Αναλύσεις
Κώστας Μαυρίδης: Το «βατερλό» του αθηναϊκού κατευνασμού και η επόμενη μέρα
Στην πολιτική κρινόμαστε για την διορατικότητα και την αποτελεσματικότητα μας στις εκάστοτε συνθήκες. Η στάση της Αθήνας δεν είναι μόνο αποτυχημένη, αλλά στερείται ορθολογικής βάσης και για αυτό οι εικασίες για ανομολόγητα «βαρίδια» για τους εμπλεκομένους. Για όσους νομίζουν ότι τέτοια είχαμε για δεκαετίες με την Τουρκία, το θέτουμε ευθέως. Παραβιάσεις στον αέρα και τη θάλασσα υπήρχαν για δεκαετίες, αλλά τα τελευταία χρόνια έχουμε ένα ακήρυχτο «πόλεμο» από την Τουρκία με θεσμική επέλαση στο Αιγαίο και στην Ανατ. Μεσόγειο εναντίον Ελλάδας-Κύπρου, μέσα από το «τουρκολυβικό μνημόνιο» (2019) που φτάνει στην πρόσφατη νεο-οθωμανική «Γαλάζια Φαντασίωση» (2026). Απέναντι στην τουρκική επέλαση, η Αθήνα επιλέγει το «διμερή διάλογο» και την πολιτική των «δώρων» μέσω της ΕΕ στο πλαίσιο της πολιτικής του κατευνασμού.
Γράφει ο Κώστας Μαυρίδης, Ευρωβουλευτής ΔΗΚΟ (S&D)
Τις προάλλες, το Κοινοβούλιο στη διαιρεμένη Λιβύη, ενέκρινε το παράνομο «Τουρκολιβυκό Μνημόνιο» για οριοθέτηση Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) Τουρκίας-Λιβύης, το οποίο εκκρεμούσε από το 2019, όταν προέκυψε για πρώτη φορά. Τότε, το 2019, με πρωτοστάτη την Αθήνα, υπήρξαν έντονες αντιδράσεις από διάφορες χώρες της περιοχής, την ΕΕ, ΗΠΑ κι άλλες, καταδικάζοντας το «μνημόνιο» ως παράνομο και άκυρο. Έκτοτε όμως, η Αθήνα έκανε μια κωλοτούμπα, υϊοθετώντας την πολιτική του κατευνασμού. Η πολιτική του κατευνασμού έμεινε στην Ιστορία ως η ντροπιαστική παραχώρηση εδαφικών ή άλλων διεκδικήσεων (κυριαρχικών δικαιωμάτων) προς ένα επεκτατικό καθεστώς, για εξασφάλιση πρόσκαιρης ειρήνης («ήρεμων νερών»), που αναπόφευκτα τροφοδοτεί τον επιδρομέα ο οποίος επέρχεται δριμύτερος. Έτσι ενήργησε ο Έλληνας ΥΠΕΞ, ο οποίος με απανωτές δηλώσεις του -πλέον πρόσφατα, τον περασμένο Αύγουστο- δήλωνε με αυτοπεποίθηση ότι η πολιτική του «διασφάλισε ότι δεν θα έχουμε έγκριση του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου» κ.ά. Για χρόνια τεκμηριώνω ότι με τέτοιες «ευφάνταστες» θεωρίες, οδηγούμαστε σε εθνικό ακρωτηριασμό. Η σημερινή επικύρωση του παράνομου μνημονίου δεν αποτελεί απλώς μια γεωπολιτική ήττα, αλλά το βατερλώ μιας προδιαγραμμένης πορείας, παράγωγο της χρόνιας πολιτικής εμμονικού κατευνασμού.
Στην πολιτική κρινόμαστε για την διορατικότητα και την αποτελεσματικότητα μας στις εκάστοτε συνθήκες. Η στάση της Αθήνας δεν είναι μόνο αποτυχημένη, αλλά στερείται ορθολογικής βάσης και για αυτό οι εικασίες για ανομολόγητα «βαρίδια» για τους εμπλεκομένους. Για όσους νομίζουν ότι τέτοια είχαμε για δεκαετίες με την Τουρκία, το θέτουμε ευθέως. Παραβιάσεις στον αέρα και τη θάλασσα υπήρχαν για δεκαετίες, αλλά τα τελευταία χρόνια έχουμε ένα ακήρυχτο «πόλεμο» από την Τουρκία με θεσμική επέλαση στο Αιγαίο και στην Ανατ. Μεσόγειο εναντίον Ελλάδας-Κύπρου, μέσα από το «τουρκολυβικό μνημόνιο» (2019) που φτάνει στην πρόσφατη νεο-οθωμανική «Γαλάζια Φαντασίωση» (2026). Απέναντι στην τουρκική επέλαση, η Αθήνα επιλέγει το «διμερή διάλογο» και την πολιτική των «δώρων» μέσω της ΕΕ στο πλαίσιο της πολιτικής του κατευνασμού.
Όλα τα πιο πάνω, γίνονται εν μέσω πρωτόγνωρα ευνοϊκών συνθηκών για τα εθνικά δίκαια. Ακόμη και τώρα, η Αθήνα μπορεί να αποδείξει ότι «έπαθε κι έμαθε», ασκώντας στην πράξη το Δίκαιο της Θάλασσας (ΟΗΕ), που είναι και δεσμευτικό δίκαιο της ΕΕ. Αρκεί ένα για να επικαλύψει τις τουρκικές παρανομίες:
α) Μονομερής ανακήρυξη της ΑΟΖ εφόσον η Ελλάδα έχει τέτοιο δικαίωμα
β) Οριοθέτηση ΑΟΖ με την Κυπριακή Δημοκρατία όπως εκλιπαρούσε από το 2003 ο αείμνηστος Πρόεδρος Τ. Παπαδόπουλος.
γ) Επέκταση χωρικών υδάτων στο Αιγαίο στα 12 ναυτικά μίλια.
Το Ευρωπαϊκό Έργο πόντισης καλωδίου σύνδεσης Κύπρου-Ελλάδας, αποτελεί άλλη μια ευνοϊκή συγκυρία, δεδομένου ότι η προβλεπόμενη NAFTEX αποτελεί επίσημη ενημέρωση προς τα ενδιαφερόμενα μέρη. Ωστόσο, ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών έκανε δικές του «διευθετήσεις» για να απευθύνει γραπτή ενημέρωση ειδικά προς την Τουρκία, πράγμα που θα αποτελεί την αναγνώριση τουρκικής συγκυριαρχίας! Με τέτοια στάση χειρότερα έπονται, ενόσω σκεπτόμενοι πολίτες τα ανέχονται κι άλλοτε τα δικαιολογούν.
Εν μέσω ευνοϊκών συνθηκών για τα εθνικά δίκαια, με πολιτική κι αμυντική ισχύ και ευρωπαϊκή και διεθνή νομική προστασία, η Αθήνα ακολουθεί δυστυχώς τον καταστροφικό κατευνασμό με υποχωρήσεις και «δώρα» προς το επεκτατικό τουρκικό καθεστώς, ενώ ταυτοχρόνως πρωτοστατούσε για κυρώσεις στη Ρωσία!
Αναλύσεις
Η σύγκρουση με το Ιράν και το μέλλον της διεθνούς τάξης: Ισχύς, στρατηγική αντοχή και παγκόσμια ασφάλεια ενέργειας
Ο ρεαλισμός εξηγεί γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν ανταγωνίζονται για την ασφάλεια και την περιφερειακή επιρροή. Η διπλωματία του καταναγκασμού αναδεικνύει την ανάγκη σύνδεσης της πίεσης με επιτεύξιμους στόχους και αξιόπιστες προϋποθέσεις συμμόρφωσης. Η θεωρία διαπραγμάτευσης εξηγεί γιατί οι συγκρούσεις επιμένουν όταν οι ηγεσίες αμφισβητούν τη σχετική ισχύ τους ή δυσπιστούν απέναντι στις μελλοντικές δεσμεύσεις. Το δίλημμα ασφαλείας φωτίζει τη δυναμική της κλιμάκωσης, ενώ η διεθνής πολιτική οικονομία αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο μια περιφερειακή σύγκρουση επηρεάζει τις παγκόσμιες αγορές.
Γράφει ο Νικόλαος Λ. Μωραΐτης. Ph.D. Πανεπιστήμιο Καλιφόρνιας, Berkeley
Εισαγωγή: Ένας περιφερειακός πόλεμος με παγκόσμιες συνέπειες
Η αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν αποτελεί καθοριστική δοκιμασία για τις σύγχρονες διεθνείς σχέσεις. Αυτό που επικεντρωνόταν στην πυρηνική ασφάλεια και στη στρατιωτική αντιπαράθεση έχει εξελιχθεί σε ευρύτερο ανταγωνισμό για την περιφερειακή επιρροή, τη θαλάσσια πρόσβαση, τον οικονομικό καταναγκασμό και την ανθεκτικότητα του διεθνούς ενεργειακού συστήματος. Οι συνέπειες εκτείνονται πολύ πέρα από την Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη, επηρεάζοντας τα κράτη του Κόλπου, τις ευρωπαϊκές οικονομίες, τους ασιατικούς εισαγωγείς ενέργειας, τη διεθνή ναυτιλία και την παγκόσμια οικονομία.
Μέχρι σήμερα, η σύγκρουση παραμένει ανεπίλυτη, ενώ οι προσπάθειες για την επίτευξη εκεχειρίας και την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων δεν έχουν οδηγήσει σε σταθερή διευθέτηση. Οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα, οι αναφορές για επιθέσεις σε εμπορικά πλοία και η αβεβαιότητα γύρω από τις ενεργειακές ροές καταδεικνύουν ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε πολιτικό έλεγχο. Παρότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν σημαντικές συμβατικές στρατιωτικές δυνατότητες, το Ιράν μπορεί να επιδιώκει την επιβολή κόστους μέσω ασύμμετρων μέσων, της πίεσης στις θαλάσσιες μεταφορές και της αξιοποίησης της ενεργειακής εξάρτησης τρίτων κρατών.
Το κεντρικό ερώτημα δεν είναι, επομένως, μόνο αν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να αποδυναμώσουν στρατιωτικά ή οικονομικά το Ιράν. Είναι κατά πόσον η Ουάσινγκτον και οι εταίροι της μπορούν να μετατρέψουν τις διαθέσιμες δυνατότητές τους σε βιώσιμη πολιτική διευθέτηση, η οποία θα αντιμετωπίζει τις ανησυχίες για την πυρηνική ασφάλεια, θα αποκαθιστά την ασφαλή εμπορική ναυσιπλοΐα και θα περιορίζει τον κίνδυνο αναζωπύρωσης του πολέμου.
Η θεωρία των διεθνών σχέσεων προσφέρει συμπληρωματικά εργαλεία για την κατανόηση αυτής της πρόκλησης. Ο ρεαλισμός εξηγεί τον ανταγωνισμό για ισχύ και ασφάλεια, η θεωρία της αποτροπής εξετάζει πώς τα κράτη επιχειρούν να αποθαρρύνουν εχθρικές ενέργειες, η θεωρία διαπραγμάτευσης ερμηνεύει την επιμονή των συγκρούσεων παρά το υψηλό κόστος τους, το δίλημμα ασφαλείας φωτίζει τη δυναμική της κλιμάκωσης και η διεθνής πολιτική οικονομία αναδεικνύει τις επιπτώσεις της στρατιωτικής αντιπαράθεσης στις παγκόσμιες αγορές.
Οι προσεγγίσεις αυτές δεν οδηγούν σε μία ενιαία πρόβλεψη ούτε υποδεικνύουν μια μοναδική πολιτική απάντηση. Αναδεικνύουν, ωστόσο, ότι η έκβαση της κρίσης θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον τα εμπλεκόμενα μέρη μπορούν να μεταβούν από έναν παρατεταμένο αγώνα αντοχής σε μια εφαρμόσιμη πολιτική συμφωνία.
Τα όρια της στρατιωτικής ισχύος: Μια ρεαλιστική ερμηνεία
Ο ρεαλισμός βασίζεται στην παραδοχή ότι τα κράτη λειτουργούν σε ένα διεθνές σύστημα χωρίς κεντρική αρχή ικανή να εγγυηθεί την ασφάλειά τους. Οι κυβερνήσεις οφείλουν, επομένως, να λαμβάνουν υπόψη τις δυνατότητες και τις προθέσεις των άλλων κρατών, να προστατεύουν τη στρατηγική τους αυτονομία και να αποτρέπουν την απόκτηση πλεονεκτημάτων που θα μπορούσαν να απειλήσουν τα συμφέροντά τους.
Η προσέγγιση αυτή εξηγεί γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν αντιλαμβάνονται διαφορετικά τις απαιτήσεις ασφαλείας τους. Η Ουάσινγκτον επιδιώκει να αποτρέψει τη διάδοση πυρηνικών όπλων, να προστατεύσει τους περιφερειακούς εταίρους της και να διατηρήσει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Η Τεχεράνη, από την άλλη πλευρά, επιδιώκει να διατηρήσει την πολιτική της αυτονομία, να αποτρέψει την εξωτερική παρέμβαση και να εξασφαλίσει επαρκή στρατιωτική και περιφερειακή μόχλευση ώστε να αποθαρρύνει νέες επιθέσεις.
Κάθε πλευρά θεωρεί τις δικές της ενέργειες αναγκαίες για την ασφάλειά της, ενώ ερμηνεύει τις ενέργειες της άλλης ως δυνητικές απειλές. Οι αμερικανικές στρατιωτικές αναπτύξεις και οι κυρώσεις αποσκοπούν στον περιορισμό των ιρανικών δυνατοτήτων, ενώ οι ιρανικές πυραυλικές δυνατότητες και η πίεση στις θαλάσσιες μεταφορές μπορούν να αυξήσουν το κόστος της αμερικανικής επέμβασης.
Η ανάλυση της κρατικής ισχύος απαιτεί, ωστόσο, να διακρίνουμε τους διαθέσιμους πόρους από τα πολιτικά αποτελέσματα. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιο κράτος διαθέτει περισσότερα στρατιωτικά μέσα, αλλά και πώς αυτά επηρεάζουν τις επιλογές, τις προσδοκίες και τη συμπεριφορά του αντιπάλου.
Το Ιράν δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες σε κάθε διάσταση του συμβατικού πολέμου. Μπορεί, όμως, να επιδιώξει την εκμετάλλευση ευάλωτων σημείων του περιφερειακού περιβάλλοντος ασφαλείας, ιδίως της εξάρτησης του διεθνούς εμπορίου από την ασφαλή διέλευση μέσω στρατηγικών θαλάσσιων διαύλων. Η δυνατότητα επιβολής σημαντικού κόστους δεν προϋποθέτει την ικανότητα στρατιωτικής ήττας ενός ισχυρότερου αντιπάλου.
Γι’ αυτό οι στρατιωτικές επιτυχίες δεν εγγυώνται στρατηγική επιτυχία. Ένα κράτος μπορεί να καταστρέψει στρατιωτικές υποδομές χωρίς να μεταβάλει τους θεμελιώδεις πολιτικούς στόχους του αντιπάλου του. Μπορεί να επιβάλει οικονομικές απώλειες χωρίς να εξασφαλίσει συνθηκολόγηση ή να προστατεύσει προσωρινά μια θαλάσσια διαδρομή χωρίς να εγγυηθεί τη μακροπρόθεσμη ασφάλειά της.
Η βασική ρεαλιστική πρόκληση είναι, συνεπώς, η σύνδεση της άσκησης ισχύος με έναν σαφώς προσδιορισμένο πολιτικό στόχο. Χωρίς αυτή τη σύνδεση, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις ενδέχεται να συνεχίζονται ακόμη και όταν η συμβολή τους σε μια βιώσιμη διευθέτηση γίνεται ολοένα πιο αβέβαιη.
Στρατηγική αντοχή και διπλωματία του καταναγκασμού
Η σύγκρουση αναδεικνύει ένα κεντρικό πρόβλημα της διπλωματίας του καταναγκασμού: το κράτος με τους μεγαλύτερους υλικούς πόρους δεν διαθέτει αυτομάτως μεγαλύτερη πολιτική αντοχή ή διαπραγματευτική ισχύ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να επιβάλουν σημαντικό στρατιωτικό και οικονομικό κόστος στο Ιράν. Η Τεχεράνη, ωστόσο, μπορεί να επιχειρήσει να μεταφέρει μέρος του κόστους αυτού στη διεθνή κοινότητα, διαταράσσοντας τη ναυσιπλοΐα, απειλώντας περιφερειακές υποδομές και εντείνοντας την αβεβαιότητα στις ενεργειακές αγορές. Οι συνέπειες επηρεάζουν κράτη που δεν συμμετέχουν άμεσα στη σύγκρουση, δημιουργώντας πρόσθετες οικονομικές και πολιτικές πιέσεις στην Ουάσινγκτον.
Κάθε πλευρά μπορεί να εκτιμά ότι η συνέχιση της πίεσης θα οδηγήσει τελικά τον αντίπαλο σε υποχώρηση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να προσδοκούν ότι οι κυρώσεις και η στρατιωτική πίεση θα περιορίσουν την ικανότητα αντίστασης του Ιράν. Η Τεχεράνη, αντίστοιχα, μπορεί να υπολογίζει ότι οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα θα αυξήσουν το διεθνές κόστος της αντιπαράθεσης και θα ενισχύσουν τις πιέσεις για αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής.
Ο κίνδυνος είναι ότι και οι δύο κυβερνήσεις θα υποστούν σημαντικές απώλειες χωρίς να επιτύχουν τους στόχους τους. Η στρατηγική αντοχή δεν κρίνεται μόνο από την ικανότητα απορρόφησης ζημιών, αλλά και από την πολιτική βούληση, την κοινωνική υποστήριξη, τις οικονομικές δυνατότητες και την ικανότητα διατήρησης συμμαχιών.
Για την ανάλυση της σύγκρουσης είναι απαραίτητο να διακρίνουμε την αποτροπή από τον εξαναγκασμό. Η αποτροπή αποσκοπεί στην αποθάρρυνση μιας ενέργειας, καθιστώντας την υπερβολικά δαπανηρή ή επικίνδυνη. Ο εξαναγκασμός επιδιώκει να μεταβάλει τη συμπεριφορά του αντιπάλου ή να τον οδηγήσει σε συγκεκριμένη ενέργεια. Και οι δύο στρατηγικές προϋποθέτουν αξιόπιστες δυνατότητες και σαφή πολιτικά μηνύματα, αλλά ο εξαναγκασμός είναι συχνά δυσκολότερος, επειδή απαιτεί από τον αντίπαλο να εγκαταλείψει μια υφιστάμενη επιλογή ή να αποδεχθεί περιορισμούς.
Η πίεση είναι πιθανότερο να αποδώσει όταν συνδέεται με επιτεύξιμες απαιτήσεις, σαφείς συνέπειες και συγκεκριμένη πορεία προς μια διαπραγματεύσιμη συμφωνία. Αν ένας αντίπαλος θεωρεί ότι η συμμόρφωση θα οδηγήσει απλώς σε νέες απαιτήσεις, μπορεί να θεωρήσει την αντίσταση προτιμότερη ακόμη και όταν το κόστος της είναι υψηλό.
Μια περισσότερο βιώσιμη προσέγγιση θα συνέδεε τις κυρώσεις και τα μέτρα πίεσης με συγκεκριμένες απαιτήσεις ασφαλείας, ανεξάρτητα επαληθεύσιμες δεσμεύσεις και σαφείς διαδικασίες αντιμετώπισης παραβάσεων. Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς η διατήρηση της πίεσης, αλλά η μεταβολή των κινήτρων των εμπλεκομένων με τρόπο που να καθιστά μια συμφωνία προτιμότερη από τη συνέχιση της σύγκρουσης.
Θεωρία διαπραγμάτευσης: Γιατί η σύγκρουση μπορεί να συνεχιστεί
Η θεωρία διαπραγμάτευσης εξηγεί γιατί οι συγκρούσεις μπορούν να επιμένουν ακόμη και όταν οι δύο πλευρές θα μπορούσαν να επωφεληθούν από μια συμφωνία. Τα κράτη ενδέχεται να διαφωνούν σχετικά με τη σχετική ισχύ τους, να υπολογίζουν εσφαλμένα το κόστος της συνέχισης των εχθροπραξιών ή να φοβούνται ότι μια συμφωνία θα τα αφήσει εκτεθειμένα σε μελλοντικό καταναγκασμό.
Στις σχέσεις ΗΠΑ–Ιράν, η Ουάσινγκτον μπορεί να εκτιμά ότι η πρόσθετη πίεση θα οδηγήσει σε αυστηρότερους πυρηνικούς περιορισμούς. Η Τεχεράνη, αντίθετα, μπορεί να θεωρεί ότι η συνέχιση της αντίστασης θα αποδυναμώσει την αμερικανική πολιτική υποστήριξη για έναν παρατεταμένο πόλεμο και θα αυξήσει το διεθνές κόστος των ενεργειακών διαταραχών.
Όταν κάθε πλευρά αναμένει ότι η αναμονή θα βελτιώσει τη διαπραγματευτική της θέση, οι συνομιλίες μπορούν να οδηγηθούν σε αδιέξοδο. Το πρόβλημα επιτείνεται από τα εσωτερικά πολιτικά κίνητρα: ένας συμβιβασμός μπορεί να παρουσιαστεί ως ένδειξη αδυναμίας, ενώ μια παραχώρηση μπορεί να θεωρηθεί απόδειξη αποτυχίας της στρατηγικής πίεσης.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα προβλήματα δέσμευσης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να φοβούνται ότι η άρση των κυρώσεων θα επιτρέψει στο Ιράν να ανασυγκροτήσει τις δυνατότητές του χωρίς να τηρήσει τις πυρηνικές δεσμεύσεις του. Η Τεχεράνη, από την άλλη πλευρά, μπορεί να ανησυχεί ότι η αποδοχή περιορισμών θα μειώσει τη διαπραγματευτική της μόχλευση, χωρίς να αποτρέψει μελλοντικές αμερικανικές επιθέσεις.
Μια βιώσιμη διευθέτηση πρέπει να αντιμετωπίζει αυτές τις ανησυχίες μέσω μηχανισμών επαλήθευσης, αμοιβαίας εφαρμογής και επίλυσης διαφορών. Οι συμφωνημένες υποχρεώσεις πρέπει να είναι σαφείς, ενώ οι συνέπειες των παραβιάσεων χρειάζεται να καθορίζονται εκ των προτέρων, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος αυθαίρετων ερμηνειών και αυτόματης επιστροφής σε στρατιωτική κλιμάκωση.
Η απουσία συμφωνίας δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει αμοιβαία επωφελές αποτέλεσμα. Μπορεί να υποδηλώνει ότι τα μέρη αδυνατούν να συμφωνήσουν ως προς την κατανομή των οφελών, την αξιοπιστία των μελλοντικών δεσμεύσεων ή το πολιτικό κόστος μιας διευθέτησης. Το ζητούμενο είναι η δημιουργία ενός πλαισίου στο οποίο η τήρηση της συμφωνίας θα είναι περισσότερο συμφέρουσα από την παραβίασή της.
Τα Στενά του Ορμούζ και η διεθνής πολιτική οικονομία
Τα Στενά του Ορμούζ μετατρέπουν τη σύγκρουση σε ζήτημα παγκόσμιας οικονομικής ασφάλειας. Η σημασία τους απορρέει από τη συγκέντρωση μεγάλου όγκου ενεργειακών εξαγωγών σε έναν στενό θαλάσσιο δίαυλο, του οποίου οι εναλλακτικές διαδρομές και μεταφορικές δυνατότητες είναι περιορισμένες.
Οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα επηρεάζουν περισσότερα από την άμεση διαθεσιμότητα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Αυξάνουν το κόστος ασφάλισης και μεταφοράς, επηρεάζουν τη διαχείριση αποθεμάτων και εντείνουν την αβεβαιότητα για μελλοντικές ελλείψεις. Ακόμη και όταν μέρος των εμπορικών αποστολών συνεχίζεται, η πιθανότητα νέων επιθέσεων μπορεί να αυξήσει το κόστος των συναλλαγών και να αποθαρρύνει τη ναυτιλιακή δραστηριότητα.
Οι συνέπειες κατανέμονται άνισα. Οι ασιατικές οικονομίες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ενέργεια του Κόλπου μπορεί να αντιμετωπίσουν εντονότερο ανταγωνισμό για εναλλακτικές προμήθειες. Οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες είναι εκτεθειμένες στο αυξημένο κόστος ενέργειας και μεταφορών, ενώ οι αμερικανικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά επηρεάζονται από τις διεθνείς τιμές πετρελαίου, παρά τη σημαντική εγχώρια παραγωγή των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η κρίση καταδεικνύει ότι η δυνατότητα απειλής ενός στρατηγικού σημείου συμφόρησης μπορεί να δημιουργήσει επιρροή πέρα από τα όρια της συμβατικής στρατιωτικής ισχύος. Ένα κράτος δεν χρειάζεται να ελέγχει ολόκληρο το διεθνές ενεργειακό σύστημα για να το αποσταθεροποιήσει. Αρκεί να μπορεί να απειλήσει μια κρίσιμη διαδρομή από την οποία διέρχεται σημαντικό μέρος του διεθνούς εμπορίου.
Η διεθνής πολιτική οικονομία αντιμετωπίζει τις οικονομικές σχέσεις όχι μόνο ως πεδίο εμπορικών ανταλλαγών, αλλά και ως μέσο άσκησης ισχύος. Οι κυρώσεις, οι χρηματοπιστωτικοί περιορισμοί και οι εμπορικές διαταραχές μπορούν να μεταβάλουν τις διαπραγματευτικές θέσεις των κυβερνήσεων, επιβάλλοντας παράλληλα κόστος σε τρίτα κράτη.
Ο οικονομικός καταναγκασμός, ωστόσο, δημιουργεί περιορισμούς και για εκείνον που τον εφαρμόζει. Οι διαταραχές μπορούν να εντείνουν τον πληθωρισμό, να επιβαρύνουν τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα και να προκαλέσουν διαφωνίες με συμμάχους. Παράλληλα, ενδέχεται να ωθήσουν άλλες κυβερνήσεις να διαφοροποιήσουν τις προμήθειές τους, να αναπτύξουν εναλλακτικές υποδομές ή να μειώσουν την εξάρτησή τους από συγκεκριμένες γεωπολιτικές σχέσεις.
Οι ενεργειακές συνέπειες της σύγκρουσης μπορεί, επομένως, να διαρκέσουν πέρα από την παύση των εχθροπραξιών. Ακόμη και μετά την αποκατάσταση της ασφαλούς ναυσιπλοΐας, κυβερνήσεις και επιχειρήσεις μπορεί να επανεκτιμήσουν τους κινδύνους που συνδέονται με τη συγκέντρωση των προμηθειών σε μία περιοχή. Το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι ένα περισσότερο διαφοροποιημένο ενεργειακό σύστημα ή, αντίθετα, ένας εντονότερος γεωπολιτικός κατακερματισμός.
Το μέλλον της οικονομικής πολιτικής ισχύος
Οι κυρώσεις και η οικονομική πίεση πρέπει να αξιολογούνται με βάση τα πολιτικά αποτελέσματά τους και όχι μόνο το άμεσο οικονομικό κόστος που επιβάλλουν.
Η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων εξαρτάται από τον διεθνή συντονισμό, τη δυνατότητα εφαρμογής τους και την ύπαρξη σαφών πολιτικών στόχων. Όταν οι κυβερνήσεις ακολουθούν αντικρουόμενες πολιτικές ή τα εμπορικά δίκτυα επιτρέπουν την παράκαμψή τους, η πίεση μπορεί να αποδυναμωθεί. Ο συντονισμός ενδέχεται να ενισχύσει τη διαπραγματευτική μόχλευση, αλλά μπορεί επίσης να επιβαρύνει τις συμμετέχουσες οικονομίες και να προκαλέσει διαφωνίες για τους επιδιωκόμενους στόχους.
Στην περίπτωση του Ιράν, η οικονομική πίεση μπορεί να περιορίσει τα έσοδα και την πρόσβαση στις διεθνείς αγορές. Παράλληλα, όμως, μπορεί να ενθαρρύνει την αναζήτηση εναλλακτικών εμπορικών σχέσεων ή την προσφυγή σε άλλα μέσα αντιπαράθεσης.
Ένα περισσότερο βιώσιμο πλαίσιο θα συνέδεε την οικονομική πίεση με συγκεκριμένους και επαληθεύσιμους στόχους. Η ελάφρυνση των κυρώσεων θα μπορούσε να εφαρμόζεται σταδιακά, ανάλογα με την εκπλήρωση των συμφωνημένων προϋποθέσεων, ενώ προκαθορισμένες διαδικασίες θα ρύθμιζαν την αντιμετώπιση σοβαρών παραβάσεων.
Η ευρύτερη διαπίστωση είναι ότι η οικονομική πολιτική ισχύος αποδίδει περισσότερο όταν συνδυάζεται με τη διπλωματία και εντάσσεται σε αξιόπιστο πλαίσιο πολιτικής διευθέτησης. Μπορεί να μεταβάλει τα κίνητρα των κρατών, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να επιλύσει διαφωνίες σχετικά με την κυριαρχία, την περιφερειακή επιρροή ή την πυρηνική ασφάλεια.
Το δίλημμα ασφαλείας και ο κίνδυνος κλιμάκωσης
Το δίλημμα ασφαλείας προκύπτει όταν τα μέτρα που λαμβάνει ένα κράτος για να ενισχύσει την ασφάλειά του κάνουν ένα άλλο να αισθανθεί περισσότερο εκτεθειμένο, προκαλώντας αντιδράσεις που εντείνουν την αρχική απειλή.
Οι αμερικανικές ναυτικές αναπτύξεις και στρατιωτικές επιχειρήσεις μπορεί να αποσκοπούν στην προστασία της εμπορικής ναυτιλίας και στην αποτροπή νέων επιθέσεων. Η Τεχεράνη, ωστόσο, μπορεί να τις ερμηνεύσει ως προετοιμασία για περαιτέρω στρατιωτική δράση. Τα ιρανικά αντίμετρα μπορούν, με τη σειρά τους, να ενισχύσουν την αμερικανική αντίληψη ότι απαιτείται πρόσθετη πίεση.
Ο κύκλος αυτός δεν προϋποθέτει πλήρη παρανόηση των προθέσεων του αντιπάλου. Ακόμη και όταν οι κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται τους κινδύνους, παραμένει η αβεβαιότητα σχετικά με τις μελλοντικές ενέργειες και τις συνέπειες μιας υποχώρησης. Υπό αυτές τις συνθήκες, ακόμη και ένα περιορισμένο περιστατικό μπορεί να προκαλέσει δυσανάλογη κλιμάκωση.
Η διαχείριση του κινδύνου απαιτεί μηχανισμούς επικοινωνίας και αποκλιμάκωσης, ακόμη και όταν ο στρατηγικός ανταγωνισμός συνεχίζεται. Αξιόπιστοι δίαυλοι στρατιωτικής επικοινωνίας, συμφωνημένες διαδικασίες για τις θαλάσσιες συναντήσεις, ανεξάρτητη διερεύνηση περιστατικών και αμοιβαίοι περιορισμοί στις επιθέσεις κατά της εμπορικής ναυτιλίας μπορούν να μειώσουν την πιθανότητα εσφαλμένου υπολογισμού.
Η αποτροπή και η διαχείριση κρίσεων πρέπει, συνεπώς, να λειτουργούν συμπληρωματικά. Η πρώτη επιδιώκει να αποθαρρύνει εχθρικές ενέργειες· η δεύτερη περιορίζει την πιθανότητα η αβεβαιότητα ή ένα μεμονωμένο περιστατικό να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη στρατιωτική κλιμάκωση.
Πού οδεύει η σύγκρουση; Τρεις στρατηγικές πιθανότητες
Το μέλλον παραμένει αβέβαιο. Τα θεωρητικά πλαίσια που εξετάστηκαν επιτρέπουν, ωστόσο, τον προσδιορισμό τριών βασικών σεναρίων.
- Διαπραγματευτική αποκλιμάκωση
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το κόστος της συνεχιζόμενης αντιπαράθεσης υπερβαίνει τα οφέλη της πρόσθετης πίεσης. Μια διευθέτηση θα μπορούσε να περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τη θαλάσσια ασφάλεια και την πυρηνική επαλήθευση, με την ελάφρυνση των κυρώσεων να συνδέεται με μετρήσιμη συμμόρφωση. Η σταδιακή αποκατάσταση της εμπορικής δραστηριότητας θα μπορούσε να συμβάλει στη σταθεροποίηση των ενεργειακών αγορών. Η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα, ωστόσο, θα εξαρτιόταν από την αξιοπιστία των δεσμεύσεων και την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών εφαρμογής.
- Παρατεταμένη αντιπαράθεση
Τα εμπλεκόμενα μέρη συνεχίζουν να χρησιμοποιούν στρατιωτική και οικονομική πίεση χωρίς να καταλήγουν σε συνολική διευθέτηση. Οι περίοδοι μειωμένων εχθροπραξιών παραμένουν εύθραυστες, οι ναυτιλιακές εταιρείες αντιμετωπίζουν αβεβαιότητα και οι ενεργειακές αγορές παραμένουν ευαίσθητες σε νέα περιστατικά. Οι κυβερνήσεις έχουν παράλληλα κίνητρα να επιταχύνουν τη διαφοροποίηση των προμηθειών και την ανάπτυξη εναλλακτικών υποδομών.
- Ευρύτερη περιφερειακή κλιμάκωση
Νέες επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές, εμπορικά πλοία ή στρατιωτικές εγκαταστάσεις προκαλούν πρόσθετους κύκλους αντιποίνων. Μια τέτοια εξέλιξη θα αύξανε τον κίνδυνο ευρύτερης οικονομικής διαταραχής και θα ενίσχυε τον ανταγωνισμό ασφαλείας μεταξύ των περιφερειακών δυνάμεων.
Τα σενάρια αυτά αποτελούν αναλυτικές δυνατότητες και όχι προβλέψεις με δεδομένη έκβαση. Η πορεία της σύγκρουσης θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις των κυβερνήσεων, την αξιοπιστία των διπλωματικών δεσμεύσεων, τη συμπεριφορά των περιφερειακών παραγόντων και την ικανότητα των διεθνών αγορών να απορροφήσουν νέες διαταραχές.
Η σημαντικότερη διάκριση είναι εκείνη μεταξύ μιας προσωρινής μείωσης των εχθροπραξιών και μιας διαρκούς μεταβολής της στρατηγικής σχέσης. Μια εκεχειρία μπορεί να περιορίσει το άμεσο κόστος χωρίς να επιλύσει τις υποκείμενες διαφωνίες. Μια ολοκληρωμένη συμφωνία θα πρέπει, αντίθετα, να καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι μελλοντικές κρίσεις θα μπορούν να αντιμετωπίζονται χωρίς αυτόματη επιστροφή στη στρατιωτική αντιπαράθεση.
Ο μακροπρόθεσμος μετασχηματισμός της παγκόσμιας ενεργειακής ασφάλειας
Η σύγκρουση μπορεί να επιταχύνει αλλαγές στην παγκόσμια ενεργειακή πολιτική. Τα κράτη που θεωρούν τη συγκεντρωμένη εξάρτηση από τη ναυσιπλοΐα του Κόλπου στρατηγική ευπάθεια έχουν κίνητρα να διαφοροποιήσουν τις πηγές προμήθειας, να επεκτείνουν τα στρατηγικά αποθέματα, να αναπτύξουν εναλλακτικές οδούς μεταφοράς και να επενδύσουν σε ανθεκτικότερες ενεργειακές υποδομές.
Ορισμένες κυβερνήσεις μπορεί να ενισχύσουν τις επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας, στην πυρηνική ενέργεια και στα δίκτυα. Άλλες ενδέχεται να στραφούν περισσότερο σε εναλλακτικούς προμηθευτές ορυκτών καυσίμων ή σε έκτακτες εισαγωγές. Η κατεύθυνση αυτών των μεταβολών θα εξαρτηθεί από τους εθνικούς πόρους, τις οικονομικές συνθήκες και τις υφιστάμενες υποδομές.
Η διαφοροποίηση μπορεί να ενισχύσει την ανθεκτικότητα, μειώνοντας την εξάρτηση από ένα μεμονωμένο σημείο συμφόρησης. Δεν εξαλείφει, ωστόσο, τους γεωπολιτικούς κινδύνους. Μπορεί να μεταφέρει μέρος της εξάρτησης σε άλλες στρατηγικές αλυσίδες εφοδιασμού, εντείνοντας τον ανταγωνισμό για κρίσιμα ορυκτά, ενεργειακές τεχνολογίες και παραγωγική ικανότητα.
Ο στόχος δεν θα πρέπει να είναι κατ’ ανάγκην η πλήρης ενεργειακή αυτάρκεια, η οποία μπορεί να αποδειχθεί οικονομικά αναποτελεσματική, αλλά η ενίσχυση της ανθεκτικότητας μέσω της διαφοροποίησης και της συνεργασίας. Τα στρατηγικά αποθέματα, οι πολλαπλοί προμηθευτές, οι ευέλικτες υποδομές και ο διεθνής συντονισμός σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης μπορούν να περιορίσουν τις επιπτώσεις μελλοντικών κρίσεων.
Η ενεργειακή ασφάλεια δεν εξαρτάται μόνο από τη διαθεσιμότητα των πόρων, αλλά και από την αξιοπιστία των διαδρομών μεταφοράς, τη λειτουργία των αγορών και την ικανότητα συνεργασίας μεταξύ των κρατών. Η κρίση στον Περσικό Κόλπο καθιστά αυτή τη διάσταση της διεθνούς ασφάλειας ιδιαίτερα εμφανή.
Συμπέρασμα: Από έναν αγώνα αντοχής σε μια βιώσιμη στρατηγική διευθέτηση
Η σύγκρουση με το Ιράν αποκαλύπτει έναν θεμελιώδη περιορισμό της κρατικής ισχύος: η ικανότητα επιβολής κόστους δεν εγγυάται την ικανότητα καθορισμού των πολιτικών αποτελεσμάτων.
Ο ρεαλισμός εξηγεί γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν ανταγωνίζονται για την ασφάλεια και την περιφερειακή επιρροή. Η διπλωματία του καταναγκασμού αναδεικνύει την ανάγκη σύνδεσης της πίεσης με επιτεύξιμους στόχους και αξιόπιστες προϋποθέσεις συμμόρφωσης. Η θεωρία διαπραγμάτευσης εξηγεί γιατί οι συγκρούσεις επιμένουν όταν οι ηγεσίες αμφισβητούν τη σχετική ισχύ τους ή δυσπιστούν απέναντι στις μελλοντικές δεσμεύσεις. Το δίλημμα ασφαλείας φωτίζει τη δυναμική της κλιμάκωσης, ενώ η διεθνής πολιτική οικονομία αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο μια περιφερειακή σύγκρουση επηρεάζει τις παγκόσμιες αγορές.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αντιμέτωπες με την επιλογή μεταξύ μιας παρατεταμένης δοκιμασίας στρατιωτικής και οικονομικής αντοχής και της μετατροπής της διαπραγματευτικής τους μόχλευσης σε εφαρμόσιμη πολιτική διευθέτηση. Το Ιράν αντιμετωπίζει αντίστοιχο δίλημμα: κατά πόσον η συνέχιση της αντίστασης μπορεί να εξασφαλίσει τους στόχους του ή αν μια συμφωνία προσφέρει βιωσιμότερο μέσο προστασίας των συμφερόντων του. Κανένα από τα δύο μέρη δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι ο αντίπαλος θα αποδεχθεί τους προτιμώμενους όρους του.
Μια βιώσιμη διευθέτηση θα απαιτούσε επαληθεύσιμες πυρηνικές δεσμεύσεις, ασφαλή εμπορική διέλευση μέσω των Στενών του Ορμούζ, σαφείς διαδικασίες αντιμετώπισης παραβάσεων και αποτελεσματική διαχείριση κρίσεων. Θα χρειαζόταν επίσης συνεργασία μεταξύ περιφερειακών και διεθνών παραγόντων, καθώς και ενεργειακές πολιτικές που περιορίζουν την ευπάθεια της παγκόσμιας οικονομίας.
Η κρίση μπορεί είτε να ενισχύσει τη διεθνή συνεργασία είτε να επιταχύνει τον κατακερματισμό των οικονομικών σχέσεων και των συστημάτων ασφαλείας. Εάν τα κράτη χρησιμοποιούν ολοένα περισσότερο τις ενεργειακές προμήθειες και τα θαλάσσια σημεία συμφόρησης ως μέσα καταναγκασμού, η διεθνής τάξη ενδέχεται να γίνει περισσότερο ανταγωνιστική και ασταθής. Αντίθετα, η ενίσχυση της συνεργασίας στη θαλάσσια ασφάλεια, η διαφοροποίηση των ενεργειακών προμηθειών και η διπλωματική διαχείριση των συγκρούσεων θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για ένα ανθεκτικότερο διεθνές σύστημα.
Η έκβαση της σύγκρουσης δεν πρέπει να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση τις στρατιωτικές επιτυχίες, τις κυρώσεις ή τις βραχυπρόθεσμες μεταβολές των τιμών της ενέργειας. Καθοριστικό κριτήριο είναι κατά πόσον η πολιτική διευθέτηση μειώνει τον κίνδυνο ανανεωμένου πολέμου, περιορίζει την πιθανότητα πυρηνικής διάδοσης, προστατεύει το διεθνές εμπόριο και δημιουργεί κίνητρα για την ειρηνική επίλυση μελλοντικών διαφορών.
Ο κόσμος αντιμετωπίζει, επομένως, κάτι περισσότερο από μια περιφερειακή σύγκρουση. Πρόκειται για μια δοκιμασία του κατά πόσον η στρατιωτική ισχύς, η οικονομική αλληλεξάρτηση και η διπλωματία μπορούν να συνδυαστούν για τη διαμόρφωση μιας βιώσιμης τάξης ασφαλείας. Η στρατηγική επιτυχία δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος μπορεί να αντέξει περισσότερο, αλλά από το κατά πόσον οι εμπλεκόμενες κυβερνήσεις θα μπορέσουν να μετατρέψουν την αντιπαράθεση σε ένα σταθερό πλαίσιο διαχείρισης των διαφορών τους.
GEOPOLITICO
Εγκολφόπουλος: Μας δουλεύει και η Λιβύη! – Σφοδρά πυρά για το τουρκολιβυκό και προειδοποίηση για το καλώδιο
Ο αντιναύαρχος ε.α. Ιωάννης Εγκολφόπουλος εξαπολύει σφοδρή κριτική για τους χειρισμούς της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μετά την έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από το κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης.
Με ιδιαίτερα αιχμηρές τοποθετήσεις για τους χειρισμούς της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής απέναντι στην Τουρκία και τη Λιβύη παρενέβη στη «Ναυτεμπορική» ο αντιναύαρχος ε.α. Ιωάννης Εγκολφόπουλος. Στο επίκεντρο βρέθηκε η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης, με τον απόστρατο αξιωματικό να καταλογίζει καθυστερημένη αντίδραση στην Αθήνα και να υποστηρίζει ότι οι διπλωματικές καταδίκες δεν αρκούν για να ανατρέψουν τετελεσμένα.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, στις δυνατότητες αντίδρασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην απαίτηση της Άγκυρας για γραπτή ενημέρωση σχετικά με τις εργασίες του υποθαλάσσιου καλωδίου. Παράλληλα, μίλησε με υπερηφάνεια για τη φρεγάτα «Κίμων», που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη ενόψει της εθνικής επετείου της 28ης Οκτωβρίου.
«Οι δηλώσεις δεν αλλάζουν το αποτέλεσμα – Οι κυρώσεις το αλλάζουν»
Η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης, στις 20 Οκτωβρίου 2026, να εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 αποτέλεσε το βασικό αντικείμενο της παρέμβασης. Πρόκειται για ανατροπή της προηγούμενης στάσης του κοινοβουλίου της Βεγγάζης, το οποίο επί χρόνια δεν είχε αποδεχθεί τη συγκεκριμένη συμφωνία. Η ελληνική κυβέρνηση απέρριψε την απόφαση, επαναλαμβάνοντας ότι το μνημόνιο είναι παράνομο και άκυρο.
Ο Ιωάννης Εγκολφόπουλος υποστήριξε ότι υπήρχαν σαφείς προειδοποιήσεις για την αλλαγή στάσης της ανατολικής Λιβύης, τις οποίες η Αθήνα όφειλε να είχε αξιολογήσει εγκαίρως.
Αναφέρθηκε στην αλλαγή της προεδρίας του λιβυκού κοινοβουλίου, σημειώνοντας ότι ο προηγούμενος πρόεδρος διατηρούσε ορισμένες ισορροπίες, ενώ ο διάδοχός του, κατά την εκτίμησή του, ακολουθεί σαφώς φιλοτουρκική γραμμή.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Ντόρα Μπακογιάννη, επισημαίνοντας ότι είχε προειδοποιήσει για τις εξελίξεις, καθώς και στις επαφές που, σύμφωνα με όσα ανέφερε, είχαν πραγματοποιήσει η αιγυπτιακή και η ισραηλινή πλευρά με την ηγεσία Χαφτάρ.
«Και εμείς, συγχωρείτε, τον ύπνο του δικαίου», σχολίασε χαρακτηριστικά.
Ο αντιναύαρχος αναγνώρισε ότι η ελληνική διπλωματία έχει πραγματοποιήσει σημαντικές κινήσεις, μεταξύ των οποίων και η συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ με την Αίγυπτο. Ωστόσο, επέμεινε ότι η διαχείριση του λιβυκού ζητήματος αναδεικνύει ένα επαναλαμβανόμενο πρόβλημα: η Ελλάδα αντιδρά όταν οι δυσμενείς εξελίξεις έχουν ήδη εκδηλωθεί.
Στο ίδιο πλαίσιο, αμφισβήτησε την αποτελεσματικότητα των ανακοινώσεων υποστήριξης από τους Ευρωπαίους εταίρους.
«Οι δηλώσεις δεν αλλάζουν το αποτέλεσμα. Τι αλλάζει το αποτέλεσμα; Οι κυρώσεις», υπογράμμισε.
Κατά την άποψή του, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να προχωρήσει πέρα από τις λεκτικές καταδίκες, εξετάζοντας συγκεκριμένα μέτρα απέναντι σε ενέργειες που παραβιάζουν τα κυριαρχικά δικαιώματα κρατών-μελών.
Ερωτήματα για τη στάση των ΗΠΑ μετά την επίσκεψη Ρούμπιο
Ο Ιωάννης Εγκολφόπουλος στάθηκε ιδιαίτερα στην τοποθέτηση του αμερικανικού Στέιτ Ντιπάρτμεντ, το οποίο κάλεσε τις εμπλεκόμενες πλευρές να επιλύσουν τις διαφορές τους μέσω διαπραγματεύσεων.
Ο απόστρατος αξιωματικός υποστήριξε ότι η διατύπωση της Ουάσιγκτον ήταν αισθητά πιο συγκρατημένη από προηγούμενες αμερικανικές παρεμβάσεις.
«Η δήλωση του State Department δημιουργεί τεράστια ερωτηματικά», ανέφερε, συνδέοντας χρονικά την τοποθέτηση με την πρόσφατη επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Ελλάδα.
Υπενθύμισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν καταδικάσει προηγουμένως το τουρκολιβυκό μνημόνιο και εξέφρασε προβληματισμό για τη μετατόπιση του τόνου προς την ανάγκη συνεννόησης των δύο πλευρών.
Παράλληλα, αναφέρθηκε σε σειρά άλλων εξελίξεων που, κατά την εκτίμησή του, πρέπει να αξιολογηθούν συνολικά, όπως οι πληροφορίες για έρευνες σχετικά με οικονομικές συναλλαγές ελληνικών επιχειρήσεων με το Ιράν.
Δεν παρουσίασε τις χρονικές αυτές συμπτώσεις ως αποδεδειγμένη αιτιώδη σχέση, αλλά ως ενδείξεις που θεωρεί ότι απαιτούν προσεκτικότερη διπλωματική ανάλυση.
«Κάθε φορά τρέχουμε πίσω από το πρόβλημα»
Από τα πιο έντονα σημεία της παρέμβασης ήταν η κριτική για την ελληνική παρουσία και πληροφόρηση στη Λιβύη.
Ο αντιναύαρχος εξέφρασε την απορία του πώς ήταν δυνατόν άλλες χώρες να έχουν αντιληφθεί την επικείμενη μεταβολή των λιβυκών συσχετισμών, ενώ η Ελλάδα εμφανίστηκε να αιφνιδιάζεται.
Αναφέρθηκε στις επαφές της ελληνικής διπλωματίας με τη Λιβύη, στις συζητήσεις για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών και στη συνεργασία μεταξύ ελληνικών και λιβυκών λιμενικών αρχών.
Μάλιστα, επικαλέστηκε προσωπική εμπειρία από συνάντηση Λίβυων αξιωματικών με στελέχη του ελληνικού Λιμενικού στον Πειραιά, για να επισημάνει ότι η Αθήνα επενδύει σε σχέσεις συνεργασίας χωρίς πάντοτε να εξασφαλίζει το επιθυμητό πολιτικό αποτέλεσμα.
«Κάθε φορά τρέχουμε πίσω από το πρόβλημα. Αυτό είναι το τραγικό», τόνισε.
Κατά την εκτίμησή του, η Ελλάδα χρειάζεται αποτελεσματικότερους μηχανισμούς έγκαιρης ενημέρωσης για τις πολιτικές διεργασίες που πραγματοποιούνται τόσο στη Λιβύη όσο και στα μεγάλα διεθνή κέντρα αποφάσεων.
Η Αίγυπτος και οι νέοι συσχετισμοί στην Ανατολική Μεσόγειο
Ο Ιωάννης Εγκολφόπουλος αναφέρθηκε επίσης στη στάση της Αιγύπτου, η οποία έχει άμεσο ενδιαφέρον για τις εξελίξεις γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Η Αίγυπτος και η Ελλάδα έχουν υπογράψει από το 2020 συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ, ενώ το Κάιρο αντιτίθεται στις τουρκολιβυκές διεκδικήσεις.
Ο αντιναύαρχος υποστήριξε ότι το αιγυπτιακό υπουργείο Εξωτερικών διαθέτει ισχυρή διαπραγματευτική παράδοση και δεν πρέπει να υποτιμάται η αυτονομία των επιλογών του.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο επανέναρξης συνομιλιών Ελλάδας και Αιγύπτου για την επέκταση της οριοθέτησης, εμφανίστηκε επιφυλακτικός.
«Ας κρατήσουμε μικρό καλάθι», σημείωσε.
Παράλληλα, εξέφρασε την εκτίμηση ότι η Τουρκία επιχειρεί να διευρύνει τις διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο, δημιουργώντας τριβές όχι μόνο με την Ελλάδα και την Κύπρο αλλά και με το Ισραήλ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η προειδοποίηση για το καλώδιο: «Η NAVTEX είναι ήδη επίσημη ενημέρωση»
Ξεχωριστό κεφάλαιο της συζήτησης αποτέλεσε το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου και η απαίτηση της Τουρκίας να λαμβάνει γραπτή ενημέρωση για τις σχετικές εργασίες.
Ο Ιωάννης Εγκολφόπουλος επέμεινε στη διάκριση μεταξύ της προβλεπόμενης ναυτιλιακής ενημέρωσης και οποιασδήποτε πρόσθετης διαδικασίας που θα μπορούσε να εκληφθεί ως αναγνώριση τουρκικής αρμοδιότητας.
Επικαλέστηκε τη λειτουργία των NAVTEX, εξηγώντας ότι αποτελούν επίσημες αναγγελίες προς τη ναυτιλία σχετικά με δραστηριότητες σε συγκεκριμένες θαλάσσιες περιοχές.
«Όταν βγάζεις NAVTEX, ακριβώς είναι ό,τι πιο επίσημο έγγραφο που ενημερώνεις τους πάντες», ανέφερε.
Στη συνέχεια έθεσε το ερώτημα γιατί θα έπρεπε να υπάρξει επιπλέον ενημέρωση προς την Τουρκία, εφόσον έχει ήδη εκδοθεί η προβλεπόμενη αναγγελία.
Ο αντιναύαρχος χαρακτήρισε εξαιρετικά προβληματικό το ενδεχόμενο ιδιαίτερης ενημέρωσης πέραν της NAVTEX, θεωρώντας ότι μια τέτοια κίνηση θα δημιουργούσε επικίνδυνες πολιτικές εντυπώσεις.
Πρόκειται για προειδοποίηση επί υποθετικού ενδεχομένου και όχι για ισχυρισμό ότι έχει αποδεδειγμένα αποσταλεί τέτοιο έγγραφο.
Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης έχει δημοσίως αποσαφηνίσει ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να ζητήσει άδεια από την Τουρκία για το έργο.
Η φρεγάτα «Κίμων»: «Τα πλοία ανήκουν στον λαό που τα πλήρωσε»
Παρά την έντονη κριτική για τις διπλωματικές εξελίξεις, ο Ιωάννης Εγκολφόπουλος ξεκίνησε την παρουσία του με μια διαφορετική εικόνα: την άφιξη της φρεγάτας «Κίμων» στη Θεσσαλονίκη.
Χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντική την παρουσία του σύγχρονου πολεμικού πλοίου στην πόλη ενόψει της 28ης Οκτωβρίου, καλώντας τους πολίτες να το επισκεφθούν.
«Τα πλοία αυτά δεν ανήκουν ούτε στους αξιωματικούς. Ανήκουν στον λαό. Ο λαός πλήρωσε για να τα πάρουμε», ανέφερε.
Ο αντιναύαρχος τόνισε ότι οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν τον εξοπλισμό που αποκτά το Πολεμικό Ναυτικό και τις δυνατότητες που προσφέρουν οι νέες μονάδες επιφανείας.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη συμβολή των στελεχών του Πολεμικού Ναυτικού στη διαμόρφωση των επιχειρησιακών απαιτήσεων των φρεγατών.
Υποστήριξε ότι η ελληνική εμπειρία συνέβαλε στην εξέλιξη της σχεδίασης, την οποία χαρακτήρισε βελτιωμένη σε σχέση με την αρχική γαλλική εκδοχή. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι οι ελληνικές τροποποιήσεις επηρέασαν θετικά τη διεθνή ανταγωνιστικότητα του συγκεκριμένου τύπου πλοίου, κάνοντας αναφορά στη Σουηδία.
Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί αποτελούν τοποθετήσεις του αντιναυάρχου και χρειάζονται αυτοτελή τεχνική επιβεβαίωση.
«Η κριτική δεν σημαίνει έλλειψη πατριωτισμού»
Προς το τέλος της παρέμβασής του, ο αντιναύαρχος εξέφρασε την ενόχλησή του για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται, κατά την άποψή του, όσοι ασκούν αυστηρή κριτική στους χειρισμούς της εξωτερικής πολιτικής.
Υποστήριξε ότι ο χαρακτηρισμός τέτοιων παρεμβάσεων ως «ακραίων» αποπροσανατολίζει από την ουσία των προβλημάτων.
Αναφέρθηκε στη στρατιωτική εμπειρία και στην ανάγκη να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη οι επισημάνσεις ανθρώπων που έχουν υπηρετήσει επί δεκαετίες στις Ένοπλες Δυνάμεις.
Παράλληλα, άσκησε κριτική σε δημόσιες τοποθετήσεις που, σύμφωνα με τον ίδιο, παρουσιάζουν υπερβολικά θετικά την Τουρκία, χαρακτηρίζοντας ορισμένους εκφραστές τους «παπαγαλάκια της τουρκικής προπαγάνδας».
Έφερε επίσης ως παράδειγμα την κρίση του Αυγούστου 2020, αναφερόμενος στο περιστατικό μεταξύ ελληνικής και τουρκικής φρεγάτας, προκειμένου να υπογραμμίσει τη σημασία της αποφασιστικότητας σε στιγμές έντασης.
Κλείνοντας, εξέφρασε τη δυσφορία του για την αντίθεση ανάμεσα στη στρατιωτική ενίσχυση της χώρας και στις διπλωματικές εξελίξεις που θεωρεί δυσμενείς.
Με μια χαρακτηριστική λαϊκή παρομοίωση, περιέγραψε την κατάσταση ως μια προσπάθεια στην οποία, ενώ προηγούνται σημαντικά επιτεύγματα, ένα σφάλμα αρκεί για να ακυρώσει το αποτέλεσμα.
Η συζήτηση ολοκληρώθηκε με την προαναγγελία νέας παρέμβασης, στην οποία αναμένεται να παρουσιαστεί σύγκριση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Τουρκίας με εκείνες άλλων περιφερειακών δυνάμεων, με ιδιαίτερη αναφορά στην Αίγυπτο.
GEOPOLITICO
Η Τουρκία τα θέλει όλα – Η Ελλάδα πρέπει να απαντήσει τώρα!
Σκληρή κριτική Μουντζουρούλια για τη στάση της Αθήνας – Προειδοποιήσεις για το τουρκολιβυκό και τον κίνδυνο υπονόμευσης των ενεργειακών σχεδιασμών στην Ανατολική Μεσόγειο
Σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους κινήθηκε ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στη διαδικτυακή εκπομπή «Direct News» του Directus.gr, αναλύοντας τις εξελίξεις μετά την έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από το Κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης. Στο επίκεντρο βρέθηκαν η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, οι κινήσεις της Τουρκίας, το μέλλον της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου και οι δυνατότητες ελληνικής διπλωματικής αντίδρασης.
Ο δημοσιογράφος υποστήριξε ότι η Αθήνα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια εξαιρετικά δυσμενή γεωπολιτική κατάσταση, ζητώντας άμεσες πρωτοβουλίες για την προστασία των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Το τουρκολιβυκό και η νέα πραγματικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο
Αφετηρία της ανάλυσης αποτέλεσε η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης, με έδρα την ανατολική πλευρά της χώρας, να εγκρίνει στις 20 Οκτωβρίου 2026 το μνημόνιο θαλάσσιας οριοθέτησης που είχαν υπογράψει η Άγκυρα και η τότε κυβέρνηση της Τρίπολης το 2019.
Πρόκειται για σημαντική μεταβολή στη στάση της ανατολικής Λιβύης, η οποία το 2020 είχε απορρίψει το ίδιο μνημόνιο. Η Ελλάδα αντέδρασε χαρακτηρίζοντάς το παράνομο και αντίθετο προς το Δίκαιο της Θάλασσας.
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας υποστήριξε ότι η εξέλιξη δημιουργεί σοβαρές προκλήσεις για την ελληνική εξωτερική πολιτική.
Κατά την εκτίμησή του, η Τουρκία επιχειρεί να αποκτήσει καθοριστικό ρόλο στις θαλάσσιες οριοθετήσεις, στις ενεργειακές έρευνες και στις υποθαλάσσιες διασυνδέσεις.
Ειδική αναφορά έκανε στη σημασία της Κρήτης και του Καστελλορίζου, τονίζοντας ότι οι τουρκικές επιδιώξεις αμφισβητούν τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών σε υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.
Ο ίδιος προειδοποίησε ότι η έλλειψη ουσιαστικής αντίδρασης μπορεί να ενθαρρύνει την Άγκυρα να προχωρήσει σε νέες διεκδικήσεις.
Η αμερικανική στάση προκαλεί ανησυχία
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε ο παρουσιαστής στην αντίδραση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Η Ουάσιγκτον, απαντώντας σε ερωτήματα για την έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου, ενθάρρυνε τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου να επιλύσουν τις θαλάσσιες διαφορές τους μέσω διαπραγματεύσεων καλής πίστης.
Παράλληλα, υπενθύμισε ότι Ελλάδα και Τουρκία είναι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ και κάλεσε τις δύο χώρες σε διμερή διάλογο. Η συγκεκριμένη τοποθέτηση δεν περιείχε ρητή αποδοκιμασία του μνημονίου.
Ο Μουντζουρούλιας συνέκρινε τη νέα ανακοίνωση με προηγούμενες αμερικανικές τοποθετήσεις, υποστηρίζοντας ότι καταγράφεται αλλαγή στη στάση της Ουάσιγκτον.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η αμερικανική προσέγγιση δημιουργεί ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν πλέον τις τουρκικές επιδιώξεις.
Έθεσε, μάλιστα, το ζήτημα της ενδεχόμενης διασύνδεσης του λιβυκού προβλήματος με την ευρύτερη αμερικανική στρατηγική για την πολιτική ενοποίηση της Λιβύης.
Ο δημοσιογράφος εξέφρασε την ελπίδα ότι θα υπάρξει νέα επικοινωνία ανάμεσα στον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη και τον Αμερικανό ομόλογό του Μάρκο Ρούμπιο.
Ελλάδα και Αίγυπτος: Η συμφωνία που πρέπει να προχωρήσει άμεσα
Ως θετική εξέλιξη παρουσίασε την επανέναρξη των συζητήσεων ανάμεσα στην Ελλάδα και την Αίγυπτο για την επέκταση της συμφωνίας οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών του Αυγούστου 2020.
Οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών, Γιώργος Γεραπετρίτης και Μπαντρ Αμπντελάτι, συμφώνησαν να εξετάσουν την επέκταση της οριοθέτησης προς ανατολάς, επαναβεβαιώνοντας την αντίθεσή τους στο τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Ο Μουντζουρούλιας χαιρέτισε την κινητοποίηση του Καΐρου, υποστήριξε όμως ότι η Αθήνα δεν έχει πλέον την πολυτέλεια να παραπέμπει κρίσιμες αποφάσεις στο μέλλον.
Υπενθύμισε ότι η συμφωνία του 2020 αφορά τμήμα των θαλάσσιων ζωνών μεταξύ του 26ου και του 28ου μεσημβρινού, ενώ η περιοχή ανατολικότερα παραμένει αντικείμενο μελλοντικής οριοθέτησης.
Ο παρουσιαστής τάχθηκε υπέρ της άμεσης επέκτασης της συμφωνίας και επανέφερε την πρόταση για οριοθέτηση ΑΟΖ ανάμεσα στην Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία.
Παράλληλα, ζήτησε επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, με ιδιαίτερη αναφορά στην Κρήτη.
GSI: Η γραπτή ενημέρωση προς την Τουρκία και οι φόβοι για επικίνδυνο προηγούμενο
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της εκπομπής αφορούσε το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου, γνωστό ως Great Sea Interconnector (GSI).
Ο Μουντζουρούλιας αναφέρθηκε σε πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες θα μπορούσε να εξεταστεί μια μορφή γραπτής ενημέρωσης προς την Τουρκία σχετικά με τις εργασίες του έργου.
Διευκρίνισε ότι το ζήτημα που συζητείται αφορά ενημέρωση και όχι τυπική αίτηση άδειας.
Ωστόσο, ο ίδιος υποστήριξε ότι μια τέτοια πρακτική ενδέχεται να ερμηνευθεί από την Άγκυρα ως αναγνώριση του δικαιώματός της να παρεμβαίνει στους ενεργειακούς σχεδιασμούς της περιοχής.
Κατά την εκτίμησή του, η Ελλάδα πρέπει να αποφύγει οποιαδήποτε διαδικασία που θα μπορούσε να δημιουργήσει προηγούμενο για μελλοντικές διαπραγματεύσεις.
Άσκησε επίσης έντονη κριτική στην προοπτική συνεννόησης με την Τουρκία υπό όρους που, όπως υποστήριξε, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υποχώρηση των ελληνικών θέσεων.
Ο παρουσιαστής συνέδεσε το συγκεκριμένο ζήτημα με την ευρύτερη τουρκική επιδίωξη να αποκτήσει ρόλο ελέγχου στις θαλάσσιες ενεργειακές υποδομές της Ανατολικής Μεσογείου.
Τα τουρκικά δημοσιεύματα και η αμφισβήτηση του Αιγαίου
Στην εκπομπή παρουσιάστηκαν επίσης αναφορές τουρκικών μέσων ενημέρωσης, μεταξύ των οποίων το CNN Türk, σχετικά με τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της Άγκυρας.
Ο δημοσιογράφος έκανε ιδιαίτερη αναφορά σε χάρτη που, σύμφωνα με την περιγραφή του, παρουσίαζε το Αιγαίο διχοτομημένο.
Υποστήριξε ότι τέτοιες απεικονίσεις εντάσσονται στην προσπάθεια εμπέδωσης των τουρκικών θέσεων για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Παρουσίασε ακόμη ισχυρισμούς Τούρκων σχολιαστών ότι οι ενεργειακοί σχεδιασμοί της περιοχής δεν μπορούν να υλοποιηθούν χωρίς τη συμμετοχή ή την έγκριση της Άγκυρας.
Ξεχωριστή αναφορά έγινε σε δημοσιεύματα που προειδοποιούν την Ελλάδα για μελλοντικά προβλήματα σχετικά με το καθεστώς των νησιών.
Ο Μουντζουρούλιας εκτίμησε ότι οι αναφορές αυτές αποτυπώνουν την προσπάθεια αναθεώρησης του υφιστάμενου καθεστώτος στο Αιγαίο.
Η Γερμανία, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ζήτημα των κυρώσεων
Σημαντικό μέρος της εκπομπής αφιερώθηκε στη στάση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Ο παρουσιαστής υποστήριξε ότι οι καταδικαστικές δηλώσεις δεν αρκούν για να αντιμετωπιστούν οι τουρκικές ενέργειες.
Στο πλαίσιο αυτό, επέκρινε τη Γερμανία, αναφέροντας ότι, παρά τη λεκτική αποδοκιμασία του τουρκολιβυκού μνημονίου, δεν διαφαίνεται πρόθεση επιβολής κυρώσεων.
Παράλληλα, ζήτησε να αξιοποιηθούν οι δυνατότητες που διαθέτουν η Ελλάδα και η Κύπρος εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μεταξύ των επιλογών που πρότεινε ήταν:
-
Στοχευμένες κυρώσεις κατά της Τουρκίας.
-
Επανεξέταση ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών προγραμμάτων που αφορούν την Τουρκία και τη Λιβύη.
-
Αξιοποίηση του δικαιώματος αρνησικυρίας όπου το επιτρέπουν οι ευρωπαϊκές διαδικασίες.
-
Πάγωμα περαιτέρω βημάτων στις τελωνειακές σχέσεις ΕΕ–Τουρκίας.
-
Αυστηρότερες διπλωματικές κινήσεις απέναντι στην Άγκυρα.
Ο Μουντζουρούλιας υποστήριξε ότι η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να αναλάβει περισσότερες πρωτοβουλίες, αντί να περιορίζεται στην αναμονή διεθνών αντιδράσεων.
Ισραήλ: Προειδοποιήσεις για τους ενεργειακούς σχεδιασμούς
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη στάση του Ισραήλ, το οποίο καταδίκασε την έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή.
Η ισραηλινή αντίδραση εκδηλώθηκε στις 21 Οκτωβρίου 2026.
Ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε ισραηλινές αναλύσεις που συνδέουν το τουρκολιβυκό με τους ενεργειακούς σχεδιασμούς Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ.
Σύμφωνα με όσα παρουσίασε, η Άγκυρα επιχειρεί να ενισχύσει τη δυνατότητα επιρροής της στις υποθαλάσσιες διασυνδέσεις, στις θαλάσσιες μεταφορές και στην αξιοποίηση ενεργειακών κοιτασμάτων.
Ξεχωριστή αναφορά έκανε σε δημοσίευμα της Jerusalem Post, το οποίο, όπως είπε, εξετάζει τον κίνδυνο αποθάρρυνσης επενδύσεων εξαιτίας της έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο ίδιος εκτίμησε ότι η αβεβαιότητα για την ασφάλεια των υποδομών θα μπορούσε να επηρεάσει τις αποφάσεις εταιρειών που εξετάζουν τη χρηματοδότηση μεγάλων ενεργειακών έργων.
Παρουσίασε επίσης ανάλυση της Israel Hayom, με αντικείμενο την αμερικανική στάση απέναντι στην Τουρκία και τις συνέπειές της για τους περιφερειακούς συμμάχους των ΗΠΑ.
Η μάχη για τους ενεργειακούς πόρους νότια της Κρήτης
Ένα ακόμη ζήτημα που ανέδειξε η εκπομπή ήταν οι ενεργειακές έρευνες σε θαλάσσιες περιοχές νότια της Κρήτης.
Ο Μουντζουρούλιας αναφέρθηκε σε λιβυκά δημοσιεύματα που αμφισβητούν τις ελληνικές δραστηριότητες σε περιοχές όπου δεν έχει ολοκληρωθεί η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών ανάμεσα στα δύο κράτη.
Κατά την εκτίμησή του, οι τουρκολιβυκές κινήσεις ενδέχεται να δημιουργήσουν πρόσθετες δυσκολίες για τις έρευνες υδρογονανθράκων.
Υποστήριξε ότι η Τουρκία επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τις συμφωνίες με τη Λιβύη για να αποκτήσει ενισχυμένο ρόλο στην εκμετάλλευση ενεργειακών πόρων.
Παράλληλα, εξέφρασε την ανησυχία του για το ενδεχόμενο μελλοντικής εμφάνισης τουρκικών ερευνητικών σκαφών σε θαλάσσιες περιοχές ελληνικού ενδιαφέροντος.
Η νέα διπλωματική πρωτοβουλία της Άγκυρας
Στο τελευταίο μέρος της εκπομπής παρουσιάστηκε πληροφορία για προγραμματισμένη συνάντηση επτά χωρών με αντικείμενο γεωπολιτικές κρίσεις και στρατηγικούς θαλάσσιους διαδρόμους.
Σύμφωνα με τον παρουσιαστή, η Τουρκία θα φιλοξενούσε συνάντηση με τη συμμετοχή χωρών όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Βρετανία, η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν.
Στην ατζέντα, όπως ανέφερε, περιλαμβάνονταν η Μέση Ανατολή, η Ουκρανία, η Ερυθρά Θάλασσα και τα Στενά του Ορμούζ.
Ο Μουντζουρούλιας εξέφρασε τον προβληματισμό του για την απουσία της Ελλάδας και πρότεινε η Αθήνα να αναλάβει αντίστοιχη διπλωματική πρωτοβουλία.
Προειδοποιήσεις για κλιμάκωση και ανάγκη άμεσων αποφάσεων
Κλείνοντας, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας αναφέρθηκε σε προειδοποιήσεις αναλυτών για τον κίνδυνο περαιτέρω κλιμάκωσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Παρουσίασε ακόμη ισχυρισμούς για σημαντική αύξηση των τουρκικών παραβιάσεων, καθώς και εκτιμήσεις αμερικανικών αναλυτικών κέντρων σχετικά με τις συνέπειες της τουρκικής στρατηγικής.
Ο ίδιος επανήλθε στην ανάγκη άμεσων ελληνικών πρωτοβουλιών, υποστηρίζοντας ότι η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, οι ενεργειακές διασυνδέσεις και οι διεθνείς συμμαχίες αποτελούν αλληλένδετα ζητήματα.
Η βασική θέση της παρέμβασής του ήταν ότι η Αθήνα οφείλει να αντιδράσει τόσο σε διπλωματικό όσο και σε επιχειρησιακό επίπεδο, αξιοποιώντας τα μέσα που διαθέτει για την προάσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΙνδός στρατηγός προειδοποιεί τον Ερντογάν: «Θα κάνουμε κομμάτια κάθε τουρκική αρμάδα που θα σπεύσει να βοηθήσει το Πακιστάν»
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΣύμβαση ΟΗΕ της Βαρκελώνης: “Άγκυρα, έχεις υπογράψει”! “Αθήνα για ποιον λόγο σιωπάς”;