Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Mακεδονικό: Δεν θα παραδοθούμε ποτέ!

Δημοσιεύτηκε στις

Επιστολή στο αμερικανικό ΥΠΕΞ απο τη Παμμακεδονική ΗΠΑ
1 Φεβρουαρίου 2010
Mr. Mike Posner President of Human Rights
C/o Ms Emily Stanfield Executive Assistant to the President
Human Rights Department
US Department of State
2201 C Street NW
Washington, DC 20520

Αγαπητέ κύριε Posner,
Επιθυμούμε να επιστήσουμε την προσοχή σας στις αδικίες και στις παραβιάσεις εις βάρος ιστορικής και πολιτιστικής ταυτότητας 2.500.000 Ελλήνων της διοικητικής περιφέρειας της Μακεδονίας, οι οποίοι εθνολογικά και γλωσσικά είναι Έλληνες και είναι υπερήφανοι για την Μακεδονική πολιτιστική τους ταυτότητα για χιλιετίες. Το τμήμα αυτό του Ελληνισμού πρόσφατα έγινε επίκεντρο επίθεσης από τους αυτοαποκαλούμενους εθνικά «Μακεδόνες» της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ). Όντας εθνολογικά Έλληνες από την ελληνική διοικητική περιφέρεια της Μακεδονίας, θα θέλαμε να εκφράσουμε την έντονη ανησυχία μας για τις προσπάθειες οικειοποιήσεως της Μακεδονικής πολιτιστικής και ιστορικής ταυτότητάς μας που προέρχονται από ένα νέο ανεξάρτητο κράτος που καταλαμβάνει μόνο ένα μικρό μέρος της αρχαίας γεωγραφικής Μακεδονίας.
Με την παρούσα δηλώνουμε πως η Μακεδονική ταυτότητα πολιτιστικά και ιστορικά ανήκει αποκλειστικά στην Ελλάδα. Επίσης πρέπει να τονίσουμε ότι μια αυτοαποκαλούμενη «εθνική Μακεδονική» ταυτότητα στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας είναι ψευδεπίγραφη και εξαιρετικά επικίνδυνη. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει η διεθνής κοινότητα και το διεθνές νομικό σύστημα να επιτρέψει η Αρχή του αυτοπροσδιορισμού να επηρεάσει την πολιτιστική και ιστορική ταυτότητα αυτών που ανήκουν σε άλλο έθνος για χιλιετίες. Η χρήση εθνολογικού όρου ο οποίος πολιτισμικά και ιστορικά ανήκει σε άλλο έθνος για αιώνες δεν πρέπει να επιτραπεί. Στην περίπτωσή μας θα πρέπει να εκληφθεί ως μια προφανής προσπάθεια οικειοποίησης οτιδήποτε Μακεδονικού
Δεν θα αναφερθούμε στην αρχαία ιστορία (για περισσότερες πληροφορίες για την αρχαία Μακεδονία, αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής ιστορίας, με αναφορά στον ιστορικό αναθεωρητισμό της ΠΓΔΜ ως μέσο δημιουργίας ταυτότητας στο σύγχρονο κόσμο, μπορείτε να δείτε: http://macedonia-evidence.org)αλλά είναι απαραίτητο να τονίσουμε ότι μετά το τέλος της Ρωμαϊκής εποχής, καθώς και για σχεδόν πάνω από 2.000 χρόνια, η Μακεδονία ποτέ δεν ταυτίστηκε με συγκεκριμένα και σταθερά διοικητικά ή γεωγραφικά σύνορα. Στις αρχές του 20ου αιώνα, το όνομα «Μακεδονία» είχε μια γεωγραφική-όχι εθνική ή διοικητική-χροιά. Οι πληθυσμοί ωστόσο που κατοικούσαν στην Μακεδονία κατά το διάστημα αυτό δεν ήταν μια άμορφη μάζα, αλλά υπήρχαν διαφορετικές εθνότητες. Υπήρχαν Έλληνες, Τούρκοι, Βούλγαροι, Αλβανοί, Εβραίοι, Σέρβοι και Αρμένιοι. Η Οθωμανική απογραφή του 1906 που πραγματοποιήθηκε από τον Himli Πασά στην περιοχή της Μακεδονίας δεν αναφέρει καμιά “Μακεδονική” εθνότητα. Σύμφωνα με την απογραφή υπήρχαν Μουσουλμάνοι (Τούρκοι και Αλβανοί 423.000 (41,71%), Έλληνες 259.000 (27,30%), Βούλγαροι 259.000 (27,30%), Σέρβοι 13.150 (1,39%), άλλοι 73.000 (7,72%).
Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων πολλά κράτη της περιοχής μοίρασαν μεταξύ τους τα Οθωμανικά εδάφη. Δεν υπήρχε “Μακεδονικό” έθνος που δήθεν διαιρέθηκε όπως ισχυρίζονται οι διάφορες οργανώσεις «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και ακτιβιστές της FYROM, τόσο προς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όσο και προς τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Μόνο ένα μικρό τμήμα της αρχαίας γεωγραφικής Μακεδονίας βρίσκεται στην ΠΓΔΜ.
Περισσότερο από το ήμισυ της περιοχής, η οποία αντιστοιχεί στην ιστορική Μακεδονία, ανήκει στην Ελλάδα και αποτελεί εδώ και χρόνια μια ξεχωριστή διοικητική περιοχή με το όνομα Μακεδονία. Κατοικείται δε από 2.500.000 κατοίκους οι οποίοι, πολιτιστικά και ιστορικά είναι Μακεδόνες.
Από το 1993 όμως, όταν η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας έγινε ανεξάρτητη, η ηγεσία της επιμένει στην αποκλειστική χρήση του ονόματος “Μακεδονία” για το νεοσύστατο κράτος το οποίο αποτελείται κυρίως από Σλάβους και από διάφορες μειονοτικές ομάδες όπως Αλβανούς (30%) , Ρομά, Τούρκους, Βούλγαρους, Έλληνες, Σέρβους και άλλους.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αποκλειστική χρήση του ονόματος «Μακεδονία», που υιοθετήθηκε από τους Σλάβους της ΠΓΔΜ και η προώθησή τους ως «εθνικά Μακεδόνες» είναι κίνητρο για επεκτατικές αξιώσεις της ΠΓΔΜ και της Διασποράς της. Ισχυρισμοί περί «δικαιώματος αυτό-προσδιορισμού» είναι αδικαιολόγητοι και παραβιάζουν τα ιστορικά και πολιτιστικά δικαιώματα των γνήσιων Μακεδόνων.
Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ορισμένοι πολιτικοί και διπλωμάτες της ΠΓΔΜ υποστήριξαν αντιφατικές θεωρίες για την προέλευση των κατοίκων της χώρας τους: Ειδικότερ:
–Ο πρώτος Πρόεδρος της ΠΓΔΜ, Κίρο Γκλιγκόροφ είπε: «Είμαστε Σλάβοι και ήρθαμε στην περιοχή τον έκτο αιώνα μ.Χ. Δεν είμαστε απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων.» (Υπηρεσία Πληροφοριών Εξωτερικού, Ημερήσια Αναφορά, 26 Φεβρουαρίου 1992, σελίδα 35). Επίσης ο κύριος Γκλιγκόροφ δήλωσε: «Δεν είμαστε Μακεδόνες, αλλά Σλάβοι. Αυτοί είμαστε! Δεν έχομε καμιά συγγένεια με τον Αλέξανδρο τον Έλληνα και με τη Μακεδονία του… Οι πρόγονοί μας κατέφτασαν εδώ τον πέμπτο και έκτο αιώνα μ.Χ». (Τορόντο Στάρ, 15 Μαρτίου 1992). Έκανε τις ίδιες δηλώσεις το 2009 σε ελληνική εφημερίδα.
–Στις 22 Ιανουαρίου 1999, η Πρέσβης της πΓΔΜ στις ΗΠΑ., κυρία Λιούμπιτσα Ατσέφσκα, σε ομιλία της για την τρέχουσα κατάσταση στα Βαλκάνια , τόνισε: «Δεν απαιτούμε να μας αναγνωρίζουν ως απογόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η Ελλάδα είναι ο δεύτερος εμπορικός εταίρος της ‘Μακεδονίας’ [ΠΓΔΜ] και ο ύπ’ αριθμόν ένα επενδυτής. Αντί να επιλέξουμε εχθροπραξίες, έχουμε επιλέξει την μεσολάβηση των Ηνωμένων Εθνών, σε επίπεδο πρεσβευτών υπό την αιγίδα των κυρίων Βανς και Νίμιτζ. Σε απάντηση ερώτησης για τη εθνική προέλευση των κατοίκων της ΠΓΔΜ, η Πρέσβης Ατσέφσκα απάντησε: «Είμαστε Σλάβοι και μιλούμε Σλαβική γλώσσα».
–Στις 24 Φεβρουαρίου 1999, ο Πρέσβης της πΓΔΜ στον Καναδά Γυόρδαν Βεσελίνοφ, σε μια συνέντευξή του στην εφημερίδα «Πολίτης» της Οτάβας, παραδέχτηκε: «Δεν έχουμε συγγένεια με τους βόρειους Έλληνες οι οποίοι έχουν επιδείξει ηγέτες σαν τον Φίλιππο και τον Μεγάλο Αλέξανδρο. Είμαστε Σλάβοι και η γλώσσα μας συγγενεύει στενά με τη Βουλγαρική. Υπάρχει κάποια σύγχυση με την ταυτότητα του λαού της πατρίδος μου». Στις 29 Δεκεμβρίου 2001, ο Υπουργός Εξωτερικών της ΠΓΔΜ Σλόμπονταν Τσάσουλε, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Ουτρίνσκι ανέφερε ότι είπε στον Βούλγαρο Υπουργό Εξωτερικών, Σολομών Πάσι ότι ανήκουν «στην ίδια Σλαβική φυλή».
Στις 15 Οκτωβρίου 2008, ο πρώην υπουργός Εσωτερικών και Εξωτερικών και υποψήφιος για την Προεδρία της ΠΓΔΜ, στις εκλογές του Μαρτίου του 2009 κ. Λιούμπομιρ Φριτσκόφσκι σε συνέντευξή του στην Ελληνική Τηλεόραση ΕΤ3 είπε ότι οι Σλάβοι της ΠΓΔΜ δεν είναι Μακεδόνες, αλλά Σλάβοι, οι οποίοι προσπαθούν να αποφύγουν την απορρόφηση από τους Βούλγαρους.
Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα ανάλογο με την ιστορική και πολιτιστική ταυτότητα των Μακεδόνων είναι η πολιτιστική ταυτότητα των Βαυαρών της Γερμανίας. Οι Βαυαροί είναι πολιτιστικά Βαυαροί. Εθνολογικά και γλωσσικά όμως είναι Γερμανοί και κανείς στον κόσμο δεν αρνείται την προφανή ταυτότητά τους. Θα μπορούσε ποτέ κανείς να δεχθεί ότι μπορεί ένα κράτος γειτονικό της Γερμανίας, να οικειοποιηθεί την κρατική ονομασία «Δημοκρατία της Βαυαρίας», και να μετονομάσει το λαό του σε «Βαυαρικό έθνος», και να ισχυρίζεται ότι μια μη Γερμανική εθνότητα θα μπορούσε να αποτελέσει Βαυαρική μειονότητα στη Γερμανία; Τέτοια παραδείγματα είναι πολλά σε όλο τον κόσμο: Οι Ουαλλοί στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι Βρετώνοι στη Γαλλία, οι κάτοικοι της Νέας Αγγλίας στις ΗΠΑ, και τόσοι άλλοι.
Οι Μακεδονικές Οργανώσεις τα μέλη των οποίων προέρχονται από τη Μακεδονία, καταγγέλλουν τις ενέργειες σφετερισμού της πολιτιστικής και ιστορικής τους ταυτότητας με τις οποίες η ΠΓΔΜ και η Διασπορά της παραβιάζουν το κληρονομικό δικαίωμά μας να λεγόμαστε Μακεδόνες. Η Μακεδονική πολιτιστική και ιστορική ταυτότητά μας έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής κληρονομιάς μας για χιλιετίες. Ως εκ τούτου καταθέτουμε σφοδρά τις αντιρρήσεις μας ότι ένα Σλαβικό έθνος, βόρεια της Ελλάδας μπορεί να χρησιμοποιήσει το όνομα «Μακεδόνας» για τους πολίτες του, έναν όρο που αποτελεί μέρος της ιστορίας και του πολιτισμού της Ελλάδας εδώ και χιλιάδες χρόνια. Η αναγνώριση «Μακεδονικής» εθνότητας, χωρίς αμφιβολία, θα γίνει αιτία να οικειοποιηθεί οτιδήποτε Μακεδονικό συμπεριλαμβανομένης ιστορίας, πολιτισμού και ακόμη και γης. Μεταξύ άλλων θα προκαλέσει αποσταθεροποίηση σ’ ολόκληρη την περιοχή. Ως εκ τούτου έχουμε κάθε ηθικό και νομικό δικαίωμα να αισθανόμαστε ότι απειλούμαστε από την τεχνητή δημιουργία μιας εθνικής «Μακεδονικής» ταυτότητας στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας.
Ως μέλη των Μακεδονικών Οργανώσεων των οποίων το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού παραβιάστηκε από τις Αρχές της ΠΓΔΜ και άλλους φορείς με στόχο την προώθηση των πολιτικών στόχων τους στην περιοχή μέσω της οικειοποίησης της πολιτιστικής και ιστορικής ταυτότητάς μας, θα θέλαμε να σας υπενθυμίσουμε τα προφητικά λόγια της Εγκυκλίου του Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Edward Stettinius η οποία εστάλη στο διπλωματικό σώμα των ΗΠΑ στις 26 Δεκεμβρίου 1944: «Η Κυβέρνησή μας θεωρεί κάθε συζήτηση περί Μακεδονικού «Έθνους», Μακεδονικής «Πατρίδας», ή Μακεδονικής «εθνικής συνειδήσεως» ως αδικαιολόγητη δημαγωγία, χωρίς εθνική ή πολιτική υπόσταση, και στην παρούσα επαναφορά της υποκρύπτει επιθετικές βλέψεις εναντίον της Ελλάδος». Η δήλωση αυτή εξέφραζε την αλήθεια τότε και εξακολουθεί να την εκφράζει και σήμερα.
Σας παρακαλούμε να λάβετε υπόψη σας τις καταγγελίες μας αυτές και να προβείτε σ’ όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να παύσει η παραβίαση των πολιτιστικών και ιστορικών δικαιωμάτων μας.

Με εκτίμηση,

Νίνα Γκατζούλη, Πρόεδρος Μαρία Χατζηνάκου, Αντιπρόεδρος Δρ. Αντώνης Παπαδόπουλος, Γραμματέας

Κοινοποίηση: Secretary of State Hillary Clinton
Πηγή: ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός12 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις12 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή