Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Η Ελλάδα σε ένα κόσμο που κυριαρχεί το δίκαιο του ισχυρού

Σε αυτή τη νέα εποχή, η ασφάλεια δεν εξασφαλίζεται με ευχολόγια και ηθικολογίες, αλλά με στρατηγικό ρεαλισμό, συνέπεια και ισχύ.

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

Όπως έχω επισημάνει σε προηγούμενο άρθρο μου, με τίτλο «Αναζήτηση πορείας σε έναν κόσμο που αναδιατάσσεται» (10/3/2025), το πολυμερές σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης, το οποίο κυριάρχησε στις διεθνείς σχέσεις για σχεδόν οκτώ δεκαετίες, τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση.

Συγκεκριμένα, η έως τώρα βασισμένη σε κανόνες διεθνής τάξη απαξιώνεται στην πράξη, υπέρ του δίκαιου του ισχυρού, καθώς οι ισχυροί δρώντες αναπροσαρμόζουν τις στρατηγικές τους με γνώμονα τα άμεσα γεωπολιτικά και οικονομικά τους συμφέροντα.

Τα τελευταία γεγονότα – η αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα και η ένταση μεταξύ των ΗΠΑ και χωρών της Λατινικής Αμερικής (Κολομβία, Κούβα, Μεξικό), η συζήτηση περί προσάρτησης της Γροιλανδίας, η κλιμακούμενη αντιπαράθεση με το Ιράν, το αδιέξοδο στην Ουκρανία και η εύθραυστη ισορροπία στη Μέση Ανατολή – δεν συνιστούν μεμονωμένες κρίσεις.

Αντιθέτως, αποτελούν συστημικά συμπτώματα μιας βαθύτερης μετάβασης, κατά την οποία οι ισορροπίες ισχύος επανακαθορίζονται και οι κανόνες που ίσχυσαν επί δεκαετίες επανεξετάζονται όχι θεωρητικά, αλλά στην πράξη επί του γεωπολιτικού πεδίου.

Καθίσταται πλέον σαφές ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια νέα πραγματικότητα, όπου η σταθερότητα δεν θεωρείται δεδομένη και η διεθνής τάξη δεν εδράζεται στους κανόνες του διεθνούς δικαίου, αλλά εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από τα γεωπολιτικά συμφέροντα των ισχυρών δρώντων.

Παρά την έντονη κριτική προς τη στρατηγική του Προέδρου Τράμπ, οι επιλογές της αμερικανικής διοίκησης δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ούτε απρόβλεπτες ούτε αποκομμένες από ένα συνεκτικό στρατηγικό πλαίσιο.

Αντίθετα, αποτελούν μια συνειδητή αναπροσαρμογή προτεραιοτήτων, προσαρμοσμένη στις νέες συνθήκες του διεθνούς ανταγωνισμού.

Η προσέγγιση αυτή αποτυπώνεται στην πρόσφατα δημοσιευμένη Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ, η οποία περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον αντιλαμβάνεται το διεθνές περιβάλλον και τον ρόλο της σε αυτό.

Σε αυτήν καταγράφεται με σαφήνεια ότι η αμερικανική στήριξη προς συμμάχους δεν είναι πλέον άνευ όρων, αλλά συνδέεται με αυξημένες αμυντικές δαπάνες, ανάληψη μεγαλύτερης περιφερειακής ευθύνης, ευθυγράμμιση σε εξαγωγικούς ελέγχους και συμμετοχή στη διασφάλιση κρίσιμων εφοδιαστικών αλυσίδων.

Η υπόθεση της Βενεζουέλας είναι ενδεικτική. Η Ουάσιγκτον επαναφέρει στην πράξη τη λογική των σφαιρών επιρροής και προσαρμόζει το Δόγμα Μονρόε στις σημερινές γεωπολιτικές και οικονομικές συνθήκες, ώστε να διασφαλίσει ότι το Δυτικό Ημισφαίριο θα παραμείνει επαρκώς σταθερό και επαρκώς διακυβερνήσιμο.

Το μήνυμα του Προέδρου Τράμπ είναι σαφές: όταν διακυβεύονται ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα, όπως η ενεργειακή ασφάλεια, ο έλεγχος των μεταναστευτικών ροών ή η αποτροπή της διείσδυσης ανταγωνιστικών δυνάμεων, η εφαρμογή των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου δεν λειτουργεί ως δεσμευτικό πλαίσιο, αλλά υποτάσσεται στις απαιτήσεις της εθνικής ισχύος και ασφάλειας.

Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι τι κάνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα.

Για να δοθεί μια ουσιαστική απάντηση στο ανωτέρω κρίσιμο ερώτημα, δεν αρκεί η παρατήρηση των διεθνών εξελίξεων. Απαιτείται μια νηφάλια και ολιστική στρατηγική ανάλυση του διεθνούς περιβάλλοντος, η σαφής αποτύπωση της σημερινής θέσης της χώρας και ο προσδιορισμός του στρατηγικού ρόλου που πρέπει να διαδραματίσει η Ελλάδα, για να προστατευτούν τα εθνικά συμφέροντα και να ενισχυθεί η ασφάλειά της, σε έναν κόσμο που όλο και περισσότερο κυριαρχεί το δίκαιο του ισχυρού.

Στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται εθνική συναίνεση και η απόσυρση των ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής από την ατζέντα της πολιτικής αντιπαράθεσης όπου κυριαρχεί ο λαϊκισμός, ο μηδενισμός των πάντων και οι μικροπολιτικές σκοπιμότητες για την επιδίωξη πρόσκαιρου κομματικού οφέλους.

Για του λόγου το αληθές, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της Βενεζουέλας, όπου σύσσωμη η αντιπολίτευση ασχολήθηκε με την άσκηση κριτικής στη δήλωση του Πρωθυπουργού και όχι στην κριτική ανάλυση και αξιολόγηση της επέμβασης των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα.

Παρά την ορθή ανάγνωση των διεθνών εξελίξεων από τον Πρωθυπουργό κ. Κυριάκο Μητσοτάκη και τους διαμορφωτές της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, καθώς και την προσπάθεια προσαρμογής της εθνικής στρατηγικής ώστε να ενισχυθεί η θέση της Ελλάδας στις ζώνες επιρροής των μεγάλων δυνάμεων, σύσσωμη η ελληνική αντιπολίτευση επέλεξε να επικεντρωθεί σε μικροκομματικές και λαϊκίστικες αντιδράσεις.

Επίκεντρο αυτών των αντιδράσεων ήταν η αμφισβήτηση της δήλωσης του Πρωθυπουργού σχετικά με τη στήριξη της Ελλάδας στη στρατηγική του Προέδρου Τραμπ στη Βενεζουέλα.

Οι επικρίσεις αυτές ενδέχεται να αποδίδουν πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη στις δυνάμεις που τις υιοθετούν, υπονομεύουν όμως τη στρατηγική αξιοπιστία της χώρας και πλήττουν ευθέως τα εθνικά συμφέροντα.

Στη λογική αυτής της στείρας και άγονης αντιπαράθεσης, αγνοήθηκε ότι η δήλωση του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη υπηρετεί την εθνική στρατηγική και τον διεθνή ρόλο της Ελλάδας, ενισχύει τις διμερείς σχέσεις με κρίσιμους συμμάχους και συμβάλλει στην προάσπιση των ζωτικών ελληνικών συμφερόντων, από την ενεργειακή ασφάλεια μέχρι την περιφερειακή σταθερότητα.

Στο πλαίσιο της κομματικής αντιπαράθεσης και στρέβλωσης της πραγματικότητας, παραβλέπεται συστηματικά ότι η χώρα οφείλει να μετατρέψει τις διεθνείς προκλήσεις σε στρατηγικό πλεονέκτημα για να εδραιώσει τη θέση της σε έναν κόσμο όπου το δίκαιο του ισχυρού καθορίζει πλέον τις εξελίξεις.

Η περίπτωση της Βενεζουέλας δεν μπορεί να αναλυθεί αποκλειστικά ως ζήτημα εσωτερικής πολιτικής ή ως μια ακόμη κρίση διακυβέρνησης στη Λατινική Αμερική.

Η Βενεζουέλα έχει εξελιχθεί σε μια περιφερειακή εστία ανασφάλειας, η οποία υπονομεύει άμεσα τη σταθερότητα και ασφάλεια του Δυτικού Ημισφαιρίου.

Συγκεκριμένα, το αυταρχικό καθεστώς Μαδούρο έχει κατηγορηθεί από την αντιπολίτευση της χώρας και τη διεθνή κοινότητα για εκλογική νοθεία στις εκλογές του 2024, πολιτική βία, συστηματική καταστολή της αντιπολίτευσης και την ύπαρξη χιλιάδων πολιτικών κρατούμενων.

Επιπλέον, αποτελεί τον κύριο υπονομευτή των εθνικών συμφερόντων των ΗΠΑ και των κρίσιμων αμερικανικών προτεραιοτήτων ασφαλείας (εργαλειοποίηση της παράνομης μετανάστευσης, διακρατικό οργανωμένο έγκλημα, διακίνηση ναρκωτικών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες κ.λπ.).

Παράλληλα, έχει αναδειχθεί σε κόμβο ευρύτερων διακρατικών εγκληματικών δραστηριοτήτων, όπως η παράνομη εξόρυξη και εκμετάλλευση φυσικών πόρων, η διακίνηση όπλων, το ξέπλυμα χρήματος, η εμπορία ανθρώπων και η στήριξη τρομοκρατικών οργανώσεων όπως η Χεζμπολάχ, η οποία πολλάκις έχει λάβει χρηματοδότηση και υποστήριξη για την υλοποίηση των δράσεών της.

Υπό το πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να γίνει κατανοητό στην Ελλάδα, ότι η επίκληση του Διεθνούς Δικαίου δεν μπορεί να είναι αποσπασματική ούτε να ενεργοποιείται επιλεκτικά, ανάλογα με το ποιος ασκεί ισχύ στο διεθνές σύστημα ή ποια συγκυρία εξυπηρετεί εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες.

Το Διεθνές Δίκαιο δεν αποτελεί αυτόνομο υποκατάστατο στρατηγικής, αλλά εργαλείο στρατηγικής σταθερότητας, το οποίο οφείλει να εντάσσεται σε ένα συνεκτικό πλαίσιο εξωτερικής πολιτικής που λαμβάνει υπόψη τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων και τις ζωτικές προτεραιότητες ασφαλείας της χώρας.

Διαφορετικά, δεν πρόκειται για υπεράσπιση αρχών, αλλά για ευκαιριακή εργαλειοποίησή τους, με κόστος τη διεθνή αξιοπιστία και τη στρατηγική συνοχή της Ελλάδας.

Το κρίσιμο ερώτημα συνεπώς, δεν είναι αν παραβιάζεται αφηρημένα το διεθνές δίκαιο σε κάθε περίπτωση χρήσης ισχύος, αλλά πώς μια χώρα όπως η Ελλάδα τοποθετείται στρατηγικά σε έναν κόσμο όπου οι σφαίρες επιρροής και η ισχύς καθορίζουν εκ νέου τις διεθνείς εξελίξεις.

Πώς μπορεί να εγκαλείται ο Έλληνας Πρωθυπουργός από την αντιπολίτευση για επιλεκτική επίκληση του διεθνούς δικαίου στην περίπτωση της Βενεζουέλας και την ίδια στιγμή, οι ίδιες πολιτικές δυνάμεις να ασκούν κριτική στον κ. Μητσοτάκη όπου επικαλούμενος τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου κατήγγειλε την Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και στήριξε και στηρίζει τον αδύναμο;

Οι ίδιες δυνάμεις δεν είναι αυτές που κατηγορούν την κυβέρνηση ότι δεν έπρεπε να στηρίξει τον κ. Ζελένσκι και την Ουκρανία για να μην κλονιστούν οι σχέσεις της χώρας με την «παραδοσιακή σύμμαχο» της Ελλάδας, τη Ρωσία;

Την στιγμή που όλοι αυτοί καταγγέλλουν την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ζητούν από τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να κάνει τα στραβά μάτια στην παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και την παράνομη κατοχή ξένους εδάφους με τα όπλα από τη Ρωσία για να μην διαρραγούν οι σχέσεις της Ελλάδας με έναν κατακτητή.

Πότε τελικά, θεωρείται θεμιτή η προσαρμογή της εθνικής στρατηγικής στη διεθνή πραγματικότητα και πότε καταγγέλλεται ως υποχώρηση αξιών, επιλεκτική επίκληση του διεθνούς δικαίου και υποβάθμιση της εθνικής αξιοπρέπειας;

Ακόμη πιο προβληματική είναι η ταύτιση των δυνάμεων που ασκούν κριτική στον Πρωθυπουργό με τις θέσεις και το αφήγημα αναθεωρητικών και αντιδυτικών δυνάμεων, όπως η Ρωσία, το Ιράν, η Βόρεια Κορέα, η Κούβα και η Κίνα, αλλά και τρομοκρατικών οργανώσεων που αμφισβητούν ευθέως τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας, όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ.

Απορία προκαλεί πως η ελληνική αντιπολίτευση ταυτίζεται με τις εν λόγω τρομοκρατικές οργανώσεις που επίσης, κατήγγειλαν την επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα.

Σε ποιο στρατηγικό πλαίσιο εντάσσεται μια αντιπολιτευτική ρητορική που ευθυγραμμίζεται, με δυνάμεις και δίκτυα τα οποία υπονομεύουν τη σταθερότητα σε περιοχές άμεσου ελληνικού ενδιαφέροντος, από την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια και την Ευρώπη;

Τέλος, η περίπτωση της Βενεζουέλας δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένα από τις περιφερειακές διασυνδέσεις της, ούτε από τη στενή συνεργασία του καθεστώτος Μαδούρο με την Τουρκία, η οποία έχει αξιοποιήσει τη χώρα ως εταίρο σε οικονομικό, ενεργειακό και, σύμφωνα με διεθνείς αναφορές, παρακρατικό επίπεδο.

Υπό αυτό το πρίσμα, γεννάται ένα κρίσιμο ερώτημα εθνικής στρατηγικής.

Ποιο ακριβώς εθνικό συμφέρον εξυπηρετεί η ρητορική των δυνάμεων της αντιπολίτευσης όταν υιοθετούν θέσεις που αντικειμενικά ευνοούν έναν γεωπολιτικό άξονα στον οποίο συμμετέχει και η Τουρκία, τη στιγμή που αυτή αμφισβητεί ευθέως την ελληνική κυριαρχία και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο;

Εν κατακλείδι, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να ασκείται ως πεδίο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Απαιτεί στρατηγική συνέπεια, καθαρή ανάγνωση των συσχετισμών ισχύος και κυρίως, νηφάλια στάθμιση του εθνικού συμφέροντος σε έναν διεθνή χώρο όπου το δίκαιο του ισχυρού, είτε μας αρέσει είτε όχι, καθορίζει ολοένα και περισσότερο τις εξελίξεις.

Σε μια περίοδο που οι περιορισμοί στη χρήση ισχύος χαλαρώνουν, κράτη όπως η Ελλάδα που βρίσκονται κοντά ή εντός ζωνών επιρροής αναθεωρητικών δυνάμεων (π.χ. Τουρκία), αν εθελοτυφλούν και δεν αντιλαμβάνονται τη δυναμική των διεθνών εξελίξεων εκτίθενται σε μεγάλο κίνδυνο.

Όταν οι θέσεις σου ταυτίζονται, στην προσπάθεια υποστήριξης του αυταρχικού καθεστώτος Μαδούρο, με την Τουρκία η οποία διατυπώνει ανοιχτά και απροκάλυπτα τις αναθεωρητικές της φιλοδοξίες μέσω του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» και αξιοποιεί τη ρευστότητα του διεθνούς συστήματος για να διευρύνει τον στρατηγικό της χώρο, τότε υπάρχει δομικό πρόβλημα εξωτερικής πολιτικής.

Το ζήτημα δεν είναι πλέον η επίκληση των αρχών του Διεθνούς Δικαίου, αλλά η απουσία στρατηγικής επίγνωσης των πραγματικών συσχετισμών ισχύος και των συνεπειών που αυτοί παράγουν για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.

Η ελληνική στάση δεν συνιστά νομιμοποίηση κάθε μονομερούς ενέργειας, αλλά αναγνώριση ότι στο παρόν διεθνές περιβάλλον η διατήρηση ισχυρών συμμαχιών αποτελεί προϋπόθεση εθνικής ασφάλειας και πολλαπλασιαστή της στρατηγικής ισχύος της χώρας.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η επίκληση του διεθνούς δικαίου παύει να λειτουργεί ως στρατηγικό εργαλείο και μετατρέπεται σε άλλοθι πολιτικής αδράνειας, με άμεσες συνέπειες για τη γεωπολιτική θέση και την αξιοπιστία της Ελλάδας στο νέο περιβάλλον ισχύος.

Η ελληνική κυβέρνηση, στο πλαίσιο της υπεύθυνης εξωτερικής πολιτικής, δεν επιλέγει ανάμεσα σε αρχές και ρεαλισμό, αλλά αναζητά τη διατήρηση ισχυρών συμμαχιών ως προϋπόθεση για την εθνική ασφάλεια.

Σε ένα διεθνές σύστημα όπου η ισχύς επανέρχεται ως κυρίαρχος ρυθμιστής των εξελίξεων, η στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελεί αντικειμενικά πολλαπλασιαστή ισχύος και παράγοντα σταθερότητας για τα ελληνικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο, το Αιγαίο και την ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Η δημόσια στήριξη της Ουάσιγκτον σε κρίσιμες συγκυρίες δεν συνιστά ιδεολογική ταύτιση, αλλά συνειδητή επιλογή στρατηγικής ευθυγράμμισης, με γνώμονα τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων και την προάσπιση του εθνικού συμφέροντος.

Η νέα αμερικανική στρατηγική εθνικής ασφάλειας αφήνει σαφές περιθώριο για χώρες που αναλαμβάνουν μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλεια των περιφερειών τους να τύχουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης σε τομείς όπως η άμυνα, η τεχνολογία και το εμπόριο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαμηνύουν πλέον, ότι η στήριξη των συμμάχων δεν θα είναι αυτόματη, αλλά συνδεδεμένη με τη συμβολή τους στη διατήρηση των περιφερειακών ισορροπιών ισχύος, την ενίσχυση των αμυντικών τους δυνατοτήτων και την ευθυγράμμισή τους με τις στρατηγικές προτεραιότητες της Ουάσιγκτον.

Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα έχει ήδη προβεί σε κινήσεις που την κατατάσσουν στους συμμάχους που αναλαμβάνουν ουσιαστικό βάρος ασφάλειας, ιδίως μέσω της αύξησης των αμυντικών δαπανών, της φιλοξενίας κρίσιμων στρατιωτικών υποδομών και της ενίσχυσης της διαλειτουργικότητας με τις αμερικανικές και συμμαχικές δυνάμεις.

Ταυτόχρονα, η αμερικανική στρατηγική λειτουργεί και ως σαφές οδικός χάρτης για τα επόμενα βήματα της Ελλάδας.

Δηλαδή την βαθύτερη σύνδεση της άμυνας, της τεχνολογίας και της βιομηχανικής βάσης, τον ενεργό ρόλο στην ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων και την μεγαλύτερη ανάληψη περιφερειακών ευθυνών.

Υπό αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα μπορεί να αναδειχθεί σε πυλώνα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, σε κόμβο ενέργειας και logistics και σε αξιόπιστο εταίρο που δεν ζητά απλώς εγγυήσεις ασφαλείας, αλλά συμβάλλει έμπρακτα στη διαμόρφωση της περιφερειακής ασφάλειας.

Πρόκειται για στρατηγική επιλογή που ενισχύει τη διαπραγματευτική ισχύ της χώρας και όχι για ιδεολογική και θεσμική ευθυγράμμιση.

Κοντολογίς, σε ένα κόσμο λιγότερο θεσμικό, περισσότερο ανταγωνιστικό και σαφώς πιο επικίνδυνο, η πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι να κρίνει τις εξελίξεις ηθικά και θεσμικά, αλλά να τις αξιολογεί και κατανοεί στρατηγικά.

Η μετάβαση σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί το δίκαιο του ισχυρού δεν είναι επιλογή της Ελλάδας.

Είναι όμως, στρατηγική επιλογή της αν θα προσαρμοστεί έγκαιρα ή αν θα αιφνιδιαστεί.

Σε αυτή τη νέα εποχή, η ασφάλεια δεν εξασφαλίζεται με ευχολόγια και ηθικολογίες, αλλά με στρατηγικό ρεαλισμό, συνέπεια και ισχύ.

Το κόστος της μη προσαρμογής μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο από το κόστος της έγκαιρης δράσης.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

GEOPOLITICO

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ και εξετάζει τη σύγκρουση συμφερόντων γύρω από το LNG και τον Κάθετο Διάδρομο.

Δημοσιεύτηκε

στις

Τις εξελίξεις γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, τον ανταγωνισμό για τη διακίνηση φυσικού αερίου προς την Ευρώπη και την ενίσχυση της συνεργασίας με την Ινδία ανέδειξε ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στην εκπομπή «Direct News». Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκε η ανάγκη η Αθήνα να προχωρήσει τους ενεργειακούς και αμυντικούς σχεδιασμούς της, απέναντι στην προσπάθεια της Άγκυρας να ενισχύσει τον περιφερειακό της ρόλο.

Κεντρικό θέμα αποτέλεσε η πληροφορία που μετέφερε ο παρουσιαστής για την υποβολή αιτήματος από τη Nexans προς τις ελληνικές αρχές, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία έκδοσης NAVTEX για τις εργασίες του Great Sea Interconnector.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε, ακολουθεί η εξέταση του αιτήματος από την αρμόδια διυπουργική επιτροπή, η εισήγηση προς τον υπουργό Εξωτερικών και, μετά την έγκριση, η προώθησή του στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την έκδοση της σχετικής αναγγελίας. Ο ίδιος τοποθέτησε τις πιθανές εξελίξεις στα τέλη Οκτωβρίου ή στις αρχές Νοεμβρίου, επικαλούμενος πληροφορίες από πηγές του.

Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας υποστήριξε επίσης ότι, βάσει της ενημέρωσης που διαθέτει, δεν έχει υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα αδειοδότησης προς την Τουρκία. Περιέγραψε ως διαφορετικό ζήτημα την ενημέρωση των χωρών της περιοχής για τις εργασίες και κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει στο επόμενο βήμα, χωρίς να αφήσει περιθώριο επιβολής τουρκικών απαιτήσεων.

Η ενεργειακή σύγκρουση πίσω από τη διπλωματία

Μεγάλο μέρος της εκπομπής αφιερώθηκε στην αναφερόμενη απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα και στον τρόπο με τον οποίο την παρουσίασαν τουρκικά μέσα ενημέρωσης.

Ο παρουσιαστής μετέφερε δημοσιεύματα της Hürriyet και του Haber Global, επισημαίνοντας ότι επιχειρούν να συνδέσουν την εξέλιξη με ενδεχόμενη υποβάθμιση της Ελλάδας και αλλαγή των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι αυτή αποτελεί τουρκική ανάγνωση και δεν αποδεικνύει από μόνη της μεταστροφή της αμερικανικής πολιτικής.

Στη δική του ανάλυση, το ουσιαστικό διακύβευμα βρίσκεται στον ανταγωνισμό για το LNG και στις υποδομές μεταφοράς φυσικού αερίου προς την ευρωπαϊκή αγορά. Συνέδεσε τον ελληνικό Κάθετο Διάδρομο με τις κινήσεις της τουρκικής BOTAŞ και τις συνεργασίες της με αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες, εκτιμώντας ότι η Άγκυρα επιδιώκει μεγαλύτερο μερίδιο στη διακίνηση και εμπορία αερίου.

Η Τουρκία, όπως ανέφερε, επιχειρεί να αξιοποιήσει αγωγούς, εγκαταστάσεις LNG, αποθηκευτικούς χώρους και διασυνδέσεις, ώστε να εξελιχθεί σε περιφερειακό κέντρο αναδιανομής ενέργειας. Κατά τον ίδιο, αυτή η επιδίωξη δημιουργεί ανταγωνιστικές πιέσεις προς τους ελληνικούς σχεδιασμούς.

Παράλληλα, εξέφρασε ανησυχία για το ενδεχόμενο παρατεταμένης μεταβατικής περιόδου στην αμερικανική πρεσβεία. Αντιπαρέβαλε την πολιτική πρόσβαση που αποδίδει στον Τομ Μπάρακ στην Άγκυρα με την ανάγκη η Αθήνα να διαθέτει συνομιλητή με εμπειρία και επιρροή στην Ουάσιγκτον.

Στο πλαίσιο της συζήτησης για πιθανή διαδοχή, αναφέρθηκε στα ονόματα των Γκας Μπιλιράκη, Τζον Κατσιματίδη και Τζον Τζορτζ, παρουσιάζοντάς τα ως ονόματα που ακούγονται και εκφράζοντας προτίμηση για τον Μπιλιράκη.

Ελλάδα, Κύπρος και Ινδία: Από τις επαφές στη βιομηχανική συνεργασία

Ξεχωριστή θέση είχε η προσέγγιση Ελλάδας–Ινδίας, με αφορμή τις επαφές του Ινδού αξιωματούχου Ρατζές Κουμάρ Σινγκ στην Αθήνα, έπειτα από την παρουσία του στην Κύπρο.

Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας αναφέρθηκε στη συνάντηση με τον Θανάση Δαβάκη και στην επίσκεψη στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας, δίνοντας έμφαση στις συζητήσεις για την αμυντική βιομηχανία και την ανάπτυξη κοινών πρωτοβουλιών. Εκτίμησε ότι η συνεργασία μπορεί να αποκτήσει συγκεκριμένο τεχνολογικό και βιομηχανικό περιεχόμενο, ακόμη και μέσα από συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων.

Για την κυπριακή διάσταση, στάθηκε στην επίσκεψη του Ινδού αξιωματούχου στην Πράσινη Γραμμή και στην προβολή εικόνων από τη διχοτομημένη Λευκωσία σε ινδικά μέσα. Κατά την εκτίμησή του, η ανάδειξη των συνεπειών της τουρκικής εισβολής έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.

Συνέδεσε, επίσης, τις αμυντικές επαφές με τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, τον IMEC. Υποστήριξε ότι το Νέο Δελχί αντιμετωπίζει την Ελλάδα και την Κύπρο ως κρίσιμους εταίρους για την πρόσβασή του στην ευρωπαϊκή αγορά, μέσα από ένα πλέγμα λιμενικών, εμπορικών και στρατηγικών συνεργασιών.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη Θεσσαλονίκη, την οποία παρουσίασε ως λιμάνι που διεκδικεί σημαντικό ρόλο στη μεταφορά ινδικών εμπορευμάτων προς τα Βαλκάνια. Τόνισε, πάντως, ότι ένας τέτοιος σχεδιασμός προϋποθέτει αναβάθμιση των υποδομών και αξιόπιστη εμπορευματική σιδηροδρομική σύνδεση.

Τριβές ανάμεσα σε Άγκυρα και Μπακού

Η εκπομπή εξέτασε ακόμη τις εντάσεις που, σύμφωνα με τον παρουσιαστή, καταγράφονται στις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν, με αφορμή το ζήτημα της μαντίλας στα σχολεία.

Ο ίδιος περιέγραψε αντιδράσεις από τουρκικούς κυβερνητικούς κύκλους και απαντήσεις από την αζερική πλευρά, η οποία επικαλείται τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και απορρίπτει παρεμβάσεις στα εσωτερικά της. Εκτίμησε ότι η αντιπαράθεση αναδεικνύει όρια στην τουρκική επιρροή επί του Μπακού.

Ταυτόχρονα, απέρριψε τις αναφορές περί πραξικοπήματος και καθόδου στρατού στους δρόμους, αναφέροντας ότι σχετικά βίντεο που κυκλοφόρησαν ήταν προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης. Οι τριβές που περιέγραψε παρουσιάστηκαν ως ένδειξη πίεσης στη σχέση των δύο χωρών, χωρίς να τεκμηριώνουν από μόνες τους οριστική στρατηγική ρήξη.

Ο Καπετανίδης στην Israel Hayom και η αμυντική σχέση με το Ισραήλ

Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στάθηκε ιδιαίτερα στο άρθρο του αρχισυντάκτη του Geopolitico.gr, Χρήστου Κωνσταντινίδη, στην Israel Hayom, με αναφορά στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και στην ιστορία του Νίκου Καπετανίδη.

Ανέδειξε τη σημασία της παρουσίασης σε ισραηλινό μέσο της δράσης του Πόντιου δημοσιογράφου, ο οποίος κατέγραφε τις διώξεις και τις σφαγές και οδηγήθηκε στην αγχόνη από το κεμαλικό καθεστώς. Αναφέρθηκε επίσης στην παρουσία του Τοπάλ Οσμάν στο άρθρο και στη σύνδεσή του με τη βία σε βάρος ελληνικών και αρμενικών πληθυσμών.

Στη συνέχεια παρουσίασε βασικά σημεία ανάλυσης του Σάι Γκαλ για την αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ, δίνοντας έμφαση στην εκτίμηση ότι η Ελλάδα αποκτά ευρύτερο στρατηγικό και βιομηχανικό ρόλο, πέρα από την αγορά εξοπλισμών.

Χρήστος Κωνσταντινίδης: Η Τουρκία αρνείται να λογοδοτήσει για τα δικά της εγκλήματα

Λιβύη και «Γαλάζια Πατρίδα»

Στο κλείσιμο, ο παρουσιαστής εξέφρασε ανησυχία για τις εξελίξεις στη Λιβύη και το ενδεχόμενο περαιτέρω κινήσεων γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Κάλεσε την Αθήνα να αξιοποιήσει τη διπλωματική της επιρροή και τον ρόλο της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τέλος, μετέφερε πληροφορίες για χρονική μετάθεση του τουρκικού νομοσχεδίου περί «Γαλάζιας Πατρίδας», συνδέοντάς την με την αναμονή των ελληνικών αποφάσεων για τον GSI. Κατά την εκτίμησή του, η αναβολή αποτελεί τακτικό χειρισμό της Άγκυρας, η οποία παρακολουθεί τις επόμενες κινήσεις της Αθήνας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που θα συνδέει πολιτισμό, παραγωγή, υποδομές και αποτροπή βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης.

Δημοσιεύτηκε

στις

Την απόσταση ανάμεσα στους επαίνους για τον ελληνικό πολιτισμό και στην έμπρακτη υποστήριξη των ελληνικών θέσεων ανέδειξαν ο Σταύρος Καλεντερίδης και η Μάγδα Αθανασιάδου στην εκπομπή της 14ης Οκτωβρίου. Με αφετηρία την ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα, η συζήτηση επεκτάθηκε στον ανταγωνισμό για τους εμπορικούς και ενεργειακούς διαδρόμους και στον κίνδυνο η Ελλάδα να περιοριστεί σε έναν δευτερεύοντα μεταφορικό ρόλο στον IMEC.

Η Αθανασιάδου, εκπαιδευτικός και υποψήφια διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, υποστήριξε ότι η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί συντελεστή εθνικής ισχύος. Η αξιοποίησή της, όμως, προϋποθέτει ένα κράτος που μπορεί να τη συνδέσει με συγκεκριμένες πολιτικές, παραγωγική οικονομία και υπεράσπιση της κυριαρχίας του.

Η ελληνική κληρονομιά ως εργαλείο πολιτικής

Αναλύοντας την ομιλία Ρούμπιο, η προσκεκλημένη επισήμανε ότι η επίκληση της αρχαίας Ελλάδας από ξένες δυνάμεις υπηρετεί συχνά σύγχρονες πολιτικές επιδιώξεις. Στη δική της ανάγνωση, ο Αμερικανός υπουργός αξιοποίησε έννοιες όπως η δημοκρατία, η αριστεία, η φιλοπατρία και η θυσία, συνδέοντάς τες με τον διεθνή ρόλο των ΗΠΑ.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σημασία της αριστείας στην αρχαία ελληνική πόλη. Όπως εξήγησε, οι ξεχωριστές ικανότητες ενός ανθρώπου αποκτούσαν αξία μέσα από την υπηρεσία προς την κοινότητα. Η διάκριση αυτή, κατά την ίδια, είναι απαραίτητη για να κατανοηθεί το περιεχόμενο των αρχαιοελληνικών αναφορών και να αποφεύγεται η προσαρμογή τους στις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες.

Ο Καλεντερίδης συνέδεσε τη συζήτηση με τη χρήση του όρου «αριστεία» στην ελληνική πολιτική ζωή, ασκώντας έντονη κριτική στην κυβέρνηση για την απόσταση που, όπως υποστήριξε, χωρίζει τη σχετική ρητορική από την πραγματικότητα.

Η κριτική για Κύπρο και ελληνοτουρκικά

Το βασικό σημείο της κριτικής της Αθανασιάδου ήταν ότι οι αναφορές στην εθνική ταυτότητα και στην υπεράσπιση των συμφερόντων των κρατών δεν συνοδεύτηκαν, κατά την εκτίμησή της, από αντίστοιχες σαφείς τοποθετήσεις υπέρ των ελληνικών θέσεων.

Η ίδια χαρακτήρισε τις απαντήσεις Ρούμπιο στα ελληνοτουρκικά ως τήρηση ίσων αποστάσεων και επέκρινε την απουσία σαφούς αναφοράς στη στρατιωτική κατοχή στην Κύπρο και στα θαλάσσια δικαιώματα των νησιών. Υποστήριξε ότι η γενική προτροπή για αποφυγή σύγκρουσης αφήνει εκτός συζήτησης ήδη συντελεσμένες παραβιάσεις και τις συνέπειές τους.

Ο Καλεντερίδης συμφώνησε με αυτή την αποτίμηση, τονίζοντας την αντίφαση που εντοπίζει ανάμεσα στην αξιοποίηση του ελληνικού πολιτιστικού συμβολισμού και στην αντιμετώπιση των ελληνικών ζητημάτων κυριαρχίας.

Η Αθανασιάδου έστρεψε, πάντως, το βάρος στην ελληνική ευθύνη. Η στάση των ξένων δυνάμεων πρέπει να οδηγεί τη χώρα σε καλύτερη οργάνωση της δικής της στρατηγικής. Η ιστορική κληρονομιά, όπως σημείωσε, οφείλει να λειτουργεί ως οδηγός για το παρόν και το μέλλον, αποφεύγοντας την προγονοπληξία και την αυτάρκεια των επαίνων.

IMEC: Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος σχεδιάζει

Στο δεύτερο μεγάλο σκέλος της εκπομπής, οι δύο συνομιλητές συζήτησαν τον διάδρομο διασύνδεσης Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης και τη θέση που μπορεί να διεκδικήσει η Ελλάδα.

Ο Καλεντερίδης εξέφρασε ανησυχία για αναλύσεις και σχεδιασμούς που, όπως ανέφερε, αναδεικνύουν την Ιταλία και την Τεργέστη, παραμερίζοντας την ελληνική διαδρομή. Συνέδεσε αυτόν τον κίνδυνο με την κατάσταση του ελληνικού σιδηροδρόμου, επιρρίπτοντας βαριές πολιτικές ευθύνες στην κυβέρνηση για τις ελλείψεις του δικτύου και την τραγωδία των Τεμπών.

Η Αθανασιάδου επικεντρώθηκε στο περιεχόμενο της ελληνικής συμμετοχής. Με βάση τις αναλύσεις που επικαλέστηκε, ο IMEC αφορά ένα σύνθετο σύστημα μεταφορών, τεχνολογίας, ψηφιακών υποδομών και ασφάλειας. Συνεπώς, το ζητούμενο για μια χώρα είναι να έχει λόγο στις υπηρεσίες, στα πρότυπα και στις τεχνολογικές συνεργασίες που θα καθορίζουν τη λειτουργία του.

«Αν γίνουμε το γαϊδουράκι του IMEC», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τον κίνδυνο μιας συμμετοχής περιορισμένης στη μεταφορά φορτίων. Στην ανάλυσή της, η γεωγραφική θέση χρειάζεται υποδομές, τεχνογνωσία και δυνατότητα προστασίας τους για να αποδώσει ουσιαστικό στρατηγικό όφελος.

Οι επιφυλάξεις για τα σενάρια γύρω από την Γκίλφοϊλ

Η συζήτηση επεκτάθηκε στον Κάθετο Διάδρομο και στα σενάρια που ο Καλεντερίδης συνέδεσε με την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και ανταγωνιστικά συμφέροντα στην περιοχή.

Η Αθανασιάδου διατύπωσε ρητή επιφύλαξη ως προς την εξαγωγή συμπερασμάτων για παρασκηνιακές μεθοδεύσεις. Επισήμανε ότι δεν διαθέτει πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων και ότι ούτε τα δημοσιεύματα που συζητούν τέτοια ενδεχόμενα επιτρέπουν βεβαιότητες. Έθεσε ως ουσιαστικό ερώτημα το πώς δρα η ίδια η Ελλάδα μέσα σε αυτόν τον ανταγωνισμό.

Πολιτισμός, παραγωγή και αποτροπή

Επικαλούμενη τη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη, η προσκεκλημένη υποστήριξε ότι η οικονομία, η πολιτική και η στρατιωτική ισχύς συνδέονται στενά. Έδωσε έμφαση στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στην αμυντική βιομηχανία, στην έρευνα και στην καινοτομία, καθώς και στην ανάγκη ενός κράτους ικανού να αποτρέπει τον πόλεμο.

Παράλληλα, ανέδειξε τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, τη συνεργασία με την ομογένεια, τα θερινά σχολεία και τις πανεπιστημιακές ανταλλαγές ως πεδία άσκησης πολιτιστικής πολιτικής. Ο Καλεντερίδης μετέφερε σχετικές εμπειρίες από τη Βοστόνη, περιγράφοντας ενδιαφέρον ακαδημαϊκών για συνεργασίες στην Ελλάδα και εμπόδια στην υλοποίησή τους.

Ξεχωριστή αναφορά έγινε στη Θεσσαλονίκη και στις δυνατότητές της ως βαλκανικού κέντρου εκπαίδευσης και συνεργασίας. Η Αθανασιάδου συνέδεσε αυτές τις προοπτικές με τη λειτουργία των μεταφορικών υποδομών και την αξιοποίηση των νέων επιστημόνων. Η θέση που διατύπωσε ήταν σαφής: ο πολιτισμός αποτελεί οργανικό μέρος της εθνικής στρατηγικής και χρειάζεται θεσμούς, ανθρώπους και υποδομές για να μετατραπεί σε ισχύ.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και τα ναρκωτικά μέχρι τον χρυσό, τους πολύτιμους λίθους και τα όπλα, τα δίκτυα λαθρεμπορίου στις παραμεθόριες περιοχές Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν φέρονται να λειτουργούν με την ανοχή ή και τη συμμετοχή παραγόντων των κρατικών μηχανισμών. Η παράνομη οικονομία δεν αποτελεί απλώς εγκληματική δραστηριότητα, αλλά μηχανισμό επιβίωσης, πολιτικής επιρροής και ελέγχου ολόκληρων περιοχών.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια διαφορετική διάσταση του λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν αναδεικνύει ο αναλυτής πληροφοριών και ειδικός σε ζητήματα αντιτρομοκρατίας Ajmal Sohail, σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στις 14 Οκτωβρίου 2026 στο EurAsia Review.

Με τίτλο «Why Powerful Interests Continue To Protect Smuggling Networks Across Iran, Pakistan, And Afghanistan», ο Sohail υποστηρίζει ότι το λαθρεμπόριο στην περιοχή δεν επιβιώνει μόνο εξαιτίας της αδυναμίας των κρατών να ελέγξουν τα σύνορά τους. Αντιθέτως, σύμφωνα με την ανάλυσή του, έχει εξελιχθεί σε μια παραοικονομία που εξυπηρετεί οικονομικά, πολιτικά και στρατηγικά συμφέροντα ισχυρών παραγόντων.

Το σημαντικότερο στοιχείο της προσέγγισής του είναι ότι αμφισβητεί την παραδοσιακή αντίληψη σύμφωνα με την οποία τα κράτη επιθυμούν να καταπολεμήσουν το λαθρεμπόριο, αλλά δεν διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα.

Όπως υποστηρίζει, σε αρκετές περιπτώσεις τμήματα της κρατικής διοίκησης, των τελωνειακών υπηρεσιών και των μηχανισμών ασφαλείας αποκομίζουν οφέλη από τη διατήρηση αυτής της κατάστασης.

Βαλουχιστάν: Η καρδιά μιας τεράστιας παράνομης οικονομίας

Στο επίκεντρο βρίσκεται το Βαλουχιστάν, η εκτεταμένη περιοχή που συνδέει γεωγραφικά το Πακιστάν με το Ιράν και το Αφγανιστάν.

Πρόκειται για έναν χώρο ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, ο οποίος χαρακτηρίζεται από οικονομική υπανάπτυξη, περιορισμένη κρατική παρουσία, εθνοτικές και φυλετικές αντιπαραθέσεις και μακροχρόνια δράση ένοπλων οργανώσεων.

Σύμφωνα με το EurAsia Review, μέσα σε αυτό το περιβάλλον έχουν δημιουργηθεί δίκτυα που διακινούν καύσιμα, ναρκωτικά, όπλα, ξυλεία, πολύτιμους λίθους, χρυσό, μάρμαρο και άλλα εμπορεύματα.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο Bahramcha, στην αφγανική επαρχία Χελμάντ, καθώς και στον διάδρομο Shin Nari, στην περιοχή Arghistan του Αφγανιστάν. Τα συγκεκριμένα σημεία περιγράφονται ως σημαντικοί κόμβοι που συνδέουν τοπικούς διακινητές με μεγαλύτερα περιφερειακά και διεθνή εμπορικά δίκτυα.

Η ιδιαιτερότητα αυτών των κυκλωμάτων είναι η δυνατότητά τους να προσαρμόζονται στις επιχειρήσεις καταστολής.

Όταν οι αρχές ενισχύουν τους ελέγχους στο λαθρεμπόριο καυσίμων, οι διακινητές μπορούν να στραφούν σε άλλες πηγές κέρδους, όπως οι πολύτιμοι λίθοι ή τα μεταλλεύματα. Όταν αυξάνεται η πίεση στη διακίνηση ναρκωτικών, ενισχύεται η δραστηριότητα σε διαφορετικούς τομείς του παράνομου εμπορίου.

Αυτή η διαφοροποίηση, επισημαίνει ο αναλυτής, καθιστά τα δίκτυα εξαιρετικά ανθεκτικά.

Οι καταγγελίες για εμπλοκή στρατιωτικών και υπηρεσιών ασφαλείας

Το πλέον αιχμηρό σημείο του δημοσιεύματος αφορά τον ρόλο κρατικών παραγόντων στην προστασία του λαθρεμπορίου.

Ο Sohail υποστηρίζει ότι η διακίνηση μεγάλων φορτίων καυσίμων, ξυλείας, χρυσού και άλλων εμπορευμάτων μέσα από αυστηρά επιτηρούμενες παραμεθόριες ζώνες δύσκολα θα μπορούσε να πραγματοποιείται σε τέτοια κλίμακα χωρίς κάποιο επίπεδο θεσμικής ανοχής.

Κατά την εκτίμησή του, τμήματα τοπικών διοικήσεων, συνοριακών δυνάμεων, τελωνείων, υπηρεσιών πληροφοριών και παραγόντων που συνδέονται με στρατιωτικούς μηχανισμούς ενδέχεται να αποκομίζουν οφέλη από τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα.

Οι μηχανισμοί που περιγράφει περιλαμβάνουν τη διαφθορά, την επιλεκτική εφαρμογή της νομοθεσίας, την άτυπη φορολόγηση παράνομων φορτίων και την πολιτική προστασία συγκεκριμένων δικτύων.

Ιδιαίτερα στο πακιστανικό Βαλουχιστάν, ο αναλυτής υποστηρίζει ότι ορισμένοι παράγοντες ασφαλείας μπορεί να αντιμετωπίζουν το λαθρεμπόριο όχι μόνο ως πηγή οικονομικού κέρδους, αλλά και ως εργαλείο διαχείρισης των σχέσεων με τοπικές φυλές και ομάδες επιρροής.

Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται μια αντίφαση: ενώ επισήμως το πακιστανικό κράτος χαρακτηρίζει το λαθρεμπόριο απειλή για την εθνική ασφάλεια, ορισμένοι παράγοντες φέρονται να θεωρούν ότι η παράνομη οικονομία συμβάλλει στη διατήρηση τοπικών ισορροπιών.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο αποτελεί ανάλυση γνώμης και δεν παραθέτει συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις ή ονομαστικά στοιχεία αξιωματούχων που να αποδεικνύουν κάθε επιμέρους ισχυρισμό περί εμπλοκής κρατικών υπηρεσιών.

Γιατί οι επιχειρήσεις καταστολής δεν έχουν μόνιμο αποτέλεσμα

Σύμφωνα με τον Sohail, η διατήρηση αυτών των συμφερόντων εξηγεί γιατί πολλές επιχειρήσεις κατά του λαθρεμπορίου αποδεικνύονται προσωρινές.

Οι αρχές ανακοινώνουν συλλήψεις, κατασχέσεις και εντατικοποίηση των συνοριακών ελέγχων, ωστόσο οι υποδομές και οι σχέσεις που επιτρέπουν στο παράνομο εμπόριο να λειτουργεί συχνά παραμένουν άθικτες.

Οι διακινητές αλλάζουν διαδρομές, χρησιμοποιούν νέους μεσάζοντες και μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους σε γειτονικές περιοχές.

Κατά τον αναλυτή, αυτό το φαινόμενο μπορεί να υποδηλώνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο πραγματικός στόχος δεν είναι η πλήρης εξάλειψη του λαθρεμπορίου, αλλά ο έλεγχος και η ρύθμισή του από όσους διαθέτουν ισχύ στο τοπικό σύστημα.

Ιρανικά καύσιμα, χρυσός και πολύτιμοι λίθοι

Σημαντικό οικονομικό σκέλος της παράνομης δραστηριότητας αποτελεί η διακίνηση ιρανικών καυσίμων προς το Πακιστάν.

Η διαφορά στις τιμές και οι ιδιαίτερες συνθήκες της περιφερειακής αγοράς δημιουργούν κίνητρα για τη μεταφορά καυσίμων εκτός των νόμιμων εμπορικών μηχανισμών.

Ο Sohail επισημαίνει ότι η δραστηριότητα αυτή υπονομεύει την επίσημη αγορά ενέργειας του Πακιστάν, ενώ δημιουργεί σημαντικά έσοδα για τα δίκτυα των διακινητών.

Παράλληλα, ο χρυσός και οι πολύτιμοι λίθοι προσφέρουν δυνατότητες αποθήκευσης πλούτου και μεταφοράς αξίας έξω από το τραπεζικό σύστημα.

Αυτή η πρακτική έχει ιδιαίτερη σημασία για οικονομικούς παράγοντες που επιδιώκουν να παρακάμψουν χρηματοπιστωτικούς περιορισμούς ή κυρώσεις.

Το παράνομο εμπόριο ξυλείας, μαρμάρου και όνυχα συμπληρώνει την εικόνα μιας οικονομίας που λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό εκτός των επίσημων φορολογικών και ρυθμιστικών μηχανισμών.

Η σύνδεση του λαθρεμπορίου με τις ένοπλες οργανώσεις

Η ανάλυση προχωρά πέρα από το οικονομικό επίπεδο και εξετάζει τις επιπτώσεις στην περιφερειακή ασφάλεια.

Οι ίδιοι διάδρομοι που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά εμπορευμάτων μπορούν να αξιοποιηθούν για τη διακίνηση όπλων, χρημάτων και προσώπων που σχετίζονται με ένοπλες ή εξτρεμιστικές οργανώσεις.

Σύμφωνα με τον Sohail, τα εγκληματικά κυκλώματα και οι βίαιοι μη κρατικοί δρώντες δεν λειτουργούν πάντοτε ανεξάρτητα μεταξύ τους.

Μπορούν να χρησιμοποιούν κοινές υποδομές μεταφορών, άτυπα χρηματοπιστωτικά συστήματα, μεσάζοντες και διεφθαρμένους κρατικούς παράγοντες.

Αυτό σημαίνει ότι η παράνομη οικονομία μπορεί να δημιουργεί ένα περιβάλλον από το οποίο επωφελούνται οργανώσεις που επιδιώκουν την αποσταθεροποίηση της περιοχής.

Δεν συνεπάγεται, πάντως, ότι κάθε διακινητής ή κάθε τοπική κοινότητα που εξαρτάται από το άτυπο εμπόριο συνδέεται με την τρομοκρατία. Η ανάλυση αναδεικνύει κυρίως την ύπαρξη κοινών διαδρομών και μηχανισμών που μπορούν να αξιοποιηθούν από διαφορετικούς παράνομους δρώντες.

Το μεγάλο παράδοξο: Το λαθρεμπόριο ως μέσο επιβίωσης

Μία από τις σημαντικότερες επισημάνσεις του άρθρου αφορά την κοινωνική διάσταση του φαινομένου.

Σε πολλές παραμεθόριες περιοχές, η επίσημη οικονομία δεν μπορεί να προσφέρει επαρκείς θέσεις εργασίας ή σταθερά εισοδήματα.

Ως αποτέλεσμα, χιλιάδες οικογένειες εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από το διασυνοριακό εμπόριο, τις μεταφορές, τις αποθήκες, τις υπηρεσίες προστασίας και τα άτυπα χρηματοπιστωτικά δίκτυα.

Η ξαφνική εξάλειψη αυτών των δραστηριοτήτων, χωρίς τη δημιουργία νόμιμων οικονομικών εναλλακτικών, θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές κοινωνικές αντιδράσεις.

Κατά τον Sohail, αυτή η εξάρτηση αποτελεί ακόμη έναν λόγο για τον οποίο κρατικοί και τοπικοί παράγοντες αποφεύγουν την πλήρη σύγκρουση με το παράνομο οικονομικό σύστημα.

Μία εκτεταμένη καταστολή θα μπορούσε να στερήσει το εισόδημα από ολόκληρες κοινότητες και να ενισχύσει τις δυνατότητες στρατολόγησης εγκληματικών ή ένοπλων οργανώσεων.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα σύνορα, αλλά η διακυβέρνηση

Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι το λαθρεμπόριο στη μεθόριο Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με περισσότερες περιπολίες, συνοριακούς φράχτες και συλλήψεις.

Ο αναλυτής θεωρεί αναγκαία τη δημιουργία πραγματικών μηχανισμών λογοδοσίας, την αντιμετώπιση των σχέσεων διαφθοράς και πολιτικής προστασίας, καθώς και την ανάπτυξη νόμιμων οικονομικών δραστηριοτήτων στις παραμεθόριες περιοχές.

Η γεωπολιτική σημασία αυτής της προσέγγισης είναι ιδιαίτερη.

Σε μια περιοχή όπου συνυπάρχουν μακροχρόνιες συγκρούσεις, αδύναμοι διοικητικοί μηχανισμοί, ισχυρές τοπικές δομές εξουσίας και διεθνή οικονομικά συμφέροντα, το λαθρεμπόριο μπορεί να λειτουργεί ως παράλληλο σύστημα διακυβέρνησης.

Δεν αποτελεί απλώς μια παρανομία που διαπράττεται εναντίον του κράτους. Σύμφωνα με τον Sohail, σε ορισμένες περιπτώσεις συντηρείται ακριβώς επειδή εξυπηρετεί συμφέροντα ανθρώπων που βρίσκονται κοντά στους μηχανισμούς κρατικής εξουσίας.

Το κεντρικό ερώτημα που θέτει το δημοσίευμα δεν είναι γιατί οι κυβερνήσεις αδυνατούν να σταματήσουν τα κυκλώματα, αλλά ποιοι ωφελούνται από τη διατήρησή τους.

Και όσο οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που τα προστατεύουν παραμένουν αναλλοίωτες, το τρίγωνο Ιράν–Πακιστάν–Αφγανιστάν θα εξακολουθεί, κατά την εκτίμηση του αναλυτή, να αποτελεί χώρο όπου το οργανωμένο έγκλημα, η τοπική εξουσία και οι ανάγκες επιβίωσης των πληθυσμών διαπλέκονται.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός8 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις8 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή