Αναλύσεις
Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου, Φιλολογικός Σύλλογος ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ: Να είμαστε όλοι εκεί, για να ξαναβρούμε την εθνική μας αυτοπεποίθηση!
Άμυνα
Ελλάδα–Ινδία: Ανοίγει ο δρόμος για αμυντική συνεργασία και ναυπηγεία – Η στρατηγική σημασία του IMEC
Στο επίκεντρο της συνάντησης του Έλληνα υφυπουργού Ναυτιλίας Στέφανου Γκίκα με τον γραμματέα Άμυνας της Ινδίας Rajesh Kumar Singh βρέθηκαν η ναυτική συνεργασία, η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών και η ναυπηγική βιομηχανία. Οι συνομιλίες στο Νέο Δελχί αναδεικνύουν τη διεύρυνση των ελληνοϊνδικών σχέσεων σε τομείς στρατηγικής σημασίας, την ώρα που Αθήνα και Νέο Δελχί εξετάζουν τις προοπτικές συνεργασίας τους στον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC).
Ένα ακόμη βήμα στην ανάπτυξη των στρατηγικών σχέσεων Ελλάδας και Ινδίας πραγματοποιήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 2026, με τη συνάντηση του γραμματέα Άμυνας της Ινδίας Rajesh Kumar Singh και του υφυπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής Στέφανου Γκίκα στο Νέο Δελχί.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του ινδικού υπουργείου Άμυνας, οι δύο πλευρές εξέτασαν τις δυνατότητες ενίσχυσης της αμυντικής και στρατηγικής συνεργασίας, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη θαλάσσια ασφάλεια, στην προστασία των ακτών και στη ναυπηγική βιομηχανία.
Η ινδική πλευρά υπογράμμισε ότι Ελλάδα και Ινδία, ως δύο χώρες με ισχυρή ναυτική παράδοση και σημαντικά συμφέροντα στις θαλάσσιες μεταφορές, έχουν κοινό ενδιαφέρον για την ασφάλεια των ναυτικών και τη διατήρηση ασφαλών θαλάσσιων διαδρομών.
Defence Secretary Shri Rajesh Kumar Singh met Deputy Minister of Maritime Affairs & Insular Policy of Greece Mr Stefanos Gkikas in New Delhi on October 08, 2026. The two sides discussed #IndiaGreece defence and strategic cooperation with emphasis on #maritimecooperation, coastal security and shipbuilding. As two prominent maritime nations, India and Greece have common interest and stakes in the maritime sector including the need to ensure safety and security of seafares.
@EmbIndiaAthens
@MEAIndia— Ministry of Defence, Government of India (@SpokespersonMoD) October 8, 2026
Η ναυτική διάσταση της στρατηγικής συνεργασίας
Το ενδιαφέρον της συνάντησης δεν περιορίζεται στη ναυτιλία. Η συμμετοχή του ανώτατου υπηρεσιακού αξιωματούχου του ινδικού υπουργείου Άμυνας καταδεικνύει ότι η συνεργασία εξετάζεται και μέσα από το πρίσμα της περιφερειακής ασφάλειας.
Για την Ινδία, η ελεύθερη ναυσιπλοΐα και η προστασία των θαλάσσιων εμπορικών διαδρόμων αποτελούν ζωτικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα. Η Ελλάδα διαθέτει σημαντική εμπορική ναυτιλία, υποδομές λιμένων και ναυπηγικές εγκαταστάσεις, στοιχεία που μπορούν να δημιουργήσουν περιθώρια συνεργασίας με το Νέο Δελχί.
Στο επίπεδο της αμυντικής βιομηχανίας, η αναφορά στα ναυπηγεία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Θα μπορούσε να αποτελέσει αφετηρία για διερεύνηση κοινών τεχνικών προγραμμάτων, συνεργασίας σε επισκευές πλοίων, θαλάσσια επιτήρηση και τεχνολογίες ναυτικής ασφάλειας.
Προς το παρόν, πάντως, δεν έχει ανακοινωθεί συγκεκριμένη σύμβαση ή συμφωνία συμπαραγωγής.
Στο βάθος ο οικονομικός διάδρομος IMEC
Η επίσκεψη του Στέφανου Γκίκα στην Ινδία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του διεθνούς φόρουμ «Sagarmanthan: The Great Oceans Dialogue 2026».
Στις επαφές του τέθηκαν επίσης οι προοπτικές ελληνικής συμμετοχής στον οικονομικό διάδρομο IMEC, ο οποίος σχεδιάζεται να συνδέσει την Ινδία με την Ευρώπη μέσω της Μέσης Ανατολής.
Για την Αθήνα, η συμμετοχή σε αυτή τη γεωοικονομική πρωτοβουλία θα μπορούσε να αναβαθμίσει τον ρόλο ελληνικών λιμένων ως κόμβων διακίνησης αγαθών και να ενισχύσει τη θέση της χώρας στις εμπορικές συνδέσεις Ασίας και Ευρώπης.
Ωστόσο, η υλοποίηση του IMEC εξαρτάται από επενδύσεις, διακρατικές συμφωνίες και τις συνθήκες ασφαλείας στη Μέση Ανατολή.
Η γεωπολιτική παράμετρος
Η αναβάθμιση των ελληνοϊνδικών σχέσεων αποκτά πρόσθετη σημασία στο περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου και του Ινδικού Ωκεανού.
Η Ελλάδα αναζητεί δυνατότητες διεύρυνσης των στρατηγικών της συνεργασιών πέρα από το παραδοσιακό ευρωατλαντικό πλαίσιο, ενώ η Ινδία επιδιώκει μεγαλύτερη παρουσία στις εμπορικές και ενεργειακές διαδρομές προς την Ευρώπη.
Σε αυτή την εξίσωση πρέπει να συνεκτιμηθούν και οι στενές αμυντικές σχέσεις Τουρκίας–Πακιστάν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ελληνοϊνδική προσέγγιση αποτελεί επίσημα αντίβαρο σε αυτές.
Το ουσιαστικό ζητούμενο για την Αθήνα είναι να μετατραπεί η πολιτική σύγκλιση σε συγκεκριμένα προγράμματα οικονομικής, τεχνολογικής και αμυντικής συνεργασίας.
Η συνάντηση στο Νέο Δελχί δείχνει ότι υπάρχουν πεδία κοινού ενδιαφέροντος. Το επόμενο βήμα θα είναι η διαμόρφωση συμφωνιών με μετρήσιμα αποτελέσματα.
GEOPOLITICO
Ψευδαίσθηση οι εγγυήσεις από τις ΗΠΑ – Η αποτροπή απαιτεί αποφασιστικότητα
Ο αντιστράτηγος ε.α., μιλώντας στον Θήτα FM και τη Βασιλική Πολίτου, απορρίπτει τις θριαμβολογίες για την επίσκεψη Ρούμπιο, προειδοποιεί για τη στάση της Ουάσιγκτον στο καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου και αναδεικνύει τα προβλήματα στελέχωσης των Ενόπλων Δυνάμεων.
Σαφείς αποστάσεις από τις θριαμβολογίες που συνόδευσαν την επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα κράτησε ο αντιστράτηγος ε.α. και γεωστρατηγικός αναλυτής Λάμπρος Τζούμης. Στην παρέμβασή του στον Θήτα FM, στη συζήτηση με τη Βασιλική Πολίτου, υποστήριξε ότι η Ελλάδα οφείλει να στηρίξει την ασφάλειά της στην ισχύ και την αποφασιστικότητά της, χωρίς να θεωρεί δεδομένο ότι η Ουάσιγκτον θα αντιμετωπίσει τις τουρκικές διεκδικήσεις με τον τρόπο που επιθυμεί η Αθήνα.
«Αν περιμέναμε ότι θα πάρουμε εγγυήσεις ασφαλείας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, νομίζω θα ήταν μια ψευδαίσθηση», ανέφερε χαρακτηριστικά. Αναγνώρισε τη σημασία της επίσκεψης του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών και χαρακτήρισε εξαιρετική την ομιλία του στην Πνύκα. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι η επίσκεψη «δεν προσφέρεται για χειροκροτήματα και για θριαμβολογίες».
Το καλώδιο και τα περιθώρια που βλέπει να αφήνονται στην Τουρκία
Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε για την αμερικανική στάση στο ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης. Σχολιάζοντας την απάντηση Ρούμπιο, όπως αυτή συζητήθηκε στην εκπομπή, επισήμανε ότι δεν υπήρξε ρητή δημόσια δέσμευση πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποτρέψουν τουρκική παρεμπόδιση του έργου.
Κατά την εκτίμησή του, η αναφορά σε λεπτές ισορροπίες και διπλωματικές συνεννοήσεις αφήνει χώρο στην Άγκυρα να συνεχίσει τις πιέσεις της.
«Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες ήθελαν να πάρουν μια στάση υπέρ της Αθήνας, θα μπορούσε να πει ότι δεν θα επιτρέψουμε στην Τουρκία να δημιουργήσει πρόβλημα στην ηλεκτρική διασύνδεση. Δεν είπε κάτι τέτοιο», σημείωσε.
Ο κ. Τζούμης διατύπωσε την πρόβλεψη ότι η Ουάσιγκτον ενδέχεται να προστατεύσει τις ενεργειακές έρευνες νότια και νοτιοδυτικά της Κρήτης, λόγω των αμερικανικών επιχειρηματικών συμφερόντων, χωρίς να επιδείξει αντίστοιχη στάση ανατολικότερα.
Εστιάζοντας στην περιοχή ανατολικά του 28ου μεσημβρινού και στο σύμπλεγμα της Μεγίστης, εξέφρασε την ανησυχία ότι θα παραμείνουν περιθώρια για τουρκικές προκλήσεις. Με αυτή την εκτίμηση εξήγησε γιατί δεν συμμερίζεται την αισιοδοξία για την αμερικανική στάση στο καλώδιο.
Η Ουάσιγκτον χρειάζεται και την Τουρκία
Στον πυρήνα της ανάλυσής του βρίσκεται η θέση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν Ελλάδα και Τουρκία ως δύο γεωπολιτικούς πόλους που χρειάζονται ταυτόχρονα.
Όπως υποστήριξε, η γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας και η στρατιωτική της χρησιμότητα καθιστούν μη ρεαλιστική την προσδοκία ότι η Ουάσιγκτον θα την εγκαταλείψει, ακόμη και όταν η Άγκυρα απομακρύνεται από δυτικές επιλογές.
Στο ίδιο πλαίσιο, σχολίασε ότι η αμερικανική επιθυμία να αποφευχθεί μια ελληνοτουρκική σύγκρουση δεν απαντά στο κρίσιμο ερώτημα: με ποιους όρους θα επιτευχθεί η αποκλιμάκωση και τι θα σημαίνει για τα ελληνικά συμφέροντα.
Επικαλέστηκε την κρίση των Ιμίων το 1996, υποστηρίζοντας ότι η αμερικανική παρέμβαση, μολονότι συνέβαλε στη λήξη της κρίσης, δεν ικανοποίησε την ελληνική πλευρά και ευνόησε, κατά την ανάγνωσή του, την τουρκική αμφισβήτηση. Με αυτή την ιστορική αναφορά αιτιολόγησε την επιφύλαξή του απέναντι στις προσδοκίες μιας παρέμβασης αποκλειστικά υπέρ της Αθήνας.
«Αυτά τα όπλα κάποιος πρέπει να τα υπηρετήσει»
Ο αντιστράτηγος ε.α. τάχθηκε υπέρ της ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων, επισημαίνοντας ότι «η ελευθερία πληρώνεται ακριβά». Υπογράμμισε, παράλληλα, την ανάγκη αποφυγής σπατάλης, καθώς οι αμυντικές δαπάνες προέρχονται από το υστέρημα του ελληνικού λαού.
Για τα F-35, ανέφερε ότι η εξασφάλιση των κατάλληλων όπλων αέρος–εδάφους θα έπρεπε να έχει προηγηθεί νέων οικονομικών δεσμεύσεων. Διευκρίνισε, πάντως, ότι δεν γνώριζε εάν αυτά περιλαμβάνονταν στο πρόσθετο εξοπλιστικό πακέτο που τέθηκε στη συζήτηση.
Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο προσωπικό, αναφερόμενος σε παραιτήσεις, μειωμένη προσέλευση υποψηφίων στις στρατιωτικές σχολές και χαμηλή στελέχωση μονάδων.
«Αυτά τα όπλα κάποιος πρέπει να τα υπηρετήσει», τόνισε, ζητώντας να δοθεί βάρος στον ανθρώπινο παράγοντα.
Το βασικό του επιχείρημα ήταν ότι οι αγορές οπλικών συστημάτων δεν εξασφαλίζουν από μόνες τους αποτροπή. Απαιτείται να πείθεται η άλλη πλευρά ότι υπάρχει πρόθεση αξιοποίησης των Ενόπλων Δυνάμεων για την υπεράσπιση των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Η Κάσος και το μήνυμα προς την Άγκυρα
Σχολιάζοντας τις εξελίξεις στην Κάσο και τη δραστηριότητα του Oruç Reis κοντά στο Καστελλόριζο, ο κ. Τζούμης υποστήριξε ότι οι ελληνικές αντιδράσεις έστειλαν μήνυμα περιορισμένης βούλησης χρήσης της στρατιωτικής ισχύος.
Επισήμανε ότι η απαίτηση για αποφασιστικότητα δεν ισοδυναμεί με επιδίωξη πολέμου.
«Κανένας δεν θέλει τον πόλεμο. Κανείς δεν θέλει τη σύγκρουση», ανέφερε, εξηγώντας ότι η αξιόπιστη ετοιμότητα αποτελεί στοιχείο της αποτροπής. Κατά την ανάλυσή του, όταν η Τουρκία διαπιστώνει απροθυμία αντίδρασης, αποκτά περιθώρια να αυξάνει την πίεση και να επιδιώκει διαπραγμάτευση επί ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Το μάθημα του 1987
Ως παραδείγματα αποτελεσματικής ελληνικής αντίδρασης παρουσίασε την αντιμετώπιση της τουρκικής NOTAM το 1974 και την κρίση του 1987.
Για τη δεύτερη περίπτωση, στάθηκε στον συνδυασμό διπλωματικών κινήσεων και στρατιωτικής προετοιμασίας. Μετέφερε, μάλιστα, την προσωπική του εμπειρία από τη Ρόδο, όπου υπηρετούσε τότε, περιγράφοντας την άφιξη επιστράτων και την ανάπτυξη ναρκοπεδίων ως ενδείξεις πραγματικής ετοιμότητας.
Κατά την εκτίμησή του, η Τουρκία αναδιπλώθηκε όταν αντιμετώπισε αποφασιστική αντίδραση και συγκεκριμένο κόστος. Αναφέρθηκε, ωστόσο, και στις μεταγενέστερες εξελίξεις στο Νταβός, αναδεικνύοντας ότι η διαχείριση των ελληνοτουρκικών δεν εξαντλείται στη στιγμή μιας κρίσης.
Κλείνοντας, απέδωσε το πρόβλημα σε μια διαχρονική πολιτική φοβικότητας, υποχωρητικότητας και κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία. Διευκρίνισε ότι η κριτική του αφορά περισσότερες από μία κυβερνήσεις. Το μήνυμά του προς την Αθήνα ήταν σαφές: ενίσχυση της άμυνας, μέριμνα για το προσωπικό και αποφασιστικότητα που να φαίνεται στην πράξη.
GEOPOLITICO
Και πάλι μόνοι: Η Τουρκία και οι ελληνικές αυταπάτες για την αποτροπή
Η οικονομική συνεργασία, η αλλαγή κυβέρνησης στην Άγκυρα και η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας παρουσιάζονται συχνά ως δρόμοι εξουδετέρωσης της απειλής. Η ανάλυση αμφισβητεί αυτές τις προσδοκίες και εξετάζει γιατί η αποτροπή απαιτεί εκτίμηση του συσχετισμού ισχύος και κατανόηση της σχέσης οικονομίας και πολιτικής.
Στο πρώτο μέρος εξετάσαμε τις εσωτερικές προϋποθέσεις της εθνικής ισχύος και τον τρόπο με τον οποίο το δημογραφικό, η οικονομία και το πελατειακό κράτος περιορίζουν τις δυνατότητες της Ελλάδας. Το δεύτερο μέρος στρέφεται στην εξωτερική απειλή. Εξετάζει τις αντιλήψεις που θολώνουν την εκτίμηση του τουρκικού επεκτατισμού και συνδέει το ζήτημα της αποτροπής με τη διαρκή επιδίωξη ισχύος, ακόμη και μέσα από την οικονομία.
Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου
Στη σφαίρα της γεωπολιτικής και των διεθνών σχέσεων, η αναφορά σε «εχθρούς» παραπέμπει σε ένα ξένο κράτος με επεκτατικές και αναθεωρητικές τάσεις. Ωστόσο, η θωράκιση του κάθε κράτους διασφαλίζεται πρώτα και κύρια εσωτερικά, με την κατάλληλη ιδεολογική σκευή των πολιτών που ειδικότερα αφορά την λεγόμενη «κουλτούρα ασφάλειας», την αντίληψη δηλαδή που θα έπρεπε να διαποτίζει το σύνολο των πολιτών σχετικά με την ασφάλεια του κράτους. Δυστυχώς, οι επικρατούσες «ειρηνιστικές» θεωρίες διέπονται από μία σύγχυση βούλησης και πραγματικότητας: αγνοώντας την (θλιβερή μα υπαρκτή) πραγματικότητα ότι ο πόλεμος εμφανίστηκε πριν από την ειρήνη [12], θεωρούν πως ξορκίζουν το κακό του πολέμου μέσα από την άρνηση της ύπαρξής του τη στιγμή που μαίνονται άπειρες πολεμικές συγκρούσεις στον πλανήτη, και μάλιστα τα τελευταία χρόνια και στη γειτονιά μας.
Αν αποφασίζαμε να εστιάσουμε στους κύριους άξονες, γύρω από τους οποίους εντοπίζεται η σύγχυση που αφορά στα εθνικά ζητήματα, μπορούμε να πούμε πως βασικά αφορούν δύο βασικά ζητήματα :
α. τη σύγχυση των επιπέδων της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής αναφορικά με την ορθή πρόσληψη του εχθρού και
β. τον ρόλο του εθνικού κράτους στον 21ο αιώνα, κατά τον οποίο διακηρύσσεται διαρκώς η « συγχώνευση της οικονομίας με την πολιτική» και ο «οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».
Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, η ηγεσία της χώρας (πολιτική και στρατιωτική) οφείλει πρωτίστως να συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα της αποτροπής, δηλαδή να έχει διαγνώσει ορθά τον χαρακτήρα και την έκταση της επαπειλούμενης σύγκρουσης. Ειδικότερα, σε σχέση με την Τουρκία, που αποτελεί και τον βασικό εχθρό της χώρας, αντί να αποτελεί βασική πολιτική θέση ότι η αύξουσα τουρκική πίεση οφείλεται στην αυξανόμενη διαφορά του γεωπολιτικού δυναμικού μεταξύ των χωρών, η προσέγγιση του ζητήματος αποκλίνει προς άλλες ιδεολογικές παραμέτρους.
Μία πρώτη λάθος εκτίμηση εκκινεί από τις φιλελεύθερες αυταπάτες και ιδεοληψίες που εδράζονται στην αντίληψη ότι η οικονομική ανάπτυξη και συνεργασία θα αμβλύνουν τις διαφορές και θα αποτρέψουν τον πόλεμο. Ακολουθώντας αυτή τη γραμμή σκέψης, ο τουρκικός επεκτατισμός αποδίδεται στον «οθωμανισμό» και τον «ασιατικό χαρακτήρα» της Τουρκίας και συνεπώς εξάγεται το συμπέρασμα ότι μόλις η Τουρκία ακολουθήσει το δυτικό φωτισμένο παράδειγμα, θα υπερβεί τους «εθνικιστικούς αταβισμούς» [13], θα υποκαταστήσει τις στρατιωτικές από τις οικονομικές δραστηριότητες και τότε θα πάψει να αποτελεί απειλή.
Μία δεύτερη – εξίσου άστοχη – εκτίμηση αποτελεί η αριστερή παραλλαγή της πρώτης, δηλαδή του οικουμενικού οικονομισμού. Σύμφωνα με αυτήν, ο τουρκικός επεκτατισμός συνιστά προσπάθεια της άρχουσας τάξης να αποσπάσει την προσοχή των μαζών από τα άλυτα εσωτερικά προβλήματα και θα υποχωρήσει μόλις αναλάβουν την πολιτική διαχείριση της χώρας δημοκρατικές και σοσιαλιστικές δυνάμεις. Η επιχειρηματολογία αυτή είναι έκθετη τόσο πολιτικά όσο και εμπειρικά. Δεν εξηγεί γιατί ο λαός αφήνεται να περισπασθεί «ειδικά με αυτόν τον τρόπο», τι του αρέσει και επιλέγεται αυτή η περίσπαση προκειμένου να παραπλανηθεί. Επίσης, η πραγματικότητα δείχνει πως και «οι λαοί» υιοθετούν τον επεκτατισμό των «ισχυρών»∙ ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί και η σημερινή Τουρκία, στην οποία δεν αποτυπώνεται αποδοκιμασία τμήματος του τουρκικού λαού απέναντι στην τουρκική κατοχή της Κύπρου και τις τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο. Αυτό συμβαίνει για καθαρά πολιτικούς λόγους και όχι επειδή οι Τούρκοι σοσιαλιστές είναι «Οθωμανοί». Ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Ετσεβίτ που διέταξε την εισβολή έπραξε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που έπραξαν και οι ομοϊδεάτες του Γάλλοι «σοσιαλιστές» τόσο στον αιμοσταγή αποικιακό πόλεμο που διεξήγαγαν στην Αλγερία όσο και το 1956 στην επέμβαση στη διώρυγα του Σουέζ.
Τέλος, μία τρίτη λανθασμένη πρόσληψη του εχθρού εκκινεί από παραλείψεις και λανθασμένες εκτιμήσεις της ελληνικής πολιτικής. Η άποψη ότι η Τουρκία θα «εξημερωθεί» ως προς τις επεκτατικές της διαθέσεις αν ενταχθεί στην Ευρώπη εντάσσεται σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο. Η σχέση, ωστόσο, της Τουρκίας με την Ευρώπη δεν οδηγεί στον εξευγενισμό της αλλά σε ένα διαρκές παζάρι διεκδικήσεων, από το οποίο θα βγει χαμένη η Ελλάδα αφού η Ευρώπη θα επιθυμεί να την κατευνάσει πιέζοντας την χώρα μας να αποδεχτεί τις τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και την Κύπρο [14].
Η ανάλυση επεκτείνεται στον ρόλο του εθνικού κράτους στην σημερινή πλανητική εποχή. Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται από τη συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία και – σε επίπεδο ρητορικής – τον οικουμενισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία δεν οδήγησε, όπως διακηρύσσεται διαρκώς, στην απόλυτη κυριαρχία της οικονομίας και τον εξοβελισμό της πολιτικής. Οδήγησε στην κατάσταση, κατά την οποία η πολιτική είναι υποχρεωμένη να ασχολείται συνεχώς και συστηματικά με την οικονομία ενώ συνάμα οι αλλαγές του πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων υλοποιούνται πολύ συχνά μέσω της ανακατανομής του εθνικού εισοδήματος ή μέσω θεσμοποιημένων κοινωνικών αγώνων. Στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας σημειώνεται μία αξιοσημείωτη διάσταση ανάμεσα στο γεγονός ότι μεγάλα τμήματα της οικονομίας ανήκουν στην ιδιωτική ιδιοκτησία και στο γεγονός ότι τα οικονομικά ζητήματα αποκτούν δημόσιο χαρακτήρα. Συνεπώς. η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία δεν συνεπάγεται εξασθένηση της πολιτικής∙ αντιθέτως, σημαίνει μία αναγκαία συνύφανση της πολιτικής έννοιας του γενικού συμφέροντος με οικονομικά ζητήματα στο πλαίσιο μιας κοινωνίας όπου κυριαρχούν οι διαδικασίες της μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης.
Οι πτυχές της πολιτικής που παραμένουν παρούσες στη συγχώνευση αυτή είναι καταρχήν το γεγονός ότι ένα βασικό πολιτικό μέγεθος, όπως η εσωτερική τάξη εξαρτάται από την απόδοση της οικονομίας. Επίσης, η πολιτική ασκείται εξίσου μέσω της κατανομής και ανακατανομής οικονομικών και πολιτικών αγαθών, δηλαδή ισχύος και εξουσίας. Η ερμηνεία δηλαδή των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» νοείται υλικά/οικονομικά και εξισωτικά, αφορά δηλαδή ίσα τυπικά δικαιώματα για όλους. Τέλος, η πολιτική εξαρτάται όλο και περισσότερο από την τελευταία λέξη της τεχνικής προκειμένου να επιδιώξει ισχύ με την παραδοσιακή στρατηγική και γεωπολιτική έννοια του όρου. Πιο συγκεκριμένα, η τρίτη βιομηχανική επανάσταση, η ακμή της οποίας συνέπεσε με την ωρίμανση της μαζικής δημοκρατίας μετά τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο κατάργησε τα σύνορα μεταξύ «πολιτικής» και «στρατιωτικής» τεχνολογίας στη βάση της ανάπτυξης της ηλεκτρονικής και του αυτοματισμού. Η μετάβαση από τον πολιτικό στον στρατιωτικό τομέα της οικονομίας συντελείται πια όλο και πιο αβίαστα αφού και στη στρατιωτική και στην πολιτική τεχνολογία γίνεται χρήση των ίδιων μεθόδων εργασίας, ακόμα και μηχανημάτων. Συνεπώς, η φιλελεύθερη διάκριση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας είναι πλέον αναχρονιστική. Αν θεωρήσουμε πως η οικονομία είναι ο βασιλιάς της εποχής μας, τότε η επιδίωξη ισχύος υποχρεωτικά θα ακολουθήσει το μονοπάτι της οικονομίας. Είναι εσφαλμένη, τόσο λογικά όσο και ανθρωπολογικά, η ταύτιση της επιδίωξης ισχύος αποκλειστικά με την πολιτική, η οποία εκλαμβάνεται ως εξωοικονομικό μέγεθος και από την έκλειψη της δεύτερης (της πολιτικής) να συμπεραίνουμε ή να προσδοκούμε την αναπόδραστη εξάλειψη της πρώτης (της επιδίωξης ισχύος) [15].
Σημειώσεις και παραπομπές
[12] Κάρολος Μαρξ, Βασικές Γραμμές της κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, 1857 – 1858, Αθήνα: Στοχαστής, 2022.
[13] Η λέξη χρησιμοποιείται με μεταφορική σημασία και σημαίνει την αναβίωση παλιών, ξεπερασμένων ιδεών, ενστίκτων και συμπεριφορών που θεωρούσαμε ότι ανήκουν στο παρελθόν.
[14] Παναγιώτης Κονδύλης, « Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου» στο Θεωρία του Πολέμου. Πόλεμος και Ειρήνη. Πόλεμος, Οικονομία και Κοινωνία. Πόλεμος και Επανάσταση. Ο Θερμός Πόλεμος μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ελληνοτουρκικός Πόλεμος, Αθήνα: Θεμέλιο, 2004, σσ. 403 – 409.
[15] Παναγιώτης Κονδύλης, «Η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία» στο Πλανητική Πολιτική στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 30 – 39.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας