Διεθνή
ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ versus ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗΣ;
Ο ευρωπαϊκός ουρανός καλύπτεται, ολοένα και περισσότερο,
από τ’ απειλητικά σύννεφα της οικονομικής καταιγίδας που απειλεί αυτό
τούτο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Το οποίο ήδη έχει ραγίσει επικίνδυνα,
αναδεικνύοντας το βαθύ χάσμα μεταξύ ευρωπαϊκού βορά –στην πραγματικότητα
μεταξύ Γερμανίας- κι ευρωπαϊκού νότου.
Χάσμα προεχόντως οικονομικό,
όπως τούτο προκύπτει ιδίως από τη λεόντεια υπεροχή των γερμανικών
πλεονασμάτων έναντι των διαβρωτικών ελλειμμάτων των χωρών του ευρωπαϊκού νότου, και όχι μόνο. Αλλά και –φυσικά συνακόλουθα- χάσμα θεσμικό, αφού η οικονομική εξαθλίωση φέρνει στο φως έναν ευρωπαϊκό βορά, όπου οι δημοκρατικοί θεσμοί και τα δικαιώματα του ανθρώπου γίνονται σεβαστά, τουλάχιστον σ’ ό,τι αφορά τα βασικά τους χαρακτηριστικά. Κι έναν ευρωπαϊκό νότο όπου θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου, πρωτίστως δε εκείνα που συνθέτουν το υπόβαθρο του κοινωνικού κράτους δικαίου, διαρκώς αποδυναμώνονται.
-
I. Πώς, άραγε, φθάσαμε ως εδώ; Μ’ άλλες λέξεις πώς,
ιδίως από τότε που δρομολογήθηκε η πορεία της ΟΝΕ και της Ευρωζώνης, η
τάση ευρωπαϊκής ενοποίησης και αντίστοιχης σύγκλισης των επιμέρους
οικονομικών και θεσμικών συνιστωσών της μετατράπηκε σε ολοένα και
περισσότερο εντεινόμενη ροπή απόκλισης;
Α. Η εξήγηση αυτής της καταλυτικής μεταβολής της προοπτικής
της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι μονοσήμαντη. Πλην όμως ένα είναι μάλλον
βέβαιο: Στο επίκεντρό της βρίσκεται η ευρωπαϊκή οικονομία και οι
βίαιες διαρθρωτικές και χρηματοπιστωτικές της στρεβλώσεις. Οι οποίες
έχουν, και μάλιστα σχεδόν αποκλειστικώς, γερμανική προέλευση κι απηχούν
τις γενικότερες πλέον πιέσεις της Γερμανίας στην παγκόσμια οικονομία.
Β. Πέραν τούτου είναι ανάγκη, πάντοτε στο πλαίσιο της
προαναφερόμενης διαπίστωσης, ν’ αναδειχθεί και μια εμβληματική,
κυριολεκτικώς, παράμετρος της, γερμανικής προέλευσης κι επινόησης,
ανατροπής της επιχείρησης οικοδόμησης των στοιχειωδών αντηρίδων της
ουσιαστικής ευρωπαϊκής ενοποίησης, άρα της επίτευξης του στόχου μιας
πραγματικής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για την παράμετρο εκείνη, η
οποία «φωτίζει» την βαθύτερη αλήθεια –κι επέκεινα, την κυριότερη «ρίζα
του κακού»- ως προς την εντεινόμενη ευρωπαϊκή απόκλιση και η οποία
συνίσταται στο ότι, δυστυχώς: Η επανένωση, μετά το 1990, της Γερμανίας
και η σταδιακή ενοποίησή της, ιδίως σε οικονομικό επίπεδο, μετά την
εγκαθίδρυση της Ευρωζώνης λειτουργεί, εξαιτίας των γερμανικών
οικονομικών-νομισματικών εμμονών, ως αντικίνητρο για την ευρωπαϊκή
σύγκλιση και, τελικώς, αντίστοιχη ενοποίηση. Μ’ αφοπλιστική
«ειλικρίνεια» ο πρώην καγκελάριος της Γερμανίας κ. Gerhard Schröder έχει
τονίσει, σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Der Spiegel» (5.9.2011), ότι «όταν δημιουργείς έναν κοινό νομισματικό χώρο, τότε επικρατεί η ισχυρότερη οικονομία»!
-
II. Θ’ αποτελούσε πραγματικό στρουθοκαμηλισμό ν’
αγνοήσει κανείς πως, μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την
επανένωση της Γερμανίας, η τελευταία αλλοίωσε όχι μόνο τα συστατικά
στοιχεία του ευρωπαϊκού της προσανατολισμού αλλά και την όλη
«κοσμοθεωρία» της αναφορικά με τη συμβολή της στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.
Α. Όσο παρέμενε διχασμένη, με το Τείχος του Βερολίνου να της
θυμίζει την κληρονομιά του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και να τη θέτει στο
«μάτι του κυκλώνα» του Ψυχρού Πολέμου, η Γερμανία ήταν πιασμένη από το
«σωσίβιο» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βασιζόταν στην ασφάλεια που της
παρείχε η ευρωπαϊκή Δύση και οι «ανταγωνιστικές» της φιλοδοξίες
περιορίζονταν στην «αναμέτρησή» της και τη σύγκρισή της κυρίως με τη
Γαλλία, τη Μ. Βρετανία και την Ιταλία. Φιλοδοξίες όμως που απηχούσαν
περισσότερο την τάση της να πρωταγωνιστήσει στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και
να συμβάλλει καθοριστικά στη διαμόρφωση της όλης ευρωπαϊκής δυναμικής.
Β. Μετά την ενοποίησή της, η Γερμανία «διέβη τον ευρωπαϊκό
Ρουβίκωνα». Αντιπροσωπεύοντας σήμερα πάνω από το ένα τέταρτο της
συνολικής οικονομίας της Ευρωζώνης, ρέπει οφθαλμοφανώς προς την τάση που
την οδηγεί στο να διαδραματίσει παγκόσμιο οικονομικό ρόλο, ως «ηγέτιδα»
δύναμη στο πλαίσιο των G 20, στο ίδιο επίπεδο με τις ΗΠΑ, την Κίνα και
τη Ρωσία. Λίγη σημασία έχει αν η Γερμανία επιδίωξε το ρόλο αυτόν –όπερ
και πιθανότερο, με βάση τον εθνικό ψυχισμό της και τα «δείγματα γραφής»
του παρελθόντος της, πρόσφατου αλλά και απώτερου- ή αν οδηγήθηκε,
αντικειμενικώς, από τα πράγματα στο να τον επωμισθεί. Το σημαντικό
είναι ότι η προαναφερόμενη μετεξέλιξη της Γερμανίας, σε συνδυασμό με την
πλήρη έλλειψη ηγετικών φυσιογνωμιών στον «ευρωπαϊκό πυρήνα» καθώς και
με την αναμενόμενη αποστασιοποίηση της Μ. Βρετανίας, αποσταθεροποιεί τα
θεμέλια της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
-
III. Όμως η οικονομική γιγάντωση της Γερμανίας, μετά
την επανένωσή της, έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία εξηγούν
πώς μεταλλάχθηκε ξαφνικά, έτσι ώστε να γίνεται σήμερα λόγος όχι για μια
ευρωπαϊκή Γερμανία αλλά για μια γερμανική Ευρώπη. Και τα
χαρακτηριστικά αυτά διαμορφώθηκαν με αφετηρία την εκ μέρους της
διαχείριση του οικονομικού κόστους της ενοποίησης της Γερμανίας, η οποία
δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί εντελώς. Ενός κόστους που, με τους
μετριότερους υπολογισμούς, φθάνει ή και έχει ξεπεράσει τα 2 τρισ. ευρώ!
Α. Από τις αιτίες που διαμόρφωσαν το τεράστιο αυτό κόστος
αξίζει να επισημανθούν ιδιαιτέρως, ακριβώς λόγω της καθοριστικής
σημασίας τους:
1. Πρώτον, το «λάθος» ως προς την ισοτιμία του
ανατολικογερμανικού με το δυτικογερμανικό μάρκο. Και τούτο επειδή
μολονότι τα οικονομικά δεδομένα της εποχής οδηγούσαν σε μιαν ισοτιμία
ένα προς οκτώ, για καθαρώς εθνικούς και πολιτικούς λόγους η ανταλλαγή
έγινε με ισοτιμία ένα προς ένα. Αυτή η θηριώδης αύξηση της αξίας του
ανατολικογερμανικού μάρκου εξάρθρωσε, κυριολεκτικώς, τον παραγωγικό ιστό
της Ανατολικής Γερμανίας και οδήγησε σε ραγδαία αύξηση της ανεργίας.
2. Δεύτερον, η εξομοίωση μισθών σ’ Ανατολική και Δυτική
Γερμανία. Η εξέλιξη αυτή περιόρισε δραματικά –μάλλον εκμηδένισε- την
ανταγωνιστικότητα της Ανατολικής Γερμανίας απαιτώντας, για τη στοιχειώδη
αποκατάστασή της στη συνέχεια, τη μετακίνηση κολοσιαίων ποσών προς αυτή
από τη Δυτική Γερμανία.
3. Τρίτον, η εξομοίωση των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης
στις δύο Γερμανίες. Κάπως έτσι η Δυτική Γερμανία κλήθηκε να καλύψει το
τεράστιο κενό του ασφαλιστικού συστήματος της Ανατολικής, αφού σ’ αυτήν,
λόγω του κομμουνιστικού συστήματος, οι ασφαλισμένοι ουδόλως συνέβαλαν
οικονομικώς στον ασφαλιστικό τους φορέα μ’ αντίστοιχες προσωπικές
εισφορές.
Β. Στην πρώτη φάση μετά την ενοποίηση της Γερμανίας, και
προκειμένου ν’ ανταποκριθεί στις κατά τ’ ανωτέρω οικονομικές εξελίξεις, ο
H. Kohl –προφανώς και λόγω του ευρωπαϊκού του
προσανατολισμού- απέφυγε να μετακυλίσει πλήρως το βάρος στην υπόλοιπη
Ευρωπαϊκή Ένωση. Αποφεύγοντας όμως επίσης, για λόγους πολιτικού
κόστους, ν’ αυξήσει τη φορολογία επέλεξε τη στήριξη της κοστοβόρας
γερμανικής οικονομικής ενοποίησης στα –και τότε- σημαντικότατα
πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Οι αναπόφευκτες
πληθωριστικές πιέσεις που προέκυψαν «ξύπνησαν» τους γερμανικούς εφιάλτες
–είναι πασίγνωστος ο διαχρονικός παθολογικός φόβος των Γερμανών έναντι
του πληθωρισμού, με πιο κοντινή μνήμη εκείνη της περιόδου της
Δημοκρατίας της Βαϊμάρης- και οδήγησαν την Bundesbank σε ραγδαία αύξηση
των επιτοκίων ήδη από το 1991, όταν το μάρκο συνδέθηκε με το
σχεδιαζόμενο ευρωπαϊκό νόμισμα.
1. Οι συνέπειες ήταν αναμενόμενες: Επιβράδυνση της
οικονομικής ανάπτυξης και συνακόλουθη αύξηση της ανεργίας, που λόγω της
δομής της γερμανικής οικονομίας και των εγγενών χαρακτηριστικών της
επέδρασαν σταδιακώς και στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Ιδίως δε στον
ευρωπαϊκό νότο. Κάπως έτσι άρχισε η μετακύλιση του οικονομικού βάρους
της γερμανικής ενοποίησης και στα λοιπά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής
Ένωσης.
2. Μόνο που ενώ στην αρχή η μετακύλιση αυτή εμφανιζόταν ως
περιστασιακή αντανακλαστική αντίδραση της, αιφνιδιασμένης από το
οικονομικό κόστος της ενοποίησης, γερμανικής οικονομίας, με την πάροδο
του χρόνου μεταβλήθηκε σε συνειδητή τακτική. Η οποία επέτρεπε πια στη
Γερμανία όχι μόνο να μην επιβαρύνεται με το θηριώδες κόστος της
οικονομικής ενοποίησής της αλλά, μέσω της πλήρους μετακύλισής του extra
muros, ν’ αποκτά ηγετικό οικονομικό ρόλο τόσο στην Ευρωζώνη όσο και στην
παγκόσμια οικονομική σκηνή, όπως προεκτέθηκε.
-
IV. Τούτο έγινε αισθητό κυρίως μετά την έναρξη της
παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, δηλαδή μετά τη κατάρρευση της Lehman
Brothers το 2008. Διότι ως τότε, με τήρηση των στοιχειωδών ευρωπαϊκών
προσχημάτων, τα προμνημονευόμενα ελλείμματα του ευρωπαϊκού νότου, τα
οποία δημιουργήθηκαν και λόγω της γερμανικής οικονομικής ενοποίησης,
χρηματοδοτούνταν, τουλάχιστον εν μέρει, από εισροές γερμανικών κεφαλαίων
«εκ του ασφαλούς». Αφού οι κατ’ αυτόν τον τρόπο ενισχυόμενες
περιφερειακές ευρωπαϊκές οικονομίες και εξασφάλιζαν ικανοποιητικούς
ρυθμούς ανάπτυξης αλλά και, συνακόλουθα, «αιμοδοτούσαν» δεόντως τις
γερμανικής προέλευσης εξαγωγές. Κάπως έτσι, άλλωστε -και πάλι ως τότε- η
Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρούσε το «φύλλο συκής» ως προς την intra muros
ισορροπία –και το επέκεινα ισοζύγιο- στο πεδίο των εμπορικών της
σχέσεων.
Α. Όταν όμως ξέσπασε η παγκόσμια οικονομική κρίση, και
μπροστά στον κίνδυνο της γενικευμένης ύφεσης, η ισχυρώς –και λόγω
επαρκούς υποδομής αλλά και λόγω προνοητικώς δασφαλισμένων αποθεμάτων-
πλεονασματική Γερμανία υιοθέτησε, εγκαταλείποντας προκλητικά τις
ευρωπαϊκές της «ευαισθησίες», την οδό του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Κι
επικεντρώθηκε εφεξής στην, με κάθε μέσο, «υπεράσπιση» του ηγετικού της
ρόλου όχι μόνον εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης αλλά σε
παγκόσμιο επίπεδο, στο οποίο είχε ήδη, ούτως ή άλλως, εδραιωθεί.
Β. «Κορυφαία» επιλογή της Γερμανίας ως προς τη διασφάλιση του
ηγετικού οικονομικού της ρόλου εν μέσω παγκόσμιας κρίσης υπήρξε –και
παραμένει πάντοτε- η με κάθε μέσο διατήρηση –και, γιατί όχι, ενίσχυση-
της ανταγωνιστικότητάς της. Αφού, κατά τους κανόνες της οικονομίας,
μόνον αυτή μπορεί να εγγυηθεί την πλεονασματική της υπεροχή.
1. Το σκοπό αυτό λοιπόν η Γερμανία ούτε καν επιχείρησε να τον
επιτύχει με μέσα που είναι συμβατά, έστω και στοιχειωδώς, με τις
απαιτήσεις μιας ενιαίας ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Ήτοι μιας
πολιτικής που προϋποθέτει την «αναθέρμανση» της δικής της οικονομίας,
μέσω λελογισμένης πληθωριστικής τάσης, η οποία επιτυγχάνεται δια της
οδού της ενίσχυσης της εσωτερικής ζήτησης. Έτσι ώστε να τηρηθούν
κάποιοι κανόνες τόνωσης της ανταγωνιστικότητας των ασθενέστερων
κρατών-μελών της Ευρωζώνης. Όλως αντιθέτως, η Γερμανία επέλεξε το δρόμο
του «στραγγαλισμού» της ανταγωνιστικότητας των κρατών αυτών, στο βωμό
των δικών της σκοπιμοτήτων, επιβάλλοντας, μεταξύ άλλων:
α) Τη μέθοδο της εξασφάλισης, για δικό της φυσικά λογαριασμό,
εξαιρετικά φθηνού εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, κυρίως από τα
κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης του χειμαζόμενου από την ανεργία
ευρωπαϊκού νότου.
β) Και τη μέθοδο, επίσης για δικό της λογαριασμό, της lato
sensu «εξαγοράς», ακόμη και με μεθόδους διαφθοράς –όρα για την Ελλάδα
«Siemens» και τα κάθε είδος εξοπλιστικά προγράμματα- επιχειρήσεων του
δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, σ’ εξευτελιστικές τιμές. Τιμές που
διαμόρφωσε η ύφεση, την οποία η ίδια η Γερμανία «πυροδότησε», με την
επιβολή στις «χώρες-θύματα» πολιτικών αδιέξοδης λιτότητας, δήθεν για την
επίτευξη δημοσιονομικών στόχων (χρέος-έλλειμμα) με άκρως υποκριτικό
ευρωπαϊκό περιτύλιγμα.
2. Αυτή όμως η οικονομικώς «απομυζητική» τακτική της
Γερμανίας έναντι των χωρών του ευρωπαϊκού νότου όχι μόνο δεν συμβάλλει
στην έξοδό τους από την υφεσιακή τους πορεία και τις συνακόλουθες
επιπτώσεις της. Αλλά, όλως αντιθέτως:
α) Τα ελλείμματά τους αυξάνονται. Κατά συνέπεια, και όταν
τους επιβάλλεται η μείωση –ή και ο μηδενισμός τους- με «μνημονιακής»
έμπνευσης πολιτικές, το αποτέλεσμα συνίσταται στην πλήρη οικονομική τους
αποδυνάμωση και στην εξαθλίωση των κοινωνιών τους.
β) Συνακόλουθα, οι ανάγκες δανεισμού τους γίνονται
πιεστικότερες. Και επειδή, με τον τρόπο αυτόν, ο δανεισμός τους είναι
αδύνατο να εξασφαλισθεί από τις αγορές, ολοένα και περισσότερο
υποκύπτουν στον intuitu personae δανεισμό τους, εκτός αγορών. Πράγμα
που σημαίνει αφενός αύξηση του δημόσιου χρέους τους. Και, αφετέρου,
πλήρη υποταγή τους στους όρους που τους επιβάλλουν οι δανειστές τους,
δηλαδή σε σταδιακή συρρίκνωση της ίδιας της εθνικής τους κυριαρχίας.
Διότι η αδυναμία άσκησης στοχευμένης εθνικής οικονομικής πολιτικής
πλήττει ευθέως τον ίδιο τον πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας.
Μ’ αυτόν τον προσανατολισμό πορεύεται σήμερα η
Γερμανία έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κυρίως δε έναντι των
κρατών-μελών της που χειμάζονται, ορθότερα δε βρίσκονται σε κατάσταση
κοινωνικής έκρηξης, όπως η Ελλάδα. Με μια Καγκελάριο, την κ. Α. Merkel,
η οποία, μεσ’ από τις τραυματικές ανατολικογερμανικές της καταβολές και
τις συνακόλουθες εμμονές της, δεν μπορεί –για να μην πει κανείς ότι δεν
θέλει- ν’ αντιληφθεί επαρκώς τι σημαίνει Ευρωπαϊκή Ένωση κι ευρωπαϊκό
όραμα. Και με την πλήρη απουσία ηγετών σ’ ευρωπαϊκό επίπεδο, των
οποίων το λυκόφως σηματοδοτεί και το λυκόφως του ευρωπαϊκού οράματος.
Όπως όμως διδάσκει η ιστορία, κάθε φορά που η Γερμανία σύρθηκε πίσω από
το ηγετικό της σύνδρομο τις συνέπειες δεν τις υπέστησαν μόνο τα
«θύματά» της. Τις υπέστη και η ίδια. Γι’ αυτό παραμένει, ως σήμερα,
υπόλογος απέναντι στην ιστορία. Τουλάχιστον μπορεί να «διδαχθεί» απ’
αυτό το ζοφερό παρελθόν; Ας το ελπίσουμε, αν και όλα δείχνουν πως κάτι
τέτοιο είναι μάλλον μη αναμενόμενο, με την υπόλοιπη Ευρώπη δυστυχώς
αδύναμη να της αντισταθεί και να της αντιταχθεί.
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

