Ιστορία - Πολιτισμός
Γεώργιος Ανδρούτσος: στόλαρχος των Σπετσών και ναύαρχος του Εθνικού στόλου (1782-1849)
![]() |
|
Γεώργιος Ανδρούτσος.
Ελαιογραφία
του Δ. Τσόκου 1860, αρ.κατ. 356.
Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.
ΦΩΤΟ:
www.nhmuseum.gr |
Τον περασμένο Νοέμβριο (2009) συμπληρώθηκαν 160 χρόνια από τον θάνατο του Γεωργίου Ανδρούτσου, Ναυάρχου του Σπετσιώτικου Στόλου κατά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας (1821-1829). Τιμώντας τη μνήμη του Ναυάρχου παραθέτουμε χρονολογικό μητρώο του, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην άγνωστη στους περισσότερους μετεπαναστατική δραστηριότητά του. Να αναφέρουμε χαρακτηριστικά, ότι σε έγκυρες εγκυκλοπαίδειες, βιογραφικά λεξικά και ιστορικές εκδόσεις, γράφεται ότι ο Ανδρούτσος μετά την Επανάσταση αποσύρθηκε στις Σπέτσες όπου ιδιώτευσε. Να προσθέσουμε ακόμη ότι δίνεται λανθασμένη και η χρονολογία του θανάτου του (1851 αντί του ορθού 1849). Μετά από διεξοδική έρευνά μας σε αρχεία και μητρώα προκύπτει ότι ο Γεώργιος Ανδρούτσος, είχε μιαν ενδιαφέρουσα πορεία στις τάξεις του διοργανούμενου Πολεμικού Ναυτικού, συμμετέχοντας ενεργά σε όλες τις εκφάνσεις της δημόσιας ζωής του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.
Ο Γεώργιος Ανδρούτσος γεννήθηκε στις Σπέτσες περί το 1782.
Οι γονείς του Ιωάννης Αναστασίου Ανδρούτσος και Διαμάντω Ιω. Ντούβρου (ή Δούβρου) εκτός του Γεωργίου είχαν άλλους δύο γιούς: τον Αναστάσιο (1786-1835;) έναν από τους πλέον εξέχοντες προκρίτους του νησιού και ναύαρχο του σπετσιώτικου στόλου κατά το πρώτο έτος της Επαναστάσεως και τον Κυριάκο (1791-1861) με σημαντική κι αυτού την συμμετοχή στο Ναυτικό Αγώνα του ’21 και μια κόρη την Σταματίνα σύζυγο του γενναίου πυρπολητή Κοσμά Μπαρμπάτση.
Ο Γεώργιος Ανδρούτσος με τη σύζυγό του Χριστίνα (άγνωστο το επώνυμό της) απέκτησαν πέντε γιούς, τον Ιωάννη (1808), τον Ανδρέα (1818), τον Κυριάκο (1822), τον Αριστείδη (1824) και τον Νικόλαο και δύο κόρες την Κονδυλία που παντρεύτηκε τον πρωτότοκο γιο του Χατζηγιάννη Μέξη Θεόδωρο και την Μαριγώ σύζυγο του Βασιλείου Παύλου Χατζηαναργύρου. Ο Ανδρούτσος είναι γνωστός και ως Κολανδρούτσος (από το αλβανικό Κόλιας=Νικόλαος –το όνομα του προπάππου του– και Ανδρούτσος). Η καταγωγή της οικογένειάς του είναι από την Αργολίδα και το πιθανότερο είναι ότι εγκαταστάθηκαν στις Σπέτσες μαζί με άλλους πρόσφυγες μετά το τέλος του Βενετοτουρκικού πολέμου και την παράδοση του Ναυπλίου στους Τούρκους το 1715.
«Όλοι αυτοί αν και δίγλωσσοι και με αλβανικά, τις περισσότερες φορές, διακριτικά επώνυμα (όπως τουρκικά ήταν και των Ελλήνων της Μικράς Ασίας) είχαν ακμαία ελληνική συνείδηση και ακλόνητη ορθόδοξη χριστιανική πίστη, γνωρίσματα που μεταλαμπάδευσαν και στα παιδιά τους που ήλθαν σε επιγαμίες μεταξύ τους, διαμορφώνοντας την άρχουσα τάξη που θα ανοίξει τους ορίζοντες της ναυτικής ακμής και της επαναστατικής δόξας των Σπετσών» [1].
Η σφραγίδα και οι υπογραφές των συνδιευθυντών της Ναυτικής Υπηρεσίας, Αντιναυάρχων Γ. Σαχτούρη και Γ. Ανδρούτσου. ΦΩΤΟ: Περίπλους
Χρονολογικό Μητρώο
Το χρονολόγιο διαιρείται σε πέντε ενότητες, που αντιπροσωπεύουν αντίστοιχες χρονικές περιόδους. Όπου συναντώνται ημερομηνίες μέσα σε παρένθεση αντιστοιχούν στο Γρηγοριανό (νέο) ημερολόγιο που ακολουθούσε η βαυαρική γραφειοκρατία συγχρόνως με το Ιουλιανό (παλαιό) ημερολόγιο που ήταν σε ισχύ τότε στην Ελλάδα.
Α. Προεπαναστατική περίοδος
1813. Ναυπηγείται στις Σπέτσες το πλοίο του ‘Παγκρατίων’, ναυαρχίδα του σπετσιώτικου στόλου κατά τις ναυτικές επιχειρήσεις του Αγώνα. Ανάμεσα στα 1800-1810 αναφέρεται η ναυπήγηση ενός ακόμη πλοίου του Ανδρούτσου με πιθανό όνομα ‘Άγιος Νικόλαος’, ενώ στο νηολόγιο του 1834, εμφανίζεται ως συνιδιοκτήτης του βρικίου ‘Οδυσσεύς’. Ο Ανδρούτσος ασχολήθηκε με το εμπόριο, όπως και οι υπόλοιποι νησιώτες που κατόπιν ανεδείχθησαν στους ενδόξους ναυμάχους του 1821, χωρίς να έχει να παρουσιάσει κάποιο εξαιρετικό γεγονός στη ναυτική-εμπορική δραστηριότητά του.
Β. Αγώνας της Ανεξαρτησίας (1821-1829)
15 Απριλίου 1821. Εκλέγεται μέλος της Επιτροπής των προκρίτων για την πολιτική διοίκηση των Σπετσών και την διεύθυνση των ναυτικών επιχειρήσεων.
8-16 Σεπτεμβρίου 1822. Ναύαρχος της σπετσιώτικης μοίρας κατά τη Ναυμαχία των Σπετσών και τις επιχειρήσεις στον Αργολικό Κόλπο.
12 Ιουλίου 1824. Εκλέγεται Ναύαρχος των Σπετσών μετά την άρνηση του Εκτελεστικού, να αναλάβει την ηγεσία του σπετσιώτικου Στόλου ο προταθείς από το Συμβούλιο των προκρίτων του νησιού, Παναγιώτης Μπότασης, αντιπρόεδρος του Σώματος.
Ο Ανάργυρος Χατζηαναργύρου χαρακτηρίζει τον Ανδρούτσο ως «ανδρείον και καλόν πατριώτην», ενώ ο Αναστάσιος Ορλάνδος τον χαρακτηρίζει ως «άνδρα γενναίον μεν τίμιον και σοβαρόν, αλλ’ ουχί και ικανότητος αναλόγου προς την ναυαρχικήν θέσιν» και αναφερόμενος στην σκοπιμότητα της εκλογής του γράφει: «Οφείλεται δε η μη εύστοχος αύτη εκλογή αυτού εις την μεγάλην δημοτικότητα του αδελφού του Αναστασίου Ανδρούτσου, εις την αντιζηλίαν των φατριών,και εις την υπερίσχυσιν της ολιγαρχικής μερίδος» [2]. Πάντως υπό την ηγεσία του, ο Στόλος των Σπετσών, σε στενή συνεργασία με τους Στόλους της Ύδρας και των Ψαρών, οδηγήθηκε σε πολλές νικηφόρες ναυμαχίες κι επιχειρήσεις: ναυμαχία πορθμού Κω-Αλικαρνασσού (24/8/1824), ναυμαχία Γέροντα (29/8/1824), ναυμαχία βόρεια του Ηρακλείου Κρήτης (1/11 και νύκτα 1 προς 2/11/1824), ναυμαχία Καφηρέα (20/5/1825), ναυμαχία του Πατραϊκού (23/7/1825), προσπάθειες ανεφοδιασμού του Μεσολογγίου (30/3 μέχρι 8/4/1826), ναυτικές αψιμαχίες περί τη Σάμο (14/7 μέχρι 17/7/1826) και το Βόρειο Αιγαίο μέχρι 28/8/1826. Ο ίδιος ο Σπετσιώτης Ναύαρχος διακρίθηκε ιδιαίτερα για την τόλμη του στις ναυτικές επιχειρήσεις.
27 Νοεμβρίου 1826. Η Κυβέρνηση απονέμει στον Γ. Ανδρούτσο το αξίωμα του Στολάρχου.
20 Δεκεμβρίου 1826. Διορίζεται «α΄ καπετάνιος» της νεότευκτης φρεγάτας ‘Ελλάς’ για την οποία ο Ανδρούτσος πρότεινε στην Κυβέρνηση «σχέδιον τι περί διοργανώσεως και εισαγωγής της ευταξίας» το οποίο έγινε αποδεκτό. Μαζί με τον Ανδρούτσο διορίσθηκαν και οι Ανδρέας Μιαούλης ως Αρχηγός του Στόλου επιβαίνων του ‘Ελλάς’ και Νικολής Αποστόλης (Ναύαρχος των Ψαρών) ως «β΄καπετάνιος» της φρεγάτας. Οι Ανδρούτσος και Αποστόλης όμως, αρνήθηκαν να υπηρετήσουν υπό τον Μιαούλη, εξακολουθώντας την τακτική των νησιών τους να μην ανέχονται την επίσημη αναγνώριση προβαδίσματος στον Υδραίο Ναύαρχο.
Μάρτιος 1827. Εκλέγεται από το συμβούλιο των προκρίτων του νησιού για να υποδεχθεί εκ μέρους των σπετσιωτών τον Αρχιναύαρχο λόρδο Κόχραν.
30 Μαΐου – 20 Ιουνίου 1827. Επικεφαλής της ναυτικής Μοίρας των Σπετσών, στην αποτυχημένη επιδρομή του, υπό τον Αρχιναύαρχο Κόχραν, ελληνικού Στόλου, κατά του Ναυστάθμου του αιγυπτιακού Στόλου στην Αλεξάνδρεια.
Σεπτέμβριος 1827. Ο Ανδρούτσος, ονομασθείς «Μοίραρχος του κατά την Χίον στολίσκου», καταπλέει επιβαίνων του ‘Παγκρατίωνα’, στην Χίο και επικεφαλής των πλοίων που είχαν στο μεταξύ μεταφέρει στο νησί το υπό τον Φαβιέρο εκστρατευτικό σώμα, άρχισε να εφαρμόζει το ναυτικό αποκλεισμό που είχε επιβάλει στο νησί η Αντικυβερνητική Επιτροπή της Ελλάδος. Ο αποκλεισμός της Χίου και οι επιχειρήσεις πάνω στο νησί εξακολούθησαν και μετά την άφιξη στην Ελλάδα του Ιωάννη Καποδίστρια. Τουρκική ναυτική μοίρα υπό τον Ταχήρ πασά, μετά από ναυμαχία με τα πλοία του Ανδρούτσου και του Παπανικολή στις 27 Φεβρουαρίου 1828, αποβίβασε, στις 2 Μαρτίου, στρατιωτική δύναμη στο νησί με αποτέλεσμα να αποθαρρυνθούν οι αρχηγοί των ελληνικών δυνάμεων, να αποφασισθεί η λύση της πολιορκίας του Κάστρου της Χίου και τα πλοία να αποχωρήσουν μεταφέροντας το εκστρατευτικό σώμα και πρόσφυγες στην ελεύθερη Ελλάδα.
Πανομοιότυπο της υπογραφής του Γ. Ανδρούτσου ως Αρχηγού της Ναυτικής Μοίρας των Δυτικών Παραλίων. ΦΩΤΟ: Περίπλους
Γ. Καποδιστριακή περίοδος (1828-1831)
Ιανουάριος 1828. Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας απονέμει στον Γεώργιο Ανδρούτσο το βαθμό του Αντιναυάρχου.
21 Ιουνίου 1829. Διορίζεται μέλος της επιτροπής για την σύσταση αλληλοδιδακτικού σχολείου στις Σπέτσες.
1 Νοεμβρίου 1829. Διορίζεται μαζί με τον Αντιναύαρχο Γεώργιο Σαχτούρη και τον Μοίραρχο Κωνσταντίνο Κανάρη, συνδιευθυντής της «Ναυτικής Υπηρεσίας του εν Πόρω Ναυστάθμου». Η Ναυτική Υπηρεσία μπορεί να χαρακτηρισθεί με τα σημερινά δεδομένα, ως Αρχηγείο του Στόλου και Ναυτικό Τεχνικό Συμβούλιο. Με Διάταγμα του Κυβερνήτη καθορίζεται η αρχαιότητα μεταξύ των ανώτατων Αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού. Ο Ανδρούτσος τίθεται τρίτος κατά σειρά μετά τους Μιαούλη και Σαχτούρη.
Αύγουστος 1830. Το πλοίο του ‘Παγκρατίων’ βυθίζεται εξαιτίας τρικυμίας στη Σύρο.
20 Μαρτίου 1831. Διορίζεται μέλος της επιτροπής για τη στελέχωση του Ναυτικού Ταξιαρχικού Σώματος, το οποίο ιδρύθηκε από τον Καποδίστρια, για την οικονομική ανακούφιση των πλοιάρχων του Αγώνα που δεν κατείχαν δημόσια θέση.
17 Ιουλίου – 1 Αυγούστου 1831. Κατά τα γεγονότα της κατάληψης του Στόλου και του Ναυστάθμου Πόρου από τους Υδραίους υπό τον Μιαούλη, παρέμεινε πιστός στον Κυβερνήτη και μαζί με τον Σαχτούρη και τους νομιμόφρονες Αξιωματικούς και πληρώματα, διαπεραιώθηκε στον Γαλατά. Στις 28/7, και ενώ είχε μεσολαβήσει η σύγκρουση των στασιαστών με την υπό τον Ρίκορδ ρωσική μοίρα και η πυρπόληση της κορβέτας ‘Νήσος των Σπετσών’, ο Ανδρούτσος και οι λοιποί Αξιωματικοί υπέβαλαν αναφορά προς τον Κυβερνήτη με οξείς χαρακτηρισμούς κατά των στασιαστών και ιδίως κατά του Μιαούλη. Την 1/8, μετά την ανατίναξη των εθνικών πλοίων ‘Ελλάς’ και ‘Ύδρα’ και τη φυγή του Μιαούλη και των συντρόφων του στην Ύδρα, επανήλθε στο Ναύσταθμο και, σε συνεργασία με τον Κανάρη, ανέλαβε την ευθύνη της εξασφάλισης των εγκαταστάσεων του Ναυστάθμου από ενδεχόμενη επάνοδο των στασιαστών.
14 Αυγούστου 1831. Ο Καποδίστριας αναθέτει στον Αντιναύαρχο Γ. Ανδρούτσο την εφαρμογή του ναυτικού αποκλεισμού της Ύδρας. Ο αποκλεισμός, που δεν απέδωσε σπουδαία αποτελέσματα, διήρκεσε μέχρι την ημέρα της δολοφονίας του Καποδίστρια, την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 1831.
Δ. Μεσοδιάστημα – Εμφύλιος πόλεμος
(Οκτ. 1831 – Ιαν. 1833)
Τη δολοφονία του Καποδίστρια ακολούθησε περίοδος αναρχίας και σκληρού εμφύλιου πολέμου, ανάμεσα στις δύο αντίπαλες παρατάξεις οι οποίες είχαν διαμορφωθεί, την «Καποδιστριακή» και την «Συνταγματική». Μετά την παραίτηση, στις 28/3/1832, του Αυγουστίνου Καποδίστρια, ο οποίος είχε εκλεγεί από την Ε΄ Εθνοσυνέλευση ως «Προεστώς της Ελλάδος», την διακυβέρνηση ανέλαβε αρχικά 5μελής και στη συνέχεια 7μελής Διοικητική Επιτροπή. Το κύρος και η εξουσία της Επιτροπής αυτής στο εσωτερικό της χώρας ήσαν μηδαμινά.
Ο Αντιναύαρχος Ανδρούτσος, αντί να πλεύσει με την υπ’ αυτόν μοίρα στο Ναύπλιο και να τεθεί υπό τις διαταγές της Επιτροπής, κατέπλευσε στις Σπέτσες, νησί που παρέμενε πιστό στην Καποδιστριακή παράταξη και είχε γίνει την περίοδο αυτή το κέντρο της αντιπολίτευσης. Ο ίδιος ο Ανδρούτσος, σε αναφορά του προς την Αντιβασιλεία [3], εκθέτει ως εξής την δραστηριότητά του κατά το διάστημα αυτής της εμφύλιας σύγκρουσης: «Εις τους θορύβους, οίτινες κατεσπάραξαν την Ελλάδα κατά τα έτη 1831-1832 και έμελλον επί τέλους να την αφανίσωσι κατά κράτος, [ …] ο υποφαινόμενος, εκ της ανατεθειμένης εις αυτόν υπηρεσίας και εις τον βαθμόν τον οποίον κατείχε, ενόμισεν ότι εχρεώστει, με όλας τας δυνάμεις του, με όλην την υπόληψίν του και την επιρροήν του, [ …] να υποβαστάξη τον αρχηγόν της Κυβερνήσεως [ …] άχρι αναγορεύσεως του Βασιλέως. Διετήρησεν πιστήν εις αυτόν την πατρίδαν του Τιπάρηνον [4] και διεφύλαξεν αβλαβή τα εθνικά πλοία, όσα ούτος εις αυτόν ενεπιστεύθη προς τον σκοπόν τούτον. […] Σταθερός εις τας αρχάς του περί πίστεως προς την νομίμως καθεστώσαν εξουσίαν, άμα εφάνησαν απ’ έξω της Τιπαρήνου τα πλοία τα φέροντα τον σωτήριον της Ελλάδος, τον παμπόθητον Μονάρχην μας, έσπευσε να εκπλεύση εις προϋπάντησίν του, και να παραδώση εις την Α.Μ. τα πλοία, τα οποία κατ’ ευτυχίαν, ηδυνήθη να διαφυλάξη […]».
Η Σημαία του Ναυάρχου
Ανδρούτσου κατά τη διάρκεια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. (Μ. Γ. Σίμψα, Το
Ναυτικό στην Ιστορία των Ελλήνων, τ.4ος, σελ.118). ΦΩΤΟ: Περίπλους
Ε. Οθωνική περίοδος (1833-1862)
Ι. Αντιβασιλεία (Ιαν. 1833 – Μάϊ. 1835).
21 Απριλίου 1833. Διορίζεται μέλος της «επί των ναυτικών εκδουλεύσεων εξεταστικής επιτροπής», στην οποίαν «ανετέθη η εξακρίβωσις και εκτίμησις των κατά το διάστημα του Αγώνος παρασχεθεισών εκδουλεύσεων υπό των διαφόρων ναυτικών». Η επιτροπή άρχισε τις εργασίες της στις 26 Μαΐου 1833 και διενεργώντας 76 συνεδριάσεις ολοκλήρωσε το έργο της στις 26 Σεπτεμβρίου 1833.
19(31) Μαΐου 1834. Ο Γεώργιος Ανδρούτσος υποβάλλει αναφορά Προς την Υψηλήν Αντιβασιλείαν με την οποία ζητεί την ένταξή του στο Π.Ν. διαμαρτυρόμενος ταυτοχρόνως για τον παραγκωνισμό του στους μέχρι τότε γενόμενους διορισμούς.
18(30) Σεπτεμβρίου 1834. Βαθμολογείται Πλοίαρχος Α΄ Τάξεως και διορίζεται στο Στόλο.
25 Σεπτεμβρίου 1834. Ορκοδοσία του ως Αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού και ένταξή του στους διαθέσιμους. Σύμφωνα με τα τότε ισχύοντα, διαθεσιμότητα εθεωρείτο «η ειδική θέσις του γενικού Αξιωματικού ή επιτελούς ανήκοντος μεν εις τον απαρτιστικόν του Ναυτικού στρατού οργανισμόν, προσωρινώς δε μένοντος άνευ υπηρεσίας». Στην ουσία όμως, για τους περισσότερους από τους ναυμάχους ο μισθός της διαθεσιμότητας ήταν ένας εύσχημος τρόπος απονομής σύνταξης.
1834. Το όνομα του Ανδρούτσου δίνεται τιμητικά σε μια από τις νεότευκτες κανονιοφόρους του Στόλου, οι οποίες ναυπηγήθηκαν στο Ναύσταθμο Πόρου.
ΙΙ. Βασιλική απολυταρχία (1835-1843).
20 Σεπτ. (2 Οκτ.) 1835 – 6(18) Φεβρουαρίου 1836. Διορίζεται μέλος Συμβουλίων Κρίσεων των Αξιωματικών και Υπαξιωματικών του Στόλου και Πρόεδρος πολεμικού Συμβουλίου (Ναυτοδικείου).
21 Φεβρουαρίου 1836. Απονέμεται στον Γ. Ανδρούτσο το Αργυρούν Αριστείον του Αγώνα 1821-1829.
25 Απρ. (7 Μαΐ.) 1836. Απονομή του παρασήμου του Ταξιάρχη του Τάγματος του Σωτήρος.
17(29) Ιουνίου 1837. Με επιστολή του προς τον βασιλέα Όθωνα, ο Γ. Ανδρούτσος εκφράζει την πίκρα του γιατί εξακολουθεί να παραμένει στους διαθέσιμους και ζητεί να του δοθεί η ευκαιρία να υπηρετήσει την Πατρίδα και τον βασιλέα.
3(15) Δεκεμβρίου 1837. Με απόφαση του Όθωνα, ο Πλοίαρχος Α΄ Τάξεως Γεώργιος Ανδρούτσος διορίζεται Αρχηγός της Ναυτικής Μοίρας των Δυτικών Παραλίων του Κράτους (Ιονίου Πελάγους).
11(23) Μαρτίου 1839. Μετατίθεται στη Ναυτική Μοίρα του Αιγαίου Πελάγους.
1(13) Απριλίου 1839. Αναβάλλεται η μετάθεσή του και παραμένει στην Αρχηγία της Μοίρας των Δυτικών Παραλίων.
Ιούνιος 1839. Μυείται στη Φιλορθόδοξη Εταιρεία, μυστική οργάνωση προσκείμενη στο ρωσικό κόμμα, που εμφανιζόταν ως αλυτρωτική κίνηση. Οι απώτεροι όμως, στόχοι την εταιρείας ήσαν η απόκτηση και με τη βία ακόμη, ιδιαίτερων προνομίων και υπεροχής για το κόμμα των Ναπαίων (όπως αποκαλούνταν οι οπαδοί του ρωσικού κόμματος), και η εγκαθίδρυση ενός ορθόδοξου Βασιλείου, χωρίς να διευκρινίζεται αν θα ανάγκαζαν τον Όθωνα να ασπασθεί το ορθόδοξο δόγμα ή θα τον αντικαθιστούσαν με άλλον ορθόδοξο πρίγκηπα. Μαζί με τον Ανδρούτσο μυήθηκε και ο Γ. Σαχτούρης Διευθυντής του Ναυστάθμου Πόρου. Οι συνωμοτικές κινήσεις της εταιρείας αποκαλύφθηκαν το Νοέμβριο του 1839, χωρίς όμως να υπάρξει καμία επίπτωση ή δίωξη για τον Ανδρούτσο και τον Σαχτούρη.
25 Ιαν. (6 Φεβ.) 1841. Με το υπ’ αριθ. 232 Β.Δ. προάγεται στο Βαθμό του Υποναυάρχου «διά τας εν καιρώ του Αγώνος και της Βασιλ. Κυβερνήσεως υπηρεσίας» και μετατίθεται στους διαθέσιμους.
ΙΙΙ. Συνταγματική Μοναρχία (1843-1862).
3 Σεπτεμβρίου 1843. Ο Ανδρούτσος ευρισκόμενος στις Σπέτσες, τάχθηκε υπέρ της Επαναστάσεως για την παραχώρηση από τον Όθωνα Συντάγματος και τιμήθηκε με τον Σταυρό των Επαρχιών (αναμνηστικό μετάλλιο που απονεμήθηκε σε όσους εκδηλώθηκαν ενεργά υπέρ της Επαναστάσεως στις επαρχίες).
Οκτώβριος 1843. Συνυπογράφει υπόμνημα των Αξιωματικών του Στόλου (δημοσιεύθηκε σε παράρτημα της εφημερίδας Ανεξάρτητος), με το οποίο καταφέρονταν κατά των Αξιωματικών του Ναυτικού που είχαν αναλάβει την διοργάνωση του Όπλου στη βάση των ισχυόντων στα ξένα Ναυτικά. Η αντίδραση αυτή στην προσπάθεια εκσυγχρονισμού του Π.Ν. υπήρξε μεγάλη «καθόσον οι γεροντώτεροι μετά δυσκολίας προσέβλεπον εις τας καινοτομίας ας εσκόπουν να επιβάλλωσιν οι νεώτεροι».
1 Μαρτίου 1844. Υποναύαρχος, πρώτος στην επετηρίδα των Αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού. Παραμένει όμως στους διαθέσιμους, χωρίς να αποστρατεύεται και λόγω του ότι ήταν ο τελευταίος στη ζωή από τους Αρχηγούς του Τρινήσιου Στόλου του 1821.
20 Νοεμβρίου 1849. Ο Ναύαρχος Γεώργιος Ανδρούτσος πεθαίνει στις Σπέτσες σε ηλικία 67 ετών.
16 Φεβρουαρίου 1866. Απονέμεται στον Γεώργιο Ανδρούτσο, μετά θάνατον, ο βαθμός του Αντιναυάρχου του Πολεμικού Ναυτικού. Ο Ναύαρχος Γεώργιος Ανδρούτσος «απλοϊκός τον χαρακτήρα και αγαθός» [η λέξη αγαθός με την σημασία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας δηλαδή: ικανός, δυνατός, γενναίος, δίκαιος], όπως τον περιγράφει ο Χατζηαναργύρου, ανήκει στην κατηγορία εκείνων των αγωνιστών, στεριανών και θαλασσινών, οι οποίοι παρά τη σημαντική τους συμβολή στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας αλλά και στην προσπάθεια διοργανώσεως της νεοσύστατης Πολιτείας, από σεμνότητα και ανιδιοτέλεια δεν επιζήτησαν την προβολή τους, με αποτέλεσμα να παραμείνουν στη σκιά της λήθης.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Άδωνις Κ. Κύρου, Ο προεπαναστατικός εποικισμός στο νησί των Σπετσών, χ.τ., χ.χ.
[2] Α. Ορλάνδος, Ναυτικά, τ. Α΄, σελ.41.
[3] Βλ. εγγραφή χρονολογικού μητρώου με ημερομηνία 19(31) Μαΐου 1834.
[4] Η Αντιβασιλεία μετονόμασε τις Σπέτσες σε Τιπάρηνο για αρχαιολογική, δήθεν, ακρίβεια. Στην πραγματικότητα όμως, εξαιτίας μια διαδεδομένης κατά τον Μεσαίωνα και καθιερωμένη σε βενετσιάνικους και ολλανδικούς χάρτες του 17ου αιώνα, ονομασίας που λανθασμένα αποδιδόταν στις Σπέτσες. Η αυθαίρετη αυτή μετονομασία του νησιού, που με το όνομα Σπέτσες (παραφθορά της αρχαίας ονομασίας Πιτυούσσα) έγραψε σελίδες δόξας στην ιστορία της Παλιγγενεσίας του Έθνους μας, συνάντησε τη δυναμική αντίδραση των Σπετσιωτών. Έτσι, με το Β.Δ. της 15(27) Ιουλίου 1834 «Περί της ονοματοθεσίας της νήσου Σπετσών», επαναφέρθηκε η ονομασία Σπέτσες.
Βιβλιογραφία
1. Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, των ετών 1828-1830.
2. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, των ετών 1833-1841.
3. Γενικά Αρχεία του Κράτους, Υπουργείο Ναυτικών, φακ. 13-21 «Πολεμικός Στόλος-Πληρώματα» οθωνικής περιόδου.
4. ΓΑΚ-Τοπικό Αρχείο Σπετσών, φακ. «Κυβερνητικά-Διοικητικά» οθωνικής περιόδου.
5. Γενικόν Πρώτον Μητρώον των Αξιωματικών του Βασιλικού Ναυτικού από του 1833 έως τέλους Μαρτίου 1850, εν Πόρω την 31 Μαρτίου 1850, χειρόγραφο κατατεθειμένο στη Βιβλιοθήκη του Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος.
6. Αναργύρου Χατζηαναργύρου, Τα Σπετσιωτικά, τ. Α΄, Αθήνησι 1861.
7. Αναστασίου Ορλάνδου, Ναυτικά, τόμοι Α΄ και Β΄, Αθήναι 1869.
8. Ιωάννου Λαζαρόπουλου Πλοιάρχου (Ο) ΠΝ, Το Πολεμικόν Ναυτικόν της Ελλάδος, από Ανεξαρτησίας μέχρι βασιλείας Όθωνος, έκδ. Ναυτικής Επιθεωρήσεως, χ.τ., 1936.
9. Ελένης Πολίτου, Γεωργίου Ανδρούτσου αλληλογραφία, στη σειρά «Κείμενα και μελέται νεοελληνικής φιλολογίας» (α/α 45), Αθήναι, 1968.
10. Εμμανουήλ Λούζη, «Η σταδιοδρομία στο Πολεμικό Ναυτικό του Γεωργίου Ανδρούτσου, Αρχηγού του Σπετσιώτικου Στόλου κατά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας», περιοδικό Ναυτική Επιθεώρηση, τχ. 522, Μάρτ.-Απρ. 2000, σελ.155-180.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
GEOPOLITICO
Η ιστορία των ελληνικών συναγωγών ζωντανεύει: Ένα μοναδικό αρχείο μνήμης παρουσιάζεται σε τέσσερις πόλεις της Βόρειας Ελλάδας
Οι Εκδόσεις Ινφογνώμων παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα, «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής». Ένα έργο 453 σελίδων, με 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια, που καταγράφει περισσότερες από 100 συναγωγές και διασώζει την ιστορία μνημείων που χάθηκαν ή κινδυνεύουν να ξεχαστούν.
Ένα σημαντικό οδοιπορικό στην ιστορία, την αρχιτεκτονική και την πολιτιστική κληρονομιά του ελληνικού εβραϊσμού ξεκινά στις 19 Οκτωβρίου από τα Ιωάννινα, με επόμενους σταθμούς τη Θεσσαλονίκη, την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Ο Δρ Ηλίας Β. Μεσσίνας παρουσιάζει το νέο του βιβλίο, καρπό πολυετούς επιτόπιας και αρχειακής έρευνας, αναδεικνύοντας συναγωγές που εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά και μνημεία που έχουν εξαφανιστεί από τον αστικό ιστό. Μέσα από σπάνιες φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά σχέδια και ιστορικά τεκμήρια, η έκδοση των Εκδόσεων Ινφογνώμων επιχειρεί να διασώσει ένα σημαντικό κομμάτι της συλλογικής μνήμης των ελληνικών πόλεων.
Ένα αρχείο για περισσότερες από 100 συναγωγές στην Ελλάδα
Η νέα έκδοση του Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα αποτελεί μια εκτενή καταγραφή της ιστορίας και της αρχιτεκτονικής των συναγωγών της Ελλάδας.
Σε 453 σελίδες παρουσιάζονται περισσότερες από 100 συναγωγές, με ιστορικές και αρχιτεκτονικές περιγραφές, σπάνιο φωτογραφικό υλικό, ψηφιακούς χάρτες, βιβλιογραφία και αρχειακές πηγές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των μνημείων που τεκμηριώνονται δεν υπάρχει πλέον.
Ορισμένες συναγωγές κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, ενώ άλλες αλλοιώθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σταδιακά η παρουσία τους στη συλλογική μνήμη.
Η έρευνα του Μεσσίνα ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και συνδυάζει επιτόπιες επισκέψεις με ιστορική τεκμηρίωση από αρχεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Η έκδοση περιλαμβάνει 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια και διαγράμματα, προσφέροντας τη δυνατότητα στους αναγνώστες να γνωρίσουν μνημεία που συνδέονται με την παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο.
Το σπάνιο αρχείο του Σεμτώβ Σαμουήλ
Ιδιαίτερη σημασία για την ολοκλήρωση του βιβλίου είχε η αξιοποίηση του αρχείου του αρχιτέκτονα Σεμτώβ Σαμουήλ (1939–2009).
Το αρχείο παραδόθηκε στον Δρ Μεσσίνα από συγγενείς του Σαμουήλ και περιλαμβάνει πολύτιμο υλικό από έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1960–1961.
Εκείνη την περίοδο, ο νεαρός τότε φοιτητής αρχιτεκτονικής, με προτροπή του καθηγητή Νίκου Μουτσόπουλου, επισκέφθηκε συναγωγές σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.
Κατέγραψε φωτογραφικά και αρχιτεκτονικά κτίρια που βρίσκονταν σε λειτουργία, αλλά και συναγωγές που είχαν ήδη υποστεί σοβαρές φθορές.
Για ορισμένα από τα συγκεκριμένα μνημεία, τα οποία κατεδαφίστηκαν τα επόμενα χρόνια, το αρχείο Σαμουήλ αποτελεί σήμερα μοναδικό τεκμήριο της ύπαρξης και της αρχιτεκτονικής τους μορφής.
Το υλικό ψηφιοποιείται σταδιακά, ενώ προβλέπεται η δημιουργία τρισδιάστατων αναπαραστάσεων και ψηφιακών μοντέλων εικονικής πραγματικότητας.
Με τον τρόπο αυτό, η ιστορική έρευνα συνδυάζεται με τις σύγχρονες τεχνολογίες ψηφιακής αποκατάστασης, δημιουργώντας νέες δυνατότητες παρουσίασης της χαμένης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Η σύνδεση με το Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο του υπουργείου Πολιτισμού
Το έργο αποκτά και θεσμική σημασία, καθώς συνδέεται με την ενσωμάτωση των εβραϊκών μνημείων της Ελλάδας στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα «Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο» του υπουργείου Πολιτισμού.
Ο Δρ Μεσσίνας συνεργάστηκε με τις αρμόδιες υπηρεσίες για τον εμπλουτισμό του συστήματος με στοιχεία σχετικά με την εβραϊκή πολιτιστική κληρονομιά.
Την έκδοση χαιρετίζουν η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και ο πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος, Δαυίδ Σαλτιέλ.
Τον πρόλογο υπογράφει ο ακαδημαϊκός, καθηγητής και αρχιτέκτονας Μανόλης Κορρές.
Η συμμετοχή των συγκεκριμένων προσωπικοτήτων αναδεικνύει τη σημασία της συστηματικής καταγραφής των ιστορικών μνημείων και της προστασίας τους από τη λήθη.
Οι παρουσιάσεις και οι ομιλητές
Στα Ιωάννινα, τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στις ιστορικές συναγωγές Γιασάν και Χαντάς.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο δικηγόρος και ερευνητής Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής, η επίκουρη καθηγήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ράνια Σταθοπούλου και ο οικονομολόγος Νίκος Καράμπελας. Χαιρετισμούς θα απευθύνουν ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Ιωαννίνων Μάρκος Μπατίνος και η πρόεδρος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών Κατερίνη Λιάμπη. Τον συντονισμό θα έχει η φιλόλογος Ανδρονίκη Ζούκη.
Στη Θεσσαλονίκη, την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου, το ενδιαφέρον θα στραφεί στη συναγωγή Μοναστηριωτών και στις εβραϊκές συναγωγές της πόλης πριν και μετά το Ολοκαύτωμα.
Στην παρουσίαση θα συμμετάσχουν η επιστημονική υπεύθυνη του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης, Δρ Ξένια Ελευθερίου, και ο Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής. Χαιρετισμό θα απευθύνει ο Δαυίδ Σαλτιέλ, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο αρχιτέκτονας Στέλιος Χριστάνης. Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων Θεσσαλονίκης.
Στην Ξάνθη, την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι καθηγητές του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Γιώργος Τσιγάρας και Δημήτρης Πολυχρονόπουλος, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο Νίκος Κοσμίδης.
Τελευταίος σταθμός θα είναι η Κομοτηνή, την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, όπου η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στην ιστορία της συναγωγής Μπεθ Ελ πριν από το Ολοκαύτωμα. Θα μιλήσουν ο Βασίλης Ριτζαλέος από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ο αρχιτέκτονας Γιώργος Ευφραιμίδης, με συντονίστρια την αρχιτέκτονα Αγγελική Κουγιουμτζόγλου.
Η αρχιτεκτονική ως μαρτυρία της ιστορίας
Η σημασία του βιβλίου δεν περιορίζεται στην αποτύπωση των κτιρίων.
Οι συναγωγές αποτελούσαν για αιώνες χώρους θρησκευτικής ζωής, κοινωνικής συνάντησης και διατήρησης της ταυτότητας των εβραϊκών κοινοτήτων.
Σε πολλές ελληνικές πόλεις, η καταστροφή των εβραϊκών πληθυσμών κατά το Ολοκαύτωμα συνοδεύτηκε από τη σταδιακή εξαφάνιση των χώρων που συνδέονταν με την καθημερινή τους ζωή.
Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση άλλαξε ακόμη περισσότερο τον αστικό ιστό, με αποτέλεσμα ορισμένα από αυτά τα κτίρια να έχουν χαθεί ολοκληρωτικά.
Η αρχιτεκτονική τεκμηρίωση προσφέρει τη δυνατότητα να ανασυσταθεί η μορφή τους και να διατηρηθεί η ιστορία τους για τις επόμενες γενιές.
Η συγκεκριμένη έκδοση φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για ιστορικούς, αρχιτέκτονες, ερευνητές και όσους ενδιαφέρονται για την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας.
Η αγγλική μετάφραση του βιβλίου αναμένεται στις αρχές του 2027, διευρύνοντας την πρόσβαση στο ερευνητικό υλικό και για το διεθνές κοινό.
Ένας ερευνητής αφιερωμένος στη διάσωση των συναγωγών
Ο Ηλίας Μεσσίνας γεννήθηκε το 1964 και είναι αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και σύμβουλος αειφορίας.
Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο Yale και στην Ακαδημία Bezalel, ενώ πραγματοποίησε διδακτορικές και μεταδιδακτορικές σπουδές σε θέματα χωροταξίας, αρχιτεκτονικής και περιβαλλοντικού σχεδιασμού.
Από το 1993 ασχολείται συστηματικά με την έρευνα και τεκμηρίωση των συναγωγών στην Ελλάδα.
Μεταξύ 1995 και 2023 συμμετείχε, μαζί με συνεργάτες του, σε μελέτες και έργα αποκατάστασης συναγωγών σε διάφορες ελληνικές πόλεις.
Έχει συγγράψει 16 βιβλία και δεκάδες άρθρα σχετικά με την πολιτιστική κληρονομιά, την αρχιτεκτονική και την αειφόρο ανάπτυξη.
Για τη συμβολή του στη διάσωση της εβραϊκής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς έχουν αναφερθεί θετικά επιστήμονες και ερευνητές, όπως ο Samuel D. Gruber, ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος και ο καθηγητής Γιώργος Τσιγάρας.
Μια παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές
Το βιβλίο «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής» αναδεικνύει μια συχνά παραγνωρισμένη διάσταση της ελληνικής ιστορίας.
Η παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής και πολιτιστικής διαδρομής πολλών ελληνικών πόλεων.
Η διατήρηση των μνημείων τους, ακόμη και μέσα από φωτογραφίες και αρχιτεκτονικά σχέδια όταν τα ίδια τα κτίρια έχουν χαθεί, συνδέεται άμεσα με την προστασία της ιστορικής μνήμης.
Οι τέσσερις παρουσιάσεις στη Βόρεια Ελλάδα αποτελούν μια ευκαιρία να γνωρίσει το κοινό όχι μόνο την αρχιτεκτονική των ελληνικών συναγωγών, αλλά και τις ιστορίες των ανθρώπων και των κοινοτήτων που συνδέθηκαν με αυτές.
Όλες οι εκδηλώσεις έχουν ελεύθερη είσοδο, με την επισήμανση ότι για την ξενάγηση στη συναγωγή Μοναστηριωτών της Θεσσαλονίκης απαιτείται προεγγραφή.
GEOPOLITICO
Σάλος για έκθεση σχετικά με τη ναζιστική Κατοχή ανήμερα της Απελευθέρωσης της Αθήνας – Σφοδρή κριτική για τον τίτλο και τους συμβολισμούς
Η έκθεση «Διαιρεμένο παρελθόν» εγκαινιάζεται στις 12 Οκτωβρίου, ημέρα της 82ης επετείου από την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής.
Έντονα ερωτήματα για τη διαχείριση της ιστορικής μνήμης και τον τρόπο παρουσίασης της ναζιστικής Κατοχής προκαλεί η επιλογή της 12ης Οκτωβρίου 2026, επετείου της Απελευθέρωσης της Αθήνας, για τα εγκαίνια έκθεσης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών. Η έκθεση, με τίτλο «Διαιρεμένο παρελθόν. Ελληνογερμανικές σχέσεις σε σκοτεινούς καιρούς», βρίσκεται στο επίκεντρο σφοδρής κριτικής από την εφημερίδα «δημοκρατία», η οποία θέτει ζήτημα ιστορικού αναθεωρητισμού και υποβάθμισης των εγκλημάτων της γερμανικής κατοχής.
Η 12η Οκτωβρίου και η ιστορική μνήμη
Στις 12 Οκτωβρίου 1944, τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής αποχώρησαν από την Αθήνα, βάζοντας τέλος σε μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Ο λιμός, οι εκτελέσεις, τα ολοκαυτώματα ελληνικών κοινοτήτων, η εξόντωση των Ελλήνων Εβραίων και η οικονομική λεηλασία της χώρας αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της ιστορικής αποτίμησης της ναζιστικής κατοχής.
Ακριβώς 82 χρόνια αργότερα, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών επέλεξαν την ίδια ημερομηνία για τα εγκαίνια της κοινής τους έκθεσης.
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του Μουσείου, η επιλογή της ημερομηνίας είναι συνειδητή και συνδέεται με την Απελευθέρωση της Αθήνας, καθώς και με το διεθνές συνέδριο για την αρχαιολογία κατά την περίοδο 1941–1944.
Οι καταγγελίες για ιστορικό αναθεωρητισμό
Με ιδιαίτερα επικριτικό δημοσίευμα στις 12 Οκτωβρίου, η εφημερίδα «δημοκρατία» καταγγέλλει ότι η έκθεση δημιουργεί σοβαρό ζήτημα ως προς τον τρόπο παρουσίασης της ιστορικής πραγματικότητας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο τίτλος «Διαιρεμένο παρελθόν», τον οποίο η εφημερίδα θεωρεί προβληματικό, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να δημιουργήσει εντύπωση συμμετρίας ανάμεσα στη ναζιστική Γερμανία και την κατεχόμενη Ελλάδα.
Κατά το δημοσίευμα, η χρήση του όρου «διαίρεση» υποβαθμίζει την ιστορική πραγματικότητα μιας στρατιωτικής εισβολής και κατοχής, κατά την οποία η Ελλάδα υπέστη μαζικές εκτελέσεις, καταστροφές και συστηματική λεηλασία.
Η εφημερίδα ασκεί επίσης κριτική στην αξιοποίηση υλικού ναζιστικής προπαγάνδας για την προβολή του σχετικού συνεδρίου, υποστηρίζοντας ότι δημιουργούνται προβληματικοί συμβολισμοί.
Πρόκειται για καταγγελίες και αξιολογικές κρίσεις της εφημερίδας. Από τον τίτλο της έκθεσης και μόνο δεν τεκμηριώνεται ότι οι διοργανωτές επιδιώκουν την εξίσωση θυτών και θυμάτων.
Τι αναφέρει επισήμως το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο
Η ανακοίνωση που δημοσιοποίησε το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στις 6 Οκτωβρίου δίνει διαφορετική εικόνα για τους στόχους της πρωτοβουλίας.
Σύμφωνα με το Μουσείο, η έκθεση παρουσιάζει τα προκαταρκτικά αποτελέσματα ερευνητικού προγράμματος που πραγματοποιήθηκε την περίοδο 2024–2026 και αφορά την κατάσχεση του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών μετά την Απελευθέρωση.
Παράλληλα, εξετάζει τις σχέσεις των δύο ιδρυμάτων από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, με ιδιαίτερη έμφαση στα γεγονότα πριν και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η έκθεση περιλαμβάνει αρχειακό και φωτογραφικό υλικό, επιλεγμένες αρχαιότητες και ιστορικά τεκμήρια.
Ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνει η απόκρυψη των αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου το 1940–1941, μια από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις προστασίας της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς από τους κινδύνους του πολέμου και της επικείμενης κατοχής.
Στο εκθεσιακό υλικό περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τη λειτουργία του Μουσείου κατά την Κατοχή και για τις αρχαιότητες που κατασχέθηκαν από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.
Η κατάσχεση του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου το 1944
Ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα ζητήματα της δημόσιας συζήτησης είναι η ανάδειξη της κατάσχεσης του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου αμέσως μετά την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων από την Αθήνα.
Η «δημοκρατία» διερωτάται γιατί η συγκεκριμένη ενέργεια αναδεικνύεται σε καθοριστικό σημείο της ιστορικής αφήγησης, τη στιγμή που η Ελλάδα είχε μόλις απελευθερωθεί από τον γερμανικό στρατό.
Το ερώτημα συνδέεται με τον ρόλο που διαδραμάτισαν γερμανικοί επιστημονικοί και αρχαιολογικοί φορείς κατά την περίοδο της ναζιστικής κατοχής.
Η επιστημονική διερεύνηση αυτού του ρόλου έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μπορεί να φωτίσει τη σχέση αρχαιολογικής έρευνας, κρατικής πολιτικής και μηχανισμών κατοχικής εξουσίας.
Ωστόσο, η ιστορική αποτίμηση της κατάσχεσης του Ινστιτούτου απαιτεί εξέταση των πραγματικών συνθηκών, του νομικού καθεστώτος και των δραστηριοτήτων του κατά την Κατοχή.
Δεν προκύπτει από την επίσημη ανακοίνωση ότι η έκθεση ζητά από την ελληνική πλευρά να απολογηθεί για την κατάσχεση. Η αναφορά στο γεγονός αποτελεί, σύμφωνα με τους διοργανωτές, μέρος της ιστορικής έρευνας.
Το συνέδριο για την αρχαιολογία στην Κατοχή
Η έκθεση συνδέεται με το διεθνές συνέδριο «Archaeology and Occupation. Greece 1941–1944», που έχει προγραμματιστεί για τις 15–17 Οκτωβρίου στην Αθήνα.
Στη διοργάνωση συμμετέχουν το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών, η Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών και το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, υπό την αιγίδα του ελληνικού υπουργείου Πολιτισμού.
Οι εργασίες θα πραγματοποιηθούν σε τρεις διαφορετικούς χώρους: την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή, το Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ και το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.
Το συνέδριο προσφέρει την ευκαιρία επιστημονικής εξέτασης μιας ιστορικής περιόδου κατά την οποία η πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας βρέθηκε αντιμέτωπη με την κατοχική εξουσία, τις λεηλασίες και την εργαλειοποίηση της αρχαιολογικής έρευνας.
Οι γερμανικές οφειλές στο φόντο της αντιπαράθεσης
Η κριτική αποκτά ευρύτερη πολιτική διάσταση εξαιτίας του ζητήματος των γερμανικών οφειλών.
Η Ελλάδα διατηρεί τις διεκδικήσεις της για πολεμικές επανορθώσεις, το κατοχικό δάνειο και την αποκατάσταση των συνεπειών της ναζιστικής κατοχής. Η γερμανική κυβέρνηση, αντιθέτως, υποστηρίζει ότι το ζήτημα των επανορθώσεων έχει νομικά διευθετηθεί.
Αυτή η διαφωνία εξακολουθεί να επηρεάζει τη δημόσια συζήτηση για την ιστορική ευθύνη της Γερμανίας.
Υπό αυτό το πρίσμα, οποιαδήποτε πρωτοβουλία σχετική με την Κατοχή αποκτά ιδιαίτερο συμβολικό βάρος, ειδικά όταν πραγματοποιείται με τη συνεργασία γερμανικών κρατικών επιστημονικών φορέων.
Η ιστορική έρευνα, όμως, δεν μπορεί να υποκαταστήσει ούτε να επιλύσει από μόνη της το ζήτημα των διακρατικών οφειλών.
Τα ερωτήματα προς το υπουργείο Πολιτισμού
Η αντιπαράθεση αναδεικνύει συγκεκριμένα ερωτήματα που μπορούν να απευθυνθούν στους διοργανωτές και στο υπουργείο Πολιτισμού.
Ποια ιστορική ερμηνεία επιχειρεί να αναδείξει ο τίτλος «Διαιρεμένο παρελθόν»; Πώς παρουσιάζεται η ευθύνη της ναζιστικής Γερμανίας για την Κατοχή; Ποια τεκμήρια αξιοποιούνται για τον ρόλο του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου την περίοδο 1941–1944; Και με ποιο σκεπτικό επιλέχθηκαν τα συγκεκριμένα ιστορικά τεκμήρια για την οπτική προβολή του συνεδρίου;
Οι απαντήσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία για την αξιολόγηση του περιεχομένου της έκθεσης, πέρα από τον τίτλο και τη συμβολική ημερομηνία των εγκαινίων.
Η ιστορική μνήμη απαιτεί τεκμηρίωση
Η 12η Οκτωβρίου αποτελεί ημερομηνία ιδιαίτερης σημασίας για την Αθήνα και ολόκληρη την Ελλάδα.
Η ιστορική πραγματικότητα της ναζιστικής κατοχής δεν επιδέχεται συμψηφισμούς ως προς την ευθύνη του κατακτητή για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν εις βάρος του ελληνικού πληθυσμού.
Παράλληλα, η επιστημονική διερεύνηση των ελληνογερμανικών σχέσεων κατά την περίοδο 1941–1944 μπορεί να συμβάλει στην πληρέστερη κατανόηση της ιστορίας, εφόσον βασίζεται σε τεκμήρια και αντιμετωπίζει με σαφήνεια τις ευθύνες των εμπλεκομένων.
Η ουσιαστική αξιολόγηση της έκθεσης θα εξαρτηθεί από το πραγματικό περιεχόμενό της και όχι αποκλειστικά από τη διατύπωση του τίτλου της.
Το γεγονός, πάντως, ότι τα εγκαίνια συμπίπτουν με την επέτειο της Απελευθέρωσης καθιστά τη δημόσια συζήτηση για την ιστορική μνήμη και την ευθύνη των θεσμών ιδιαίτερα επίκαιρη.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
