Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το Αζερμπαϊτζάν και η γεωπολιτική περικύκλωσή του από Ρωσία-Ιράν-Αρμενία

Δημοσιεύτηκε στις


Η ανάλυση που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στα τουρκικά, το Σεπτέμβριο του 2000, στην ιστοσελίδα του Κέντρου Στρατηγικών Μελετών ASAM, που έχει έδρα την Άγκυρα. Kρίνουμε σκόπιμη τη δημοσίευση της εργασίας αυτής, γιατί, κατά την άποψή μας, περιέχει ιστορικά και γεωπολιτικά δεδομένα που είναι χρήσιμα και βοηθούν ακόμη και σήμερα στη μελέτη και την παρακολούθηση των τεκταινομένων στην περιοχή.
Φισικά, ο αναγνώστης θα πρέπει να έχει κατά νου ότι η μελέτη συντάχτηκε από Τούρκους πολιτικούς αναλυτές, των οποίων η οπτική γωνία είναι συγκεκριμένη.
Πάντως, πέρα από αυτό καθ’ αυτό το περιεχόμενο της συγκεκριμένης εργασίας, ο Έλληνας μελετητής έχει τη δυνατότητα να διαπιστώσει τον τρόπο αλλά και το επίπεδο της πολιτικής και αναλυτικής σκέψης των συντακτών της.
Σάββας Καλεντερίδης

Το Αζερμπαϊτζάν και η γεωπολιτική περικύκλωσή του από Ρωσία-Ιράν-Αρμενία
Η γεωπολιτική κατάσταση στην Κασπία, από το 1991 έχει υποστεί σημαντικές μεταβολές. Τα καινούργια κράτη που προέκυψαν από τη διάλυση της Σ.Ε. άρχισαν σταδιακά να ενισχύουν την ανεξαρτησία τους. Η Ρωσία πια δεν μπορεί να κινείται ελεύθερα στις χώρες αυτές, θεωρώντας τες δικό της «ακάλυπτο χώρο». Φυσικά, σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε και η ταχεία ενοποίηση των χωρών αυτών με τη Δύση.
Τα πλούσια αποθέματα υδρογονανθράκων στον Καύκασο…και την Κ. Ασία παίζουν επιταχυντικό ρόλο στην πορεία των νέων αυτών Δημοκρατιών προς τη Δύση.
Οι επενδύσεις των δυτικών εταιρειών πετρελαίου στο Αζερμπαϊτζάν και το Καζακστάν ανέρχονται στα 5 δις δολάρια και αναμένεται να εκτοξευθούν μέχρι το 2025 στα 100 δις δολάρια.
Ήδη χρησιμοποιούνται οι αγωγοί Baku-Novorosisk και Baku-Supsa για τη μεταφορά του πρώιμου πετρελαίου του Αζερμπαϊτζάν, ενώ έχουν ληφθεί οι βασικές αποφάσεις για τους αγωγούς Baku-Τυφλίδα-Ceyhan και Transhazar (Διακασπιακός Αγωγός Φυσικού Αερίου που θα ξεκινάει από το Τουρκμενιστάν-Κασπία-Αζερμπαϊτζάν-Γεωργία-Τουρκία). Ο αγωγός Tengiz-Novorosisk αναμένεται να λειτουργήσει το 2001.
Το πρόγραμμα TRACΕCA που άρχισε να υλοποιείται από το 1993 με τη χρηματοδότηση της Ε.Ε. είναι ένα σημαντικό βήμα για την ενοποίηση της Κ. Ασίας και του Καυκάσου με την Ευρώπη.
Ένα άλλο παράδειγμα των πολιτικών-στρατηγικών αλλαγών είναι η ένωση GUUAM που συνομολογήθηκε μεταξύ της Γεωργίας-Ουζμπεκιστάν-Ουκρανίας-Αζερμπαϊτζάν-Μολδαβίας.
Φυσικά, κανείς δε μπορεί να ισχυρισθεί ότι έχει καθορισθεί η πορεία του «Μεγάλου Παιχνιδιού» και ότι οι εξελίξεις στην περιοχή έχουν πάρει το δρόμο τους. Όμως, αυτό που μπορεί να πει κανείς είναι ότι ο αγώνας που γίνεται για τον έλεγχο της Κασπίας και το αποτέλεσμά του, θα καθορίσουν χαρακτηριστικά το μέλλον και το γεωπολιτικό χάρτη της Ευρασίας.
Ο δρόμος που διήνυσε το Αζερμπαϊτζάν από το 1991, είναι ένα παράδειγμα της περιπλεγμένης κατάστασης που επικρατεί στην περιοχή. Το Μπακού μετατράπηκε σε γεωπολιτικό κέντρο και σε κέντρο κινητικότητας και κίνησης των πετρελαίων της Κασπίας.
Το Αζερμπαϊτζάν αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα, ανάλογα με αυτά των άλλων χωρών της περιοχής. Το Αζερμπαϊτζάν, οι χώρες της Κ. Ασίας και η Αρμενία είναι «περίκλειστες χώρες» (land-locked countries), αφού δεν έχουν διέξοδο στη θάλασσα.
Οι νέες χώρες προσπαθούν, σχεδόν στο σύνολό τους, να ενισχύσουν την ανεξαρτησία τους και να απελευθερωθούν από την επιρροή και το σφιχταγκάλιασμα της Μόσχας.
Οι νέες χώρες, συμπεριλαμβανομένου και του Αζερμπαϊτζάν, μετά το 1991, άρχισαν να συνάπτουν και να διευρύνουν τις σχέσεις τους με το Ιράν. Όμως, το Αζερμπαϊτζάν είναι η μόνη σχεδόν χώρα με εκτεταμένα κοινά σύνορα με το Ιράν. Ο σιιτικός πληθυσμός του Αζερμπαϊτζάν, είναι ο δεύτερος στον κόσμο μετά του Ιράν. Επιπλέον, το Αζερμπαϊτζάν ανήκει στην κατηγορία των διαμελισμένων κρατών και των διαμελισμένων εθνών. Στο έδαφος του Ιράν υπάρχει η περιοχή που λέγεται Αζερμπαϊτζάν που είναι δύο φορές μεγαλύτερη από το κράτος του Αζερμπαϊτζάν και στο έδαφός του κατοικούν τα ¾ των Αζέρων όλου του κόσμου. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει η Αρμενία που κατέχει το 20% του Αζερικού εδάφους εδώ και 12 χρόνια και δε φαίνεται διατεθειμένη να κάνει κάποια κίνηση για την επίλυση του προβλήματος του Ναγκόρνο-Καραμπάγ.
Και το τρίγωνο κλείνει με τη Ρωσία η οποία δε φαίνεται διατεθειμένη να συμπεριφερθεί φιλικά προς το Αζερμπαϊτζάν.

Η δημιουργία της Γεωπολιτικής Μέγγενης
Η γεωπολιτική ιδιαιτερότητα του Αζερμπαϊτζάν οφείλεται στη γεωγραφική του θέση και φύση. Το έδαφος του Αζερμπαϊτζάν δεν διαθέτει φυσικές αμυντικές γραμμές. Στη διάρκεια της ιστορίας του το Αζερμπαϊτζάν αποτέλεσε ένα διάδρομο στρατιωτικών επελάσεων από Β προς Ν και από Ν προς Β, ενώ δεν αποτέλεσε ποτέ κέντρο αντίστασης. Και γι’ αυτό η περιοχή αυτή δεν γνώρισε μια περίοδο μακράς ευημερίας.
Πλην της γεωγραφικής φύσης και θέσης υπάρχουν και οι ιστορικές πολιτικές ιδιαιτερότητες του Αζερμπαϊτζάν.
Το ένα είναι η βίαιη επιβολή του δόγματος των σιιτών στους Αζέρους κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας των Safevi τις αρχές του 16ου αιώνα. Η αποδοχή της σιιτικής θρησκείας σαν επίσημης θρησκείας του κράτους των Safevi (1501-1722) έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην τύχη του Αζερμπαϊτζάν την επόμενη περίοδο.
Οι Αζέροι αποκόπηκαν από τον υπόλοιπο σουνιτικό τουρκόφωνο κόσμο και δυτικά (Οθωμανική Αυτοκρατορία) και ανατολικά (Κ. Ασία).
Οι πόλεμοι μεταξύ Safevi και Οθωμανών που διήρκεσαν πάνω από 150 χρόνια, απέκοψαν το Αζερμπαϊτζάν από τη Δύση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι Αζέροι να στραφούν προς τους Πέρσες με τους οποίους ενοποιήθηκαν κατά κάποιο τρόπο πολιτιστικά και ιδεολογικά.
Οι ρωσοπερσικοί πόλεμοι που έγιναν το 1804-1813 και το 1826-1828 ήταν μία καταστροφή για το Αζερμπαϊτζάν. Τα ανεξάρτητα πριγκιπάτα του Αζερμπαϊτζάν μπήκαν κάτω από την ηγεμονία των δύο μεγάλων κρατών, της Ρωσίας και του Ιράν. Όλα αυτά προσανατόλισαν το Αζερμπαϊτζάν στον άξονα Β-Ν και το απέκοψαν από Δύση και Ανατολή.
Η νέα γεωπολιτική κατάσταση που προέκυψε μετά το 1991 οδήγησε σε νέες ομαδοποιήσεις και σχηματισμούς. Η Ρωσία ενίσχυσε τους δεσμούς της με τον ιστορικό στρατηγικό της σύμμαχο στον Καύκασο, την Αρμενία, σε όλους τους τομείς, χαρίζοντάς της στρατιωτικό υλικό αξίας 1 δις δολαρίων.
Η ενεργοποίηση της Τουρκίας και η αύξηση της επιρροής της στην περιοχή της Κασπίας προκάλεσε την αντίδραση της Ρωσίας και του Ιράν, οι οποίες οδηγήθηκαν σε μία αμοιβαία προσέγγιση, παρά τις ιστορικές τους διαφορές και ανταγωνισμούς.
Τα αξίας 1 δις δολαρίων οπλικά συστήματα και η οικονομική βοήθεια της Ρωσίας έφθασαν στην Αρμενία μέσω Ιράν. Είναι επίσης γνωστό ότι πίσω από την ενίσχυση του οπλοστασίου και τις προσπάθειες για απόκτηση πυρηνικής βόμβας από το Ιράν κρύβεται η Ρωσία.
Αυτός ο ευθυγραμμισμός και η συμμαχία Μόσχας-Εριβάν-Τεχεράνης μεταξύ άλλων, οφείλεται και στην προσπάθεια των χωρών αυτών να ελέγξουν την ισχυροποίηση του Αζερμπαϊτζάν και να μην επιτρέψουν την αλλαγή του Status στην περιοχή.

Αντίσταση στην επιστροφή της Ρωσίας
Η Ρωσία, που βιώνει τη μεγαλύτερη κρίση και γεωπολιτική φθορά και υποχώρηση των τελευταίων 500 ετών, έχει υποστεί και ένα βαθύ κλονισμό στον τομέα της πολιτικής σκέψης, μετά τη διάλυση της Σ.Ε.
Οι έννοιες του Ατλανισμού και της Ευρασίας ήταν αυτές που συζητήθηκαν και απασχόλησαν περισσότερο τον πολιτικό κόσμο στην Ομοσπονδία της Ρωσίας.
Πάνω σε αυτές τις έννοιες σχηματίσθηκαν και οι δύο κυρίαρχες γεωπολιτικές τάσεις στην πολιτική αγορά της Ρωσίας. Η μία του Ατλαντισμού, που θεωρούν ότι το μέλλον της Ρωσίας είναι στην ενοποίησή της με τη Δύση, και η άλλη των Ευρωασιατιστών, που πιστεύουν ότι το μέλλον της Ρωσίας είναι στην Ευρώπη και την Ασία, όπως άλλωστε είναι και το καινούργιο παραδοσιακό έμβλημα της Ρωσίας, ο δικέφαλος αετός να ατενίζει με το ένα κεφάλι τη Δύση και με το άλλο την Ανατολή.
Ο γνωστός σαν φανατικός ατλανιστής πρώην υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας Andrey Kosirev είχε εξηγήσει για πρώτη φορά το 1992 στην εφ. Izvestia τον όρο «εγγύς περιβάλλον». Ο ίδιος πολιτικός στη Διάσκεψη της ΔΑΣΕ στη Στοκχόλμη, το 1992, είχε πει ότι οι χώρες της πρώην Σ. Ένωσης θα έπρεπε να αποτελέσουν μία Ομοσπονδία ή Συνομοσπονδία κρατών με ενοποιημένους τον οικονομικό και στρατιωτικό τομέα.
Η έκκληση των δημοκρατικών δυνάμεων της Ρωσίας, των λεγόμενων και Ατλανιστών, για συνένωση των δημοκρατιών της πρώην Σ.Ε. με κέντρο δύναμης τη Ρωσία αντιμετωπίσθηκε με ενθουσιασμό από τους συντηρητικούς ή τους λεγόμενους ευρωασιατιστές.
Η άποψη αυτή, μετά το 1993, αποτέλεσε και τη βασική πολιτική του υπουργείου Εξωτερικών της Ομοσπονδίας της Ρωσίας. Με άλλα λόγια, η άποψη αυτή παρά τις κάποιες διαφορές αποτέλεσε τον κοινό τόπο μεταξύ των μεταρρυθμιστών/ατλανιστών και των συντηρητικών/ευρασιατιστών που αποτελούν και τις δύο βασικές σχολές πολιτικής σκέψης στη Ρωσία.
Αν και τα διάφορα υπουργεία (από τη μια πλευρά τα υπουργεία Εξωτερικών και Άμυνας και από την άλλη το υπουργείο Ενέργειας) ακολουθούν διάφορες τακτικές, η γενική στρατηγική γραμμή παραμένει αναλλοίωτη.
Με άλλα λόγια, αν και τα τελευταία χρόνια έχουν αλλάξει αρκετοί υπουργοί Εξωτερικών στη Ρωσία, συνεχίζεται χωρίς διαφοροποίηση η προσπάθεια της Ρωσίας για συνένωση κάτω από μια στέγη των χωρών που έχουν αποσκιρτήσει από την επιρροή της.
Η Ομοσπονδία της Ρωσίας προβάλλει στην παγκόσμια κοινή γνώμη, αλλά και στον ΟΗΕ, τον ισχυρισμό ότι η «διατήρηση της σταθερότητας» στις χώρες αυτές αποτελεί για αυτή μια υποχρέωση, η οποία θα πρέπει να της παραχωρηθεί και να της αναγνωρισθεί από τη διεθνή κοινότητα.
Ο B. Yeltsin, το Φεβρουάριο του 1993, ζήτησε από τον ΟΗΕ το χαρακτηρισμό της «Ειρηνευτικής Δύναμης» στις ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις που θα επιχειρούσαν στα εδάφη της πρώην Σ.Ε.
Ο πρόεδρος της επιτροπής Διεθνών Σχέσεων της κρατικής Δούμας της Ρ.Ο. (Ρωσικής Ομοσπονδίας) αρμενικής καταγωγής Yevgeni Ambartsamov στο έγγραφο με τίτλο «Προτάσεις» προς τη ρωσική κυβέρνηση ανέφερε τα εξής:
«Η Ρ.Ο. που θεωρείται διάδοχη χώρα της Σοβιετικής Ένωσης, θα πρέπει να υιοθετήσει το δόγμα με το οποίο στην εξωτερική πολιτική ολόκληρος ο γεωγραφικός και πολιτικός τομέας της ΕΣΣΔ αποτελεί τομέα ζωτικών συμφερόντων της Ρ.Ο. και μέσα στα πλαίσια αυτά, να απαιτήσει την αναγνώριση και την επικύρωση αυτών των ειδικών συμφερόντων από πλευράς της διεθνούς κοινότητας».
Στο δόγμα του «εγγύς περιβάλλοντος» της Ρ.Ο., σημαντικό χώρο καταλαμβάνει η προστασία των 20 εκατ. Ρώσων που κατοικούν στις χώρες της πρώην Σ.Ε.
Το πιο σημαντικό εμπόδιο στην υλοποίηση του δόγματος «εγγύς περιβάλλον» αποτέλεσε η ανεξάρτητη δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν.
Το Αζερμπαϊτζάν αποτελεί χώρα υψηλής σημασίας για την Ρ.Ο. για τους εξής λόγους:
 Ο έλεγχος της Ρ.Ο. στο Αζερμπαϊτζάν εξασφαλίζει στη Ρωσία δυνατότητα ενίσχυσης των στρατηγικών της συμφερόντων στην Κασπία και τη δυνατότητα διάχυσης της επιρροής της στην εγγύς και τη Μ. Ανατολή.
 Ο σταθμός ραντάρ RLS του Gebele που βρίσκεται στο έδαφος του Αζερμπαϊτζάν είναι στρατηγικής σημασίας για τη Ρωσία, αφού εξασφαλίζει στρατηγική αεροπορική άμυνα και έλεγχο των βαλλιστικών πυραύλων με τους οποίους καλύπτεται η εγγύς και Μ. Ανατολή.
 Από πλευράς γεωπολιτικών συμφερόντων, το Αζερμπαϊτζάν αποτελεί σημαντικό στόχο για τη Ρωσία, αφού η επέκταση της ρωσικής επιρροής σε αυτό, αποδυναμώνει την αυξανόμενη επιρροή της Δύσης στο Baku.
 Αν το Αζερμπαϊτζάν τεθεί υπό την επιρροή της Μόσχας, θα αποτελέσει ένα τείχος που θα αποκόπτει τον «τουρκικό κόσμο» (Τουρκία με τουρκόφωνες δημοκρατίες της Κ. Ασίας), αντί να αποτελέσει σε αντίθετη περίπτωση γέφυρα και κέντρο συνένωσης και ομογενοποίησης του τουρκικού κόσμου.
 Ταυτόχρονα, αποδυναμώνεται και αποτρέπεται η αύξηση της επιρροής της Τουρκίας στον Καύκασο, στο Βόλγα και στην Κ. Ασία, ενώ υποβοηθείται η εξισορροπιστική αύξηση της επιρροής της στις μουσουλμανικές χώρες της πρώην Σ.Ε.
 Στη Μόσχα θεωρούν ότι η δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν θα πρέπει δίχως άλλο να μείνει υπό την επιρροή της Ρωσίας για τη διαφύλαξη και εξυπηρέτηση των οικονομικών της συμφερόντων και αυτό λόγω των πλούσιων αποθεμάτων υδρογονανθράκων της Κασπίας, καθώς επίσης και λόγω του ότι από το Αζερμπαϊτζάν διέρχονται όλοι οι σημαντικοί οδικοί, σιδηροδρομικοί, αεροπορικοί, ναυτικοί και επικοινωνιακοί άξονες.

Η Μόσχα αδυνατεί να προσελκύσει το Αζερμπαϊτζάν με οικονομικά, τεχνολογικά και ιδεολογικά κίνητρα ή πιέσεις. Γι’ αυτό άρχισε να χρησιμοποιεί το όπλο των πολιτικών και στρατιωτικών πιέσεων.
Παραθέτουμε ορισμένες από αυτές:
 Η Μόσχα υποστηρίζοντας στρατιωτικά την Αρμενία και τους Αρμένιους του Ν. Karabag παρεμποδίζει την επίλυση του προβλήματος του ορεινού Καραμπάγ και έτσι κρατά σε ομηρία το Αζερμπαϊτζάν.
 Η Μόσχα εκμεταλλευόμενη τις διαφορές μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων της χώρας προσπάθησε να δημιουργήσει κλίμα αναταραχής και αστάθειας στη χώρα. Υποστήριξε τη στρατιωτική αντιπολίτευση και έφθασε μέχρι το σημείο να διαπράξει απόπειρα δολοφονίας του Αζέρου προέδρου.
 Άσκησε πιέσεις για να πετύχει εγκατάσταση των ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων στα νότια σύνορα της χώρας και παρεμπόδισε τη μεταβίβαση του σοβιετικού σταθμού ραντάρ Gebele RLS στη Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν.
 Η Μόσχα για να παρεμποδίσει την αξιοποίηση των αποθεμάτων υδρογονανθράκων από τις δυτικές εταιρείες επιμένει στην αρχή της κοινής εκμετάλλευσης των αποθεμάτων της Κασπίας από τις παράλιες χώρες της Κασπίας, αποτρέποντας το διαμελισμό της Κασπίας σε τομείς. Εκτός αυτού, σε κάθε περίπτωση απαίτησε ο αγωγός αερίου προς τη Δύση να διέλθει από ρωσικό έδαφος.
 Το σύστημα παραγωγής και οικονομικών δοσοληψιών της Σ.Ε. καθιστά τη Μόσχα καίριο οικονομικό εταίρο του Αζερμπαϊτζάν. Το σύνολο σχεδόν των οδικών και τηλεπικοινωνιακών αξόνων περνούν από τη Ρωσία. Εκατοντάδες χιλιάδες Αζέροι εργάζονται στη Ρωσία. Η Ρωσία όλα αυτά τα χρησιμοποιεί σαν μέσα πίεσης.

Την περίοδο 1991-2000 παρατηρούμε τα εξής:

 Την περίοδο 1991-1992 επί προεδρίας Α. Mutalibov έγινε προσπάθεια ισορροπιστικής πολιτικής με τη Μόσχα για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του Ν. Karabag. Γι’ αυτό προέβη σε αρκετές υποχωρήσεις έναντι της Μόσχας και υπέγραψε τη συμφωνία για την ίδρυση της ΚΑΚ.
 Ο E. Elcibey πρώτος εκλεγμένος πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν προσπάθησε να ισχυροποιήσει την ανεξαρτησία της χώρας.
– Ακύρωσε τη συμφωνία συμμετοχής στην ΚΑΚ
– Έθεσε στην κυκλοφορία εθνικό νόμισμα
– Επιτάχυνε τις συνομιλίες με τις δυτικές εταιρείες πετρελαίου
– Έφερε στο προσκήνιο το δρομολόγιο του αγωγού καυσίμων Μπακού-Ιράν-Ναχιτσεβάν-Τουρκία(-Ceyhan)
– Πρότεινε την οικονομική συνεργασία Αζερμπαϊτζάν-Γεωργίας-Ουκρανίας σαν εναλλακτική στη ΚΑΚ
– Αντιστάθηκε στις κάθε είδους πιέσεις της Μόσχας
Μετά από την αδιάλλακτη στάση του Elcibey έγιναν τα εξής:
 Οι Αρμένιοι με τη συμμετοχή ρωσικών δυνάμεων κατέλαβαν την αζερική περιοχή Kelbecer
 Η Μόσχα υποστήριξε τη στρατιωτική αντιπολίτευση για να πετύχει την ανατροπή του Elcibey (μία από τις βασικές αιτίες για την ανατροπή του Elcibey ήταν η υπογραφή της συμφωνίας για την εκμετάλλευση των πετρελαίων με τη συμμετοχή του ίδιου, στο Λονδίνο στις αρχές του Ιουνίου)

Ο συνταγματάρχης Suret Husegnov επαναστάτησε στη δεύτερη μεγάλη πόλη του Αζερμπαϊτζάν την Gence και κινήθηκε προς το Μπακού. Ο Elcibey, για να αποτρέψει τον εμφύλιο, εγκατέλειψε το Μπακού και κατέφυγε στο χωριό του, στο Keleki του Ναχιτσεβάν.
Με την αποχώρηση του Elcibey, πρόεδρος της χώρας ανέλαβε ο έμπειρος πολιτικός Haydar Aliyev, ο οποίος προσπάθησε να ακολουθήσει μια πολιτική ισορροπιών μεταξύ ανεξαρτησίας, Μόσχας και Δύσης. Δηλαδή,
 Υπέγραψε τη συμφωνία της ΚΑΚ
 Πάγωσε τις συνομιλίες με τις δυτικές εταιρείες πετρελαίου
 Επισκέφθηκε αλλεπάλληλες φορές τη Μόσχα και σε μία συνάντηση με τους Γιέλτσιν και Τσερνομίρτιν και άλλους κρατικούς αξιωματούχους υποσχέθηκε να διευρύνει τις σχέσεις με τη Μόσχα σε όλους τους τομείς
 Υπέγραψε τις συμφωνίες «Κοινής Ασφάλειας και Οικονομικής Συνεργασίας»
 Παραχώρησε ποσοστό 10% στη ρωσική εταιρεία Luk-Oil
 Προσπάθησε να εξασφαλίσει την ουδετερότητα της Μόσχας στο πρόβλημα του Ναγκόρνο-Καραμπάγ. Όντως η ομάδα των «ενεργειακών» της Μόσχας που αποτελείται από τους πρωθυπουργό Τσερμομίρτιν, υπουργό ενέργειας Safranik και τον πρόεδρο της Luk-Oil, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αλλαγή στάσης της Μόσχας.
Όμως η γενική πολιτική της Ρωσίας στον Καύκασο δεν άλλαξε.
Όντως παρά τις υποχωρήσεις του Αζερμπαϊτζάν στη Μόσχα, η Αρμενία προχώρησε στην κατάληψη των αζερικών περιοχών Agdam, Fuzuli, Gebrayil, Kubatli, Zengilan. Η Ρωσία για άλλη μια φορά, δεν εγκατέλειψε τη φιλοαρμενική της στάση.
Η Μόσχα ζήτησε από το Αζερμπαϊτζάν την αποστολή ρωσικών στρατευμάτων στην περιοχή των συγκρούσεων, ενώ συνέχισε την απαίτηση για εγκατάσταση του στρατού των συνόρων στα Αζερο-Ιρανικά σύνορα, τη δημιουργία συστήματος αεράμυνας στο Νότιο Καύκασο και την επιστροφή των ναυτικών δυνάμεων της Κασπίας στο Ρωσικό πολεμικό Ναυτικό.
Ο H. Aliyev παρ’ ότι συνέχισε τις επίσημες επαφές του με Ρώσους αξιωματούχους, δεν έπαψε να συνομιλεί και με τις δυτικές εταιρείες πετρελαίου. Οι συνομιλίες με τις εταιρείες άρχισαν τις αρχές του 1994. Το Φεβρουάριο του 1994, ο H. Aliyev υπέγραψε στο Λονδίνο διεθνή συμφωνία για τα πετρέλαια της Κασπίας. Με τη συμφωνία αυτή η κυβέρνηση της Μ. Βρετανίας απέκτησε δικαίωμα χρηματοδότησης προγραμμάτων εξόρυξης πετρελαίου.
Οι κυβερνήσεις της Βρετανίας και του Αζερμπαϊτζάν και οι εταιρείες BP και ACDPS, έγιναν εγγυητές για τις αμοιβαίες υποχρεώσεις τους, με βάση τη συμφωνία.
Το υπουργείο Εξωτερικών της P.O. έστειλε σκληρή νότα στην πρεσβεία της Μ. Βρετανίας στη Μόσχα.
Στη σύσκεψη της ΚΑΚ τον Απρίλη του ίδιου έτους, το Αζερμπαϊτζάν, για πρώτη φορά, απέρριψε τις προτάσεις της Μόσχας για το Καραμπάγ. Το καλοκαίρι του 1994, άρχισαν να ενδιαφέρονται ανοικτά για πρώτη φορά για τον Καύκασο οι ΗΠΑ. Η τότε μόνιμη αντιπρόσωπος των ΗΠΑ στα ΗΕ και τώρα ΥΠΕΞ κ. Μ. Albright, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής της στο Μπακού την 5-7 Σεπτεμβρίου 1994 δήλωσε ότι οι ΗΠΑ δεν αποδέχονται τον «ειδικό ρόλο» της Ρωσίας στον Καύκασο και ότι οι Ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις μπορούν να εγκατασταθούν στο Καραμπάγ, μαζί με δυνάμεις άλλων χωρών και πάντα υπό τον έλεγχο του ΟΑΣΕ.
Η επιτυχής κατάληξη των συνομιλιών σχετικά με το κονσόρσιουμ των εταιρειών για τα πετρέλαια του Μπακού και η αλλαγή του κλίματος στο διεθνές σκηνικό υπέρ του Αζερμπαϊτζάν, επέτρεψε την υπογραφή της συμφωνίας εκμετάλλευσης των πετρελαίων απ’ το κονσόρσιουμ στις 20 Σεπτεμβρίου 1994.
Η συμφωνία αυτή εξασφάλισε οφέλη στις ΗΠΑ και στις δυτικές χώρες και προοπτική σταθερότητας στο Αζερμπαϊτζάν.
Η εξέλιξη αυτή, στην ουσία σήμαινε επαναφορά στην πολιτική γραμμή Elcibey, δηλαδή υποστήριξη των Αμερικανικών συμφερόντων για εξισορρόπηση της Ρωσικής επιθετικότητας.
Η συμφωνία για τη μεταφορά του πρώιμου πετρελαίου του Μπακού υπογράφηκε τον Νοέμβριου του 1997.
Απ’ το 1994 ως το 1997 υπογράφηκαν αλλεπάλληλες συμφωνίες μεταξύ κονσόρσιουμ και της κυβέρνησης του Μπακού, σε σχέση με τους αγωγούς και άλλες διαδικασίες παραγωγής και μεταφοράς πετρελαίου. Η παρουσία των δυτικών εταιρειών στην περιοχή, παρουσίασε τεράστια αύξηση. Στη φάση αυτή αυξήθηκε η στρατιωτική υποστήριξη της Μόσχας προς το Εριβάν.
Ο Aliyev αισθάνθηκε την ανάγκη να υποστηρίξει τον αγωγό Μπακού–Τζευχάν για να εξισορροπήσει τη Ρωσική πίεση, ενώ συνέχισε να υποστηρίζει ότι δεν πρόκειται να αλλάξει η στάση του για το καθεστώς της Κασπίας.
Στο σύνταγμα που ψηφίσθηκε το Νοέμβριο του 1995 ο θαλάσσιος τομέας της Κασπίας χαρακτηρίζεται αδιάσπαστο τμήμα του εδάφους του Αζερμπαϊτζάν.
Έτσι, διανύθηκε σημαντική απόσταση για την απεξάρτηση από την επιρροή της Ρωσίας στη μετασοβιετική εποχή.
Η Ρωσία, σαν αποτέλεσμα της φιλοαρμενικής της πολιτικής, απώλεσε μεγάλο μέρος της επιρροής της στο Αζερμπαϊτζάν.
Η Ρωσία δεν κατόρθωσε να πραγματοποιήσει τους στόχους της, που ήταν:
• Εγκατάσταση «ειρηνευτικής δύναμης» στο Καραμπάγ
• Διατήρηση της στρατιωτικής βάσης στο Gence
• Εγκατάσταση συνοριακής στρατιωτικής δύναμης στα Αζερο-ιρανικά σύνορα
• Παρεμπόδιση επένδυσης δυτικών κεφαλαίων στο Μπακού
• Επαναπροσδιορισμός του νομικού καθεστώτος της Κασπίας
• Κατασκευή αγωγού Μπακού – Νοβοροσίσκ
Η Ρωσία έχασε μεγάλο μέρος της παλιάς της επιρροής στο Μπακού και αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην πεισματική υποστήριξη της Αρμενικής επιθετικότητας και των εθνικών διασπαστικών κινήσεων στο εσωτερικό του Αζερμπαϊτζάν.

Το Πρόβλημα του Ναγκόρνο Καραμπάγ–Η επίθεση της Αρμενίας
Το πρόβλημα του Καραμπάγ έχει παραλύσει τη δημόσια ζωή του Αζερμπαϊτζάν από το 1991 μέχρι σήμερα και αποτελεί το αντίτιμο της ανεξαρτησίας του.
Οι ισχυρισμοί των Αρμενίων για το ορεινό Καραμπάγ, άρχισαν να ξαναέρχονται στο προσκήνιο την περίοδο της περεστρόικα, το 1987. Τότε, άρχισαν οι διαδηλώσεις στο Ερεβάν και στη συνέχεια σχηματίστηκε η «επιτροπή του Καραμπάγ».
Η επιτροπή ισχυροποιήθηκε και άρχισε να ισχυρίζεται ότι οι Αρμένιοι της «Αυτόνομης περιοχής του Καραμπάγ» αδικούνται από το Μπακού, παρουσιάζοντας σαν απόδειξη την φτωχή οικονομία της περιοχής που, όμως, οφείλεται στο ορεινό της έδαφος.
Όταν η Μόσχα και το Μπακού άρχισαν να αναφέρονται σε κάποιες παραχωρήσεις, τότε οι Αρμένιοι άρχισαν να ισχυρίζονται ότι το Καραμπάγ ήταν πάντα Αρμενικό έδαφος και ότι δωρήθηκε από τον Στάλιν στο Αζερμπαϊτζάν. Ισχυρίστηκαν ότι με βάση το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης που αναγνωρίζεται και από το Σοβιετικό Σύνταγμα, οι 185.000 Αρμένιοι του Καραμπάγ που αποτελούν το 78% του πληθυσμού της περιοχής, έχουν δικαίωμα και δυνατότητα να ενωθούν με την Αρμενία.
Το Μπακού, αντιμετώπισε με αμηχανία τις διαδηλώσεις που άρχισαν να γίνονται πρώτα στο Ερεβάν και στη συνέχεια στο Στεπανακέρτ με σύνθημα την ένωση του Καραμπάγ με την Αρμενία.
Οι 250.000 Αρμένιοι που ζουν στο Μπακού καταδίκασαν τις διαδηλώσεις καλώντας τον Αρμενικό λαό να διαφυλάξει την ¨ακλόνητη ενότητα του Σοβιετικού λαού¨. Τον Αύγουστο του 1987 τα μέλη της Ακαδημίας της Αρμενίας απαίτησαν από τη Μόσχα την παραχώρηση στη Σοβιετική Δημοκρατία της Αρμενίας του Ναγκόρνο Καραμπάγ και του Ναχιτσεβάν που σημειωτέον κατοικείται κατά 97% από Αζέρους.
Το Νοέμβριο του 1987 ο Αρμενικής καταγωγής υπουργός οικονομικών του Γκορμπατσώφ δήλωσε στο Παρίσι ότι από οικονομικής πλευράς θα ήταν σωστό το Καραμπάγ να δοθεί στην Αρμενία.
Την ίδια στιγμή η τοπική Βουλή αποφάσιζε την ένωση με την Αρμενία, ενώ άρχισε και το κύμα φυγής των Αζέρων προς Αζερμπαϊζάν. Το Φεβρουάριο του 1988, σε αιματηρά γεγονότα κοντά στο Μπακού σκοτώθηκαν 26 Αρμένιοι και 6 Αζέροι.
Τον Ιούλιο, το Ανώτατο Συμβούλιο της Αρμενίας, επικαλούμενο το Σοβιετικό Σύνταγμα έκανε έκκληση προς τη Μόσχα και το Μπακού για ένωση του Καραμπάγ με την Αρμενία. Το Ανώτατο Συμβούλιο του Αζερμπαϊτζάν απέρριψε την έκκληση της Αρμενίας, επικαλούμενο το άρθρο 78 του Σοβιετικού Συντάγματος, με βάση το οποίο δεν είναι δυνατή η αλλαγή συνόρων χωρίς τη σύμφωνη γνώμη και των δύο μερών.
Στη συνέχεια και μετά από κλιμάκωση της έντασης και από τις δύο πλευρές, οδηγηθήκαμε μέχρι την κατάσταση έκτακτης ανάγκης στο Αζερμπαϊτζάν, λόγων των έντονων αντιδράσεων του Αζερικού λαού ενάντια στις κινήσεις για ένωση του Καραμπάγ με την Αρμενία.
Κατά την είσοδο των Σοβιετικών στρατευμάτων στο Μπακού εκατοντάδες Αζέροι πολίτες έχασαν τη ζωή τους, ενώ η κατάσταση έκτακτης ανάγκης συνεχίστηκε μέχρι τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.
Με τη διάλυση της Σ. Ένωσης η τοπική βουλή του Καραμπάγ και μετά από δημοψήφισμα, ανακήρυξε την ανεξαρτησία της Δημοκρατίας του Καραμπάγ.
Το Φεβρουάριο του 1992 οι Αρμένιοι, με τη βοήθεια του Σοβιετικού στρατού, κατέλαβαν την πόλη και στη συνέχεια το Μάϊο καταλήφθηκε η στρατηγικής σημασίας πόλη Σούσα.
Το Μάρτιο του 1993 καταλήφθηκε η πόλη Kelbecer, ενώ συνεχίστηκε η κατάληψη άλλων έξι πόλεων από τον Αύγουστο ως το Σεπτέμβρη του ίδιου έτους. Με την υπογραφή συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός που πραγματοποιήθηκε το Μάιο του 1994 με την ενεργή συμμετοχή της Ρωσίας, οι Αρμένιοι κατείχαν το 20% του Αζερικού εδάφους.
Αν και υφίστανται ψηφίσματα του ΟΗΕ (822, 853, 874, 884) με τα οποία ζητείται η αποχώρηση των Αρμενίων από τα Αζερικά εδάφη, η Αρμενική πλευρά, ειδικά μετά την ανατροπή του Ter – Petrosyan και την ανάληψη της εξουσίας από τον ήρωα του Καραμπάγ Κοτσαριάν, συνεχίζει την αδιάλλακτη στάση της και συνεχίζει να κατέχει το 20% του αζερικού εδάφους.
Τα 12 χρόνια που διαρκεί η κρίση του Καραμπάγ, έχουν επηρεάσει τις γειτονικές σχέσεις της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν που δεν έχουν συνάψει ακόμη διπλωματικές σχέσεις μεταξύ τους.
Η συνέχιση αυτής της κατάστασης δεν επιτρέπει την αποκατάσταση της σταθερότητας στην περιοχή, γεγονός που οφείλεται στην επιθετικότητα της Αρμενικής πλευράς που ενισχύεται από την υποστήριξη της Μόσχας.

Αντίσταση στις πιέσεις του Ιράν
Το ΧΙΧ αιώνα το Αζερμπαϊτζάν ήταν μοιρασμένο στην Τσαρική Ρωσία και στο Ιράν. Η δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν ιδρύθηκε στα εδάφη που κατείχε η Ρωσία, στο Βόρειο Αζερμπαϊτζάν, ενώ μέχρι σήμερα το Νότιο Αζερμπαϊτζάν συνεχίζει να βρίσκεται υπό την κατοχή του Ιράν. Το γεγονός αυτό, αποτελεί βασική αιτία που τοποθετεί το Ιράν σαν το τρίτο μέλος της τριπλής συμμαχίας που έχει περικυκλώσει και περισφίγγει το Αζερμπαϊτζάν.
Το 1988, έτος που άρχισε τη δράση του το εθνικό δημοκρατικό Αζερικό κίνημα, εμφανίστηκαν συνθήματα του τύπου ¨Ταυρίδα-Ταυρίδα¨ (Η Ταυρίδα είναι πρωτεύουσα του Ιρανικού Αζερμπαϊτζάν), ενώ άρχισε να αναπτύσεται στο λαό το αίσθημα της ενότητας του Νότιου και Βόρειου Αζερμπαϊτζάν. Το Λαϊκό Μέτωπο του Αζερμπαϊτζάν στο πρώτο πρόγραμμα του αναφέρονταν με ειδικό τρόπο στις σχέσεις Βόρειου και Νότιου Αζερμπαϊτζάν. Συγκεκριμένα αναφέρονταν τα εξής: «Να αρθούν τα εμπόδια που παρεμποδίζουν τη βελτίωση και την ανάπτυξη των πολιτιστικών και οικονομικών δεσμών και σχέσεων μεταξύ της δημοκρατίας του Αζερμπαϊτζάν και του Νότιου (Ιρανικού) Αζερμπαϊτζάν».
Το Ιράν ανησύχησε με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Β. Αζερμπαϊτζάν.
Ο ΥΠΕΞ του Ιράν Velayeti το Νοέμβρη του 1991 δήλωνε ότι «για να αποτραπεί η επέκταση της Δυτικής επιρροής στις Σοβιετικές Δημοκρατίες πρέπει να σχηματιστεί μια συνομοσπονδία δημοκρατιών στη θέση της ΕΣΣΔ».
Τον Οκτώβρη του 1991 με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Αζερμπαϊτζάν ορισμένοι υπεύθυνοι στην Τεχεράνη πρότειναν την ένωση με το Ιράν λέγοντας ότι το Αζερμπαϊτζάν αποτελεί ιστορικό έδαφος του Ιράν.
Φυσικά οι υπεύθυνοι του Αζερικού κράτους στην πλειοψηφία τους δεν θεώρησαν ρεαλιστική την πρόταση του Ιράν.
Από την πλευρά του το Ιράν άρχισε να ανησυχεί για την ενδεχόμενη τουρκοποίηση του Αζερικού πληθυσμού που κατοικεί στο Ιράν.
Γι’ αυτό το Ιράν, για να εξισορροπήσει τον κίνδυνο «τουρκοποίησης», αύξησε την προπαγάνδα στο έδαφος του Αζερμπαϊτζάν προσπαθώντας να εξάγει την Ισλαμική επανάσταση. Έτσι άρχισε η έκδοση εφημερίδων και περιοδικών στο Μπακού.
Το Ιράν προσπάθησε και προσπαθεί να θέσει υπό την επιρροή του το Αζερμπαϊτζάν για τους εξής λόγους:
• Διασφάλιση της ακεραιότητας και της εσωτερικής σταθερότητας του Ιράν με την κάθε τρόπο αποδυνάμωση του Αζερμπαϊτζάν και αποτροπή της επέκτασης της επιρροής του στο Ιρανικό Νότο
• Αποτροπή της αύξησης της επιρροής της Τουρκίας και των ΗΠΑ στον Καύκασο- και την Κ. Ασία.
• Παρεμπόδιση της συνεργασίας, της ενοποίησης και της ομογενοποίησης του λεγόμενου Τουρκικού κόσμου.
• Επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας του Ιράν στην αγορά του Αζερμπαϊτζάν
• Εξαγωγή της «Ισλαμικής Επανάστασης» στο Αζερμπαϊτζάν και δημιουργία Ισλαμικού καθεστώτος Ιρανικού τύπου.

Επί προεδρίας του Α. Mutalibov έγιναν σημαντικά βήματα για την ανάπτυξη πολιτικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ Αζερμπαϊτζάν – Ιράν. Οι σχέσεις αυτές συμπεριλαμβάνουν και το Ναχιτσεβάν που χαρακτηρίζονταν «Ζώνη Ελεύθερου Εμπορίου». Την ίδια στιγμή το Αζερμπαϊτζάν δήλωνε με επίσημα χείλη ότι δεν θα αναμειχθεί στα εσωτερικά του Ιράν.
Το Ιράν προσφέρθηκε σαν διαμεσολαβητής για το πρόβλημα του Καραμπάγ.
Όμως αυτό που επιδίωκε δεν ήταν η λύση του προβλήματος, αλλά η διαιώνιση του για να είναι υπό ομηρία το Αζερμπαϊτζάν και να αυξήσει το Ιράν το ρόλο του στον Καύκασο.
Η εμπλοκή όμως του Ιράν στο πρόβλημα του Καραμπάγ και η αρνητική πορεία του θέματος, δημιούργησε αντιιρανικό κλίμα στον Αζερικό λαό.
Την εποχή του E. Elcibey, οι Αζεροϊρανικές σχέσεις περνούν φάση εξισορρόπησης, λόγω της ακολουθούμενης ανεξάρτητης εθνικής εξωτερικής πολιτικής.
Την πρώτη περίοδο του H. Aliyev, ο οποίος υποστηρίχθηκε από το Ιράν για να ανέλθει στην εξουσία, το Ιράν επιτάχυνε τη διείσδυση του στο Αζερμπαϊτζάν. Όμως μετά το τέλος του 1993, όταν υπάρχει αλλαγή της πολιτικής Aliyev από τη γραμμή Μόσχα – Τεχεράνη στη γραμμή Τουρκία – Δύση, οι σχέσεις Ιράν – Αζερμπαϊτζάν διέρχονται σε μια νέα φάση.
Η στάση της Τεχεράνης προς την κυβέρνηση του Aliyev άλλαξε καθοριστικά με την υπογραφή της συμφωνίας για τα πετρέλαια του Αζερικού τομέα της Κασπίας με τις δυτικές εταιρείες το Σεπτέμβρη του 1994.
Το Ιράν άρχισε να χαρακτηρίζει και τον Aliyev «μαριονέτα των ΗΠΑ και του Σιωνισμού», όπως έκανε και για τον E. Elcibey.
Το Ιράν άρχισε να διευρύνει τις σχέσεις του με την Αρμενία, διεύρυνση που έφθασε μέχρι το επίπεδο στρατηγικής συμμαχίας.
Η Τεχεράνη άρχισε να συντάσσεται με τις θέσεις της Ρωσίας στο θέμα του νομικού καθεστώτος της Κασπίας και της εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων υδρογανθράκων.
Το 1997, προσήχθησαν σε δίκη στο Μπακού τα ηγετικά στελέχη του Αζερικού Ισλαμικού κόμματος και καταδικάστηκαν για κατασκοπεία υπέρ του Ιράν και εις βάρος του Αζερμπαϊτζάν.
Τα τελευταία χρόνια οι Αζεροϊρανικές σχέσεις διέρχονται μια φάση συγκρατημένης ψυχρότητας, ενώ συνεχίζονται οι προσπάθειες του Ιράν για αύξηση της επιρροής στο Αζερμπαϊτζάν και εξαγωγή της Ισλαμικής επανάστασης.

Συμπεράσματα
Η Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν είναι υποχρεωμένη να ισχυροποιηθεί και να αντιμετωπίσει τη γεωπολιτική μέγγενη της συμμαχίας Μόσχας – Ερεβάν – Τεχεράνης για να
• Εξασφαλίσει την εδαφική της ακεραιότητα
• Αποφύγει την εγκατάσταση Ισλαμικού καθεστώτος στο Αζερμπαϊτζάν
• Διασφαλίσει την εθνική της ανεξαρτησία
Γι’ αυτό, το Αζερμπαϊτζάν αναγκάζεται να επιλέξει έναν εναλλακτικό δρόμο, τους συμμάχους του, που είναι εν πρώτοις η Τουρκία, οι ΗΠΑ και η Γεωργία, για να μπορέσει έτσι, να εξασφαλίσει το μέλλον και την ακεραιότητα της χώρας.
Και μπορούμε να πούμε ότι το Αζερμπαϊτζάν τον τελευταίο καιρό έχει κάνει αρκετά και σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση αυτή.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός10 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις10 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή