Αναλύσεις
Η Ελλάδα σε ένα κόσμο που κυριαρχεί το δίκαιο του ισχυρού
Σε αυτή τη νέα εποχή, η ασφάλεια δεν εξασφαλίζεται με ευχολόγια και ηθικολογίες, αλλά με στρατηγικό ρεαλισμό, συνέπεια και ισχύ.
Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος
Όπως έχω επισημάνει σε προηγούμενο άρθρο μου, με τίτλο «Αναζήτηση πορείας σε έναν κόσμο που αναδιατάσσεται» (10/3/2025), το πολυμερές σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης, το οποίο κυριάρχησε στις διεθνείς σχέσεις για σχεδόν οκτώ δεκαετίες, τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση.
Συγκεκριμένα, η έως τώρα βασισμένη σε κανόνες διεθνής τάξη απαξιώνεται στην πράξη, υπέρ του δίκαιου του ισχυρού, καθώς οι ισχυροί δρώντες αναπροσαρμόζουν τις στρατηγικές τους με γνώμονα τα άμεσα γεωπολιτικά και οικονομικά τους συμφέροντα.
Τα τελευταία γεγονότα – η αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα και η ένταση μεταξύ των ΗΠΑ και χωρών της Λατινικής Αμερικής (Κολομβία, Κούβα, Μεξικό), η συζήτηση περί προσάρτησης της Γροιλανδίας, η κλιμακούμενη αντιπαράθεση με το Ιράν, το αδιέξοδο στην Ουκρανία και η εύθραυστη ισορροπία στη Μέση Ανατολή – δεν συνιστούν μεμονωμένες κρίσεις.
Αντιθέτως, αποτελούν συστημικά συμπτώματα μιας βαθύτερης μετάβασης, κατά την οποία οι ισορροπίες ισχύος επανακαθορίζονται και οι κανόνες που ίσχυσαν επί δεκαετίες επανεξετάζονται όχι θεωρητικά, αλλά στην πράξη επί του γεωπολιτικού πεδίου.
Καθίσταται πλέον σαφές ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια νέα πραγματικότητα, όπου η σταθερότητα δεν θεωρείται δεδομένη και η διεθνής τάξη δεν εδράζεται στους κανόνες του διεθνούς δικαίου, αλλά εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από τα γεωπολιτικά συμφέροντα των ισχυρών δρώντων.
Παρά την έντονη κριτική προς τη στρατηγική του Προέδρου Τράμπ, οι επιλογές της αμερικανικής διοίκησης δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ούτε απρόβλεπτες ούτε αποκομμένες από ένα συνεκτικό στρατηγικό πλαίσιο.
Αντίθετα, αποτελούν μια συνειδητή αναπροσαρμογή προτεραιοτήτων, προσαρμοσμένη στις νέες συνθήκες του διεθνούς ανταγωνισμού.
Η προσέγγιση αυτή αποτυπώνεται στην πρόσφατα δημοσιευμένη Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ, η οποία περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον αντιλαμβάνεται το διεθνές περιβάλλον και τον ρόλο της σε αυτό.
Σε αυτήν καταγράφεται με σαφήνεια ότι η αμερικανική στήριξη προς συμμάχους δεν είναι πλέον άνευ όρων, αλλά συνδέεται με αυξημένες αμυντικές δαπάνες, ανάληψη μεγαλύτερης περιφερειακής ευθύνης, ευθυγράμμιση σε εξαγωγικούς ελέγχους και συμμετοχή στη διασφάλιση κρίσιμων εφοδιαστικών αλυσίδων.
Η υπόθεση της Βενεζουέλας είναι ενδεικτική. Η Ουάσιγκτον επαναφέρει στην πράξη τη λογική των σφαιρών επιρροής και προσαρμόζει το Δόγμα Μονρόε στις σημερινές γεωπολιτικές και οικονομικές συνθήκες, ώστε να διασφαλίσει ότι το Δυτικό Ημισφαίριο θα παραμείνει επαρκώς σταθερό και επαρκώς διακυβερνήσιμο.
Το μήνυμα του Προέδρου Τράμπ είναι σαφές: όταν διακυβεύονται ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα, όπως η ενεργειακή ασφάλεια, ο έλεγχος των μεταναστευτικών ροών ή η αποτροπή της διείσδυσης ανταγωνιστικών δυνάμεων, η εφαρμογή των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου δεν λειτουργεί ως δεσμευτικό πλαίσιο, αλλά υποτάσσεται στις απαιτήσεις της εθνικής ισχύος και ασφάλειας.
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι τι κάνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα.
Για να δοθεί μια ουσιαστική απάντηση στο ανωτέρω κρίσιμο ερώτημα, δεν αρκεί η παρατήρηση των διεθνών εξελίξεων. Απαιτείται μια νηφάλια και ολιστική στρατηγική ανάλυση του διεθνούς περιβάλλοντος, η σαφής αποτύπωση της σημερινής θέσης της χώρας και ο προσδιορισμός του στρατηγικού ρόλου που πρέπει να διαδραματίσει η Ελλάδα, για να προστατευτούν τα εθνικά συμφέροντα και να ενισχυθεί η ασφάλειά της, σε έναν κόσμο που όλο και περισσότερο κυριαρχεί το δίκαιο του ισχυρού.
Στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται εθνική συναίνεση και η απόσυρση των ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής από την ατζέντα της πολιτικής αντιπαράθεσης όπου κυριαρχεί ο λαϊκισμός, ο μηδενισμός των πάντων και οι μικροπολιτικές σκοπιμότητες για την επιδίωξη πρόσκαιρου κομματικού οφέλους.
Για του λόγου το αληθές, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της Βενεζουέλας, όπου σύσσωμη η αντιπολίτευση ασχολήθηκε με την άσκηση κριτικής στη δήλωση του Πρωθυπουργού και όχι στην κριτική ανάλυση και αξιολόγηση της επέμβασης των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα.
Παρά την ορθή ανάγνωση των διεθνών εξελίξεων από τον Πρωθυπουργό κ. Κυριάκο Μητσοτάκη και τους διαμορφωτές της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, καθώς και την προσπάθεια προσαρμογής της εθνικής στρατηγικής ώστε να ενισχυθεί η θέση της Ελλάδας στις ζώνες επιρροής των μεγάλων δυνάμεων, σύσσωμη η ελληνική αντιπολίτευση επέλεξε να επικεντρωθεί σε μικροκομματικές και λαϊκίστικες αντιδράσεις.
Επίκεντρο αυτών των αντιδράσεων ήταν η αμφισβήτηση της δήλωσης του Πρωθυπουργού σχετικά με τη στήριξη της Ελλάδας στη στρατηγική του Προέδρου Τραμπ στη Βενεζουέλα.
Οι επικρίσεις αυτές ενδέχεται να αποδίδουν πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη στις δυνάμεις που τις υιοθετούν, υπονομεύουν όμως τη στρατηγική αξιοπιστία της χώρας και πλήττουν ευθέως τα εθνικά συμφέροντα.
Στη λογική αυτής της στείρας και άγονης αντιπαράθεσης, αγνοήθηκε ότι η δήλωση του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη υπηρετεί την εθνική στρατηγική και τον διεθνή ρόλο της Ελλάδας, ενισχύει τις διμερείς σχέσεις με κρίσιμους συμμάχους και συμβάλλει στην προάσπιση των ζωτικών ελληνικών συμφερόντων, από την ενεργειακή ασφάλεια μέχρι την περιφερειακή σταθερότητα.
Στο πλαίσιο της κομματικής αντιπαράθεσης και στρέβλωσης της πραγματικότητας, παραβλέπεται συστηματικά ότι η χώρα οφείλει να μετατρέψει τις διεθνείς προκλήσεις σε στρατηγικό πλεονέκτημα για να εδραιώσει τη θέση της σε έναν κόσμο όπου το δίκαιο του ισχυρού καθορίζει πλέον τις εξελίξεις.
Η περίπτωση της Βενεζουέλας δεν μπορεί να αναλυθεί αποκλειστικά ως ζήτημα εσωτερικής πολιτικής ή ως μια ακόμη κρίση διακυβέρνησης στη Λατινική Αμερική.
Η Βενεζουέλα έχει εξελιχθεί σε μια περιφερειακή εστία ανασφάλειας, η οποία υπονομεύει άμεσα τη σταθερότητα και ασφάλεια του Δυτικού Ημισφαιρίου.
Συγκεκριμένα, το αυταρχικό καθεστώς Μαδούρο έχει κατηγορηθεί από την αντιπολίτευση της χώρας και τη διεθνή κοινότητα για εκλογική νοθεία στις εκλογές του 2024, πολιτική βία, συστηματική καταστολή της αντιπολίτευσης και την ύπαρξη χιλιάδων πολιτικών κρατούμενων.
Επιπλέον, αποτελεί τον κύριο υπονομευτή των εθνικών συμφερόντων των ΗΠΑ και των κρίσιμων αμερικανικών προτεραιοτήτων ασφαλείας (εργαλειοποίηση της παράνομης μετανάστευσης, διακρατικό οργανωμένο έγκλημα, διακίνηση ναρκωτικών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες κ.λπ.).
Παράλληλα, έχει αναδειχθεί σε κόμβο ευρύτερων διακρατικών εγκληματικών δραστηριοτήτων, όπως η παράνομη εξόρυξη και εκμετάλλευση φυσικών πόρων, η διακίνηση όπλων, το ξέπλυμα χρήματος, η εμπορία ανθρώπων και η στήριξη τρομοκρατικών οργανώσεων όπως η Χεζμπολάχ, η οποία πολλάκις έχει λάβει χρηματοδότηση και υποστήριξη για την υλοποίηση των δράσεών της.
Υπό το πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να γίνει κατανοητό στην Ελλάδα, ότι η επίκληση του Διεθνούς Δικαίου δεν μπορεί να είναι αποσπασματική ούτε να ενεργοποιείται επιλεκτικά, ανάλογα με το ποιος ασκεί ισχύ στο διεθνές σύστημα ή ποια συγκυρία εξυπηρετεί εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες.
Το Διεθνές Δίκαιο δεν αποτελεί αυτόνομο υποκατάστατο στρατηγικής, αλλά εργαλείο στρατηγικής σταθερότητας, το οποίο οφείλει να εντάσσεται σε ένα συνεκτικό πλαίσιο εξωτερικής πολιτικής που λαμβάνει υπόψη τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων και τις ζωτικές προτεραιότητες ασφαλείας της χώρας.
Διαφορετικά, δεν πρόκειται για υπεράσπιση αρχών, αλλά για ευκαιριακή εργαλειοποίησή τους, με κόστος τη διεθνή αξιοπιστία και τη στρατηγική συνοχή της Ελλάδας.
Το κρίσιμο ερώτημα συνεπώς, δεν είναι αν παραβιάζεται αφηρημένα το διεθνές δίκαιο σε κάθε περίπτωση χρήσης ισχύος, αλλά πώς μια χώρα όπως η Ελλάδα τοποθετείται στρατηγικά σε έναν κόσμο όπου οι σφαίρες επιρροής και η ισχύς καθορίζουν εκ νέου τις διεθνείς εξελίξεις.
Πώς μπορεί να εγκαλείται ο Έλληνας Πρωθυπουργός από την αντιπολίτευση για επιλεκτική επίκληση του διεθνούς δικαίου στην περίπτωση της Βενεζουέλας και την ίδια στιγμή, οι ίδιες πολιτικές δυνάμεις να ασκούν κριτική στον κ. Μητσοτάκη όπου επικαλούμενος τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου κατήγγειλε την Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και στήριξε και στηρίζει τον αδύναμο;
Οι ίδιες δυνάμεις δεν είναι αυτές που κατηγορούν την κυβέρνηση ότι δεν έπρεπε να στηρίξει τον κ. Ζελένσκι και την Ουκρανία για να μην κλονιστούν οι σχέσεις της χώρας με την «παραδοσιακή σύμμαχο» της Ελλάδας, τη Ρωσία;
Την στιγμή που όλοι αυτοί καταγγέλλουν την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ζητούν από τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να κάνει τα στραβά μάτια στην παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και την παράνομη κατοχή ξένους εδάφους με τα όπλα από τη Ρωσία για να μην διαρραγούν οι σχέσεις της Ελλάδας με έναν κατακτητή.
Πότε τελικά, θεωρείται θεμιτή η προσαρμογή της εθνικής στρατηγικής στη διεθνή πραγματικότητα και πότε καταγγέλλεται ως υποχώρηση αξιών, επιλεκτική επίκληση του διεθνούς δικαίου και υποβάθμιση της εθνικής αξιοπρέπειας;
Ακόμη πιο προβληματική είναι η ταύτιση των δυνάμεων που ασκούν κριτική στον Πρωθυπουργό με τις θέσεις και το αφήγημα αναθεωρητικών και αντιδυτικών δυνάμεων, όπως η Ρωσία, το Ιράν, η Βόρεια Κορέα, η Κούβα και η Κίνα, αλλά και τρομοκρατικών οργανώσεων που αμφισβητούν ευθέως τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας, όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ.
Απορία προκαλεί πως η ελληνική αντιπολίτευση ταυτίζεται με τις εν λόγω τρομοκρατικές οργανώσεις που επίσης, κατήγγειλαν την επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα.
Σε ποιο στρατηγικό πλαίσιο εντάσσεται μια αντιπολιτευτική ρητορική που ευθυγραμμίζεται, με δυνάμεις και δίκτυα τα οποία υπονομεύουν τη σταθερότητα σε περιοχές άμεσου ελληνικού ενδιαφέροντος, από την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια και την Ευρώπη;
Τέλος, η περίπτωση της Βενεζουέλας δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένα από τις περιφερειακές διασυνδέσεις της, ούτε από τη στενή συνεργασία του καθεστώτος Μαδούρο με την Τουρκία, η οποία έχει αξιοποιήσει τη χώρα ως εταίρο σε οικονομικό, ενεργειακό και, σύμφωνα με διεθνείς αναφορές, παρακρατικό επίπεδο.
Υπό αυτό το πρίσμα, γεννάται ένα κρίσιμο ερώτημα εθνικής στρατηγικής.
Ποιο ακριβώς εθνικό συμφέρον εξυπηρετεί η ρητορική των δυνάμεων της αντιπολίτευσης όταν υιοθετούν θέσεις που αντικειμενικά ευνοούν έναν γεωπολιτικό άξονα στον οποίο συμμετέχει και η Τουρκία, τη στιγμή που αυτή αμφισβητεί ευθέως την ελληνική κυριαρχία και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο;
Εν κατακλείδι, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να ασκείται ως πεδίο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Απαιτεί στρατηγική συνέπεια, καθαρή ανάγνωση των συσχετισμών ισχύος και κυρίως, νηφάλια στάθμιση του εθνικού συμφέροντος σε έναν διεθνή χώρο όπου το δίκαιο του ισχυρού, είτε μας αρέσει είτε όχι, καθορίζει ολοένα και περισσότερο τις εξελίξεις.
Σε μια περίοδο που οι περιορισμοί στη χρήση ισχύος χαλαρώνουν, κράτη όπως η Ελλάδα που βρίσκονται κοντά ή εντός ζωνών επιρροής αναθεωρητικών δυνάμεων (π.χ. Τουρκία), αν εθελοτυφλούν και δεν αντιλαμβάνονται τη δυναμική των διεθνών εξελίξεων εκτίθενται σε μεγάλο κίνδυνο.
Όταν οι θέσεις σου ταυτίζονται, στην προσπάθεια υποστήριξης του αυταρχικού καθεστώτος Μαδούρο, με την Τουρκία η οποία διατυπώνει ανοιχτά και απροκάλυπτα τις αναθεωρητικές της φιλοδοξίες μέσω του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» και αξιοποιεί τη ρευστότητα του διεθνούς συστήματος για να διευρύνει τον στρατηγικό της χώρο, τότε υπάρχει δομικό πρόβλημα εξωτερικής πολιτικής.
Το ζήτημα δεν είναι πλέον η επίκληση των αρχών του Διεθνούς Δικαίου, αλλά η απουσία στρατηγικής επίγνωσης των πραγματικών συσχετισμών ισχύος και των συνεπειών που αυτοί παράγουν για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.
Η ελληνική στάση δεν συνιστά νομιμοποίηση κάθε μονομερούς ενέργειας, αλλά αναγνώριση ότι στο παρόν διεθνές περιβάλλον η διατήρηση ισχυρών συμμαχιών αποτελεί προϋπόθεση εθνικής ασφάλειας και πολλαπλασιαστή της στρατηγικής ισχύος της χώρας.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η επίκληση του διεθνούς δικαίου παύει να λειτουργεί ως στρατηγικό εργαλείο και μετατρέπεται σε άλλοθι πολιτικής αδράνειας, με άμεσες συνέπειες για τη γεωπολιτική θέση και την αξιοπιστία της Ελλάδας στο νέο περιβάλλον ισχύος.
Η ελληνική κυβέρνηση, στο πλαίσιο της υπεύθυνης εξωτερικής πολιτικής, δεν επιλέγει ανάμεσα σε αρχές και ρεαλισμό, αλλά αναζητά τη διατήρηση ισχυρών συμμαχιών ως προϋπόθεση για την εθνική ασφάλεια.
Σε ένα διεθνές σύστημα όπου η ισχύς επανέρχεται ως κυρίαρχος ρυθμιστής των εξελίξεων, η στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελεί αντικειμενικά πολλαπλασιαστή ισχύος και παράγοντα σταθερότητας για τα ελληνικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο, το Αιγαίο και την ευρύτερη Μέση Ανατολή.
Η δημόσια στήριξη της Ουάσιγκτον σε κρίσιμες συγκυρίες δεν συνιστά ιδεολογική ταύτιση, αλλά συνειδητή επιλογή στρατηγικής ευθυγράμμισης, με γνώμονα τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων και την προάσπιση του εθνικού συμφέροντος.
Η νέα αμερικανική στρατηγική εθνικής ασφάλειας αφήνει σαφές περιθώριο για χώρες που αναλαμβάνουν μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλεια των περιφερειών τους να τύχουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης σε τομείς όπως η άμυνα, η τεχνολογία και το εμπόριο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαμηνύουν πλέον, ότι η στήριξη των συμμάχων δεν θα είναι αυτόματη, αλλά συνδεδεμένη με τη συμβολή τους στη διατήρηση των περιφερειακών ισορροπιών ισχύος, την ενίσχυση των αμυντικών τους δυνατοτήτων και την ευθυγράμμισή τους με τις στρατηγικές προτεραιότητες της Ουάσιγκτον.
Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα έχει ήδη προβεί σε κινήσεις που την κατατάσσουν στους συμμάχους που αναλαμβάνουν ουσιαστικό βάρος ασφάλειας, ιδίως μέσω της αύξησης των αμυντικών δαπανών, της φιλοξενίας κρίσιμων στρατιωτικών υποδομών και της ενίσχυσης της διαλειτουργικότητας με τις αμερικανικές και συμμαχικές δυνάμεις.
Ταυτόχρονα, η αμερικανική στρατηγική λειτουργεί και ως σαφές οδικός χάρτης για τα επόμενα βήματα της Ελλάδας.
Δηλαδή την βαθύτερη σύνδεση της άμυνας, της τεχνολογίας και της βιομηχανικής βάσης, τον ενεργό ρόλο στην ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων και την μεγαλύτερη ανάληψη περιφερειακών ευθυνών.
Υπό αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα μπορεί να αναδειχθεί σε πυλώνα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, σε κόμβο ενέργειας και logistics και σε αξιόπιστο εταίρο που δεν ζητά απλώς εγγυήσεις ασφαλείας, αλλά συμβάλλει έμπρακτα στη διαμόρφωση της περιφερειακής ασφάλειας.
Πρόκειται για στρατηγική επιλογή που ενισχύει τη διαπραγματευτική ισχύ της χώρας και όχι για ιδεολογική και θεσμική ευθυγράμμιση.
Κοντολογίς, σε ένα κόσμο λιγότερο θεσμικό, περισσότερο ανταγωνιστικό και σαφώς πιο επικίνδυνο, η πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι να κρίνει τις εξελίξεις ηθικά και θεσμικά, αλλά να τις αξιολογεί και κατανοεί στρατηγικά.
Η μετάβαση σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί το δίκαιο του ισχυρού δεν είναι επιλογή της Ελλάδας.
Είναι όμως, στρατηγική επιλογή της αν θα προσαρμοστεί έγκαιρα ή αν θα αιφνιδιαστεί.
Σε αυτή τη νέα εποχή, η ασφάλεια δεν εξασφαλίζεται με ευχολόγια και ηθικολογίες, αλλά με στρατηγικό ρεαλισμό, συνέπεια και ισχύ.
Το κόστος της μη προσαρμογής μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο από το κόστος της έγκαιρης δράσης.
GEOPOLITICO
Μη Χακάρετε το Λογισμικό του Θεού!
Η αγωγή της Φλόριντας κατά της Pfizer επαναφέρει στο προσκήνιο κρίσιμα ερωτήματα για τη διαφάνεια των επιστημονικών δεδομένων, την ενημερωμένη συναίνεση και τον έλεγχο της φαρμακοβιομηχανίας. Ο καθηγητής Αλέξιος Παναγόπουλος εξετάζει τις βιοηθικές και γεωπολιτικές προεκτάσεις της υπόθεσης, θέτοντας στο επίκεντρο την προστασία του πολίτη και την ανεξάρτητη διερεύνηση των καταγγελιών.
Βιοασφάλεια, Βιοηθική και γεωπολιτική της υγείας – Η υπόθεση Pfizer στην Πολιτεία Φλόριντα !!
Η αγωγή που κατέθεσε την 1η Οκτωβρίου 2026 ο Γενικός Εισαγγελέας της Φλόριντας James Uthmeier κατά της Pfizer και του διευθύνοντος συμβούλου της Albert Bourla ανοίγει ένα παγκόσμιο πολύπλοκο νομικό ζήτημα πολύ ευρύτερο από μια δικαστική διαφορά μεταξύ μιας πολιτείας και μιας φαρμακευτικής εταιρείας. Άραγε περνά απαρατήρητο; Άραγε μήπως όλη αυτή η κατάσταση έρχεται σε συνδυασμό με τα αποκαλυπτικά λόγια που είχε πει ο έντονα σοκαρισμένος μακαριστός Νομπελίστας ιολόγος Luc Montagnier: Μη Χακάρετε το Λογισμικό του Θεού!
Που τελικά αφορά την ίδια την αρχιτεκτονική της εμπιστοσύνης μεταξύ επιστήμης, κράτους δικαίου, φαρμακοβιομηχανίας, της παγκόσμιας κοινωνίας και της προστασίας του πολίτη, που κάποιοι θέλουν να τον κάνουν άνθρωπο-ρομποκόπ ή ζόμπι; Ενόσω η Πολιτεία της Φλόριντας υποστηρίζει ότι η Pfizer παραπλάνησε τους καταναλωτές, σχετικά με την ασφάλεια, βιοασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του εμβολίου COVID-19, υποβαθμίζοντας, κατά την αγωγή, γνωστούς ή πιθανούς κινδύνους και προβάλλοντας ισχυρισμούς για την αναστολή της μετάδοσης που, σύμφωνα με το νομικό κατηγορητήριο της Πολιτείας, δεν είχαν τεκμηριωθεί επαρκώς από τις αρχικές δοκιμές. Η Pfizer απορρίπτει τις κατηγορίες. Μήπως τελικά ζούμε στην κοινωνία της Ωκεανίας Όργουελ και οδηγούμαστε στο λεγόμενο εκ του Κλάους Σβάμπ “δεν θα έχεις τίποτα και θασε ευτυχισμένος”; Αλλά πόσο ευτυχισμένος ως Ζόμπι;
Αυτό είναι το νομικό σημείο από το οποίο πρέπει να αρχίσει ένας σοβαρός βιοηθικός διάλογος: όχι από την προκαταβολική καταδίκη οποιουδήποτε, αλλά από την απαίτηση για πλήρη νομική διαφάνεια και αποδεικτική διερεύνηση, για τη βιοασφάλεια της κοινωνίας και κατά της οποιασδήποτε σύγχρονης Ωκεανίας Όργουελ και υβριδικής μορφής αντισυνταγματικής Υποχρεωτικότητας.
Η αρχή της βιοηθικής προστασίας και βιοασφάλειας.
Η ιατρική δεοντολογία στηρίζεται σε θεμελιώδεις νομικές αρχές: αυτονομία, ενημερωμένη συναίνεση, μη βλάβη, ευεργεσία και δικαιοσύνη. Η ενημερωμένη συναίνεση όμως δεν θα μπορεί να είναι πραγματικά ενημερωμένη όταν ο πολίτης θα λαμβάνει μόνο ένα σχετικό μέρος των διαθέσιμων δεδομένων που του επιτρέπει να λάβει γνώση.
Επομένως, το θεμελιώδες συνταγματικό και νομικό ερώτημα δεν είναι αν ένα εμβόλιο είναι «καλό» ή «κακό». Το επιστημονικά ορθό ερώτημα είναι: Ποια νομικά δεδομένα ήταν γνωστά σε κάθε χρονική στιγμή και πορεία της επιδημίας ή πανδημίας, ποιος τα γνώριζε, πότε τα γνώριζε, πώς αξιολογήθηκαν και τι ακριβώς γνωστοποιήθηκε στους πολίτες; Αυτή η αλληλουχία είναι αποφασιστικής σημασίας για τη βιοηθική και Βιοασφάλεια.
Μυοκαρδίτιδα: ένας υπαρκτός πλέον κίνδυνος που άραγε δεν θα πρέπει να συζητείται με ακρίβεια και στην Ελλάδα; Δεν αποτελεί πλέον ζήτημα εικασίας ότι η μυοκαρδίτιδα και περικαρδίτιδα έχουν αναγνωριστεί ως σπάνιες σοβαρές και ανεπιθύμητες ενέργειες μετά τον εμβολιασμό κατά της COVID-19. Το CDC αναφέρει ότι έχουν παρατηρηθεί συχνότερα σε εφήβους και νεαρούς άνδρες, ιδιαίτερα μετά τη δεύτερη δόση του εμβολίου mRNA.
Αυτό δεν σημαίνει επιστημονικά ότι κάθε καρδιακό επεισόδιο μετά τον εμβολιασμό mRNA θα προκλήθηκε από το εμβόλιο αυτό. Η νομική διάκριση μεταξύ χρονικής συσχέτισης και αιτιότητας είναι θεμελιώδης στην επιδημιολογία. Ακριβώς γι’ αυτό η βιοηθική και Βιοασφάλεια απαιτεί κάτι περισσότερο από γενικές διαβεβαιώσεις περί «ασφάλειας». Απαιτεί ενημέρωση για τη συχνότητα, την ηλικιακή ομάδα, το φύλο, τους παράγοντες κινδύνου και τη σχέση ευρύτερα κινδύνου – οφέλους.
Εγκυμοσύνη: εκεί απαιτείται ακόμη μεγαλύτερη επιστημονική και νομική αυστηρότητα. Η αγωγή της Φλόριντας υποστηρίζει ότι η Pfizer είχε λόγους να γνωρίζει για πιθανούς κινδύνους κατά την εγκυμοσύνη και αναφέρεται ειδικά σε αποβολές πρώτου τριμήνου!
Αυτό αποτελεί νομικό ισχυρισμό της αγωγής και όχι δικαστικά αποδεδειγμένο γεγονός. Παράλληλα, το CDC αναφέρει ότι μελέτες σε περισσότερες από ένα εκατομμύριο εγκύους δεν έδειξαν αυξημένο κίνδυνο αποβολής, πρόωρου τοκετού, θνησιγένειας ή συγγενών ανωμαλιών από τον εμβολιασμό κατά την εγκυμοσύνη.
Αλλά ούτε και το αντίστροφο είναι αποδεκτό: η επίκληση μιας γενικής στατιστικής εικόνας δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να απορρίπτεται εκ των προτέρων κάθε συγκεκριμένη περίπτωση της βλάβης. Η πραγματική βιοηθική και Βιοασφάλεια βρίσκεται ανάμεσα στις δύο αυτές υπερβολές.
Από την ιατρική ασφάλεια στη γεωπολιτική βιοασφάλεια. Η πανδημία απέδειξε ότι η υγεία δεν είναι πλέον αποκλειστικά και μόνο ένα παραδοσιακό ιατρικό ζήτημα.
Τα εμβόλια, τα φάρμακα, οι πρώτες ύλες, οι αλυσίδες εφοδιασμού, οι πατέντες, οι διεθνείς οργανισμοί, οι κρατικές συμβάσεις και η πρόσβαση σε βιοϊατρική τεχνολογία συναποτελούν στοιχεία της γεωπολιτικής βιοασφάλειας.
Η πανδημία δημιούργησε ένα νέο πεδίο: τη γεωπολιτική της βιοϊατρικής εξάρτησης και εθνικής Βιοασφάλειας. Όταν λίγες πολυεθνικές επιχειρήσεις κατέχουν κρίσιμη τεχνογνωσία και όταν τα κράτη εξαρτώνται από περιορισμένο αριθμό παραγωγών για προϊόντα ζωτικής σημασίας, η υγειονομική βιοπολιτική αποκτά αναπόφευκτα επίκαιρη στρατηγική διάσταση.
Το ερώτημα επομένως για την Ελλάδα και την Ευρώπη είναι ευρύτερο: Μπορεί μια δημοκρατική κοινωνία και ένα ισχυρό κράτος δικαίου να διασφαλίσει την υγειονομική της αυτονομία χωρίς να απομονωθεί από τη διεθνή επιστημονική συνεργασία;
Η απάντηση προϋποθέτει ευρωπαϊκή και εθνική επένδυση στην έρευνα, στην παραγωγή φαρμακευτικών, βιοχημικών και βιοτεχνολογικών προϊόντων, στην ανεξάρτητη αξιολόγηση των κινδύνων και του οφέλους και στη διαφάνεια των δεδομένων.
Η ασφάλεια και Βιοασφάλεια δεν μπορεί να σημαίνει σιωπή. Η μεγαλύτερη βιοηθική πρόκληση της πανδημίας ίσως δεν ήταν μόνο η διαχείριση ενός νέου ιού, αλλά η ανακάλυψη των κενών.
Ήταν η σκληρή διαχείριση της αβεβαιότητας. Σε μια νέα υγειονομική κρίση, η επιστημονική γνώση θα εξελίσσεται. Οι οδηγίες μπορεί να μεταβάλλονται. Νέα δεδομένα θα εμφανίζονται. Αυτό είναι το φυσιολογικό. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν η προσωρινή επιστημονική γνώση και τα πειραματικά σκευάσματα παρουσιάζονται ως μια απόλυτη βεβαιότητα των λεγόμενων Ειδικών. Η επιστήμη δεν χάνει την αξιοπιστία της επειδή παραδέχεται την αβεβαιότητα. Την χάνει όταν η αβεβαιότητα αποκρύπτεται και δημιουργεί το κενό της Βιοασφάλειας. Γι’ αυτό η νομική αρχή της διαφάνειας πρέπει να αφορά όχι μόνο τις φαρμακευτικές εταιρείες, αλλά και όλα τα σύγχρονα κράτη, τους ρυθμιστικούς οργανισμούς, τα πανεπιστήμια, τους λεγόμενους Ειδικούς και τους διεθνείς οργανισμούς που ενεργούν για ένα αληθινό κράτος δικαίου.
Το πραγματικό διακύβευμα. Η υπόθεση της Φλόριντας δεν έχει ακόμη κριθεί δικαστικά. Οι ισχυρισμοί της Πολιτείας θα πρέπει να εξεταστούν με βάση τα έγγραφα, τα επιστημονικά δεδομένα, τις εσωτερικές επικοινωνίες, τις κλινικές μελέτες και τα επιδημιολογικά στοιχεία.
Αλλά ανεξάρτητα από την τελική έκβαση της συγκεκριμένης δίκης, ένα θεμελιώδες παγκόσμιο μάθημα έχει ήδη αναδειχθεί: Η δημόσια υγεία δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην εμπιστοσύνη σε θεσμούς και σε λεγόμενους Ειδικούς. Πρέπει να στηρίζεται σε συνταγματικούς θεσμούς που είναι άξιοι της εμπιστοσύνης τών πολιτών. Κι εδώ είναι άξιο απορίας πως οι Έλληνες διακεκριμένοι επιστήμονες δεν μίλησαν όσο θα έπρεπε ή δεν τους δόθηκε βήμα!!
Αυτό σημαίνει ότι είναι αναγκαίος ο ανεξάρτητος έλεγχος. Σημαίνει πλήρη δημοσιοποίηση των δεδομένων. Σημαίνει διαφανή αξιολόγηση κινδύνου. Σημαίνει προστασία των ευάλωτων ομάδων. Σημαίνει και οικονομική αποζημίωση όταν αποδεικνύεται η συγκεκριμένη βλάβη. Και σημαίνει, πάνω απ’ όλα, σεβασμό στην αυτονομία του κάθε ανθρώπου.
Η βιοηθική δεν είναι αντίπαλος της επιστήμης, ούτε της βιοχημείας, ούτε της Βιοασφάλειας. Είναι ο θεσμικός μηχανισμός που υπενθυμίζει στην επιστήμη ότι στο κέντρο της βρίσκεται ο κάθε άνθρωπος. Και η γεωπολιτική ασφάλεια δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην προστασία των γεωγραφικών συνόρων. Στον 21ο αιώνα περιλαμβάνει και την ασφάλεια της υγείας, την επιστημονική ανεξαρτησία, τη βιοτεχνολογική κυριαρχία και το δικαίωμα των κοινωνιών να γνωρίζουν την αλήθεια για τους κινδύνους που τους αφορούν και τη βιοασφάλεια.
Η υπόθεση Pfizer, επομένως, πρέπει νομικά να εξεταστεί όχι ως αφορμή για νέο χάσμα ή διχασμό, αλλά ως ευκαιρία για μια βαθύτερη θεσμική συζήτηση: Ποιος ελέγχει τη βιοϊατρική εξουσία, ποιος ελέγχει αυτούς που την ελέγχουν και ποιος τελικά προστατεύει τον πολίτη; Ποιες Ελίτ κρύβονται πίσω από αυτό; Αυτό είναι το πραγματικό ζήτημα της βιοηθικής, της ασφάλειας, της Βιοασφάλειας και της γεωπολιτικής της υγείας. Ενώ οι αναφορές σε αποβολές, σε θανάτους, σε Ξαφνικιτιδες και σε «εκατομμύρια θύματα» ως ισχυρισμούς της Πολιτείας της Φλόριντας, είναι πράγματι ένα πολύπλοκο νομικό αντικείμενο, για τη δικαστική διερεύνηση, που οφείλει να ανησυχήσει και την ελληνική έννομη τάξη!!
GEOPOLITICO
Νικολοβγένης: Στρατηγικός διάλογος με τις ΗΠΑ σημαίνει ανταλλάγματα – Η Κύπρος δείχνει τον δρόμο
Η αποτρεπτική ισχύς της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο άξονας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ και η ανάγκη η Αθήνα να αξιοποιήσει τη στρατηγική αξία των υποδομών της βρέθηκαν στο επίκεντρο της παρέμβασης του γεωπολιτικού αναλυτή στον Πελοπόννησος FM.
Η Ελλάδα οφείλει να προσέρχεται στον στρατηγικό διάλογο με τις Ηνωμένες Πολιτείες με συγκεκριμένες απαιτήσεις και να εξασφαλίζει οφέλη αντίστοιχα της γεωπολιτικής αξίας της. Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα του Θεόδωρου Νικολοβγένη, ο οποίος, μιλώντας στον Πελοπόννησος FM, συνέδεσε την ενίσχυση της κυπριακής άμυνας με την ανάγκη συνολικότερης στρατηγικής για τον Ελληνισμό στην Ανατολική Μεσόγειο.
Με αφετηρία τη στρατιωτική παρέλαση για την επέτειο της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο αναλυτής στάθηκε τόσο στη διεθνή παρουσία όσο και στα οπλικά συστήματα που παρουσιάστηκαν. Η συμμετοχή ξένων αντιπροσωπειών, κατά την εκτίμησή του, αποτυπώνει τη διπλωματική αναβάθμιση της Λευκωσίας. Ωστόσο, έδωσε προτεραιότητα στις δυνατότητες της ίδιας της Κυπριακής Δημοκρατίας να υπερασπίζεται την κυριαρχία της.
Τα όπλα και το φρόνημα της Κύπρου
«Πιο σημαντικό απ’ όλα […] είναι τα δικά μας όπλα», υπογράμμισε, αναφερόμενος σε αντιαεροπορικά συστήματα Barak, πολλαπλούς εκτοξευτές ρουκετών Tamnava, πυραύλους Exocet και Spike.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η ενίσχυση αυτών των δυνατοτήτων διαμορφώνει συνθήκες αποτροπής και δυσχεραίνει την επιχειρησιακή ελευθερία της Τουρκίας γύρω από το νησί. Ιδιαίτερα για τους Exocet, στάθηκε στη δυνατότητα δημιουργίας ζωνών αντιπρόσβασης για το τουρκικό ναυτικό.
Εξίσου σημαντικό χαρακτήρισε το ηθικό των πεζοπόρων τμημάτων. Όπως επισήμανε, πίσω από τα οπλικά συστήματα βρίσκονται οι άνθρωποι που τα χειρίζονται, ενώ η διατήρηση του εθνικού φρονήματος αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της αμυντικής ισχύος.
Αναφέρθηκε επίσης στην παρουσία ελληνικών F-16 και πολεμικού πλοίου στην περιοχή, την οποία ενέταξε στη λογική ενός ενιαίου στρατηγικού άξονα από τον Έβρο και το Αιγαίο μέχρι την Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο, με προέκταση προς το Ισραήλ. Κατά την προσέγγισή του, η ασφάλεια Ελλάδας και Κύπρου πρέπει να αντιμετωπίζεται μέσα σε αυτό το ευρύτερο γεωγραφικό πλαίσιο.
Η Κυπριακή Δημοκρατία ως πυλώνας του Ελληνισμού
Ο Νικολοβγένης χαρακτήρισε την Κυπριακή Δημοκρατία σημαντικό πυλώνα του Ελληνισμού, δίνοντας έμφαση στη διεθνή αναγνώριση του κράτους, στην ευρωπαϊκή του θέση και στην άσκηση ενεργού διπλωματίας.
Στάθηκε στις συμφωνίες οριοθέτησης ΑΟΖ που άρχισε να υπογράφει η Λευκωσία από το 2003, υποστηρίζοντας ότι συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας ουσιαστικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκε στην απόρριψη του Σχεδίου Ανάν. Κατά την εκτίμησή του, η σημερινή διεθνής σημασία της Κύπρου διαψεύδει τις προειδοποιήσεις περί απομόνωσης και απουσίας προοπτικής που είχαν διατυπωθεί τότε. Η προσέλευση ξένων αντιπροσωπειών στην παρέλαση αποτέλεσε, για τον ίδιο, χαρακτηριστική εικόνα αυτής της εξέλιξης.
Παράλληλα, επέμεινε στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και του ελληνικού χαρακτήρα της Κύπρου. Υπενθύμισε ότι ο αγώνας της ΕΟΚΑ είχε ως στόχο την Ένωση με την Ελλάδα και παρουσίασε τη δημιουργία του κυπριακού κράτους ως απότοκο εκείνου του αγώνα.
Τι πρέπει να διεκδικήσει η Αθήνα από τις ΗΠΑ
Στο δεύτερο σκέλος της παρέμβασής του, με αφορμή την επίσκεψη Μάρκο Ρούμπιο που συζητήθηκε ως επικείμενη, ο αναλυτής έθεσε το ζήτημα της αμοιβαιότητας στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις.
Υποστήριξε ότι η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη και οι υπόλοιπες υποδομές που παρέχει η Ελλάδα έχουν μεγάλη σημασία για τον αμερικανικό σχεδιασμό. Πρόσθεσε ότι και η Κύπρος αποτελεί κρίσιμο σημείο στήριξης στην περιοχή.
Ακριβώς γι’ αυτό, άσκησε κριτική στα ανταλλάγματα που, κατά την αποτίμησή του, έχει εξασφαλίσει η Αθήνα. Αναφέρθηκε σε παραχωρήσεις θωρακισμένων οχημάτων και σε παλαιότερες εξαγγελίες στρατιωτικής βοήθειας, υποστηρίζοντας ότι δεν ανταποκρίνονται στη σημασία των ελληνικών διευκολύνσεων.
«Αν θέλουμε να μιλάμε για στρατηγικό διάλογο, θα πρέπει να σκεφτόμαστε στρατηγικά», τόνισε. Απέρριψε επίσης τη λογική της «στρατηγικής και διπλωματικής ανιδιοτέλειας», υπογραμμίζοντας ότι η συμμαχική σχέση πρέπει να παράγει συγκεκριμένα αποτελέσματα για τα ελληνικά συμφέροντα.
Ο Νικολοβγένης τάχθηκε υπέρ της στρατηγικής σύμπλευσης με τις ΗΠΑ στην παρούσα συγκυρία, αλλά ζήτησε από την ελληνική κυβέρνηση να αναδείξει το βάρος της χώρας και να το αξιοποιήσει διαπραγματευτικά. Όπως είπε, η Κύπρος έχει δείξει την αξία της και το ίδιο πρέπει να πράξει η Αθήνα, ώστε η συνεργασία να αποφέρει ουσιαστικό όφελος και να μην περιορίζεται στην αναγνώριση της Ελλάδας ως καλού συμμάχου.
Κλείνοντας, συνέδεσε τη σημερινή ανάγκη αυτοπεποίθησης με την ιστορική μνήμη, κάνοντας αναφορές στον Μέγα Αλέξανδρο και στους Βαλκανικούς Πολέμους. Το μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η διπλωματία, η αμυντική ισχύς και το εθνικό φρόνημα πρέπει να υπηρετούν κοινό στρατηγικό σκοπό.
GEOPOLITICO
Κίνδυνος και… έγκλημα!
Ο πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ επικρίνει τους χειρισμούς στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, εκτιμά ότι η επίσκεψη Ρούμπιο θα συνοδευτεί από εξοπλιστικές πιέσεις και απορρίπτει την παραχώρηση ελληνικών Patriot στην Ουκρανία.
Αιχμηρή παρέμβαση για την αντιμετώπιση των τουρκικών πιέσεων και την αξιοποίηση της στρατηγικής θέσης της Ελλάδας έκανε στη «Ναυτεμπορική» ο αντιστράτηγος ε.α. και πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ, Ιωάννης Μπαλτζώης.
Στο επίκεντρο έθεσε το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου, προειδοποιώντας ότι ενδεχόμενη αποδοχή της απαίτησης της Άγκυρας για έγγραφη άδεια θα δημιουργούσε, κατά την εκτίμησή του, επικίνδυνο προηγούμενο εις βάρος των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Το καλώδιο και η παγίδα της άδειας
Ο κ. Μπαλτζώης σχολίασε θετικά την τοποθέτηση του Άγγελου Συρίγου για την ελληνική υποχωρητικότητα, όπως αυτή παρουσιάστηκε στη συζήτηση. Υποστήριξε ότι ο βουλευτής εξέφρασε δημόσια μια διαπίστωση που ο ίδιος επαναλαμβάνει εδώ και καιρό.
Παράλληλα, έθεσε το ζήτημα της απουσίας συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος για την ηλεκτρική διασύνδεση. Όπως τόνισε, ένα τόσο σημαντικό διακρατικό έργο δεν μπορεί να παραμένει χωρίς σαφές πλαίσιο υλοποίησης. Κατά την άποψή του, η αναζήτηση στήριξης μέσω γαλλικών συμφερόντων φανερώνει αμηχανία απέναντι στις τουρκικές αντιδράσεις.
Η σοβαρότερη προειδοποίησή του αφορούσε το ενδεχόμενο υποβολής αιτήματος άδειας προς την Τουρκία. Μια τέτοια κίνηση, υποστήριξε, θα ξεπερνούσε την πολιτική ταπείνωση: θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από την Άγκυρα ως παραδοχή των αξιώσεών της και να αξιοποιηθεί εναντίον της Ελλάδας και σε άλλες περιοχές του Αιγαίου.
Επικρίνοντας τους χειρισμούς στην Κάσο, επισήμανε ότι όταν η άλλη πλευρά χρησιμοποιεί πολεμικά πλοία για να επιβάλει τη θέση της, η Ελλάδα οφείλει να επιδεικνύει ανάλογη αποφασιστικότητα. Στη δική του ανάγνωση, η στρατιωτικοποίηση ενός ζητήματος από την Τουρκία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με αποχώρηση και διαρκείς αναβολές.
«Δεν πρέπει εμείς να γονατίσουμε»
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στη διατύπωση προειδοποιήσεων από το τουρκικό υπουργείο Άμυνας. Εκτίμησε ότι η Άγκυρα επιχειρεί έτσι να προσδώσει στρατιωτικό βάρος στις διεκδικήσεις της και να εντείνει την πίεση προς την ελληνική πλευρά.
Ωστόσο, απέρριψε την αντίληψη ότι αυτό πρέπει να οδηγεί αυτομάτως σε υποχώρηση.
«Δεν σημαίνει ότι επειδή το λέει το υπουργείο Άμυνας πρέπει εμείς να γονατίσουμε», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Επικαλούμενος ανάλυση του Μάικλ Ρούμπιν, αμφισβήτησε την εικόνα απόλυτης στρατιωτικής ισχύος που προβάλλει η Τουρκία. Υποστήριξε ότι το μέγεθος των ενόπλων δυνάμεών της δεν τεκμηριώνει από μόνο του την αποτελεσματικότητά τους απέναντι σε έναν οργανωμένο αντίπαλο.
Αναφέρθηκε επίσης στην προσωπική του εμπειρία από κοινά επιτελεία και ασκήσεις, αποδίδοντας υψηλό επίπεδο στο ελληνικό στρατιωτικό προσωπικό και επισημαίνοντας αδυναμίες της τουρκικής πλευράς.
Στο ίδιο πλαίσιο έκανε ιστορική αναφορά στην εισβολή στην Κύπρο το 1974. Απέδωσε καθοριστική ευθύνη στους τότε ελληνικούς χειρισμούς και στις εντολές που δόθηκαν, υποστηρίζοντας ότι η έκβαση δεν μπορεί να παρουσιάζεται απλώς ως απόδειξη τουρκικής στρατιωτικής υπεροχής.
Το ισραηλινό ενδιαφέρον και η Κύπρος
Ο πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ αναφέρθηκε σε ανάλυση της Jerusalem Post, την οποία συνέδεσε με ισραηλινές ανησυχίες για τις τουρκικές θαλάσσιες διεκδικήσεις και την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας.
Όπως μετέφερε, ο θαλάσσιος διάδρομος που προβάλλεται μέσω του τουρκολιβυκού μνημονίου αντιμετωπίζεται στην εν λόγω ανάλυση ως δυνητικό πρόβλημα για τις θαλάσσιες μεταφορές του Ισραήλ. Με βάση αυτή την ανάγνωση, εκτίμησε ότι οι τουρκικές επιδιώξεις θίγουν ευρύτερα συμφέροντα στη Μεσόγειο και ενδέχεται να προκαλέσουν πρόσθετες αντιδράσεις.
Διατύπωσε επίσης την πρόβλεψη ότι το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου μπορεί να βρεθεί στο επίκεντρο έντονων εξελίξεων, χωρίς να παρουσιάσει συγκεκριμένο περιστατικό ως ήδη δρομολογημένο.
Τι περιμένει από τον Ρούμπιο
Για την επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, ο κ. Μπαλτζώης εκτίμησε ότι η αμερικανική πλευρά θα επιδιώξει ελληνική συμμετοχή σε διπλωματικές προσπάθειες σχετικές με το Ιράν και την περιφερειακή ασφάλεια, καθώς και πρόσθετες αγορές αμερικανικών οπλικών συστημάτων.
Συνέδεσε το ελληνικό ενδιαφέρον με την εμπορική ναυτιλία και την ανάγκη να παραμένουν ασφαλείς οι θαλάσσιες οδοί. Υπενθύμισε τις ιστορικές σχέσεις Ελλάδας και Ιράν, αναγνωρίζοντας ότι οι σημερινές πολιτικές σχέσεις έχουν διαταραχθεί.
Στο εξοπλιστικό σκέλος, προέβλεψε πιέσεις προς την Αθήνα για μεγαλύτερο μερίδιο των αμυντικών δαπανών σε αμερικανικά συστήματα, πέραν των F-35. Κατά την εκτίμησή του, οι δεσμεύσεις προς άλλους προμηθευτές και τα συγκεκριμένα δημοσιονομικά περιθώρια θα δυσκολέψουν τους κυβερνητικούς χειρισμούς.
Κάθετος για τους Patriot
Κατηγορηματική ήταν η αντίθεσή του σε ενδεχόμενη παραχώρηση ελληνικών Patriot στην Ουκρανία. Υποστήριξε ότι μια τέτοια απόφαση θα αποδυνάμωνε την ελληνική άμυνα, ιδιαίτερα λόγω των δυσκολιών αναπλήρωσης.
«Θα είναι έγκλημα να τους δώσουμε», είπε, επιμένοντας ότι προτεραιότητα πρέπει να αποτελεί η κάλυψη των ελληνικών αμυντικών αναγκών.
Στη συζήτηση επικαλέστηκε πληροφορία για πιθανή παραχώρηση Patriot με όρο την προστασία ελληνικών εμπορικών πλοίων από ουκρανικά πλήγματα. Πρόκειται για πληροφορία που ανέφερε ο ίδιος, χωρίς να παρουσιάσει τεκμήρια κατά την παρέμβασή του.
Παράλληλα, αναγνώρισε την ενίσχυση της Πολεμικής Αεροπορίας και του Πολεμικού Ναυτικού μέσω των εξοπλιστικών προγραμμάτων, ζητώντας μεγαλύτερη προσοχή στον Στρατό Ξηράς. Ειδικά για τα τεθωρακισμένα οχήματα μάχης, έθεσε το ζήτημα της προστατευμένης μεταφοράς και υποστήριξης των στρατιωτών στο πεδίο.
Η Ελλάδα να διεκδικήσει περισσότερα
Κλείνοντας, ο κ. Μπαλτζώης υποστήριξε ότι η Ελλάδα δεν αξιοποιεί επαρκώς τη γεωπολιτική της αξία στις σχέσεις με τους συμμάχους. Έφερε ως παράδειγμα την Αλεξανδρούπολη και τη συμβολή της στις μεταφορές στρατιωτικού υλικού προς την Ουκρανία, αντιπαραβάλλοντας αυτή την προσφορά με τα ανταλλάγματα που, κατά την άποψή του, λαμβάνει η χώρα.
Εστίασε στη σημασία του Αιγαίου, της Κρήτης και της Κύπρου για τους θαλάσσιους διαδρόμους της Ανατολικής Μεσογείου. Ζήτησε η στρατηγική θέση της Ελλάδας να μετατρέπεται σε διαπραγματευτική ισχύ, αμυντική ενίσχυση και ουσιαστική υποστήριξη των εθνικών συμφερόντων.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας