Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Mάης ’68: η πρώτη “έγχρωμη επανάσταση; Τι ήθελαν να καταστρέψουν οι ‘’68άρηδες’’;

Δημοσιεύτηκε στις

Σαρλ Ντε Γκωλ: Μια Ευρώπη από το Βλαδιβοστόκ μέχρι
τον Ατλαντικό!…
Των Valentin Martin και Jacques Maillard

Comité Valmy 
Ο ‘’Μάης του 1968’’ ήταν ένα κοινωνικό κίνημα μεγάλης
κλίμακας το οποίο, με τις μακρές απεργίες και διαδηλώσεις, κινητοποίησε διάφορα
στρώματα της γαλλικής κοινωνίας. O Μάης του 68 έφερε
αναμφίβολα κοινωνική πρόοδο στους εργαζόμενους, αφού οι συμφωνίες του Grenelle
οδήγησαν σε σημαντικές αυξήσεις μισθών και ενισχυμένη εκπροσώπηση των
συνδικάτων.
Παράλληλα με αυτό το τεράστιο κοινωνικό και ιδεολογικού
προβληματισμού κίνημα, αναπτύχθηκε αυτό που μπορεί να θεωρηθεί ως μια πρώτη
προσπάθεια μιας « έγχρωμης επανάστασης».
Από τη μια, η αμερικανόφιλη πέμπτη φάλαγγα,
στρατολογημένη από την εποχή του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου από του
Αμερικανούς ιθύνοντες (βρίσκονται ακόμα και σήμερα στην εξουσία), επιχείρησε να
εκμεταλλευτεί την κατάσταση για να καταλάβει στην εξουσία: ο Φρανσουά Μιτεράν
ανήγγειλε την υποψηφιότητά του για την Προεδρία της Δημοκρατίας στις 28 Μαϊου
1968.

Η
συγκέντρωση του σταδίου Charlety, όπου με την παρουσία του, ο Mαντές Φρανς σηματοδότησε συμβολικά την πρόθεσή του να
διαδεχτεί τη γκωλική εξουσία, ήταν το αποκορύφωμα αυτού του ελιγμού που απέτυχε
χάρις στη στάση του ΚΚΓαλλίας.

Από την
άλλη, διανοούμενοι (μαοϊκοί, τροτσκιστές, αναρχικοί) έψαχναν αφορμή να
αμφισβητήσουν το εθνικό κράτος, το οποίο ενσάρκωνε θετικά εκείνη την εποχή ο
στρατηγός Ντε Γκωλ.
Η άρνηση του
ΚΚΓαλλίας και του αριστερού συνδικάτου των εργατών CGT να υιοθετήσουν ένα
αντιδημοκρατικό πραξικόπημα (σύμφωνα με όλη την παράδοση της πραγματικής
αριστεράς, από τους Ορεινούς μέχρι την Αντίσταση), σε συνδυασμό με το φόβο των
προνομιούχων μπροστά σε μια λαϊκή εξέγερση (αβάσιμος αλλά τεράστιος φόβος),
οδήγησε σε αποτυχία την πρώτη προσπάθεια ‘’καπελώματός’’ της.
Αντίθετα, ποντάροντας στις παραδόσεις του
γαλλικού λαού για ελευθερία και αλλαγή, οι αριστεριστές διανοούμενοι, οι οποίοι
αργότερα ονομάστηκανν «Νέοι Φιλόσοφοι», «Νέα Αριστερά» ή «French theory»,
αποσκοπούσαν πραγματικά στην προώθηση μιας νέας κοινωνικής τάξης που στη
σύλληψή της προερχόταν πέρα από τους ωκεανούς και η οποία για τους μυημένους
δεν ήταν τόσο νέα στον πνευματικό τομέα. Eίχε
τις ρίζες της στη γερμανική σκέψη, ιδιαίτερα στον Νίτσε και τον Χάϊντεγκερ,
εχθρική προς τον Διαφωτισμό, την ορθολογικότητά του και τη Γαλλική Δημοκρατία.
Η
απόπειρα ανατροπής του ντε Γκωλ και της κυβέρνησής του
 Είναι σαφές ότι αυτή η απόπειρα καθοδηγήθηκε
από τα ενδότερα των ατλαντικών κύκλων, με ευθεία εμπλοκή των ΗΠΑ και των ανθρώπων
τους στην Ευρώπη. Οι φιλοατλαντικές δυνάμεις όντως είχαν κάθε λόγο να θέλουν να
εξαλείψουν τον Ντε Γκωλ τόσο για την εσωτερική όσο και για τη διεθνή πολιτική
του, όπως υποστηρίζει και ο Αντρέ Φονταίν στο βιβλίο του ‘’Ιστορία του Ψυχρού
Πολέμου 1950 – 1967’’ (1967).
Συγκεκριμένα:
1)   Ο Ντε
Γκωλ κατάφερε να αναπτύξει ένα εθνικό αποτρεπτικό όπλο (την πρώτη απόπειρα
γαλλικής ατομικής βόμβας το 1960).
2) Το
1963, ενώ ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Kένεντυ
έκανε την ευρωπαϊκή του περιοδεία, ο Ντε Γκωλ αρνήθηκε να τον δεχτεί.
2) Το 1964, ο Ντε Γκωλ αναγνώρισε την
κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, όπου δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει
την προγραμματισμένη επίσημη επίσκεψη.
3) Ο Ντε
Γκωλ ανέλαβε μια μαζική μετατροπή συναλλαγματικών αποθεμάτων (δολάρια) στο
ταμείο του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, επισπεύδοντας το τέλος της
μετατρεψιμότητας του δολαρίου σε χρυσό. Το 1966 έστειλε πλοία γεμάτα δολάρια
για να φέρουν χρυσά ράβδους χρυσού στη Γαλλία.
 4) Το 1966, ο Ντε Γκωλ πραγματοποίησε ένα
θριαμβευτικό ταξίδι στη Μόσχα, όπου μίλησε για μια Ευρώπη από τον Ατλαντικό
μέχρι το Βλαδιβοστόκ. Την ίδια χρονιά, κατά τη διάρκεια ομιλίας του σε εκατό
χιλιάδες λαού στην Πνομ Πεν, ζήτησε την απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων
από το Βιετνάμ.
  5)
Στις 7 Μαρτίου 1966, σε επιστολή προς τον πρόεδρο των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον, ο Σαρλ
Ντε Γκωλ επιβεβαίωσε τη βούληση της Γαλλίας να αποσυρθεί από το ανώτατο συμμαχικό
στρατηγείο του ΝΑΤΟ.  Αποτέλεσμα: 14
αεροπορικές βάσεις, 40 αποθήκες και 26.000 άνδρες των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ
θα πρέπει να εγκαταλείψουν το γαλλικό έδαφος.
Η αμφισβήτηση του κράτους
Αλλά
πέρα από αυτή την στοχοθετημένη πολιτική δράση, υλοποιήθηκε μια πιο
μακροπρόθεσμη δράση με στόχο την αμφισβήτηση του κράτους ως πολιτιστικής,
πολιτικής, εννοιολογικής και κοινωνικής οντότητας.
Αυτή η
δράση, όπως την περιγράφει ο Ζινόβιεφ στο βιβλίο του “Occidentalism”,
απαιτεί επίσης την κινητοποίηση διανοουμένων, διεφθαρμένων ή απλώς πεπεισμένων,
αλλά με ευρεία απήχηση και επιβραβευμένων.
Ο Χέρμπερτ Mαρκούζε,
πρώην υπάλληλος της CIA και πρώην διδακτορικός φοιτητής του Mάρτιν
Χάιντεγκερ, θεωρείται ένας από τους διανοούμενους – οργανωτές του κινήματος του
1968. Στη Γαλλία, το κίνημα του 1968 κινητοποίησε διανοούμενους διαφορετικών
τάσεων, οι οποίοι είδαν να εκφράζονται μέσα από αυτό το κίνημα.
Για παράδειγμα, ο Mωρίς Μπλανσό
ώθησε αυτό το εγχείρημα στα όρια της παρωδίας. Φασίστας προπαγανδιστής τις
δεκαετίες του ’30 και του ’40, στη συνέχεια έγινε αριστεριστής και
εξειδικεύτηκε στη σύνταξη λιβελλογραφημάτων κατά του Ντε Γκωλ, ενός «φασίστα
δικτάτορα» του οποίου ζητούσε την παραίτηση.
Ένα άρθρο στην καθολική εφημερίδα La Croix με
τίτλο “Χριστιανοί στις επάλξεις του 68” υπογραμμίζει το ρόλο που έπαιξαν
ορισμένες προσωπικότητες του Καθολικισμού και πιστοί, όπως ο Πωλ Ρικέρ, πρώην
προπαγανδιστής της κατοχικής κυβέρνησης του Βισύ, διευθυντής του τμήματος
φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Nαντέρ
το 1968, και στη  συνέχεια μέντορας του
Εμμανουήλ Μακρόν.
Αλλά ευρύτερα, από αυτό το κίνημα γεννήθηκε
μια Νέα Αριστερά που στηρίζεται στο πνευματικό κίνημα της French Theory.
Χαρακτηριζόμενη από τον αντισοβιετισμό της, τον αντιμαρξισμό της, το μίσος της
για τη δημοκρατία, το έθνος-κράτος και τον φιλο-αμερικανισμό της ήταν ένα
απροσδόκητο δώρο για τη CIA. Σε
έκθεσή της με θέμα «Η αποστασία των αριστερών διανοουμένων στη Γαλλία» του 1985,
που αποχαρακτηρίστηκε το 2011, εκφράζει την ικανοποίησή της για την επιτυχία
των νέων αριστερών διανοούμενων, όπως ο Φουκώ, ο Ντεριντά, αλλά και των νέων
δεξιών διανοουμένων όπως ο Μπερνάρ Ανρύ Λεβύ, ο Γκλυξμάν … Ο συντάκτης της
έκθεσης λέει: «Υπάρχει ένα νέο πνευματικό κλίμα στη Γαλλία: ένα πνεύμα αντιμαρξιστικό
και αντισοβιετικό, το οποίο θα δυσχεράνει κάθε  πνευματική αντίθεση προς τις πολιτικές των
ΗΠΑ. (σελ.5) «Οι Νέοι Φιλόσοφοι εκδηλώνουν μια συστηματική αντιπάθεια προς τον
γκωλισμό και μια αποδοχή του καπιταλισμού ως το λιγότερο κακό. (σελ.12, https://www.cia.gov/library/readingroom/docs/CIA-RDP86S00588R000300380001-5.PDF)
Σύμφωνα με το πνεύμα των ατλαντικών στρατηγών
(στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη) η αμφισβήτηση του κράτους εκτυλίχτηκε σε τρία στάδια
Πρώτο στάδιο: η αποδόμηση της κυριαρχίας
Η αμφισβήτηση της κυριαρχίας και της εξουσίας
του κράτους έγινε με το σύνθημα «Απαγορεύονται οι απαγορεύσεις». Η αγνόηση του
νόμου υπέρ της σύμβασης χτυπούσε τη βάση της δημοκρατίας μας η οποία από τις 4
Αυγούστου 1789 επιβεβαίωνε ακριβώς την υπεροχή του νόμου έναντι των συμβάσεων
μεταξύ των μερών … Αυτό θα επιτρέψει πολύ αργότερα την ίδρυση της ΕΕ και
παραβίαση του συντάγματός μας (το 2005 οι Γάλλοι απέρριψαν με συντριπτική
πλειοψηφία το σχέδιο Ευρωπαϊκού Συντάγματος).
Εκτός από την επίθεση στις ιδρυτικές αρχές
των Κοινωνικών Δημοκρατιών που προήλθαν από τον Διαφωτισμό (λόγος, επιστήμη,
πρόοδος), οι φιλόσοφοι της French Theory
αποσκοπούσαν στη βίαιη αποδόμηση της έννοιας της κυριαρχίας. Έτσι, ο Mισέλ
Φουκώ άρχισε τα μαθήματά του, το 1975, στο Γαλλικό Κολλέγιο «Για την κοινωνία»:
«Για να προχωρήσουμε σε μια συγκεκριμένη ανάλυση των σχέσεων εξουσίας, πρέπει
να εγκαταλείψουμε το νομικό μοντέλο της κυριαρχίας». Εκανε μεγάλη καριέρα στις
ΗΠΑ.
Ο Ντεριντά, ο πατέρας της ιδέας της
αποδόμησης, που εκτιμάται τόσο από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, αναγνώριζε
κατά τη διάρκεια μιας διάλεξης που δόθηκε στην Ecole Normale Superieure.
“Αυτό που ψάχνω είναι μια προσεκτική αποδόμηση αυτής της λογικής και της
κυρίαρχης, κλασικής αντίληψης της κυριαρχίας του εθνικoύ
κράτους … ” Αυτό το μάθημα, που παραδόθηκε μπροστά στους νεαρούς
φοιτητές του (των οποίων οι σπουδές χρηματοδοτούνται από κρατικές δαπάνες), έληγε
με μια προτροπή να δώσουν τη ζωή τους για την κατάργηση της εθνικής κυριαρχίας.
“Ολο και όλο το ερώτημα είναι να γνωρίζουμε – αυτό ήταν το θέμα του
σεμιναρίου – ποιος μπορεί να πεθάνει; Ποιος έχει αυτή τη δύναμη; Ποιος μπορεί
να σκοτώσει, και με το θάνατο να οδηγήσει σε αποτυχία την υπερκυριαρχία (…);
»(Sic.)
Εγκωμίαζε έμμεσα όλα όσα θα μπορούσαν,
συμπεριλαμβανομένης και της βίας, να αποδομήσουν αυτή την έννοια της
κυριαρχίας: “Η αποδόμηση είναι αυτό που συμβαίνει, όπως συχνά λέω, και
αυτό συμβαίνει σήμερα στον κόσμο με τις κρίσεις, τους πολέμους, τα φαινόμενα
της αποκαλούμενης εθνικής και διεθνούς τρομοκρατίας, τις φανερές και μη δολοφονίες,
τη μεταμόρφωση της παγκόσμιας αγοράς και του διεθνούς δικαίου, και όλα όσα επηρεάζουν
και υπονομεύουν την κλασική έννοια της κυριαρχίας’’. (Ντεριντά, Το ζώο και ο
κυρίαρχος)
Δεύτερο στάδιο: η αποανάπτυξη
Η αμφισβήτηση της στρατιωτικής και
οικονομικής κυριαρχίας, η οποία γίνεται κυρίως με την καταστροφή της εθνικής βιομηχανίας,
προωθήθηκε από μια ψευδο-οικολογία, η οποία είναι στην πραγματικότητα η μάσκα
που κρύβει την ιδεολογία της αποανάπτυξης.
Ο οικονομολόγος και θεωρητικός της
αποανάπτυξης Σερζ Λατούς στη συλλογή του “Οι πρόδρομοι της
αποανάπτυξης” δημοσίευσε το 2014 το έργο ‘’Κορνήλιος Καστοριάδης ή η
ριζική αυτονομία’’. Ο Καστοριάδης, που θεωρείται ο πατέρας της έννοιας της
αποανάπτυξης στη Γαλλία, και «επαναστατικός» φιλόσοφος, υπήρξε, ωστόσο,
σημαντικός οικονομολόγος στον ΟΟΣΑ. Από το 1960 έως το 1970 κατείχε τη θέση του
Προϊσταμένου Εθνικών Σπουδών και από το 1968 ήταν Διευθυντής Μελετών Ανάπτυξης,
Στατιστικής και Εθνικών Λογαριασμών. Διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη στροφή του
μαρξισμού προς την κριτική των κομμουνιστικών χωρών ή χωρών του «κρατικού
καπιταλισμού» και προς την πίστη σε μια ιδεολογική εναλλακτική λύση, με βάση
την οικολογία. Οι κομμουνιστικές χώρες ή οι χώρες του «κρατικού καπιταλισμού»
έχουν, σύμφωνα με το δόγμα του, ως προπατορικό αμάρτημα τον στόχο «να
επεκτείνουν την ορθολογική κυριαρχία». Από το 1947 έως το 1967, ηγήθηκε της
ομάδας «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», αναπτύσσοντας θέματα αυτοδιαχείρισης,
αυτονομίας, ίσης αμοιβής και άρνησης οιασδήποτε αρχής, θέματα που θα επαναλάβουν
πολλά συνθήματα του ‘’Μάη του 68’’.
Αυτή η νέα ιδεολογία οδήγησε πολλούς
‘’68άρηδες’’ να δημιουργήσουν «κοινότητες», κυρίως αγροτικές («κτηνοτρόφοι
προβάτων στο Larzac»), για να ξεφύγουν από τον πολιτισμό, πηγή του κακού. Πέρα
από τις μουσικές παρωδίες που διακωμωδούν αυτούς τους αστούς πολλοί από τους
οποίους επέστρεψαν στην οικονομία ή την πολιτική, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η
προώθηση αυτής της «από κοινού διαβίωσης» προετοίμαζε το έδαφος  για την προώθηση των «πολιτικών της κοινότητας
“, οι οποίες είχαν ως επακόλουθο την καταστροφή του δημοκρατικού κράτους.
Αυτό το θέμα βρίσκεται στο επίκεντρο του αμερικανικού πολιτικού μοντέλου: ο Μπαράκ
Ομπάμα ήταν «οργανωτής κοινότητας», η Χίλαρι Κλίντον έκανε τη διατριβή της για
το «μοντέλο [Σαούλ] Aλίνσκυ,» κοινωνιολόγο θεωρούμενο ως ιδρυτή της ομάδας
«οργανωτές κοινοτήτων». Η προώθηση της “κοινότητας” άνοιξε επίσης το
δρόμο προς διάφορους εθνικισμούς και σε όλους τους σημερινούς κοινοτισμούς,
θρησκευτικούς, περιφερειακούς, σεξουαλικούς και κοινωνικούς.
Τρίτο στάδιο: η ιδιωτικοποίηση
των εθνικών δημόσιων υπηρεσιών
Τέλος, το τελικό στάδιο της καταστροφής του
κράτους είναι η καταστροφή όλων των δημόσιων υπηρεσιών εκπαίδευσης, υγείας,
αλληλεγγύης … Αυτή η τελευταία φάση, προωθούμενη από τους εμπειρογνώμονες του
ΟΟΣΑ (βλ. Το βιβλίο “Η καταστροφή της γνώσης σε περιόδους ειρήνης
“(1001 νύχτες, 2004) και η ΕΕ (π.χ. έκθεση για τη γεωργία EDORA), προωθείται
από μια βίαιη πολιτική απελευθέρωσης, απορρύθμισης και ιδιωτικοποίησης.
Η αποσταθεροποίηση των δημόσιων υπηρεσιών
επιταχύνεται ταυτόχρονα και από την ιδεολογία κατάργησης των συνόρων, η οποία
καθιστά ξεπερασμένη την ίδια την έννοια του κράτους πρόνοιας. Συγκεκριμένα,
επιταχύνεται από τις μαζικές μεταναστευτικές πολιτικές και την υποστήριξη των
«μεταναστών» που συμβάλλουν στον κορεσμό τους και που οδηγούν τους ηλικιωμένους
πληθυσμούς να εγκαταλείψουν αυτές τις δημόσιες υπηρεσίες (νοσοκομεία, σχολεία
…) υπέρ της ιδιωτική. Οι άνθρωποι που εγκαταλείπουν αυτές τις υπηρεσίες δεν
έχουν πλέον λόγο να πληρώσουν το κόστος λειτουργίας τους.
Συμπέρασμα: η προπαγάνδα είναι για
να κρύβει την πραγματική πολιτική
Το πλέον
παράδοξο είναι ότι οι ίδιοι οι άνθρωποι που αμφισβητούσαν στο μεγαλύτερο βαθμό
«το κατεστημένο» έφτασαν να στηρίζουν ένα σύστημα που ευνοεί τους πιο
αντιδραστικούς θεσμούς: τις εκκλησίες ( ιδιαίτερα η καθολική) που επωφελούνται
από την φυγή των οικογενειών προς τα ιδιωτικά σχολεία και άλλες ιδιωτικές
δομές, τις τράπεζες και τους μετόχους που αναλαμβάνουν εθνικές υπηρεσίες και
υποδομές.
Ο Κον-Μπεντίτ δήλωσε τον Μάιο του 1968:
“Είμαστε η Ευρώπη χωρίς σύνορα.” Σήμερα, πενήντα χρόνια μετά, το Μάιο
του 2018, όταν η Γαλλία απειλείται ιδιαίτερα από την καταστροφή των Εθνικών
Σιδηροδρόμων, είναι πολύ φυσιολογικό αυτός και οι άνθρωποι του να στηρίζουν τον
Mακρόν και όχι τους απεργούς.
Επιπλέον, η ΕΕ, απόλυτα το άλλο πρόσωπο του
ΝΑΤΟ, συνεχίζει τις πολεμικές πολιτικές της, υποστηριζόμενες από τους «French doctors» (Kουσνέρ,
Μπερνάρ Ανρύ Λεβύ, Γκλυξμάν), πολέμους που χαρακτηρίζονται «ανθρωπιστικοί»,
αλλά συνήθως κατευθύνονται εναντίον δημοκρατιών, των οποίων το εθνικό και
κοσμικό πρότυπο έχει κηρυχθεί απαρχαιωμένο και υπόσχονται την
“αποδόμηση” για να προσαρμοστεί στη νέα παγκόσμια τάξη.
Σήμερα, η γενιά των οπορτουνιστών πάσης
φύσεως (και των οπαδών τους) που αρθρογραφούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για
τα πραγματικά προβλήματα της εργατικής τάξης και των φοιτητών για να εξυπηρετήσουν
σκοτεινά συμφέροντα ελέγχουν και οδηγούν τη χώρα στην άβυσσο, επειδή
καταστρέφουν την ψυχή, τη δύναμη, το σώμα, το Κράτος της. Το βασικό είναι να
τους σταματήσουμε.
Μετάφραση:
Ευάγγελος Δ. Νιάνιος
(Πηγή: http://www.comite-valmy.org/spip.php?article9934)

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα,...

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

Σήμερα γιορτάζουν τα Σέρβια της Μακεδονίας!

Μετά τη νίκη στο Σαραντάπορο και στα Στενά Πόρτας, η απελευθέρωσή των Σερβίων στις 10 Οκτωβρίου άνοιξε τον δρόμο για...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Συρία: Μυστικές υπηρεσίες και διπλωματία στο προσκήνιο – Η Τουρκία επιχειρεί να εδραιώσει τον ρόλο της απέναντι στο Ισραήλ

Σημαντική διπλωματική κινητικότητα καταγράφεται στον άξονα Άγκυρας–Δαμασκού, με τον υπουργό Εξωτερικών της Συρίας Ασάαντ αλ Σαϊμπάνι να πραγματοποιεί διαδοχικές επαφές...

Διεθνή3 ώρες πριν

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον...

Πολιτική3 ώρες πριν

Ευρωκοινοβούλιο: Σφοδρές καταγγελίες κατά της Τουρκίας για Αιγαίο, Κύπρο και «Γαλάζια Πατρίδα» – Στο επίκεντρο ο GSI

Στο επίκεντρο της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου βρέθηκαν στις 8 Οκτωβρίου οι τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο,...

Δημοφιλή