομίας. Είναι εσφαλμένη, τόσο λογικά όσο και ανθρωπολογικά, η ταύτιση της επιδίωξης ισχύος αποκλειστικά με την πολιτική, η οποία εκλαμβάνεται ως εξωοικονομικό μέγεθος και από την έκλειψη της δεύτερης (της πολιτικής) να συμπεραίνουμε ή να προσδοκούμε την αναπόδραστη εξάλειψη της πρώτης (της επιδίωξης ισχύος) [15].
Σημειώσεις και παραπομπές
[12] Κάρολος Μαρξ, Βασικές Γραμμές της κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, 1857 – 1858, Αθήνα: Στοχαστής, 2022.
[13] Η λέξη χρησιμοποιείται με μεταφορική σημασία και σημαίνει την αναβίωση παλιών, ξεπερασμένων ιδεών, ενστίκτων και συμπεριφορών που θεωρούσαμε ότι ανήκουν στο παρελθόν.
[14] Παναγιώτης Κονδύλης, « Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου» στο Θεωρία του Πολέμου. Πόλεμος και Ειρήνη. Πόλεμος, Οικονομία και Κοινωνία. Πόλεμος και Επανάσταση. Ο Θερμός Πόλεμος μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ελληνοτουρκικός Πόλεμος, Αθήνα: Θεμέλιο, 2004, σσ. 403 – 409.
[15] Παναγιώτης Κονδύλης, «Η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία» στο Πλανητική Πολιτική στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 30 – 39.
GEOPOLITICO
Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος: «Οι εξελίξεις στο Κυπριακό δεν οδηγούν πουθενά» – Ζητά αλλαγή στρατηγικής και αξιοποίηση της ΕΕ
Σαφές μήνυμα για την ανάγκη επαναξιολόγησης της στρατηγικής στο Κυπριακό έστειλε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, υποστηρίζοντας ότι οι μέχρι σήμερα υποχωρήσεις δεν έχουν αποφέρει ουσιαστικά αποτελέσματα. Μιλώντας στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ), εξέφρασε έντονο προβληματισμό για την πορεία των συνομιλιών, προειδοποίησε για τον κίνδυνο παγίωσης των τετελεσμένων της κατοχής και κάλεσε τον Ελληνισμό να αξιοποιήσει τις διεθνείς συμμαχίες και τη συμμετοχή Ελλάδας και Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, αναφέρθηκε στη σημασία της διπλωματικής στήριξης του Βατικανού, υπερασπίστηκε τον διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τοποθετήθηκε για την υπόθεση της Μονής Οσίου Αββακούμ.
Την ανάγκη αλλαγής πορείας στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας υπογράμμισε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι η σημερινή κατάσταση στο Κυπριακό δεν δημιουργεί προοπτικές ουσιαστικής προόδου.
Σε συνέντευξή του στο ραδιόφωνο του ΡΙΚ, ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στη μέχρι σήμερα διαχείριση του εθνικού ζητήματος, επισημαίνοντας ότι οι υποχωρήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς δεν έχουν οδηγήσει στην επιδιωκόμενη λύση.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι απαιτείται αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διεθνών συμμαχιών, της ευρωπαϊκής ιδιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και των δυνατοτήτων συντονισμένης δράσης του Ελληνισμού.
«Οι εξελίξεις δεν φαίνονται να οδηγούν πουθενά»
Ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος εξέφρασε την ανησυχία του για τη στασιμότητα στο Κυπριακό, εκτιμώντας ότι η συνέχιση της υφιστάμενης πολιτικής δεν φαίνεται να οδηγεί σε ουσιαστική αλλαγή.
Κατά την άποψή του, οι παραχωρήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της προσπάθειας επίτευξης συμφωνίας δεν απέδωσαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο ζήτημα της διάνοιξης νέων οδοφραγμάτων, υπογραμμίζοντας ότι η διευκόλυνση της μετακίνησης μεταξύ των ελεύθερων και των κατεχόμενων περιοχών δεν μπορεί να ταυτίζεται με την επίλυση του Κυπριακού.
Η τοποθέτησή του επικεντρώθηκε στην ανάγκη να μη μετατοπιστεί το ενδιαφέρον από τη βασική διάσταση του προβλήματος, την οποία προσδιόρισε ως ζήτημα εισβολής, κατοχής και παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ο Μακαριώτατος προειδοποίησε ότι η διατήρηση της σημερινής κατάστασης ενέχει τον κίνδυνο περαιτέρω παγίωσης των τετελεσμένων.
Κατά την εκτίμησή του, η παράταση της εκκρεμότητας μπορεί να δημιουργήσει ευνοϊκότερες συνθήκες για μελλοντικές τουρκικές ενέργειες.
Μήνυμα σε Αθήνα, Λευκωσία και Διασπορά: Συντονισμός και αξιοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Ο Προκαθήμενος της κυπριακής Εκκλησίας κάλεσε τον Ελληνισμό να αντιμετωπίσει το Κυπριακό μέσα από μια περισσότερο συντονισμένη προσπάθεια.
Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στη δυνατότητα κινητοποίησης της Ελλάδας, της Κύπρου και των ελληνικών κοινοτήτων του εξωτερικού, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν διπλωματικά και πολιτικά εργαλεία τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν.
Στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας του βρέθηκε η ιδιότητα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο Αρχιεπίσκοπος υποστήριξε ότι η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή οικογένεια πρέπει να μεταφράζεται σε ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων των Κυπρίων πολιτών.
«Ό,τι απολαμβάνουν οι άλλοι Ευρωπαίοι, να το απολαύσουμε και εμείς», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει την επιθυμία του να αναδειχθεί εντονότερα η ευρωπαϊκή διάσταση του Κυπριακού, με έμφαση στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην άρση των συνεπειών της τουρκικής εισβολής.
Κατεχόμενα: «Αποκαθιστούμε εκκλησίες, αλλά δεν επιστρέφουν στη λατρεία»
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε ο Αρχιεπίσκοπος στην προστασία της θρησκευτικής και πολιτιστικής κληρονομιάς στις κατεχόμενες περιοχές.
Αναφερόμενος στις προσπάθειες συντήρησης και αποκατάστασης εκκλησιαστικών μνημείων, σημείωσε ότι η Εκκλησία της Κύπρου στηρίζει τις σχετικές εργασίες, ώστε να αποφευχθεί η καταστροφή ιστορικών ναών.
Όπως εξήγησε, η χρηματοδότηση των παρεμβάσεων προέρχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, τόσο από την κυπριακή πλευρά όσο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ωστόσο, εξέφρασε προβληματισμό για το γεγονός ότι η αποκατάσταση ενός εκκλησιαστικού κτιρίου δεν συνεπάγεται απαραίτητα την επαναφορά του στην αρχική του θρησκευτική χρήση.
Υπάρχουν, όπως ανέφερε, περιπτώσεις ναών που εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται για διαφορετικούς σκοπούς, ακόμη και μετά την ολοκλήρωση των εργασιών συντήρησης.
Ο Αρχιεπίσκοπος ξεκαθάρισε ότι η διατήρηση των μνημείων είναι απαραίτητη, καθώς προστατεύει ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας και της ταυτότητας της Κύπρου για τις επόμενες γενιές.
Επισήμανε, ωστόσο, ότι ζητούμενο δεν πρέπει να είναι μόνο η διάσωση των κτιρίων, αλλά και η δυνατότητα να χρησιμοποιούνται εκ νέου για τη λατρεία για την οποία κατασκευάστηκαν.
Διπλωματική στήριξη από το Βατικανό στο Κυπριακό
Ξεχωριστή αναφορά έκανε ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος στον ρόλο της Αγίας Έδρας και στις δυνατότητες που δημιουργούν οι επαφές της Εκκλησίας της Κύπρου με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Ο ίδιος εξήγησε ότι ο διάλογος δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε θεολογικά και εκκλησιαστικά θέματα, αλλά συνδέεται και με την προσπάθεια διεθνούς προβολής του Κυπριακού.
«Και στο εθνικό θέμα ζητούμε συμπαράσταση της Αγίας Έδρας, η οποία έχει πολλούς πρέσβεις, νουντσίους, διαπιστευμένους σε όλο τον κόσμο», δήλωσε.
Η αναφορά αφορά το διεθνές διπλωματικό δίκτυο του Βατικανού, το οποίο διαθέτει αποστολικούς νουντσίους σε πολλές χώρες.
Σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο, το δίκτυο αυτό μπορεί να συμβάλει στην προβολή των κυπριακών θέσεων και στην ευαισθητοποίηση της διεθνούς κοινότητας.
Η επιδίωξη αυτή εντάσσεται στην ευρύτερη αντίληψή του ότι η επίλυση του Κυπριακού απαιτεί διεθνή κινητοποίηση και αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων διπλωματικών διαύλων.
«Δεν κάναμε καμία υποχώρηση, δεν κάναμε κανένα συλλείτουργο»
Ο Αρχιεπίσκοπος απάντησε και στις επικρίσεις που διατυπώθηκαν για τις επαφές με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Υπερασπίστηκε τον θεολογικό διάλογο, τονίζοντας ότι η επιδίωξη επικοινωνίας μεταξύ των Χριστιανικών Εκκλησιών δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη των ορθόδοξων δογματικών θέσεων.
«Δεν κάναμε καμία υποχώρηση. Δεν κάναμε κανένα συλλείτουργο», ανέφερε κατηγορηματικά.
Όπως εξήγησε, ο διάλογος αποσκοπεί στην αναζήτηση της κοινής χριστιανικής παράδοσης της πρώτης χιλιετίας, πριν από τη διάσπαση της εκκλησιαστικής ενότητας μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου υποστήριξε ότι οι θεολογικές διαφορές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με την άρνηση της επικοινωνίας.
Ερωτηθείς για τις αντιρρήσεις που διατυπώνονται ακόμη και στο εσωτερικό της Ιεράς Συνόδου, διερωτήθηκε πώς είναι δυνατόν να αναζητηθεί η αλήθεια χωρίς διάλογο.
Παράλληλα, επέκρινε τον θρησκευτικό φανατισμό, σημειώνοντας ότι τέτοιες συμπεριφορές στρέφονται όχι μόνο εναντίον ετεροδόξων, αλλά και εναντίον Ορθοδόξων.
Κατά τον Αρχιεπίσκοπο, οι Χριστιανοί οφείλουν να αναζητούν τρόπους συνεργασίας για την αντιμετώπιση σύγχρονων προκλήσεων, χωρίς να παραιτούνται από τις εκκλησιαστικές και δογματικές τους αρχές.
Ανησυχία για τους Χριστιανούς της Μέσης Ανατολής
Η συζήτηση για τη συνεργασία μεταξύ των Εκκλησιών επεκτάθηκε και στην κατάσταση των χριστιανικών κοινοτήτων στη Μέση Ανατολή.
Ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος εξέφρασε ανησυχία για τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν χριστιανικοί πληθυσμοί σε περιοχές οι οποίες έχουν πληγεί από πολεμικές συγκρούσεις, διώξεις και πολιτική αστάθεια.
Υποστήριξε ότι οι θρησκευτικοί ηγέτες έχουν ευθύνη να συνεργάζονται με τις πολιτικές αρχές, ώστε να εξασφαλίζονται συνθήκες ασφάλειας και αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Στόχος, όπως εξήγησε, πρέπει να είναι η δυνατότητα των Χριστιανών να παραμείνουν στις πατρογονικές τους εστίες.
Η τοποθέτησή του συνδέεται και με τον ιδιαίτερο ιστορικό ρόλο της Κύπρου ως σημείου επαφής μεταξύ της Ευρώπης και των χριστιανικών κοινοτήτων της Ανατολής.
Μονή Οσίου Αββακούμ: Προειδοποίηση προς τους πιστούς
Ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε, τέλος, στην υπόθεση της Μονής Οσίου Αββακούμ και στις εκκλησιαστικές αποφάσεις που έχουν ληφθεί.
Επανέλαβε τη θέση της Εκκλησίας της Κύπρου ότι η καθαίρεση κληρικών συνεπάγεται την απώλεια της δυνατότητάς τους να ασκούν ιερατικά καθήκοντα.
Σύμφωνα με όσα εξήγησε, οι καθαιρεθέντες δεν μπορούν πλέον να τελούν έγκυρες αγιαστικές πράξεις βάσει της εκκλησιαστικής διδασκαλίας και της κανονικής τάξης.
Ο Αρχιεπίσκοπος κάλεσε τους πιστούς να ενημερώνονται για το περιεχόμενο και τις συνέπειες των εκκλησιαστικών αποφάσεων και να μην παρασύρονται από πρόσωπα που έχουν απομακρυνθεί από την ιεροσύνη.
Η παρέμβασή του εντάσσεται στην προσπάθεια της εκκλησιαστικής ηγεσίας να αποσαφηνίσει τη θέση της γύρω από μια υπόθεση που έχει προκαλέσει έντονο δημόσιο ενδιαφέρον στην Κύπρο.
Το μήνυμα της παρέμβασης
Οι τοποθετήσεις του Αρχιεπισκόπου Γεωργίου ανέδειξαν δύο βασικές προτεραιότητες της Εκκλησίας της Κύπρου.
Η πρώτη αφορά τη διατήρηση ενεργού ρόλου στο Κυπριακό, με έμφαση στην ανάγκη αλλαγής στρατηγικής, στον συντονισμό Ελλάδας και Κύπρου και στην αξιοποίηση της διεθνούς διπλωματίας.
Η δεύτερη αφορά τη διατήρηση του θεολογικού διαλόγου και των διεθνών εκκλησιαστικών σχέσεων, τις οποίες ο Αρχιεπίσκοπος αντιμετωπίζει ως δυνατότητα συνεργασίας και υποστήριξης κοινών επιδιώξεων.
Το κεντρικό πολιτικό μήνυμα της συνέντευξης είναι ότι, κατά τον Αρχιεπίσκοπο, η διαχείριση του Κυπριακού δεν πρέπει να εξαντλείται σε επιμέρους κινήσεις, όπως το άνοιγμα οδοφραγμάτων, αλλά να επανέλθει στο επίκεντρο η ουσιαστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας και των πολιτών της.
Παράλληλα, η αναφορά στη διπλωματική επιρροή της Αγίας Έδρας αποτυπώνει την πρόθεση της Εκκλησίας της Κύπρου να αναζητήσει πρόσθετα διεθνή ερείσματα για την ανάδειξη του εθνικού ζητήματος.
GEOPOLITICO
Reuters: Στο μικροσκόπιο ο Τομ Μπάρακ – Οι επιχειρηματικοί δεσμοί και ο αγωγός των 15 δισ. δολαρίων
Σοβαρά ερωτήματα για τις επιχειρηματικές διασυνδέσεις του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία και ειδικού απεσταλμένου του Ντόναλντ Τραμπ σε Ιράκ και Συρία, Τομ Μπάρακ, εγείρει αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του Reuters. Ο Αμερικανός διπλωμάτης φέρεται να προώθησε τη συμμετοχή εταιρείας με την οποία διατηρεί οικονομικούς δεσμούς σε ενεργειακό έργο ύψους 15 δισ. δολαρίων, το οποίο φιλοδοξεί να δημιουργήσει εναλλακτική οδό μεταφοράς ιρακινού πετρελαίου προς τη Μεσόγειο, παρακάμπτοντας τα Στενά του Ορμούζ. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ απορρίπτει κάθε υπόνοια άμεσου οικονομικού συμφέροντος του Μπάρακ στο έργο, ωστόσο ειδικοί σε ζητήματα κυβερνητικής δεοντολογίας θέτουν θέμα αμεροληψίας και ενδεχόμενης κατάχρησης δημόσιου αξιώματος.
Στο μικροσκόπιο βρίσκονται οι οικονομικές σχέσεις του Τομ Μπάρακ με επενδυτική εταιρεία που συμμετέχει σε σχεδιασμό για την αναβίωση ενός από τους σημαντικότερους ιστορικούς αγωγούς πετρελαίου της Μέσης Ανατολής.
Σύμφωνα με έρευνα του Reuters, η οποία επικαλείται τρεις πηγές με γνώση των σχετικών εξελίξεων, ο Αμερικανός διπλωμάτης υποστήριξε τη συμμετοχή της TI Capital, επενδυτικής εταιρείας με έδρα την Καλιφόρνια, σε κοινοπραξία για την αποκατάσταση του πετρελαιαγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς.
Το σχέδιο προβλέπει τη δημιουργία εναλλακτικής διαδρομής για τη μεταφορά ιρακινού αργού πετρελαίου από το βόρειο Ιράκ στις ακτές της Συρίας, στη Μεσόγειο.
Η στρατηγική σημασία του έργου αυξήθηκε κατακόρυφα μετά τη διατάραξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, λόγω της πολεμικής αντιπαράθεσης των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν.
Ωστόσο, η υπόθεση αποκτά και πολιτική διάσταση, καθώς ο Μπάρακ διατηρεί μακροχρόνιες επιχειρηματικές σχέσεις με τον ιδρυτή της TI Capital, Ζιάντ Γκαντούρ, ενώ έχει δηλώσει οικονομικά συμφέροντα σε επενδυτικό σχήμα που διαχειρίζεται η συγκεκριμένη εταιρεία.
Το σχέδιο των 15 δισ. δολαρίων για παράκαμψη του Ορμούζ
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο πετρελαιαγωγός Κιρκούκ–Μπανιάς, ο οποίος ιστορικά συνέδεε τα πετρελαϊκά κοιτάσματα του Ιράκ με τις συριακές ακτές.
Ο αγωγός είχε αντιμετωπίσει επανειλημμένες διακοπές λειτουργίας από τη δεκαετία του 1980 και παρέμενε ανενεργός από την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003.
Η επαναλειτουργία του εξετάζεται πλέον ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής διαφοροποίησης των διαδρομών εξαγωγής πετρελαίου.
Σύμφωνα με πληροφορίες που είχαν δώσει πηγές στο Reuters τον Αύγουστο, η αποκατάσταση και κατασκευή των αναγκαίων υποδομών εκτιμάται ότι θα απαιτήσει τουλάχιστον τέσσερα χρόνια, με κόστος περίπου 15 δισ. δολάρια.
Το σχέδιο απέκτησε νέα δυναμική όταν η στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν δημιούργησε σοβαρά εμπόδια στη διέλευση πετρελαιοφόρων από τα Στενά του Ορμούζ.
Ο αγωγός θα μπορούσε να προσφέρει στο Ιράκ μια εναλλακτική δίοδο εξαγωγών προς τη Μεσόγειο, περιορίζοντας την εξάρτησή του από τις θαλάσσιες μεταφορές μέσω του Περσικού Κόλπου.
Παράλληλα, θα προσέδιδε στη Συρία έναν νέο ρόλο στην περιφερειακή ενεργειακή γεωγραφία, μετατρέποντας τις μεσογειακές ακτές της σε σημαντική πύλη εξαγωγής ιρακινού πετρελαίου.
Η κοινοπραξία με Chevron, UCC Holding και TI Capital
Τον Ιούλιο του 2026, το Ιράκ και η Συρία υπέγραψαν μνημόνια κατανόησης με κοινοπραξία εταιρειών για την εκπόνηση τεχνικών και οικονομικών μελετών σχετικά με την αποκατάσταση του αγωγού.
Στην κοινοπραξία συμμετέχουν η TI Capital, η αμερικανική Chevron και η καταριανή UCC Holding.
Η παρουσία της Chevron προσδίδει στο έργο ιδιαίτερη σημασία λόγω της εμπειρίας της στην ανάπτυξη μεγάλων ενεργειακών υποδομών, ενώ η UCC Holding ενισχύει την παρουσία επενδυτικών συμφερόντων από τον Κόλπο.
Η TI Capital, ωστόσο, βρίσκεται στο επίκεντρο της δημοσιογραφικής έρευνας λόγω των επιχειρηματικών δεσμών του ιδρυτή της με τον Τομ Μπάρακ.
Σύμφωνα με δύο πηγές του Reuters, κατά τη διάρκεια επαφών με αξιωματούχους της Συρίας και του Ιράκ μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, ο Αμερικανός διπλωμάτης άσκησε πιέσεις για να συμπεριληφθεί η εταιρεία του Γκαντούρ στο έργο.
Στις 16 Ιουνίου, έναν μήνα πριν από την υπογραφή των σχετικών συμφωνιών, ο Μπάρακ και ο Ιρακινός πρωθυπουργός Αλί αλ-Ζαΐντι εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση, στην οποία χαιρέτιζαν την απόφαση του Ιράκ:
«Να προωθήσει ένα μνημόνιο κατανόησης με την TI Capital για την αποκατάσταση του αγωγού Κιρκούκ-Μπανιάς».
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι η συγκεκριμένη ανακοίνωση δεν αναφερόταν στη Chevron ή στην UCC Holding ως συμμετέχουσες στο έργο του αγωγού.
Ο οικονομικός δεσμός με τον Ζιάντ Γκαντούρ
Ο Τομ Μπάρακ και ο Ζιάντ Γκαντούρ διατηρούν επιχειρηματικές σχέσεις τουλάχιστον από το 2020.
Τότε, οι δύο άνδρες είχαν συμμετάσχει στη δημιουργία εταιρείας ειδικού σκοπού εξαγορών, γνωστής ως SPAC, ύψους 250 εκατ. δολαρίων.
Το επενδυτικό σχήμα διαλύθηκε μετά τη σύλληψη του Μπάρακ το 2021, στο πλαίσιο υπόθεσης που αφορούσε φερόμενες σχέσεις με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Ο Μπάρακ αθωώθηκε το 2022.
Οι επιχειρηματικοί δεσμοί των δύο ανδρών διατηρήθηκαν και τα επόμενα χρόνια.
Σύμφωνα με δημόσια έγγραφα που εξέτασε το Reuters, ο Μπάρακ είχε δηλώσει συμμετοχή στην ACD-TI Oakley Investment LLC, μια επιχείρηση ανάπτυξης μεγάλου οικιστικού συγκροτήματος στην περιοχή του Σαν Φρανσίσκο.
Η συγκεκριμένη εταιρεία διαχειρίζεται από την TI Capital και επικεφαλής της είναι ο Γκαντούρ.
Τα οικονομικά έγγραφα αναφέρουν ότι ο Μπάρακ δικαιούται ποσοστό 20% επί των κερδών, εφόσον τα έσοδα της επένδυσης υπερβούν συγκεκριμένο ελάχιστο όριο.
Το ποσοστό αυτό δεν αφορά τον πετρελαιαγωγό Κιρκούκ–Μπανιάς, αλλά τη χωριστή επένδυση ακινήτων.
Ο Αμερικανός διπλωμάτης είχε επίσης γνωστοποιήσει ότι παρείχε αμειβόμενες συμβουλευτικές υπηρεσίες στην επιχείρηση το 2024, χωρίς να διευκρινίζεται το συνολικό ποσό της αμοιβής.
Στις 7 Μαρτίου 2025, λίγο πριν από την ακρόασή του στη Γερουσία για την επικύρωση του διορισμού του, ο Μπάρακ δήλωσε ότι σκόπευε να διατηρήσει το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο.
Οι ειδικοί μιλούν για σοβαρό ζήτημα κυβερνητικής δεοντολογίας
Το Reuters διευκρινίζει ότι δεν εντόπισε αποδεικτικά στοιχεία πως ο Μπάρακ πρόκειται να αποκομίσει οικονομικό όφελος από τον πετρελαιαγωγό.
Σύμφωνα με νομικούς ειδικευμένους σε θέματα κυβερνητικής δεοντολογίας, η ύπαρξη επιχειρηματικής σχέσης με τον Γκαντούρ δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει παράνομη σύγκρουση συμφερόντων, εφόσον δεν προκύπτει άμεσο προσωπικό οικονομικό όφελος από το έργο.
Ωστόσο, διαφορετικό είναι το ζήτημα της υποχρέωσης αμεροληψίας των ομοσπονδιακών αξιωματούχων.
Ο Ρίτσαρντ Πέιντερ, πρώην νομικός σύμβουλος του Λευκού Οίκου και καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, υποστήριξε ότι η προώθηση εταιρείας με την οποία διατηρείται στενή επιχειρηματική σχέση δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα σύμφωνα με τους ομοσπονδιακούς κανόνες.
Όταν ρωτήθηκε τι θα έπρεπε να είχε πράξει ο Μπάρακ, απάντησε:
«Να μην έχει καμία απολύτως σχέση με αυτόν τον αγωγό. Να δηλώσει ότι αυτό δεν αποτελεί θέμα στο οποίο συμμετέχει».
Από την πλευρά του, ο Ντον Φοξ, πρώην γενικός νομικός σύμβουλος και υπηρεσιακός διευθυντής του αμερικανικού Γραφείου Κυβερνητικής Δεοντολογίας, εκτίμησε ότι η προώθηση της TI Capital θα μπορούσε να παραβιάζει και τη διάταξη που απαγορεύει τη χρήση δημόσιου αξιώματος προς όφελος συνδεδεμένων ιδιωτικών επιχειρήσεων.
Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί δικαστική ή διοικητική διαπίστωση παραβίασης των κανόνων.
Στέιτ Ντιπάρτμεντ: Καμία οικονομική συμμετοχή του Μπάρακ στον αγωγό
Η αμερικανική κυβέρνηση απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί άμεσου οικονομικού συμφέροντος του Μπάρακ στο έργο.
«Ο πρέσβης Μπαράκ δεν έχει καμία απολύτως σύνδεση, ρόλο ή οικονομικό συμφέρον στο έργο του αγωγού Κιρκούκ-Μπανιάς», δήλωσε εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στο Reuters.
Παράλληλα, αναγνώρισε τις επιχειρηματικές σχέσεις του με την επένδυση ακινήτων που διαχειρίζεται η TI Capital.
Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, οι δημόσιες δηλώσεις του Μπάρακ σχετικά με τον αγωγό εντάσσονται στη μακροχρόνια αμερικανική πολιτική υποστήριξης της περιφερειακής ενεργειακής ολοκλήρωσης.
Το ζήτημα παραμένει εάν η φερόμενη εμπλοκή του στην προώθηση της TI Capital συνάδει με τους κανόνες που διέπουν τη συμπεριφορά των Αμερικανών αξιωματούχων.
Η συνάντηση στο Λος Άντζελες και ο ρόλος του Μπάρακ
Σύμφωνα με τρίτη πηγή του Reuters, η ιδέα συμμετοχής της TI Capital στον περιφερειακό ενεργειακό σχεδιασμό τέθηκε από τον Τομ Μπάρακ τον Μάιο του 2026, στο περιθώριο του Παγκόσμιου Συνεδρίου του Milken Institute στο Λος Άντζελες.
Κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης, ο Μπάρακ και ο Γκαντούρ συμμετείχαν σε κλειστή συζήτηση για την ανάγκη ανάπτυξης νέων ενεργειακών διαδρομών στη Μέση Ανατολή.
Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος με το Ιράν είχε επαναφέρει στο επίκεντρο τη στρατηγική σημασία των εναλλακτικών πετρελαϊκών οδών.
Εκπρόσωπος του Milken Institute αρνήθηκε να δώσει λεπτομέρειες για τη συγκεκριμένη συζήτηση, επισημαίνοντας ότι δεν ήταν ανοικτή στα μέσα ενημέρωσης.
Στις 17 Ιουλίου, ο Μπάρακ παρουσίασε δημόσια τη συμμετοχή αμερικανικών επιχειρήσεων στην ενεργειακή ανάπτυξη Ιράκ και Συρίας ως «ένα νέο παράδειγμα» που αποσκοπεί στη διαφάνεια και τη δημιουργία οικονομικών ευκαιριών.
Η TI Capital επεκτείνεται και σε φυσικό αέριο και λιμάνια
Η παρουσία της TI Capital στη Μέση Ανατολή δεν περιορίζεται στο πρόγραμμα Κιρκούκ–Μπανιάς.
Στα τέλη Ιουλίου, η ιρακινή κυβέρνηση συμπεριέλαβε την εταιρεία σε άλλη κοινοπραξία μαζί με την UCC Holding και την ConocoPhillips, με αντικείμενο την αξιολόγηση του κοιτάσματος φυσικού αερίου Akkas.
Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα αναξιοποίητα κοιτάσματα φυσικού αερίου του Ιράκ, η ανάπτυξη του οποίου θα μπορούσε να επηρεάσει τις ενεργειακές δυνατότητες της χώρας.
Παράλληλα, η TI Capital αναφέρει στην ιστοσελίδα της ότι συμμετέχει σε έργα που σχετίζονται με το λιμάνι της Ταρτούς στη Συρία.
Ωστόσο, το Reuters δεν κατόρθωσε να επιβεβαιώσει ανεξάρτητα την ακριβή φύση και έκταση της εμπλοκής της εταιρείας στην Ταρτούς.
Η λιμενική αρχή της Συρίας δεν απάντησε σε σχετικά ερωτήματα, ενώ ούτε η ConocoPhillips προχώρησε σε σχόλιο για το πρόγραμμα Akkas.
Πηγή που βρίσκεται κοντά στον Μπάρακ υποστήριξε ότι ο Αμερικανός διπλωμάτης θεωρεί τον Γκαντούρ πρόσωπο ικανό να συμβάλει στην υλοποίηση της περιφερειακής στρατηγικής του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Η ίδια πηγή τον χαρακτήρισε προσωπική επιλογή του Μπάρακ για την προώθηση των συγκεκριμένων σχεδιασμών.
Ο γεωπολιτικός στόχος: Ενεργειακή διαδρομή από το Ιράκ στη Μεσόγειο
Πέρα από τα ερωτήματα κυβερνητικής δεοντολογίας, η υπόθεση του αγωγού αναδεικνύει μια ευρύτερη γεωπολιτική μεταβολή στη Μέση Ανατολή.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει την οικονομική και ενεργειακή διασύνδεση Ιράκ και Συρίας, με τη συμμετοχή αμερικανικών και περιφερειακών επενδυτικών σχημάτων.
Ο αγωγός Κιρκούκ–Μπανιάς θα μπορούσε, εφόσον υλοποιηθεί, να προσφέρει στους παραγωγούς ιρακινού πετρελαίου μια πρόσθετη δίοδο προς τις διεθνείς αγορές.
Αυτό θα περιόριζε την εξάρτηση από το Στενό του Ορμούζ, ένα από τα σημαντικότερα σημεία συμφόρησης του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος.
Παράλληλα, η Συρία θα μπορούσε να αποκτήσει νέο ρόλο ως διαμετακομιστικό κράτος, ενισχύοντας τη σημασία των λιμένων και των ενεργειακών εγκαταστάσεών της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ανάπτυξη αυτών των υποδομών εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση διαφοροποίησης των διαδρομών εξαγωγής πετρελαίου, καθώς η στρατιωτική αστάθεια καθιστά προβληματική την αποκλειστική εξάρτηση από συγκεκριμένα θαλάσσια περάσματα.
Η θέση της Τουρκίας και η σημασία για την Ανατολική Μεσόγειο
Η υπόθεση παρουσιάζει ιδιαίτερο γεωπολιτικό ενδιαφέρον και λόγω της ιδιότητας του Τομ Μπάρακ ως πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τουρκία.
Ο ίδιος διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην αμερικανική διπλωματία τόσο στην Άγκυρα όσο και στη Συρία και το Ιράκ.
Η ενδεχόμενη αναβίωση του αγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς θα μπορούσε να δημιουργήσει μια νέα ενεργειακή διαδρομή προς τις ακτές της Ανατολικής Μεσογείου, με πιθανές επιπτώσεις στον περιφερειακό ανταγωνισμό για τις υποδομές και τη διαμετακόμιση ενέργειας.
Η Τουρκία ήδη επιδιώκει να διατηρήσει και να ενισχύσει τον δικό της ρόλο ως ενεργειακού κόμβου, αξιοποιώντας υφιστάμενες υποδομές μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η δημιουργία μιας πρόσθετης οδού μέσω της Συρίας θα διεύρυνε τις διαθέσιμες επιλογές του Ιράκ, αλλά δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην άμεση υποκατάσταση των διαδρομών μέσω Τουρκίας.
Για την Ελλάδα και την Κύπρο, η πιθανή ανάπτυξη νέων ενεργειακών εγκαταστάσεων στις ακτές της Συρίας αποτελεί εξέλιξη που αξίζει να παρακολουθηθεί, δεδομένης της σημασίας που αποκτούν οι θαλάσσιες και ενεργειακές υποδομές στην Ανατολική Μεσόγειο.
Δεν προκύπτει, πάντως, από την έρευνα του Reuters ότι το συγκεκριμένο έργο στρέφεται εναντίον ελληνικών ή κυπριακών συμφερόντων.
Η ουσία της αποκάλυψης
Το Reuters αποκαλύπτει μια υπόθεση στην οποία συναντώνται η αμερικανική διπλωματία, τα ιδιωτικά επενδυτικά συμφέροντα και η γεωπολιτική αναδιάταξη της Μέσης Ανατολής.
Ο Τομ Μπάρακ φέρεται να προώθησε τη συμμετοχή εταιρείας με την οποία συνδέεται επιχειρηματικά σε ένα έργο στρατηγικής σημασίας και εξαιρετικά υψηλού οικονομικού αντικειμένου.
Παρά το γεγονός ότι δεν έχουν εντοπιστεί αποδείξεις προσωπικού οικονομικού οφέλους του από τον πετρελαιαγωγό, τα στοιχεία δημιουργούν ερωτήματα για την τήρηση των κανόνων αμεροληψίας που διέπουν τους Αμερικανούς κρατικούς αξιωματούχους.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επιμένει ότι ο Μπάρακ έχει συμμορφωθεί με τις σχετικές απαιτήσεις, ενώ πρώην αξιωματούχοι και ειδικοί στη δεοντολογία εκφράζουν διαφορετική άποψη.
Το σημαντικότερο γεωπολιτικό συμπέρασμα είναι ότι η προσπάθεια παράκαμψης των Στενών του Ορμούζ επαναφέρει στο προσκήνιο τη Συρία ως δυνητικό ενεργειακό διάδρομο προς τη Μεσόγειο. Την ίδια στιγμή, η έρευνα του Reuters θέτει το ερώτημα πού τελειώνει η άσκηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και πού αρχίζει η προώθηση ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας