Ακολουθήστε μας

Διεθνή

H πολιτική οικονομία της αρπαγής

Δημοσιεύτηκε στις

Οι πιστωτές δεν αποβλέπουν πλέον στη διατήρηση εμπορικών πλεονασμάτων ή την πλήρη αποπληρωμή των δανείων, αλλά στην εξαγορά των εμπράγματων εγγυήσεων των δανείων, αντί πινακίου φακής «σε συνθήκες εθνικής καταστροφής».

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
Χρήμα “τύπωσε” η Ιρλανδική Κεντρική Τράπεζα, σε ύψος 40% του ιρλανδικού ΑΕΠ, και το διοχέτευσε στις τράπεζές της για να τις σώσει, προκαλώντας, όπως ήταν αναμενόμενο, πανευρωπαϊκή κατάπληξη και ανησυχία. Το χρήμα δημιουργήθηκε ηλεκτρονικά, με χρήση μιας ειδικής διαδικασίας που προβλέπεται από τις ευρωπαϊκές συνθήκες και αφού ειδοποιήθηκε, όπως έπρεπε, η ΕΚΤ.
Η έγκρισή της δεν απαιτείται τυπικά, αλλά θεωρείται απίθανο να προχώρησε το Δουβλίνο σε μια τέτοια κίνηση, χωρίς τη συμφωνία του κ. Τρισέ.
Κεϋνσιανισμός θα πουν μερικοί, αλλά πρόκειται μάλλον περί «ψευτοκεϋνσιανισμού», στο μέτρο που τα κεφάλαια δεν κατευθύνονται σε επενδύσεις, κατανάλωση, αύξηση ζήτησης, αλλά στη σωτηρία χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, που μάλλον δεν θα μπορέσουν ποτέ να ξεπληρώσουν τα δάνεια, ανακυκλώνοντας έτσι την κρίση χρέους που ταλανίζει την ευρωζώνη. ‘Όπως όλα σχεδόν τα μέτρα που πάρθηκαν μετά την έναρξη της κρίσης και αυτό αναγνωρίζει τουλάχιστο ότι η αντιμετώπιση της είναι αδύνατη στα πλαίσια αυστηρής τήρησης του πνεύματος και του γράμματος του Μάαστριχτ (όπως της αρχής μη σωτηρίας – no bailout – των κρατών μελών, που καταστρατηγήθηκε ήδη με την αγορά κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ, τα προγράμματα «σωτηρίας» Ελλάδας και Ιρλανδίας και τον υπό διαπραγμάτευση ανάλογο μηχανισμό).
Το πρόβλημα όμως, που ήδη επισημαίνουν δημοσιεύματα του ευρωπαϊκού τύπου, είναι ότι και αυτό το μέτρο δεν κατευθύνεται στην συστηματική αντιμετώπιση των προβλημάτων δομής του Μάαστριχτ και του ίδιου του μοντέλου «υπερφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης», του οποίου συνιστά περιφερειακή ενσάρκωση, προβλημάτων στη ρίζα της κρίσης χρέους. Αποσκοπεί, και αυτό, σύμφωνα με τους επικριτές του, όχι στο να διορθώσει ριζικά τα δομικά προβλήματα του Μάαστριχτ, αλλά να διευκολύνει την εφαρμογή του, κάνοντας κάπως πιο ελαστικούς τους κανόνες. Ρίχνει νέους πόρους στη «σωτηρία» του χρηματοπιστωτικού συστήματος από μια κρίση που προκάλεσε το ίδιο, αφαιρώντας τους τελικά από την πραγματική οικονομία, στην υστέρηση της οποίας έγκειται το θεμελιώδες πρόβλημα. Και η οποία υστέρηση, ειρήσθω εν παρόδω, επιδεινώνεται. Η Βρετανία αίφνης ανακοίνωσε πτώση ΑΕΠ το τελευταίο τρίμηνο του 2010, οδεύοντας στο σπάνιο φαινόμενο «διπλής ύφεσης», επανάληψης σε μικρό διάστημα μετά την πρώτη ανάκαμψη από την κρίση νέας ύφεσης. Προτού καν η οικονομία της αισθανθεί το αποτέλεσμα των δραστικών περικοπών δημοσίων δαπανών.
Το αποτέλεσμα όλων των μέτρων που λαμβάνονται για να αντιμετωπίσουν συμπτωματικά την κρίση χρέους, είναι διπλά αρνητικό: ιδιωτικό χρέος μετατρέπεται σε δημόσιο και δημόσιο προς ιδιώτες σε δημόσιο προς κράτη/ΕΕ, γεγονός που ανακουφίζει τους ιδιώτες πιστωτές, φέρνει όμως σε πολύ δυσκολότερη διαπραγματευτική θέση τα ευρωπαϊκά κράτη. Οι όροι ασφυκτικής λιτότητας που συνοδεύουν τα μέτρα συρρικνώνουν τις ευρωπαϊκές περιφερειακές οικονομίες, μειώνοντας την παραγωγή πραγματικού πλούτου και καθιστώντας δυσχερέστερη την αποπληρωμή του χρέους! Τα φάρμακα απαλύνουν τα συμπτώματα της ασθένειας, επιδεινώνοντας την αιτία της. Δεν βγαίνει η ιστορία, δήλωσε προχτές ο Σόρος, ζητώντας πανευρωπαϊκές επενδύσεις στην περιφέρεια.
Τα μέτρα «σωτηρίας» που παίρνονται είναι αυθαίρετα, άδικα, χαοτικά, ad hoc λύσεις, όχι συστηματική μεταρρύθμιση του μοντέλου. Το κλίμα στην ΕΕ δηλητηριάζεται από τους ανταγωνισμούς πλουσίων/φτωχών, Βορείων/Νοτίων, οι καυγάδες πολλαπλασιάζονται, η δυναμική των ενδοευρωπαϊκών συγκρούσεων μπορεί κάποια στιγμή να γίνει ανεξέλεγκτη, πόσο μάλλον αν προστεθεί στο μέλλον σημαντική δυναμική κοινωνικής αναταραχής. Η επανάσταση στην Τυνησία, βρήκε πολύ σύντομα μιμητές στην Αίγυπτο και αλλού, ακόμα και στην Αλβανία, αφορά βεβαίως κυρίως τη Μέση Ανατολή, αλλά συνιστά και προειδοποίηση για όλο τον κόσμο.
Ένα από τα καλά της κρίσης είναι ότι ανοίγουν σιγά-σιγά τα στόματα στην Ευρώπη, η ήπειρος μοιάζει σταδιακά να συνειδητοποιεί, αν μη τι άλλο, και τα προβλήματα του ενοποιητικού εγχειρήματος και, λιγότερο, αυτά της παγκοσμιοποίησης. ‘Αρχισε μια συζήτηση, και μέσα στο κατεστημένο, ενώ μέχρι το 2008, ένα είδος «πολιτικής ορθοδοξίας» κυριαρχούσε στον δημόσιο διάλογο σε πολιτικό/τεχνοκρατικό επίπεδο, που απέκλειε προκαταβολικά οιαδήποτε κριτική προσέγγιση (με την μερική εξαίρεση ιδίως της Γαλλίας, αλλά και Ολλανδίας και Ιρλανδίας, όπου οι κοινωνίες, όχι το κατεστημενο, έχουν από ετών τοποθετηθεί κριτικά έναντι της συγκεκριμένης ευρωπαϊκής ενοποίησης).
Η συζήτηση είναι η πιο στοιχειώδης προϋπόθεση αντιμετώπισης της κρίσης, παρόλο που η επεξεργασία νέων ιδεών καθυστερεί πάρα πολύ εν σχέσει με τις προκλήσεις. Δυστυχώς, ελάχιστα έως καθόλου η ευρωπαϊκή συζήτηση έχει γίνει αντικείμενο διαλόγου στην Ελλάδα, παρόλο που η χώρα μας κινδυνεύει περισσότερο από την μη ικανοποιητική αντιμετώπιση της κρίσης. Τα προβλήματά μας επηρεάζονται περισσότερο από ποτέ άλλοτε από τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, ο ορίζοντας των συζητήσεών μας παραμένει όμως απελπιστικά εθνοκεντρικός. Είναι χαρακτηριστικό ότι την τελευταία δεκαετία, εξ όσων γνωρίζουμε, μόνο τρεις (3) σχολιαστές στην Ελλάδα, δύο δημοσιογράφοι και ένας οικονομολόγος, έθιξαν έστω την ιδέα ευρωπαϊκού προστατευτισμού.
Υπάρχουν σήμερα μειοψηφικές μεν, υπαρκτές δε και στο κατεστημένο φωνές στην Ευρώπη που επισημαίνουν τα συστημικά χαρακτηριστικά της κρίσης και προτείνουν, έστω και δειλά, κάποια μέτρα. Ο «Κόσμος του Επενδυτή» παρουσίασε, την περασμένη εβδομάδα, την εισήγηση δύο Γάλλων βουλευτών προς τον Πρόεδρο Σαρκοζί, που παρήγγειλε ο ίδιος, με προτάσεις μεταρρύθμισης της ευρωζώνης, που απηχεί χοντρικά τις απόψεις του γαλλικού κατεστημένου. Πρόκειται για ιστορικό κείμενο στο μέτρο που είναι η πρώτη φορά, εξ όσων γνωρίζουμε, που εκφράζονται στο κέντρο του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος και όχι από εναλλακτικούς οικονομολόγους, έστω και δειλά, κάποιες ιδέες στον αντίποδα της φιλοσοφίας του Μάαστριχτ και των κρατούντων νεοφιλελεύθερων δογμάτων. ‘Όπως η ανάγκη επανεισαγωγής μορφών φορολογίας του χρηματιστικού κεφαλαίου, αναζήτησης οικονομικής διεξόδου στην ανάπτυξη και τις δημόσιες επενδύσεις, αντιμετώπισης των διαφορών ανταγωνιστικότητας στο εσωτερικό της ΕΕ, της συνοχής μιας ‘Ενωσης που τείνει να διαρραγεί σε Βορρά/Νότο, υπό την επίδραση του εθνικισμού και της στενοκέφαλης ιδιοτέλειας των Γερμανών αφενός, της αδυναμίας των Νοτίων να υπερασπισθούν τον εαυτό τους αφετέρου.
Η πιο «επαναστατική» ιδέα που περιέχεται στην εισήγηση είναι ο τονισμός της ανάγκης προστασίας στρατηγικών τομέων της ευρωπαϊκής οικονομίας. «Επαναστατική», όχι γιατί ο προστατευτισμός είναι κάτι καινούριο ή ρηξικέλευθο, αλλά γιατί αναγορεύθηκε στον υπ’ αρ. 1 «εχθρό» της «ελεύθερης οικονομίας» από την επίσημη ρητορεία όλων των μελών του G-20. Η αποβιομηχάνιση όμως της Ευρώπης και η τωρινή κρίση επιβεβαιώνουν ότι δεν γίνεται, χωρίς κολοσσιαίες συνέπειες, να εξισωθούν ζώνες που τις χωρίζουν αβυσαλλέες διαφορές αμοιβών εργασίας. Το μοντέλο αυτό οδηγεί σε κατακόρυφη πτώση και απαξίωση την αμοιβή της εργασίας και τη ζήτηση, εγκαθιστώντας μη ρυθμίσιμο χάος. Αλλού βρίσκεται η παραγωγή, αλλού η κατανάλωση, αλλού το κεφάλαιο!
Δεν είναι τυχαίο που οι πρώτες ιδέες επαναπροσανατολισμού της ‘Ενωσης εμφανίζονται στη χώρα του Κολμπέρ, του ισχυρού κράτους, χώρα που θυμάται πάντα με περηφάνεια ότι αποκεφάλισε τον βασιληά της και δυσφορεί στην προοπτική αμαχητί παράδοσης στη δικτατορία των «αγορών» και της ιδεολογίας της, του νεοφιλελευθερισμού. Αλλά η Γαλλία δεν είναι μόνο η χώρα του Ναπολέοντα και του Ντε Γκωλ, είναι επίσης η χώρα του Βατερλώ και του Πεταίν. Στην ίδια έκθεση που παρουσιάσαμε, αποτυπώνονται τα όρια του μεταρρυθμιστικού της οίστρου με μια σαφέστατη διατύπωση: «το υπέρτατο συμφέρον της Γαλλίας είναι η μη απόκλιση της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής τροχιάς Γαλλίας και Γερμανίας». Η πεποίθηση ότι δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους, χωρίς το Βερολίνο, κι ότι δεν πρέπει να το αφήσουν να χαράξει μόνο του πορεία, εξηγεί γιατί ο Μιτεράν συμφώνησε με τη γιουγκοσλαβική πολιτική του Κολ και αποδέχθηκε, γράφοντας το Μάαστριχτ, τον αντιπληθωριστικό δογματισμό του.
Η κριτική των νεοφιλελεύθερων δογμάτων δεν είναι γαλλικό προνόμιο, επηρρεάζει πια και τη συζήτηση στο γερμανικό κατεστημένο. Σε βαρυσήμαντο άρθρο του στο Σπήγκελ (18/1/2011) ο Christoph Schwennicke καλεί την ΕΕ να αντισταθεί στην τάση μικρότερου κράτους, επισημαίνοντας ότι η καλή κατάσταση της γερμανικής οικονομίας, αν οφείλεται κάπου, είναι στο ότι αντιστάθηκε στη «μόδα του νεοφιλελευθερισμού». Η Ευρώπη, σημειώνει, πρέπει να αντισταθεί, κατά τον ίδιο τρόπο, στις ιδιοτελείς προβλέψεις καταστροφής του ευρώ. Αν κάτι κατέδειξε η οικονομική και η χρηματοπιστωτική κρίση είναι η ανάγκη ισχυρών κρατών και περισσότερης, όχι λιγότερης Ευρώπης.
Ο Schwennicke υπογραμμίζει ότι η Κίνα είναι μάλλον «μετασοσιαλιστικός κρατισμός» παρά νεοφιλελευθερισμός. Κάνει δριμεία κριτική των αποτελεσμάτων όσων νεοφιλελεύθερων μέτρων εφήρμοσε ο Σρέντερ και επιφυλάσσει ένα «βιτριολικό» βέλος στους οπαδούς του «αγγλοσαξωνικού μοντέλου», που παρουσιάζουν επί χρόνια ή δεκαετίες ως παρωχημένο αναχρονισμό τον γαλλογερμανικό «καπιταλισμό του Ρήνου»: Εμείς παράγουμε προϊόντα, τους λέει, δεν ασχολούμαστε με το να κρύβουμε τι είναι τα χρηματιστικά προϊόντα που πουλάμε!
Προς το παρόν αυτές οι ιδέες παραμένουν μειοψηφικές. Η Γερμανία, «υγιής» παραγωγική και τεχνολογική δύναμη, διαθέτει τον απαραίτητο ορθολογισμό για να καταλάβει το πρόβλημα, γνωρίζει στο βάθος ότι χρειάζεται την Ευρώπη όσο και η Ευρώπη αυτήν, θα μπορούσε ίσως να γίνει ο Μωϋσής που θα τη βγάλει εκτός κρίσης. Μια σειρά υποκειμενικών και ιστορικών λόγων, μαζί και μια ισχυρή δόση ιδιοτελούς εθνικισμού την αποτρέπουν μέχρι στιγμής. Φοβάται προφανώς, όπως και οι Γάλλοι, την αναταραχή που θα συνόδευε μια σοβαρή προσπάθεια μεταρρύθμισης του Μάαστριχτ και της «φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης». ‘Εχει βολευτεί στα κέρδη του εξωγωγικού της μοντέλου. Και στα οποία προστίθενται τα κέρδη στις τράπεζές της από τα διάφορα σχέδια σωτηρίας.
Σε άρθρο του στα «Επίκαιρα» (27.1.10), ο Καθηγητής Βεργόπουλος επισημαίνει, όπως και άλλοι (Στίγκλιτζ, Γκαλμπρέιθ, Κρούγκμαν, Ζοσπέν κλπ.), την έκδηλη αντίφαση μεταξύ επιδίωξης πληρωμής του χρέους και γενικευμένης λιτότητας που τη δυσκολεύει. Διατυπώνει την υπόθεση ότι μια τέτοια πολιτική δεν είναι απλώς ανορθολογική, αλλά εγγράφεται σε μια νέα «οικονομία της αρπαγής». Οι πιστωτές δηλαδή δεν αποβλέπουν πλέον στη διατήρηση εμπορικών πλεονασμάτων ή την πλήρη αποπληρωμή των δανείων, αλλά στη εξαγορά των εμπράγματων εγγυήσεων των δανείων αντί πινακίου φακής «σε συνθήκες εθνικής καταστροφής». «Αυτό δεν ονομάζεται “πολιτική οικονομία” αλλά “οικονομία της λεηλασίας και της αρπαγής”.
Δεν γνωρίζουμε αν αυτή είναι η στόχευση ή αν κινδυνεύει να προκύψει ως αποτέλεσμα αντιφάσεων. Ο χειρισμός πέρυσι της ελληνικής κρίσης από την Κυρία Μέρκελ αποκάλυψε μια δεινή παίκτρια πόκερ. Τώρα επαναλαμβάνονται περίπου τα ίδια, προχτές μόλις καυγάδισε άγρια με τον Μπαρόζο, αρνείται να αυξήσει τα κεφάλαια του μηχανισμού σωτηρίας, ο Σόιμπλε ξανά αρνήθηκε πάλι αυτή την εβδομάδα την έκδοση ευρωομολόγων. Προφανώς, το Βερολίνο οδηγεί την κρίση στο «πάρα πέντε», μεγιστοποιώντας τα οφέλη του στο μεταξύ και ελαχιστοποιώντας τα κόστη του και επιβάλλοντας τελικά τρομερούς όρους.
Αυτή η τακτική, διαιωνιζόμενη, διευρύνει το κόστος αντιμετώπισης της κρίσης, υπονομεύει την πολιτικο-ιδεολογική εμβέλεια της ‘Ενωσης, κινδυνεύει να συγκροτήσει μακροχρόνια αντιγερμανικό μέτωπο, καθιστά περίπου ακυβέρνητη την ΕΕ. Ουδείς γνωρίζει σε ποιο σημείο μπορούν να σπάσουν οι αντοχές κοινωνιών και κρατών, οδηγώντας μιαν απροετοίμαστη ΕΕ προ κρίσης πολύ σοβαρότερων διαστάσεων από αυτήν που είδαμε μέχρι τώρα.
Κόσμος του Επενδυτή, 29.1.2010
konstantakopoulos.blogspot.com

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 λεπτά πριν

Δε θα αφήσουμε να γίνει Καρκινοτροφείο και Καρκινοπωλείο στον Έβρο, κύριε Μητσοτάκη!

Χρήστος Κηπουρός: Απέναντι στην “Ελληνικός Χρυσός” με την ενεργό στήριξη Μητσοτάκη, προτείνω ως πρώτο βήμα στα Δημοτικά Συμβούλια του Έβρου...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Η Ελένη, ο Σεφέρης και….το Καλώδιον

Συνάντηση με τον Γερμανό υπουργό Άμυνας Μπόρις Πιστόριους πραγματοποιεί σήμερα, Τετάρτη 14 Οκτωβρίου, στο Πεδίο Βολής Κρήτης ο Νίκος Δένδιας,...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Ενεργειακή σύγκρουση στην Ανατολική Μεσόγειο – Στο επίκεντρο Ελλάδα, Τουρκία και GSI

Στη νέα εκπομπή «Direct News», ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας αναλύει το παρασκήνιο γύρω από τον Κάθετο Διάδρομο και το Great Sea...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Δένδιας–Πιστόριους στην Κρήτη: Αμυντική συνεργασία και SPARTAN ARROW στο επίκεντρο

Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στις δηλώσεις των δύο υπουργών και στο κατά πόσο θα προκύψουν συγκεκριμένα επόμενα βήματα.

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Γρίβας: Έρχεται ελληνοτουρκική κλιμάκωση

Ο καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Στρατιωτικών Τεχνολογιών Κωνσταντίνος Γρίβας προχωρά σε μια αιχμηρή ανάλυση για τη θέση της Ελλάδας μέσα...

Δημοφιλή