Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Σκοπιανό: Η ώρα των ανατροπών

Δημοσιεύτηκε στις

του κ. Ελευθέριου Καραγιάννη πρέσβη ε.τ.
(Ομιλία στο Βελλίδειο την 21η Νοεμβρίου σε εκδήλωση της “Ομάδας 21″)

Η ανάπτυξη ενός εθνικού θέματος όπως είναι η επιβουλή ορισμένων Σλάβων κατά της ιστορίας και του πολιτισμού της χώρας μας, απαιτεί πάρα πολλές ώρες και δεν είμαι βέβαιος ότι θα καλυφθούν και όλες οι πτυχές του ζητήματος. Για τον λόγο αυτό θα μου επιτρέψετε να αναφέρω τα γεγονότα τα οποία έζησα, ενδιαφέρουσες παραμέτρους και τις απόψεις και εκτιμήσεις μου.
Τα θέματα που θα θίξω αφορούν τις επίσημες διμερείς διαπραγματεύσεις της περιόδου 1990-1993, την πολιτική της Ελληνικής πλευράς και την αδιαλλαξία των Σλάβων των Σκοπίων και τις ενδεχόμενες παραλήψεις μας, την προσπάθεια…διαμόρφωσης της Ελληνικής Κοινής Γνώμης από τα ΜΜΕ, την Αμερικανική πολιτική στο Σκοπιανό, την προϊστορία του γεωγραφικού προσδιορισμού, τις σχέσεις των Σκοπίων με το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. και την άποψη μου για την λύση του προβλήματος.
Ως γενική παρατήρηση θα ήθελα να αναφέρω ότι στο πρόβλημα αυτό, όπως και στα άλλα δύο εθνικά θέματα, το Βοριεοηπειρωτικό και το Κυπριακό- Ελληνοτουρκικά παρουσιάστηκε η ίδια σχεδόν παθογένεια εκ μέρους της χώρας μας, τουτέστιν, έλλειψη στρατηγικής, πολιτικού θάρρους, ρεαλισμού και ειλικρίνειας τόσο μεταξύ των πολιτικών όσο και μεταξύ των πολιτικών και του λαού.

Διμερείς επίσημες διαπραγματεύσεις και ανεπίσημη διαμεσολάβηση
Κατά την περίοδο 1990-1993 έλαβαν χώρα τρεις διμερείς επίσημες συναντήσεις μεταξύ Ελλάδος και Σκοπίων και μία διαμεσολάβηση του Προέδρου της Σερβίας.
Στα μέσα Νοεμβρίου του 19991 ο τότε Πρόεδρος των Σκοπίων απηύθυνε δισέλιδη επιστολή στον τότε Πρωθυπουργό της Ελλάδος «ως ένδειξη καλής θέλησης και ετοιμότητας για έναρξη διαλόγου» και αφού αναφέρει τις τυπικές γενικότητες περί αρχών καλής γειτονίας και της λύσης των προβλημάτων δια μέσου των διαπραγματεύσεων, εκφράζει την πεποίθηση του ότι σε ένα τέτοιο πνεύμα μπορούν να βρεθούν αμοιβαία αποδεκτές λύσεις για μία σειρά ζητημάτων « Ανθρωπιστικού, Περιουσιακονομικού χαρακτήρα καθώς και όσον αφορά το ζήτημα της βίζας και παρόμοια, με βάση τους κανόνες του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων». Κλείνοντας την επιστολή του ζητά από τον ΄Ελληνα Πρωθυπουργό να ενημερωθεί για τις απόψεις του για τα ζητήματα αυτά καθώς και για την δυνατότητα ανοίγματος διαλόγου για όλα αυτά και άλλα ζητήματα, προς το συμφέρον της παραπέρα συνεργασίας.
Η επιστολή αυτή αποτέλεσε το έναυσμα για την πρώτη επίσημη διμερή συνάντηση μεταξύ των δύο πλευρών. Στις 5 Δεκεμβρίου 1991 μετέβην στα Σκόπια για να συζητήσω με τον Πρόεδρο των Σκοπίων τα διμερή θέματα τα οποία ήσαν:
α) εδαφικές διεκδικήσεις εις βάρος της χώρας μας
β) διεκδίκηση μειονότητος στη χώρα μας και
γ) το θέμα του ονόματος.
Μετά πολύωρη διαπραγμάτευση η συζήτηση επικεντρώθηκε στο όνομα. Ο Πρόεδρος των Σκοπίων απαντώντας στην επιχειρηματολογία μου ανέφερε ότι ο όρος Μακεδονία έχει για τους κατοίκους του Κράτους του γεωγραφική μόνο έννοια καθ όσον «είναι Σλάβοι οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή τον 7ο μ.χ αιώνα και ουδεμία ιστορική ή πολιτιστική συγγένεια έχουν με τους Μακεδόνες», τονίζοντας ότι « το ιστορικό και πολιτιστικό παρελθόν ανήκει σε σας, αυτό είναι σαφές. Εσείς είσθε οι κληρονόμοι των αρχαίων Μακεδόνων». Πρόσθεσε δε και το εξής σημαντικό στοιχείο ότι « οι Σλάβοι της περιοχής των Σκοπίων εγκαταστάθηκαν εκεί τον 18ο αιώνα και επειδή διέφεραν από τους εκεί υπάρχοντες Σέρβους και Βουλγάρους έλαβαν το όνομα τμήματος του εδάφους για να μην απορροφηθούν από τους Σέρβους ή τους Βουλγάρους». ΄Όταν τον ρώτησα «γιατί θα πρέπει ο Ελληνισμός να πληρώσει το τίμημα μίας ενδοσλαυϊκής διαφοράς» μου απήντησε « δυστυχώς έτσι έχει εξελιχθεί η ιστορία».
Την απάντηση που μου έδωσε ο Πρόεδρος των Σκοπίων την πολλές φορές ακόμη και ευρισκόμενος στο επανέλαβε εξωτερικό, εκτός από την φράση για απορρόφηση τους από τους Σλάβους γείτονες τους, την οποίαν επανέλαβε, εμμέσως πλην σαφώς, μετά από 18 χρόνια. περί τις αρχές του παρελθόντος Οκτωβρίου ο π. Υπουργός των Σκοπίων Φρτσκόφσκι σε συνέντευξη του στην εκπομπή «Ανιχνεύσεις». Επισημαίνω ότι η παραδοχή αυτή του Σκοπιανού Προέδρου ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε από την Ελληνική πλευρά ως επιχείρημα έναντι των ξένων Κυβερνήσεων και ως απάντηση στις Σκοπιανές αιτιάσεις.
Θεωρώ χρήσιμο να προσθέσω το ακόλουθο γεγονός πού συνέβη όταν ήμουν Πρέσβυς στο Πακιστάν (1994-7) καθ΄ όσον θέτει εν αμφιβόλω τις προθέσεις και την ειλικρίνεια των λόγων του Προέδρου των Σκοπίων, δημιουργώντας σοβαρά ερωτηματικά ως προς τους πραγματικούς στόχους τόσον των Σκοπιανών όσον και αυτών που τους στηρίζουν και υποστηρίζουν. Ο Πρόεδρος των Σκοπίων είχε απευθύνει επιστολή στην τότε Πρωθυπουργό του Πακιστάν Μπεναζίρ Μπούτο με την οποίαν ζητούσε την έγκριση όπως επισκευθεί την χώρα της αρχαιολογική αποστολή των Σκοπίων για να μελετήσει τις ρίζες των προγόνων τους, δηλαδή των απογόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η Πακιστανή Πρωθυπουργός μετά από συνεννόηση μου με τον αρμόδιο Σύμβουλο της, απήντησε αρνητικά, ενώ η εισήγηση μου προς τους αρμόδιους των Αθηνών όπως αποσταλεί ΄Ελληνας αρχαιολόγος ο οποίος θα μπορούσε να ενταχθεί σε μία από τις εκεί υπάρχουσες Ευρωπαϊκές αρχαιολογικές αποστολές, ώστε να εδραιώσουμε την παρουσία μας στον τομέα αυτό, έμεινε αναπάντητη.
Στις 3 Ιανουαρίου 1992 έλαβε χώρα στην Αθήνα συνάντηση τεχνικών αντιπροσωπειών των δύο Υπουργείων Εξωτερικών για συζήτηση των διμερών προβλημάτων. Η συνάντηση αυτή που διήρκεσε 2 ½ ώρες κατέληξε άδοξα όταν εθίγη το θέμα του ονόματος.
Στις Αρχές Μαϊου 1992 πραγματοποιήθηκε στα Σκόπια η τελευταία διμερής συνάντηση, τρίτη στην σειρά, με τον Πρόεδρο των Σκοπίων. Το αντικείμενο της συνάντησης μας ήταν η έκφραση επιθυμίας του Ελληνα Πρωθυπουργού για ανάπτυξη οικονομικών σχέσεων υπό την προϋπόθεση ότι θα επιλυθούν οι μεταξύ των δύο πλευρών διαφορές, ιδίως αυτή του ονόματος.
Περί το τέλος Μαϊου 1993 ο Πρόεδρος της Σερβίας, ο οποίος είχε συναντηθεί προ ολίγου χρόνου στην Αχρίδα με τον Πρόεδρο των Σκοπίων, ζήτησε να με συναντήσει στο Βελιγράδι. Κατά την συνάντηση μας, μου απεκάλυψε ότι κατά την συνάντηση των δύο Προέδρων στην Αχρίδα διεφάνη προθυμία του Προέδρου των Σκοπίων να αποδεχθεί συμβιβασμό ως προς το όνομα. Μετά από συνεννόηση με την Αθήνα ο Πρόεδρος της Σερβίας τηλεφώνησε στον Πρόεδρο των Σκοπίων και κατά την ημίωρη συνομιλία ο τελευταίος δέχθηκε να τροποποιήσει το Σύνταγμα και να ονομασθεί το Κράτος του «Σλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Συνεφωνήθη δε κείμενο Κοινού Ανακοινωθέντος το οποίο θα εδημοσιοποιείτο ευθύς ως οι συνομιλίες του Προέδρου των Σκοπίων με τα τοπικά κόμματα, του εξασφάλιζαν την απαιτούμενη Κοινοβουλευτική πλειοψηφία των 2/3 της Βουλής. Η πρωτοβουλία αυτή δεν κατέληξε σε αποτέλεσμα καθ΄ όσον δεν επετεύχθη η αναγκαία πλειοψηφία.
Κατά το ως άνω διάστημα 1990-1993 υπήρξαν και δύο διεθνείς διαμεσολαβήσεις οι οποίες δεν κατέληξαν σε αποτέλεσμα. Η πρώτη ήταν του Υπουργού Εξωτερικών της Πορτογαλίας Πινέϊρο το 1992 με την πρόταση για «Νέα Μακεδονία» και η δεύτερη των συμπροέδρων της Διεθνούς Διάσκεψης για την πρώην Γιουγκοσλαβία Βάνς και Όουεν το 1993 με πρόταση για «Νόβα Μακεντόνια».
Η σημερινή διαδικασία μέσω του ΟΗΕ βασίζεται στην απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας της 7ης Απριλίου 1993 υπ’ αριθ. 817 που αφορούσε την ένταξη των Σκοπίων στον ΟΗΕ και αναφέρει « Σημειώνει όμως ότι μία διαφορά έχει προκύψει επί του ονόματος του Κράτους η οποία απαιτείται να λυθεί προς όφελος της διατήρησης ειρηνικών και καλής γειτονίας σχέσεων στην περιοχή». Στην απόφαση αυτή στηρίχθηκε και η ως άνω πρωτοβουλία των Βάνς και Οουεν.

Πολιτική Ελληνικής πλευράς στο πρόβλημα.
Αδιαλλαξία των Σλάβων των Σκοπίων και ενδεχόμενες παραλήψεις μας.
Η πολυσυζητημένη φράση γνωστού πολιτικού ότι «κανείς δεν θα θυμάται σε δέκα χρόνια το πρόβλημα του ονόματος» θα είχε μείνει στην ιστορία της χώρας ως μία από τις πλέον εύστοχες που ελέχθησαν ποτέ αν εμπεριείχε δύο ακόμη λέξεις «ποιο είναι» το πρόβλημα του ονόματος
Περισσότερο από μισό αιώνα, η Ελληνική πολιτική και διανόηση εξήντλησαν τις προσπάθειες τους στο να αποδείξουν την κυριότητα των ιστορικών μας τίτλων για την Μακεδονία, που δεν αμφισβητήθηκαν από κανέναν επί αιώνες πλην ορισμένων Σλάβων τις τελευταίες δεκαετίες για τους γνωστούς λόγους, που αφορούν την Τσαρική και Σοβιετική Ρωσία όσο και τις Βουλγαρία, Γιουγκοσλαβία και τώρα τους Σλάβους των Σκοπίων. Η πολιτική μας αυτή δεν απέδωσε καρπούς, τουλάχιστον τους αναμενόμενους, διότι, βασικώς, εξισώσαμε την θέση μας με αυτήν των Σλάβων, ενώ μπήκαμε στην λογική των διλημμάτων και της αναζήτησης ονόματος -βάπτισης, όπως την αποκαλώ,- του νέου Κράτους Η πολιτική αυτή, επί πλέον, οδήγησε σε αποπροσανατολισμό από την ουσία του πραγματικού προβλήματος που είναι η υφαρπαγή από τους Σλάβους των Σκοπίων του Μακεδονικού πολιτισμού και ιστορίας δια της ονομασίας των ως Μακεδόνων. Η ελληνική πλευρά, θα έπρεπε να υποστηρίξει ευθύς εξ΄ αρχής το αυταπόδεικτο, τουτέστιν ότι η Μακεδονία είναι Ελληνική και ο όρος ως εκ τούτου δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί από άλλους, το πώς δε θα αποκληθεί το νέο Κράτος είναι δικό τους θέμα και όχι δικό μας. Την πολιτική αυτή ακολουθήσαμε δυστυχώς μία μόνο φορά. Όταν επρόκειτο να συνέλθει η Σύνοδος Κορυφής της Λισσαβώνας τον Ιούνιο του 1992, ο τότε Πρωθυπουργός ζήτησε να τον συνοδεύσω, μαζί με την υπόλοιπη Αντιπροσωπεία. Στην συζήτηση που είχαμε κατ΄ ιδίαν, του ανέφερα ότι η πολιτική της αναζήτησης από την Ελληνική πλευρά ονόματος για το νέο Κράτος δεν έχει πιθανότητες να γίνει αποδεκτή από τους Κοινοτικούς εταίρους μας. Αυτό όμως που δεν μπορούν να αρνηθούν οι Αρχηγοί Κρατών και Κυβερνήσεων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας είναι ότι η Μακεδονία είναι Ελληνική και ως εκ τούτου ουδείς άλλος μπορεί να φέρει το όνομα αυτό, το πώς δε θα αποκληθεί το νέο Κράτος είναι δική του επιλογή. Την γραπτή αυτή ελληνική πρόταση υιοθέτησαν στην Σύνοδο Κορυφής της Λισσαβώνας. Τι απέγινε με την απόφαση αυτή της Συνόδου Κορυφής της Ευρωπαϊκής Κοινότητας; Απολύτως τίποτα. Αντί να αποτελέσει τον ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής μας τόσο στο διεθνές επίπεδο όσο και στην διαδικασία διαμεσολάβησης του ΟΗΕ, ερίφθη στο καλάθι των αχρήστων. Ουδείς ΄Ελληνας πολιτικός την επικαλέστηκε, ωσάν να επρόκειτο περί κειμένου εθνικής ήττας. Αν την απόφαση αυτή την είχαν πάρει οι Σλάβοι των Σκοπίων θα την είχαν κάνει το Ευάγγελιο της πολιτικής τους, ενώ εμείς επανήλθαμε στην πολιτική της αναζήτησης ονόματος αποδεκτού και από τις δύο πλευρές.
Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η αδιαλλαξία των Σλάβων των Σκοπίων προέρχεται μόνο από την υποστήριξη που έχουν από ξένα Κράτη ή μήπως και από δικές μας παραλήψεις ή δείγματα υποχώρησης που τους ενθαρρύνουν στην τήρηση της πολιτικής τους αυτής;
Πέραν από το ανωτέρω γεγονός θα επισημάνω, ενδεικτικά και μερικά άλλα γεγονότα:
-Το Δεκέμβριο του 1991 ο τότε Υπουργός των Εξωτερικών της Ελλάδος αποδέχθηκε ένα Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που αφορούσε το καθεστώς εισαγωγής προϊόντων καταγωγής Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, Κροατίας, Σλοβενίας και Μακεδονίας, τουτέστιν απεδέχθη όπως τα Σκόπια αναφερθούν ως Μακεδονία παρά την περί του αντιθέτου πολιτική της χώρας μας.
-Επίσης, ο ίδιος ΄Ελληνας Υπουργός των Εξωτερικών στο πρώτο κείμενο που παρουσίαζε στην διεθνή Κοινότητα τις Ελληνικές θέσεις στο Σκοπιανό και που ετιτλοφορείτο «Υπόμνημα για την Γ/βική Μακεδονία» και είχε συνταχθεί το 1991 στα αγγλικά και επιδοθεί στην Σύνοδο των Υπουργών των Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Κοινότητος, τους Σκοπιανούς τους αποκαλούσε Σλαβομακεδόνες.
-Ωσαύτως, στην Σύνοδο των Υπουργών Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Κοινότητος της 16ης Δεκεμβρίου 1991 κατά την οποίαν ελήφθη η απόφαση αναγνώρισης της Σλοβενίας και Κροατίας, ως προς τα Σκόπια ανέφερε ότι «πρέπει να δοθούν συνταγματικές και πολιτικές εγγυήσεις από μία Γ/βική Δημοκρατία που θα διασφαλίζουν ότι δεν έχει εδαφικές διεκδικήσεις, δεν θα πραγματοποιεί εχθρικές προπαγανδιστικές ενέργειες, περιλαμβανομένης και της χρήσης μίας ονομασίας που υπονοεί εδαφικές διεκδικήσεις». Κατά την κρίσιμη αυτή σύνοδο η χώρα μας έχασε ένα τεράστιο πλεονέκτημα, τουτέστιν να ζητήσει από την Ε. Κοινότητα να μην αναγνωρίσουν τα Σκόπια ως Μακεδονία, ανταλλάσσοντας το βέτο που μπορούσε να ασκήσει για τις αναγνωρίσεις που ζητούσαν επιτακτικά, Γερμανοί και Ιταλοί. Ο Έλληνας Υπουργός των Εξωτερικών αρκέστηκε, δυστυχώς, σε μία διατύπωση που ήταν και προάγγελος διαπραγματεύσεων ως προς το όνομα.
-Ωσαύτως, όταν συνεστήθη από την Ε. Κοινότητα το 1991 η γνωστή Επιτροπή Μπαντεντέρ, η οποία σκοπό είχε να δώσει νομική κάλυψη στις πολιτικές αποφάσεις για την αναγνώριση των Κρατών που θα εδημιουργούντο από την διάλυση της Γ/βίας και εμείς λόγω Σκοπίων είχαμε κάθε λόγο να συμμετάσχουμε, δεν φέραμε αντίρρηση στην σύσταση της μόνο από μέλη Συνταγματικών Δικαστηρίων και μείναμε απέξω από την διεργασία αυτή τόσο σημαντική για την χώρα μας.
-Αρχές του 1992 η Βουλγαρία αποτέλεσε την πρώτη χώρα που αναγνώρισε τα Σκόπια με το όνομα Μακεδονία αλλά ως Κράτος και όχι ως έθνος, ακολουθώντας την πολιτική που είχε υιοθετήσει το τέλος της δεκαετίας του 1950 ότι η Μακεδονία είναι γεωγραφικός όρος και όχι εθνολογικός. Η Ελληνική πλευρά στην πρώτη αυτή αναγνώριση αντέδρασε με γραπτό και προφορικό διάβημα και με πολιτικές δηλώσεις. Θεώρησα την αντίδραση αυτή ήπια και εισηγήθηκα με τηλεγράφημα μου την ίδια μέρα της αναγνώρισης όπως υποβαθμισθούν αμέσως οι διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών, σε επίπεδο Επιτετραμμένου για να δοθεί το μήνυμα διεθνώς ότι η χώρα μας θα αντιδράσει σθεναρά σε μελλοντικές παρόμοιες ενέργειες. Η εισήγηση μου δεν έγινε αποδεκτή από τον τότε Υπουργό των Εξωτερικών.
-Εξ΄ άλλου, το 1995 στην Ενδιάμεση Συμφωνία, στο άρθρο 7 παρ.3 για την χρήση των Συμβόλων αναφέρει ότι « αν ένα από τα μέρη πιστεύει ότι ένα ή περισσότερα σύμβολα που αποτελούν μέρος της ιστορικής ή πολιτιστικής του κληρονομιάς χρησιμοποιείται από το άλλο μέρος τότε θα του θέσει το θέμα και το άλλο μέρος είτε θα λάβει τις κατάλληλες διορθωτικές ενέργειες ή θα αναφέρει γιατί δεν θεωρεί αναγκαίο να τις λάβει». Εν ολίγοις τους εκχωρήσαμε με διεθνή συμφωνία την χρήση των εθνικών μας συμβόλων!!!.
-Επίσης, στην ίδια συμφωνία αρθρ.11 αναλάβαμε την διεθνή δέσμευση να υποστηρίξουμε την ένταξη των Σκοπίων στους Διεθνείς Οργανισμούς στους οποίους και η χώρα μας είναι μέλος, εφ΄ όσον υποβάλουν αίτηση ως ΠΓΔΜ. Κατόπιν τούτου το βέτο που ασκήσαμε στο ΝΑΤΟ και αυτό που ενδεχομένως θα ασκούσαμε στην Ευρωπαϊκή Ενωση αν η έκθεση της Επιτροπής ήταν θετική, μας κατέτασσε στους παραβάτες διεθνών συμφωνιών, δίνοντας επιχειρήματα στους αντιπάλους μας. Βάσει του άρθρου αυτού και του αρθρ.21 προσέφυγαν στα μέσα Νοεμβρίου τρέχοντος έτους οι Σκοπιανοί στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Επισημαίνω ότι στο άρθρο αυτό δεν προβλέφθηκε κανένας περιορισμός στην άσκηση του δικαιώματος προσφυγής στο Διακστήριο.
-Τέλος, θεωρώ ότι η σημερινή πολιτική της Ελληνικής πλευράς που αποδέχεται «σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό για όλες τις χρήσεις» είναι επικίνδυνη διότι αφ’ ενός εμπεριέχει πολλές δυνατότητες ερμηνείας εις βάρος μας αφ’ ετέρου δεν επιλύει το ουσιαστικό πρόβλημα που είναι το εθνολογικό και όχι το γεωγραφικό. Προσθέτω ότι το 38% του Μακεδονικού εδάφους που περιλαμβάνεται στα σημερινά σύνορα της ΠΓΔΜ αποτελεί το 40% της εδαφικής της επικράτειας. Ωσαύτως είναι μεγάλο σφάλμα η προβολή του επιχειρήματος ότι οι συνομιλίες αφορούν το όνομα και όχι την εθνότητα, υπηκοότητα κλπ. Θα έπρεπε η Ελληνική πλευρά να υποστηρίξει ότι τα θέματα αυτά θα επιλυθούν με την επίλυση του ονόματος ως απορρέοντα απ΄ αυτό. Θεωρώ δε ότι ο ισχυρισμός που κατεγράφη σε επίσημη επιστολή του Ελληνικού Κράτους ότι δεν υπάρχει Μακεδονική μειονότητα στη Ελλάδα, είναι αδόκιμος, καθ’ όσον Μακεδονική μειονότητα μπορεί να υπάρχει μόνον εκτός Ελλάδος

Προσπάθειες Διαμόρφωσης της Ελληνικής Κοινής Γνώμης
Παρακολουθώντας την αρθρογραφία και τις τηλεοπτικές εκπομπές των Αθηναϊκών κυρίως Μ.Μ.Ε, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι κοινή επωδός, που λαμβάνει διαστάσεις συνθήματος, είναι ότι δεν απαιτείται εθνολογικός προσδιορισμός του ονόματος, αλλά αρκεί ο γεωγραφικός και πιέζουν για οποιαδήποτε γεωγραφική λύση διαφορετικά, όπως υποστηρίζουν, και αναφέρω χαρακτηριστικές φράσεις που έχουν είτε ειπωθεί από τηλεοράσεως είτε έχουν γραφεί, «θα πληγεί ο ηγεμονικός ρόλος μας στην περιοχή» «θα υπάρχουν δυσάρεστες ψυχολογικές επιπτώσεις στον ελληνικό λαό από την μη λύση» «θα υπάρξουν καταστροφικά αποτελέσματα για την χώρα μας», «έχουμε φοβικά σύνδρομα» «γίνονται αλλαγές συνόρων και κινδυνεύουμε», «να δεχθούμε μία ονομασία που δεν θα θίγει την ταυτότητα τους» «θα χάσουμε την οικονομική διείσδυση και θα επωφεληθούν κάποιοι γείτονες» «δεν δεχτήκαμε ή προτείναμε ποτέ κάποιο όνομα», «αν η Σερβία και η Αλβανία διαμέλιζαν τα Σκόπια εμείς θα παίρναμε ένα κομμάτι», «είναι καραγκιόζηδες και βλαμμένοι όσοι ασχολούνται με το αν ο Μ. Αλέξανδρος μιλούσε ή όχι ελληνικά» «έχουν το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού» κλπ,κλπ. Η άγνοια δεν έχει όρια. Είναι αφελές να νομίζει κανείς ότι αν η χώρα μας αποδεχθεί έναν από τους γεωγραφικούς προσδιορισμούς του ονόματος, πριν στεγνώσει η μελάνη της συμφωνίας, δεν θα ακούσουμε διεκδικήσεις για την «Κάτω», «Νότια» «Αρχαία» Μακεδονία.
Η απάντηση στα ανωτέρω αυτών που έζησαν κάποιες εξελίξεις είναι ότι όποιο Κράτος, με την θέληση του ή μετά από πιέσεις, εκχωρεί μέρος της ιστορίας και του πολιτισμού του, δεν έχει μέλλον, και την απόφαση αυτή δεν νομιμοποιείται να την λάβει οιοσδήποτε πολιτικός οιουδήποτε κύρους.

Αμερικανική Πολιτική στο Σκοπιανό
Θεωρώ χρήσιμη την ιστορική αναδρομή στο θέμα αυτό, για την περίοδο 1990-1993, όχι για να επισημάνω την αρνητική πολιτική που ακολουθούν οι ΗΠΑ στο εθνικό αυτό πρόβλημα μας, αλλά για να δώσω το υπόβαθρο της απόφασης που ελήφθη το 2004 αμέσως μετά την επανεκλογή του Προέδρου Μπούς με την αναγνώριση των Σκοπίων ως Μακεδονία. Η απόφαση αυτή παρουσιάστηκε την εποχή εκείνη ως μη αναμενόμενη, ενώ στην πραγματικότητα υπήρξε μία συνεπής εφαρμογή της Αμερικανικής πολιτικής στο πρόβλημα.
Περί το τέλος Ιανουαρίου 1992 ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών κατά την συνάντηση του στην Ουάσιγκτων με τον ΄Ελληνα ομόλογο του ανέφερε ότι «δεν θα σπεύσουν να αναγνωρίσουν τα Σκόπια, όμως το θέμα της ονομασίας δεν τους επηρεάζει». Στο ίδιο πνεύμα μίλησε και ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας Στρ/γός Σκόουκροφτ.
Τον Μάρτιο 1992 ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών απηύθυνε επιστολή στους 12 Υπουργούς Εξωτερικών της Ευρ. Κοινότητος και ανακοίνωνε την επιθυμία των ΗΠΑ να συμμετάσχουν στην επικείμενη Υπουργική Σύνοδο της Ευρωπαϊκής Κοινότητος για να συζητήσουν τις εξελίξεις στην Γ/βία. Στην επιστολή περιλαμβανόταν μία παράγραφος για τα Σκόπια με την οποία ζητούσε έμμεσα πλην σαφώς την αναγνώριση τους καθώς και της Βοσνίας Ερζεγοβίνης. Στις 7 Απριλίου1992 οι ΗΠΑ αναγνώρισαν τις Σλοβενία, Κροατία, Βοσνία Ερζεγοβίνη και μετέθεσαν το θέμα της αναγνώρισης των Σκοπίων για ευθετώτερο χρόνο.
Τον Απρίλιο του 1992, ο Γερμανός Υπ. Εξωτερικών πραγματοποιεί επίσκεψη στην Ελλάδα και σε δήλωση του υποστηρίζει ότι η λύση για το όνομα πρέπει να είναι αποδεκτή και από την Ελλάδα προσθέτοντας ότι η τελευταία μπορεί να υπολογίζει στην υποστήριξη της Γερμανίας. Ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών και ο Πρόεδρος Μπούς του ζήτησαν τηλεφωνικώς διευκρινήσεις ως προς την δήλωση αυτή.
Τον Οκτώβριο του 1992 η Μορφωτική Υπηρεσία του Αμερικανικού ΥΠΕΞ στα προγράμματα της για την Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη περιλαμβάνει και πρόγραμμα για την «Μακεδονία» αν και δεν είχε αναγνωρισθεί ακόμη από τις ΗΠΑ. Η εξήγηση που δόθηκε στην Πρεσβεία μας στην Ουάσιγκτων ήταν ότι η αναφορά αυτή είχε χαρακτήρα «περιγραφικό και γεωγραφικό»
Τον Νοέμβριο του 1992 ο Αμερικανός τότε Υφυπουργός Εξωτερικών Ιγκλμπέργκερ υπερηφανεύετο ότι αυτός έπεισε τον Γκλιγκόρωφ να υποβάλει αίτημα ένταξης στον ΟΗΕ ως «Μακεδονία»
Στις 15 Δεκεμβρίου 1992 κατά επίσκεψη του στην Αθήνα ο Αμερικανός βοηθός Υπ. Εξωτερικών για Ευρωπαϊκά Θέματα ανέφερε ότι «η ώρα της αλήθειας στον ΟΗΕ φθάνει σε τριάντα μέρες, δεν πείσατε με τα επιχειρήματα σας και 9 από τους 15 του Σ.Α του ΟΗΕ υποστηρίζουν την ένταξη των Σκοπίων ως «Μακεδονία».
Σχετικά με την πρόσφατη αποκάλυψη από ελληνική εφημερίδα του περιεχομένου τηλεγραφήματος της Πρέσβεως της Αμερικής στα Σκόπια ως προς τις επιθυμίες της τοπικής κυβέρνησης για την εξέλιξη της διαπραγμάτευσης του Σ.Α του ΟΗΕ υπό τον κ.Νίμιτς, οφείλω να παρατηρήσω ότι ναι μεν η πρωτοβουλία αυτή της Πρέσβεως της Αμερικής εντάσσεται στην διεθνή διπλωματική πρακτική, όπως υποστηρίχθηκε από την Ελληνική πλευρά, αυτό όμως που αποτελεί κατάφωρη παραβίαση του κλίματος, τουλάχιστον, εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των δύο πλευρών και του διαπραγματευτή είναι η υιοθέτηση και στήριξη της διαπραγματευτικής πρότασης στις εκφρασθείσες επιθυμίες της μίας πλευράς. Το γεγονός και μόνον αυτό θα έπρεπε να οδηγήσει σε αίτημα προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ για αντικατάσταση του διαπραγματευτή.

Προϊστορία Γεωγραφικού Προσδιορισμού
Το πρώτο κείμενο που παρουσίαζε στην διεθνή κοινότητα τις Ελληνικές θέσεις στο Σκοπιανό «Υπόμνημα για την Γ/βική Μακεδονία» είχε συνταχθεί τον Σεπτέμβριο του 1991 στα Αγγλικά και είχε επιδοθεί από τον τότε Υπουργό των Εξωτερικών στην έκτακτη Σύνοδο των Υπουργών Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Κοινότητος στη Χάγη.
Η επίμαχη παράγραφος ανέφερε:
«Οι΄Ελληνες πιστεύουν ότι το όνομα της Μακεδονίας είναι μέρος της δικής τους ιστορικής κληρονομιάς και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να προσδιορίζει-ως χαρακτηριστικό εθνότητος-(not in an ethnic sense) ένα άλλο έθνος»
Η διατύπωση αυτή επιδέχεται την ερμηνεία ότι αν η λέξη Μακεδονία χρησιμοποιείται ως γεωγραφικός προσδιορισμός στο όνομα των Σκοπίων τότε η χώρα μας θα ήταν διατεθειμένη να συζητήσει ένα συμβιβασμό.
Αρχές Δεκεμβρίου 1991 ελήφθη απόφαση του τότε Υπουργικού Συμβουλίου για τους τρείς όρους που έθετε η Κυβέρνηση για την αναγνώριση των Σκοπίων, ενόψη της Υπουργικής της Ε.Κ. στις 16 Δεκεμβρίου 1991.
1.-αλλαγή ονόματος «Μακεδονία» που έχει γεωγραφική και όχι εθνική υπόσταση.
2.-δεν έχει εδαφικές διεκδικήσεις
3.-δεν υπάρχει μακεδονική Μειονότητα.

Σχέσεις Σκοπίων με ΝΑΤΟ
Στις 5 Δεκεμβρίου 1992 ο τότε ΥΠΕΞ των Σκοπίων απηύθυνε επιστολή στον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ με δύο αιτήματα. Να παρακολουθήσει ως παρατηρητής την Υπουργική Σύνοδο του ΝΑΤΟ και να συναντηθεί με τον Γενικό Γραμματέα.
Στην Πολιτική Επιτροπή η χώρα μας αρνήθηκε την συμμετοχή του Σκοπιανού ΥΠΕΞ στην Υπουργική Σύνοδο και παρά την αντίδραση των Μον. Αντιπροσώπων Γερμανίας, Γαλλίας, Ισπανίας και Πορτογαλίας δεν παρέστη. Πραγματοποιήθηκε όμως η συνάντηση με τον Γεν. Γραμματέα του ΝΑΤΟ εκτός όμως του κτιρίου της Συμμαχίας.
Στις 15 Νοεμβρίου 1995 αρχίζει η επίσημη συνεργασία Σκοπίων και ΝΑΤΟ με την ένταξη των πρώτων στα προγράμματα συνεργασίας της Συμμαχίας που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Οι αποφάσεις για την ένταξη νέων μελών είναι καθαρά πολιτικές και λαμβάνονται με ομοφωνία, προϋποθέτουν δε ότι το υπό ένταξη κράτος έχει επιτελέσει τις πολιτικο-οικονομικές και αμυντικές μεταρρυθμίσεις και εκπληρώνει το κριτήριο του σεβασμού της αρχής των καλών γειτονικών σχέσεων και της περιφερειακής συνεργασίας. Στη σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ που έλαβε χώρα στο Βουκουρέστι τον περασμένο Απρίλιο, η θέση της χώρας μας ότι τα Σκόπια δεν δύνανται να ενταχθούν στη Συμμαχία για τον παραπάνω λόγο, έγινε ομόφωνα αποδεκτή στο κείμενο του Κοινού Ανακοινωθέντος και από τις ΗΠΑ και ως εκ τούτου η απόφαση περί μη ένταξης των Σκοπίων είναι Νατοϊκή και όχι Ελληνική λόγω βέτο.
Τα Σκόπια συνεισφέρουν δυνάμεις στην επιχείρηση του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν με 135 στρατιώτες και παρέχουν διοικητική υποστήριξη στην επιχείρηση του ΝΑΤΟ στο Κοσσυφοπέδιο μέσω του Νατοϊκού Αρχηγείου στα Σκόπια.

Σχέσεις Σκοπίων με Ευρωπαϊκή ΄Ενωση
Τα Σκόπια χαρακτηρίστηκαν υποψήφιο Κράτος για ένταξη στις 17 Δεκεμβρίου 2005.
Μέσα από τα διάφορα προγράμματα συνεργασίας με την Ε.Ε τα Σκόπια έλαβαν το διάστημα 2000-2006 το ποσόν των 300 εκατ.Ευρώ από την Ε.Ε. ενώ για την περίοδο 2007-2011 θα λάβουν 400 εκ. Ευρώ.
Από τα 37 προγράμματα της Ε.Ε στα Δυτικά Βαλκάνια στα Σκόπια υλοποιούνται τα 16 απ΄ αυτά. (Στο Μαυροβούνιο 7, στη Σερβία 5 και ανά 3 στην Αλβανία, Βοσνία- Ερζεγοβίνη και Κοσσυφοπέδιο). Επισημαίνω ότι για την Τουρκία και Κροατία πού ήδη ευρίσκονται στο στάδιο της ενταξιακής διαπραγμάτευσης υλοποιούνται 13 προγράμματα για την Τουρκία και 16 για την Κροατία, όσα δηλαδή και για τα Σκόπια.
Τέλος, επισημαίνω ότι, στο Πρόγραμμα Σύμπραξης για την ΄Ενταξη μεταξύ Σκοπίων και Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης τα Σκόπια υποχρεούνται να σεβαστούν τα κριτήρια της Κοπεγχάγης και τις προτεραιότητες που καθορίζονται από το πρόγραμμα σύμπραξης. Στις πολιτικές δεσμεύσεις αναφέρεται ρητά ότι τα Σκόπια πρέπει να διατηρούν «σχέσεις καλής γειτονίας, ειδικώς δε να εξεύρουν, μέσω διαπραγματεύσεων, λύση κοινά αποδεκτή ως προς την ονομασία του Κράτους τους.» Στην περίπτωση δε που δεν σέβεται τις δεσμεύσεις αυτές τότε «το Συμβούλιο δύναται να αναστείλει την οικονομική βοήθεια της ΄Ενωσης», Η χώρα μας έχει ως εκ τούτου την δυνατότητα να χρησιμοποιήσει την πρόβλεψη αυτή για να ανακοπεί η ροή των εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ προς τον κ.Γκρούεφσκι.

Πρόταση
Αν τα Σκόπια επιμείνουν στην απαράδεκτη πολιτική τους και δεν δεχθούν εθνολογικό προσδιορισμό με τροποποίηση του Συντάγματος τους, όπου θα καταγράφεται ότι ουδεμία ιστορική ή πολιτιστική συγγένεια έχουν με τους Μακεδόνες τότε δεν πρέπει να υπάρξει λύση καθ’ όσον οι Σλάβοι των Σκοπίων έστω και αν αναγνωρισθούν ως «Μακεδόνες » από όλες τις χώρες ή μόνη αναγνώριση που θα νομιμοποιήσει την πολιτική της κλοπής και οικειοποίησης τμήματος του Ελληνικού Πολιτισμού είναι η δική μας.
Σχετικά με την διεξαγωγή ή μη Δημοψηφίσματος στη χώρα μας, επισημαίνω ότι ο θεσμός αυτός αποτελεί αφ΄ ενός ύψιστο αγαθό της Δημοκρατίας, αφ’ ετέρου ένα πολύ σημαντικό διπλωματικό διαπραγματευτικό επιχείρημα. Αμφότερα έχουν αφαιρεθεί από το οπλοστάσιο της Ελληνικής πλευράς.
Τέλος, για να επιτευχθεί η αρμόζουσα λύση ,θα πρέπει να υπάρξει αφύπνιση της Ελληνικής Κοινής γνώμης.

Σας ευχαριστώ για τη προσοχή και υπομονή σας.

Ε.Ν.Καραγιάννης

Πρέσβυς ε.τ.

Ομιλία στο Βελλίδιο Συνεδριακό Κέντρο 21/11/2008
Αναδημοσίευση από το http://www.anixneuseis.gr

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός6 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή