Αναλύσεις
Τα συμφέροντα δεν αρκούν – Χρειάζεται και πολιτική!
Κάθε πολιτική ηγεσία παραλαμβάνει δεδομένα, σχέσεις και ευκαιρίες. Κάποιες τις συνεχίζει, κάποιες τις εγκαταλείπει, κάποιες τις αναβαθμίζει και κάποιες νέες τις δημιουργεί. Και ασφαλώς η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται από ένα πρόσωπο. Η πολιτική κατεύθυνση χρειάζεται τον Αρχηγό του Κράτους τον Υπουργό Εξωτερικών, το Υπουργείο και τη διπλωματική υπηρεσία, ώστε να μετατρέπεται σε πρωτοβουλίες, σχέσεις και συγκεκριμένα αποτελέσματα. Το πραγματικό ερώτημα επομένως δεν είναι αν η Κύπρος είχε και προηγουμένως γεωστρατηγική σημασία. Ασφαλώς και είχε. Το ερώτημα είναι πόσο αποτελεσματικά η πολιτική ηγεσία και η διπλωματική υπηρεσία μετατρέπουν αυτή τη δυνητική αξία σε πραγματικό πολιτικό κεφάλαιο.
Ένα διαχρονικό μάθημα από τον Θουκυδίδη
«ἀναδιδάξαι πρῶτον, μάλιστα μὲν ὡς καὶ ξύμφορα δέονται».
Θουκυδίδης, Ἱστορίαι Α΄ 32.1
Η Κέρκυρα είχε κάτι να προσφέρει στην Αθήνα. Διέθετε έναν από τους σημαντικότερους στόλους του ελληνικού κόσμου και βρισκόταν σε εξαιρετικά σημαντική γεωγραφική θέση, πάνω στη θαλάσσια διαδρομή προς την Ιταλία και τη Σικελία.
Ο Θουκυδίδης καταγράφει ότι χρειάστηκαν δύο συνελεύσεις των Αθηναίων. Στην πρώτη οι Αθηναίοι έκλιναν περισσότερο προς τα επιχειρήματα των Κορινθίων. Στη δεύτερη η στάση άλλαξε. Αποφάσισαν τελικά να συνάψουν αμυντική συμμαχία με την Κέρκυρα, συνεκτιμώντας τη δύναμη του στόλου της, τη γεωγραφική της θέση και την πιθανότητα μιας μελλοντικής σύγκρουσης με την Πελοποννησιακή Συμμαχία.
Η γεωγραφία δημιουργεί ευκαιρίες. Τα συμφέροντα δημιουργούν συγκλίσεις. Η πολιτική όμως είναι αυτή που καλείται να τις μετατρέψει σε αποτέλεσμα.
Η σκέψη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Κυπριακή Δημοκρατία και για τον τρόπο με τον οποίο συζητούμε σήμερα την εξωτερική της πολιτική.
Ακούγεται συχνά το επιχείρημα ότι η αναβάθμιση των σχέσεων της Κύπρου με σημαντικά κράτη είναι περίπου μια φυσική συνέπεια των δικών τους συμφερόντων στην περιοχή και ότι, συνεπώς, τα ίδια περίπου αποτελέσματα θα υπήρχαν ανεξαρτήτως του ποιος βρισκόταν στο Προεδρικό.
Το πρώτο σκέλος αυτής της συλλογιστικής είναι αυτονόητο.
Κανένα σοβαρό κράτος δεν οικοδομεί την εξωτερική του πολιτική στη συμπάθεια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία, η Ινδία, το Ισραήλ, τα κράτη του Κόλπου ή οποιαδήποτε άλλη χώρα δεν αναπτύσσουν σχέσεις με την Κυπριακή Δημοκρατία επειδή αισθάνονται κάποια αφηρημένη υποχρέωση απέναντί της. Ενεργούν πρωτίστως με βάση τα δικά τους συμφέροντα.
Το ίδιο, άλλωστε, οφείλουμε να κάνουμε και εμείς.
Από αυτή την ορθή διαπίστωση, όμως, δεν προκύπτει ότι η εξέλιξη των σχέσεων είναι αυτόματη ούτε ότι το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο.
Αν τα συμφέροντα των κρατών οδηγούσαν νομοτελειακά σε μία και μόνη εξωτερική πολιτική, η πολιτική ηγεσία θα ήταν σχεδόν περιττή. Ο ίδιος ο Θουκυδίδης, όμως, μας δείχνει επανειλημμένα το αντίθετο. Τα ίδια δεδομένα μπορούν να διαβαστούν διαφορετικά, να ιεραρχηθούν διαφορετικά και τελικά να οδηγήσουν σε διαφορετικές αποφάσεις.
Η Κύπρος δεν μετακινήθηκε τα τελευταία χρόνια. Η γεωγραφική της θέση στην Ανατολική Μεσόγειο ήταν πάντοτε η ίδια. Η θέση της ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική δεν αποτελεί πρόσφατη ανακάλυψη. Κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι από το 2004.
Αυτό που μεταβάλλεται είναι το διεθνές περιβάλλον. Μεταβάλλονται οι ανάγκες των άλλων κρατών. Δημιουργούνται νέες ευκαιρίες και νέες απειλές. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που δεν πρέπει να υποτιμούμε. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ένα κράτος αντιλαμβάνεται τη θέση του, επιλέγει τις προτεραιότητές του και επιχειρεί να καταστήσει τον εαυτό του χρήσιμο στους άλλους.
Σε αυτό το σημείο αρχίζει η πολιτική.
Για ένα μικρό κράτος, η επιτυχία δεν βρίσκεται στο να πείσει μια μεγάλη δύναμη να εγκαταλείψει τα συμφέροντά της για χάρη του. Αυτό σπανίως συμβαίνει στις διεθνείς σχέσεις. Βρίσκεται στην ικανότητα να εντοπίζει πού το δικό του συμφέρον μπορεί να συναντήσει το συμφέρον του άλλου και να μετατρέπει αυτή τη σύγκλιση σε σχέση με διάρκεια, θεσμούς και αμοιβαίο όφελος.
Με αυτή την έννοια, το γεγονός ότι ένα ισχυρό κράτος συνεργάζεται με την Κύπρο επειδή αυτό εξυπηρετεί και το ίδιο δεν μειώνει τη σημασία μιας τέτοιας εξέλιξης.
Είναι ακριβώς αυτό που πρέπει να επιδιώκει η κυπριακή εξωτερική πολιτική.
Ασφαλώς δεν ξεκίνησαν όλα σήμερα. Σημαντικές σχέσεις, περιφερειακές συνεργασίες και στρατηγικές επιλογές οικοδομήθηκαν σταδιακά και από προηγούμενες κυβερνήσεις. Η εξωτερική πολιτική ενός κράτους που θέλει να θεωρείται σοβαρό πρέπει να διαθέτει συνέχεια.
Άλλο όμως η συνέχεια και άλλο ο αυτόματος πιλότος.
Κάθε πολιτική ηγεσία παραλαμβάνει δεδομένα, σχέσεις και ευκαιρίες. Κάποιες τις συνεχίζει, κάποιες τις εγκαταλείπει, κάποιες τις αναβαθμίζει και κάποιες νέες τις δημιουργεί. Και ασφαλώς η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται από ένα πρόσωπο. Η πολιτική κατεύθυνση χρειάζεται τον Αρχηγό του Κράτους τον Υπουργό Εξωτερικών, το Υπουργείο και τη διπλωματική υπηρεσία, ώστε να μετατρέπεται σε πρωτοβουλίες, σχέσεις και συγκεκριμένα αποτελέσματα. Το πραγματικό ερώτημα επομένως δεν είναι αν η Κύπρος είχε και προηγουμένως γεωστρατηγική σημασία. Ασφαλώς και είχε. Το ερώτημα είναι πόσο αποτελεσματικά η πολιτική ηγεσία και η διπλωματική υπηρεσία μετατρέπουν αυτή τη δυνητική αξία σε πραγματικό πολιτικό κεφάλαιο.
Ο ίδιος ο Θουκυδίδης μάς προσφέρει και ένα δεύτερο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πολλά χρόνια μετά την υπόθεση της Κέρκυρας, όταν οι Αθηναίοι συζητούσαν τη μεγάλη εκστρατεία στη Σικελία, ο Νικίας και ο Αλκιβιάδης είχαν ενώπιόν τους τα ίδια βασικά δεδομένα της συγκεκριμένης απόφασης και κατέληγαν σε ριζικά διαφορετικές στρατηγικές επιλογές. Ο Νικίας προσπάθησε να αποτρέψει την εκστρατεία. Ο Αλκιβιάδης την υποστήριξε. Η πολιτική απόφαση που τελικά ελήφθη είχε τεράστιες συνέπειες για την Αθήνα.
Τα αντικειμενικά δεδομένα δεν υπαγορεύουν πάντοτε μία και μοναδική πολιτική. Ερμηνεύονται, ιεραρχούνται, αξιοποιούνται ή χάνονται.
Και γι’ αυτό έχει σημασία ποιος κυβερνά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να γνωρίζουμε τι ακριβώς θα είχε συμβεί υπό έναν διαφορετικό Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κανείς δεν μπορεί να αποδείξει ένα υποθετικό ιστορικό σενάριο. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, όμως, δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο ότι οποιοσδήποτε άλλος θα είχε πετύχει ακριβώς τα ίδια αποτελέσματα.
Η σοβαρή συζήτηση πρέπει να γίνεται πάνω σε όσα πράγματι συνέβησαν. Ποιες ευκαιρίες υπήρχαν, ποιες πρωτοβουλίες αναλήφθηκαν, ποιες σχέσεις αναβαθμίστηκαν, ποιες συμφωνίες επιτεύχθηκαν και ποια απτά οφέλη προέκυψαν για την Κυπριακή Δημοκρατία. Εκεί μπορεί και πρέπει να κρίνεται κάθε κυβέρνηση.
Δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά, η Κέρκυρα του Θουκυδίδη εξακολουθεί να μας θυμίζει κάτι εξαιρετικά σύγχρονο.
Οι Κερκυραίοι δεν ζήτησαν από τους Αθηναίους να παραμερίσουν το συμφέρον της Αθήνας για χάρη τους. Έκαναν κάτι πολύ πιο ουσιαστικό. Επιχείρησαν να τους πείσουν ότι η επιλογή της Κέρκυρας μπορούσε να εξυπηρετήσει και την ίδια την Αθήνα.
Κάπου εδώ η αρχαία Κέρκυρα συναντά τη σημερινή Κύπρο.
Για ένα μικρό κράτος στην Ανατολική Μεσόγειο, το ζητούμενο δεν είναι να περιμένει από ισχυρότερα κράτη να ενδιαφερθούν για τα προβλήματά του επειδή θεωρεί ότι έχει δίκαιο. Ούτε να αντιμετωπίζει τη γεωγραφική του θέση ως ένα πλεονέκτημα που αποδίδει από μόνο του. Το ζητούμενο είναι να καταστήσει τη συνεργασία μαζί του χρήσιμη, αξιόπιστη και επωφελή και για εκείνους των οποίων τη συνεργασία επιδιώκει.
Να μπορεί, με άλλα λόγια, η σημερινή Κυπριακή Δημοκρατία να λέει προς τους εταίρους της αυτό που οι Κερκυραίοι επιχείρησαν να εξηγήσουν στους Αθηναίους πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια.
Αυτό που επιδιώκουμε δεν υπηρετεί μόνο το δικό μας συμφέρον. Μπορεί να υπηρετεί και το δικό σας.
Και ίσως εκεί ακριβώς βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στο να διαθέτει ένα κράτος γεωστρατηγική αξία και στο να γνωρίζει πώς να τη μετατρέπει σε γεωπολιτική επιρροή.
Γιατί τα συμφέροντα δημιουργούν δυνατότητες. Δεν δημιουργούν από μόνα τους πολιτικά αποτελέσματα.
Αυτό είναι δουλειά της πολιτικής. Και γι’ αυτό έχει σημασία ποιος την ασκεί.
Ανδρέας Καίλας
BA Economics MA International Relations
Αναλύσεις
Καλεντερίδης: Η Τουρκία αξιοποιεί τα κενά της Αθήνας – Ζητά οριοθέτηση ΑΟΖ Ελλάδας–Κύπρου
Αιχμηρή κριτική στην ελληνική εξωτερική πολιτική άσκησε ο Σταύρος Καλεντερίδης στις παρεμβάσεις του σε BlueSky και Ναυτεμπορική, υποστηρίζοντας ότι η Άγκυρα αξιοποιεί τις εκκρεμότητες στις θαλάσσιες οριοθετήσεις για να διευρύνει την επιρροή της στην Ανατολική Μεσόγειο. Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκαν το τουρκολιβυκό μνημόνιο, η προσέγγιση Τουρκίας–Αιγύπτου και η ανάγκη οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας.
Αιχμηρή κριτική στην ελληνική εξωτερική πολιτική άσκησε ο Σταύρος Καλεντερίδης στις παρεμβάσεις του σε BlueSky και Ναυτεμπορική, υποστηρίζοντας ότι η Άγκυρα αξιοποιεί τις εκκρεμότητες στις θαλάσσιες οριοθετήσεις για να διευρύνει την επιρροή της στην Ανατολική Μεσόγειο. Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκαν το τουρκολιβυκό μνημόνιο, η προσέγγιση Τουρκίας–Αιγύπτου και η ανάγκη οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ο διεθνολόγος απέδωσε ευθύνες στην κυβέρνηση αλλά και διαχρονικά στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, εκτιμώντας ότι οι διπλωματικές δηλώσεις δεν αρκούν όταν δεν συνοδεύονται από πρωτοβουλίες και συγκεκριμένο κόστος για την τουρκική πολιτική.
Η κριτική για τη συμφωνία με την Αίγυπτο
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη μερική οριοθέτηση Ελλάδας–Αιγύπτου του 2020. Κατά την εκτίμησή του, η εκκρεμότητα ανατολικά του 28ου μεσημβρινού αφήνει περιθώριο στην Άγκυρα να επιδιώξει συμφωνία με το Κάιρο, παρακάμπτοντας ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Ο ίδιος επέκρινε έντονα την επιλογή της τμηματικής συμφωνίας, συνδέοντάς την με τη Ρόδο και το σύμπλεγμα της Μεγίστης. Υποστήριξε ότι η ελληνική πλευρά οφείλει να κλείσει τις εκκρεμότητες με δικές της κινήσεις, αντί να επιτρέπει στην Τουρκία να διαμορφώνει την περιφερειακή ατζέντα.
Στο πλαίσιο αυτό, πρόταξε την οριοθέτηση ΑΟΖ Ελλάδας–Κύπρου, την οποία παρουσίασε ως κεντρικό εργαλείο απέναντι στις τουρκικές επιδιώξεις. Παράλληλα, τάχθηκε υπέρ της επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια.
Πίεση στην Τουρκία μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Για το τουρκολιβυκό μνημόνιο, ο Σταύρος Καλεντερίδης υποστήριξε ότι η ελληνική στρατηγική πρέπει να εστιάζει πρωτίστως στην Τουρκία. Όπως ανέφερε, η Λιβύη αποτελεί σύνθετο πεδίο λόγω των εσωτερικών της διαιρέσεων και της τουρκικής εμπλοκής.
Ζήτησε αξιοποίηση του πολιτικού κεφαλαίου της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με άσκηση πίεσης και χρήση του βέτο όπου υπάρχει σχετική δυνατότητα. Κατά την προσέγγισή του, η Αθήνα πρέπει να συνδέει τις ευρωπαϊκές αποφάσεις που ενδιαφέρουν την Άγκυρα με την προστασία των ελληνικών συμφερόντων.
Επέκρινε επίσης την παρουσία της Ελλάδας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, θεωρώντας ότι δεν αξιοποιήθηκε επαρκώς για την ανάδειξη των ελληνικών και κυπριακών θέσεων. Χαρακτήρισε τις σχετικές κυβερνητικές παρεμβάσεις κινήσεις εσωτερικής κατανάλωσης και υποστήριξε ότι απαιτείται συνέχεια ανάμεσα στη δημόσια ρητορική και τη διπλωματική πρακτική.
Γιατί προσεγγίζονται Άγκυρα και Κάιρο
Η ανάλυσή του για τις τουρκοαιγυπτιακές σχέσεις επεκτάθηκε πέρα από τις θαλάσσιες ζώνες. Εντόπισε πεδία σύγκλισης σε ζητήματα που αφορούν τη Σαουδική Αραβία, το Σουδάν και το Κέρας της Αφρικής, περιγράφοντας την τουρκική εξωτερική πολιτική ως πολιτική διαρκών πρωτοβουλιών σε πολλαπλά μέτωπα.
Εκτίμησε ότι η Αθήνα πρέπει να εξετάζει αυτές τις συγκλίσεις συνολικά και να αποφεύγει τον εφησυχασμό για τις σχέσεις της με το Κάιρο. Το κρίσιμο ερώτημα, κατά τον ίδιο, είναι μέχρι πού μπορεί να φτάσει η προσέγγιση Αιγύπτου–Τουρκίας και ποιες συνέπειες θα μπορούσε να έχει για τα ελληνικά συμφέροντα.
Ισραήλ και κίνδυνος νέας κλιμάκωσης
Στις παρεμβάσεις του αναφέρθηκε και στις πολιτικές εξελίξεις στο Ισραήλ, εξετάζοντας σενάρια κυβερνητικών συνεργασιών, ευρύτερης συνεννόησης ή νέας προσφυγής στις κάλπες. Άσκησε έντονη κριτική στον Μπενιαμίν Νετανιάχου και αμφισβήτησε τις καταγγελίες περί εξωτερικής παρέμβασης στην εκλογική διαδικασία.
Παράλληλα, ερμήνευσε τη ρητορική του Ισραηλινού πρωθυπουργού για το Ιράν ως ένδειξη κινδύνου νέου κύκλου εχθροπραξιών. Η εκτίμησή του ήταν ότι η εσωτερική πολιτική αβεβαιότητα δεν αποκλείει στρατιωτική κλιμάκωση, με συνέπειες για την ευρύτερη Μέση Ανατολή.
Αναλύσεις
Μπορεί να επαναληφθεί το έπος του ’40;
Είναι σε θέση η σημερινή ελληνική κοινωνία να ανταποκριθεί σε μια αντίστοιχη ιστορική πρόκληση;
Γράφει ο Μανώλης Σκούληκας
Πρόσφατα γιορτάσαμε την ιστορική επέτειο του έπους της 28ης Οκτωβρίου του 1940 και της ηρωικής Ελληνικής αντιστάσεως κατά των δυνάμεων του Άξονα. Μιας αντίστασης που καθόρισε την εξέλιξη του πολέμου καθώς αποτέλεσε την πρώτη νίκη εναντίον του αήττητου μέχρι τότε Άξονα και καθυστέρησε μοιραία την Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, δίνοντας στους Σοβιετικούς τρεις καίριους μήνες για να αντεπιτεθούν στις ορδές των ναζί και να γυρίσουν τις τύχες του πολέμου.
Ενώ στην πραγματικότητα οι κληθέντες Έλληνες έφεδροι παρουσιάστηκαν τη ίδια κιόλας μέρα της επιθέσεως μαζί με πλειάδα εθελοντών και σύσσωμο το έθνος «μέθυσε με το Αθάνατο κρασί του ‘21», οι μίσθαρνοι μισέλληνες του υπουργείου παιδείας προστρέχουν εις μάτην να μας παρουσιάσουν τον περήφανο Ελληνικό λαό σαν ευτελείς κιοτήδες που «κρύβονταν στα υπόγεια» χωρίς καν να υπάρχει αεροπορική επιδρομή και ταυτίζουν τον ανδρισμό με το φόβο και την φυγή.
Παράλληλα οι νέοι μας αρνούνται σε ανεπανάληπτους αριθμούς την στράτευση, είτε λόγω πραγματικών ψυχολογικών προβλημάτων είτε λόγω δειλίας που συνήθως μεταμφιέζεται σε μισελληνικό νιχιλισμό. Τη νύχτα μέσα στους κοιτώνες λένε ότι ακούς αναφιλητά και οι αρκετοί στρατιώτες αναζητούν… τη μαμά τους. Αρκετοί δηλώνουν ανερυθρίαστα πλέον ότι δεν πρόκειται να παρουσιαστούν σε καιρό πολέμου και θα διαφύγουν στο εξωτερικό, υπό τη σαθρή δικαιολογία ότι δεν θα πολεμήσουν για ένα διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα που ταυτίζουν γελοιωδώς με την πατρίδα τους. Η ηγεσία μας έχει συλλήβδην υποκύψει εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες στον ενδοτισμό και τη δειλία, ως αμνοί που ηγούνται λεόντων, οδηγώντας όλο και περισσότερο το μέσο Έλληνα στην αλλοτρίωση και έναντι της έννοιας του κράτους αλλά και αυτής ακόμα της πατρίδας.
Θα αναρωτηθεί λοιπόν κανείς αν υπό αυτές τις προϋποθέσεις μπορεί κανείς να ελπίζει σε μια αναβίωση του έπους του ’40 στις μέρες μας αν κληθούμε ως πολίτες και ως έθνος να συνομιλήσουμε με την ιστορία. Προτού όμως υποπέσουμε σε καθ’ υπερβολήν εθνομειοδοτικά και αυτοχειριαστικά πεσιμιστικά αποφθέγματα, ας θυμηθούμε ότι το 1821 στα Δερβενάκια συμμετείχαν μόνο περί τους 5000 Έλληνες αγωνιστές από ένα συνολικό πληθυσμό 250.000 σε όλο το Μοριά. Αν μια πλήρης επιστράτευση φτάνει μέχρι το 10% του συνολικού πληθυσμού, βλέπουμε ότι μόνο ένας στους πέντε πήγε να πολεμήσει. Οι υπόλοιποι κρύφτηκαν στα σπίτια τους υπηρετώντας την μακραίωνη παράδοση του ραγιαδισμού που καλλιέργησαν αιώνες καταπίεσης και σκλαβιάς. Διότι μόνο ένας στους πέντε είναι πραγματικός πατριώτης σε οποιαδήποτε ιστορική περίσταση. Οι υπόλοιποι είναι απλά ελληνόφωνοι τζαμπατζήδες που επωφελούνται των θυσιών των πραγματικών Ελλήνων. Η αλήθεια είναι ότι μετά το 1821 το εθνικό φρόνημα μεγάλωσε και το ποσοστό των πολιτών που ήταν διατεθειμένοι να υπερασπίσουν την Ελλάδα και τους Έλληνες αυξήθηκε κάθετα όπως έδειξαν οι εποποιίες των Βαλκανικών, Της Μικράς Ασίας και του Β’ΠΠ. Αλλά η μεταπολεμική διάβρωση των κοινωνιών, για πολλούς κοινωνικούς, πολιτικούς και οικονομικούς λόγους, μας έχει οδηγήσει και πάλι σε ηθική κατάπτωση και ραγιαδισμό, κάτι που αντικατοπτρίζεται και στην συλλήβδην πολιτική μας ηγεσία.
Όμως στις εσχατιές της Ελλάδας, στη δοξασμένη μας επαρχία, όπως και σε μικρούς αστικούς πυρήνες, ο ελληνισμός δεν έχει σβήσει ακόμα. Αντιθέτως κρατάει καλά και είναι διατεθειμένος να λάμψει ακόμα μια φορά σαν «φωτεινό διάλειμμα» μέσα στο μακρύ σκότος του εθνομηδενιστικού ραγιαδισμού που συνωμοτεί να καταλύσει την πατρίδα μας. Οι λιγότεροι αυτοί πατριώτες είναι αρκετοί για να υπερασπίσουν την πατρίδα όταν ηχήσουν οι καμπάνες της Ιστορίας. Αυτοί δε θα κρυφτούν στα υπόγεια. Δε θα ψάξουν για δικαιολογίες. Δεν θα μετρήσουν τον ανδρισμό τους με το ένστικτό της αυτοσυντήρησης αλλά με το αίμα τους που θα ποτίσει το δέντρο της Ελευθερίας.
Αυτοί, που η παρούσα κυβέρνηση τολμά, ανερυθρίαστα και υποκριτικά, να αποκαλεί «πατριώτες της φακής», θα αποδείξουν για άλλη μια φορά το μεγαλείο της ελληνικής «Αρετής» που έρχεται σαν ένα αστροπελέκι μέσα από τις χιλιετηρίδες για να βροντοφωνάξει για άλλη μια φορά, για πάντα: «Μολών Λαβέ».
Αναλύσεις
Καλεντερίδης – Μάζης: Ο χάρτης στον ΟΗΕ δεν αρκεί – Προειδοποιήσεις για το καλώδιο και τις τουρκικές απαιτήσεις
Τον κίνδυνο να μετατραπεί η συζήτηση περί «ενημέρωσης» της Τουρκίας για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου σε εργαλείο προώθησης των τουρκικών διεκδικήσεων ανέδειξαν ο Σάββας Καλεντερίδης και ο Ιωάννης Μάζης, κατά την παρέμβασή τους στον ΑΝΤ1. Οι δύο αναλυτές αξιολόγησαν θετικά την κίνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη να παρουσιάσει χάρτη στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, υπογράμμισαν όμως ότι η προβολή των ελληνικών θέσεων πρέπει να συνοδεύεται από σταθερή διπλωματική δράση και σαφή πολιτική αντιμετώπισης των τουρκικών πιέσεων
Θετικά αποτίμησαν την παρουσίαση του χάρτη από τον πρωθυπουργό, αλλά ζήτησαν συνέχεια και συνεκτική στρατηγική. Στο επίκεντρο η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, το τουρκολιβυκό μνημόνιο και οι όροι που επιχειρεί να θέσει η Άγκυρα.
Τον κίνδυνο να μετατραπεί η συζήτηση περί «ενημέρωσης» της Τουρκίας για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου σε εργαλείο προώθησης των τουρκικών διεκδικήσεων ανέδειξαν ο Σάββας Καλεντερίδης και ο Ιωάννης Μάζης, κατά την παρέμβασή τους στον ΑΝΤ1.
Οι δύο αναλυτές αξιολόγησαν θετικά την κίνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη να παρουσιάσει χάρτη στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, υπογράμμισαν όμως ότι η προβολή των ελληνικών θέσεων πρέπει να συνοδεύεται από σταθερή διπλωματική δράση και σαφή πολιτική αντιμετώπισης των τουρκικών πιέσεων.
Μάζης: «Δεν αρκεί μόνο να σηκώσεις έναν χάρτη»
Ο Ιωάννης Μάζης υπενθύμισε ότι επί χρόνια υποστήριζε την παρουσίαση χαρτών στα διεθνή φόρα, ώστε να γίνονται κατανοητές οι ελληνικές θέσεις. Όπως εξήγησε, η διεθνής κοινότητα δεν είναι αυτονόητο ότι γνωρίζει τα ελληνικά επιχειρήματα και τη γεωγραφία της περιοχής.
Παρά τη θετική του αποτίμηση, έθεσε ζήτημα συνέχειας: «Δεν αρκεί μόνο να σηκώσεις έναν χάρτη. Χρειάζεται μία διαρκής διπλωματία η οποία να έχει κορυφώσεις».
Κατά την εκτίμησή του, μια τέτοια παρέμβαση θα μπορούσε να έχει ουσιαστικότερες επιπτώσεις για την Τουρκία εάν αποτελούσε κορύφωση οργανωμένης στρατηγικής. Συνέδεσε, παράλληλα, τη ρητορική Ερντογάν για τον «τουρκικό αιώνα» με την ευρύτερη τουρκική αναθεωρητική αντίληψη, παραπέμποντας στο Μισάκ-ι Μιλλί, τον λεγόμενο Εθνικό Όρκο.
Το βασικό του επιχείρημα ήταν ότι η Αθήνα οφείλει να εξετάζει τις τουρκικές κινήσεις σε συνάρτηση με τους διαχρονικούς στόχους της Άγκυρας.
Καλεντερίδης: Ζήτημα συνέπειας και αξιοπιστίας
Ο Σάββας Καλεντερίδης χαρακτήρισε εξαιρετική την κίνηση με τον χάρτη, άσκησε όμως κριτική στη συνοχή των ελληνικών διπλωματικών μηνυμάτων.
Επικαλούμενος προηγούμενη τοποθέτηση της μόνιμης αντιπροσώπου της Ελλάδας στον ΟΗΕ, έθεσε το ερώτημα πώς συνδυάζεται η αναφορά σε εξαιρετικές σχέσεις με την Τουρκία με την καταγγελία των τουρκικών ενεργειών από τον πρωθυπουργό. Υποστήριξε ότι οι αντιφατικές διατυπώσεις αποδυναμώνουν την αξιοπιστία της χώρας.
Στάθηκε επίσης στη σημασία που αποδίδει στην κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου. Κατά την ανάλυσή του, η μη δέσμευση τρίτων χωρών από μια διμερή συμφωνία δεν αναιρεί την ανάγκη να αξιολογούνται οι κινήσεις των δύο συμβαλλόμενων πλευρών και οι συνέπειές τους στο πεδίο.
Η προειδοποίηση για τη στρατιωτικοποίηση
Το πιο αιχμηρό σημείο της παρέμβασης Καλεντερίδη αφορούσε τη χρήση του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού. Επικαλούμενος την αποστολή πέντε τουρκικών πλοίων τον Ιούλιο του 2024, υποστήριξε ότι η Άγκυρα έχει δείξει πρόθεση να στηρίξει τις διεκδικήσεις της με στρατιωτικά μέσα.
«Όταν σε μία ενέργεια στέλνεις πολεμικό ναυτικό», ανέφερε, εκπέμπεις μήνυμα στρατιωτικοποίησης του ζητήματος. Προειδοποίησε ότι αυτή η πορεία μπορεί να οδηγήσει σε κρίση και πολεμική σύγκρουση, περιγράφοντας τον κίνδυνο κλιμάκωσης που διακρίνει στην τουρκική στάση.
Γιατί αμφισβητούν την «απλή ενημέρωση»
Ο Ιωάννης Μάζης εστίασε στους όρους που, όπως ανέφερε, θέτει ο Χακάν Φιντάν: να μη θιγούν το status quo και τα κυριαρχικά δικαιώματα που επικαλείται η Τουρκία. Κατά την εκτίμησή του, μια ενημέρωση υπό αυτούς τους όρους ενέχει κίνδυνο αποδοχής του τουρκικού πλαισίου.
Στη συζήτηση παρουσιάστηκε και η κυβερνητική θέση ότι άλλο είναι η αδειοδότηση και άλλο η απλή ενημέρωση, με άδεια να ζητείται μόνο από την Ελλάδα και χωρίς νομικές συνέπειες από την ενημέρωση.
Ο Καλεντερίδης επέμεινε, ωστόσο, στην πολιτική διάσταση: το κρίσιμο ερώτημα, κατά τον ίδιο, είναι ποιος τουρκικός στόχος εξυπηρετείται ώστε η Άγκυρα να μην επαναλάβει την αποστολή πολεμικών πλοίων. «Δεν μπορούμε να ξεγελάσουμε τους Τούρκους», τόνισε.
Κοινός άξονας των παρεμβάσεών τους ήταν η ανάγκη η Ελλάδα να συνδέσει τη διεθνή προβολή των θέσεών της με συνεπή στρατηγική και να αξιολογήσει την υπόθεση του καλωδίου με βάση τις πολιτικές επιδιώξεις της Τουρκίας.
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΙνδός στρατηγός προειδοποιεί τον Ερντογάν: «Θα κάνουμε κομμάτια κάθε τουρκική αρμάδα που θα σπεύσει να βοηθήσει το Πακιστάν»
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΣύμβαση ΟΗΕ της Βαρκελώνης: “Άγκυρα, έχεις υπογράψει”! “Αθήνα για ποιον λόγο σιωπάς”;
-
Πολιτική2 μήνες πρινΣΟΚ στη Λέσβο! Τούρκοι τουρίστες έβαλαν στο νησί αυτοκίνητο με εικόνα του σφαγέα Κεμάλ στο παρμπρίζ