Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η επιστολή Τζόνσον του 1964 και το τουρκικό Βέτο

Δημοσιεύτηκε στις

Η επιστολή Τζόνσον του 1964 και το τουρκικό Βέτο

Του ΜΑΡΙΟΥ ΕΥΡΥΒΙΑΔΗ 
Μία δεκαετία πριν το Ιουλιανό προδοτικό πραξικόπημα που έφερε τους Αττίλες στην Κύπρο, το καλοκαίρι του 1964, κατά μήνα Ιούνιο, εστάλη η περιβόητη επιστολή του αμερικανού Προέδρου Λύντον Τζόνσον προς τον Τούρκο Πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού.  επιστολή αυτή, με ημερομηνία 5 Ιουνίου, πιστεύεται καθολικά ότι απέτρεψε την τελευταία στιγμή μια Τουρκική εισβολή στη Κύπρο.
Κατά το περιεχόμενο, ο Τζόνσον προειδοποίησε τον Ινονού ότι μια τουρκική εισβολή θα ήταν διεθνώς παράνομη βάσει των Συνθηκών του 1960, ότι θα επέφερε αμερικανικές κυρώσεις διότι η χρήση αμερικανικών όπλων για επιδρομικές επιχειρήσεις απογορευόταν από την αμερικανική νομοθεσία, και ότι δεν υπήρχε υποχρέωση εκ μέρους του ΝΑΤΟ, να υποστηρίξει την Τουρκία, εφόσον αυτή δια των πράξεων της προκαλούσε την εμπλοκή της Σοβιετικής Ένωσης, που υποστήριζε την κυπριακή ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα.

Η θέση ότι η επιστολή απέτρεψε Τουρκική εισβολή ελέγχεται, διότι οι Τούρκοι δεν είχαν τότε τις δυνατότητες για ένα τέτοιο σύνθετο εγχείρημα, όπως δεν τις είχαν και το 1967, κατά δημόσια παραδοχή του τότε Πρωθυπουργού Ντεμιρέλ. Μόνο να βομβαρδίσουν μπορούσαν, κάτι που έπραξαν τον Αύγουστο του 1964, χρησιμοποιώντας βόμβες ναπάλμ και μιμούμενοι τους Αμερικανούς που την ίδια περίοδο άρχισαν μαζικούς βομβαρδισμούς κατά του Βορείου Βιετνάμ. Την δυνατότητα για εισβολή οι Τούρκοι απέκτησαν μεταξύ 1967-1974.
Οι Τούρκοι θεώρησαν την επιστολή Τζόνσον άκρως προσβλητική και απαράδεκτη. Και γι’αυτό την διέρρευσαν στον τύπο το ίδιο έτος, πειθαναγκάζοντας τους αμερικανούς να την αποχαρακτηρίσουν, το 1966, μαζί με την απάντηση του Ινονού.
Η δημοσιοποίηση της επιστολής, πυροδότησε τον τουρκικό σοβινισμό καθώς και βίαιες αντιαμερικανικές εκδηλώσεις. Ως κυβερνητικά υποδαυλιζόμενο φαινόμενο, ο αντιαμερικανικός στη Τουρκία είχε αρχίσει να εκδηλώνεται από την προηγούμενη δεκαετία. Άρχισε ωστόσο να λαμβάνει διαστάσεις με τη αμερικανική επέμβαση στον Λίβανο του 1958 αλλά κυρίως με την Κρίση των Πυραύλων της Κούβας το 1962. Και στις δυο περιπτώσεις, η Ουάσιγκτον κατηγορήθηκε ότι δεν διαβουλεύθηκε με την Άγκυρα και αγνόησε τα συμφέροντά της.
Υπάρχει εκτενές και άγνωστο παρασκήνιο, γιατί στάλθηκε η επιστολή και γιατί επιλέχθηκε η συγκεκριμένη ημερομηνία, σε μια περίοδο που επικρατούσε σχετική ηρεμία στην Κύπρο. Συνοπτικά αναφέρω ότι υπήρχε συνεννόηση μεταξύ του Τουρκοκύπριου ηγέτη Φ. Κιουτσούκ και της Άγκυρας να προκληθούν επεισόδια για να δοθεί αφορμή ώστε, κατά το σχέδιο, να ενεργοποιηθούν οι αμερικάνοι υπέρ των Τούρκων. Οργανώθηκε δηλαδή μια προσπάθεια να αρχίσουν κινητοποιήσεις του Τουρκικού στρατού με στόχο την παραπλάνηση των αμερικανικών υπηρεσιών ότι επέκειτο εισβολή. Υπάρχουν επίσης και ενδείξεις, κατά τον αμερικανό καθηγητή Χένρι Μπάρκι (γεννημένο στη Τουρκία) ότι ο Ινονού εκμαίευσε μια αμερικανική επέμβαση με την συγκεκριμένη μορφή για να την χρησιμοποιήσει έναντι  ακραίων στοιχείων του Στρατού, διαμηνύοντας τους έτσι ότι με τις πράξεις τους θα έφερναν την Τουρκία σε σύγκρουση με τις ΗΠΑ. Ωστόσο για να φωτισθεί πλήρως το παρασκήνιο, χρειάζεται περισσότερη έρευνα με πρωτογενείς τουρκικές πηγές.
Κατ´εμέ, η σημασία της επιστολής Τζόνσον, αναφορικά με τη Τουρκία είναι υπερτιμημένη και η αξία της για την Κύπρο έγκειται αλλού. Και αυτό έχει σημασία και συνέπειες μέχρι τις μέρες μας.
Ποιά είναι η σημασία; Έχουμε με τη επιστολή Τζόνσον την πιο επίσημη διατύπωση, στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, αυτό του αμερικανού Προέδρου, την παραδοχή ότι δεν πρόκειται να υπάρξει λύση του κυπριακού που δεν θα ικανοποιεί τα τουρκικά συμφέροντα. Με την επιστολή Τζόνσον η Ουάσιγκτον υιοθέτησε απόλυτα την Βρετανική πολιτική η οποία από τη δεκαετία του 1950, παραχώρησε δικαίωμα βέτο στη Τουρκία για το μέλλον της Κύπρου. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να συμβουλευθούν επί τούτου το εμβληματικό έργο του RobertHolland, BritainandtheCyprusRevolt, 1954-1959, Oxford 1998.
Με την επιστολή Τζόνσον το Βρετανικό βέτο υπέρ της Τουρκίας γίνεται Αμερικανικό, με το ίδιο σκεπτικό. Η Τουρκία ήταν πιο σημαντικά στατηγικά χώρα τότε και για τους δυο. Όπως και σήμερα, ανεξάρτητα εάν η κυβέρνηση Αναστασιάδη αυτοπαραμυθιάζεται, ότι έχει πλέον καταστεί ισότιμος με τη Τουρκία στρατηγικός εταίρος των αμερικανών.
Όπως προανέφερα, η επιστολή Τζόνσον έχει αποχαρακτηριστεί και εντοπίζεται στο διαδίκτυο ως δημόσιο πλέον έγγραφο. Ακολουθεί παρακάτω, σε δική μου ελεύθερη μετάφραση, το συγκεκριμένο απόσπασμα της επιστολής, όπου ο αμερικανός Πρόεδρος παρέχει στον Ινονού τις αναγκαίες διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις:
“…Ίσως να θεωρείς εξαιρετικά αυστηρά όσα σου γράφω και ότι δεν δείχνουμε σεβασμό για τα Τουρκικά συμφέροντα στη Κύπρο. Επιθυμώ να σε διαβεβαιώσω ότι δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Εχουμε δημόσια και παρασκηνιακά καταβάλει μεγάλες προσπάθειες, ώστε να διασφαλισθούν οι Τουρκοκύπριοι, επιμένοντας σε μια τελική λύση του κυπριακού προβλήματος η οποία πρέπει να βασίζεται στη συναίνεση των άμεσα ενδιαφερομένων μερών. Είναι πιθανό να αισθάνεστε στην Άγκυρα, ότι οι ΗΠΑ δεν υπήρξαν ικανοποιητικά ενεργές υπέρ των συμφερόντων σας. Αλλά γνωρίζετε σίγουρα ότι η πολιτική μας έχει δημιουργήσει ζωηρές αντιδράσεις στην Αθήνα και έχει οδηγήσει σε βασική αποξένωση τις ΗΠΑ από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Όπως έχω πει στον Υπουργό Εξωτερικών σου πριν μερικές βδομάδες, αξιολογούμε πολύ υψηλά τις σχέσεις μας με την Τουρκία. Σας θεωρούμε ένα μεγάλο σύμμαχο με τον οποίο έχουμε θεμελιακά κοινά συμφέροντα. Η ασφάλεια και ευημερία σας συνιστούν και δικό μας βαθύ ενδιαφέρον και ο αμερικανικός λαός έχει εκφράσει το ενδιαφέρον του αυτό, με τους πιο πρακτικούς τρόπους. Έχουμε πολεμήσει μαζί, αντιστεκόμενοι στις φιλοδοξίες της διεθνούς κομουνιστικής επανάστασης. Αυτή η αλληλεγγύη σας σημαίνει πολλά για εμάς, και ελπίζω να σημαίνει πολλά για τη Κυβέρνηση και τον λαό σου.
Δεν έχουμε καμία πρόθεση να δώσουμε υποστήριξη σε λύση στην Κύπρο που θα θέτει σε κίνδυνο την Τουρκοκυπριακή κοινότητα… Αλλά θέλω να σε διαβεβαιώσω ότι διατηρούμε βαθύ ενδιαφέρον αναφορικά με τα συμφέροντα της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων και αυτό θα διατηρηθεί….”
Από το 1964 και μετά, με την πολιτική Κίσσινγκερ στη διάρκεια της πρώτης και δεύτερης Τουρκικής εισβολής του 1974, όπως και με την συνέχιση και κλιμάκωση της με το επαίσχυντο και κρατοκτόνο Σχέδιο Αννάν, επιβεβαιώνεται πανηγυρικά αυτή η θέση και δέσμευση των αμερικανών έναντι της Άγκυρας. Και η θέση αυτή οδηγεί νομοτελειακά στη κατάλυση του κράτους του 1960, την Κυπριακή Δημοκρατία. Διότι μόνο με τη κατάλυση της εξυπηρετούνται τα Τουρκικά συμφέροντα, όπως μόλις πρόσφατα γνωστοποίησε (αλλά για νιοστή φορά) η Άγκυρα με τον πιο επίσημο τρόπο, χαρακτηρίζοντας την Κυπριακή Δημοκρατία ως πολιτικά ανύπαρκτη, κοινώς “εκλιπούσα”, σε έγγραφο που οι Τουρκαλάδες κυκλοφόρησαν επίσημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Και καλά, ο Έλληνας ΥΠΕΞ ,  Ευ. Βενιζέλος ίσως να μην κατάλαβε, παρά την διαφημιζόμενη εξυπνάδα του για να λέμε και του στραβού το δίκιο, τί του παρέδωσαν. Οι Κύπριοι αξιωματούχοι ούτε αυτοί κατάλαβαν; Αυτοί δεν είναι που κατηγορούσαν τον τέως Πρόεδρο Χριστόφια ως “αχάπαρο”; Στη βάση της “διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας” δεν “χαπαρίζουν”  τι είναι που διαπραγματεύονται, αν όχι την κατάλυση του κράτους;
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ: Ο Γεώργιος Παπανδρέου με τον Λίντον Τζόνσον (1964)

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις13 λεπτά πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις43 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom1 ώρα πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Δημοφιλή