Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ιράκ: Πώς φθάσαμε στην άνοδο της ISIS

Δημοσιεύτηκε στις

Του Ben Barry





Η πρόσφατη ραγδαία έξωση των ιρακινών κυβερνητικών δυνάμεων από τις περισσότερες των επαρχιών Ninewa και Anbar από τους τζιχαντιστές αντάρτες του ISIS, είναι ένα πλήγμα για τον πρωθυπουργό Nuri al-Maliki. Είναι δυσάρεστα νέα για τους περισσότερους στις ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων και η ομάδα εθνικής ασφάλειας του προέδρου Barack Obama και οι Αμερικανοί βετεράνοι από τον Πόλεμο του Ιράκ, καθώς η πρόοδος που είχε σημειωθεί στην εκπαίδευση και τον εξοπλισμό των ιρακινών δυνάμεων την τελευταία δεκαετία, φαίνεται ότι ήταν για το τίποτα.


Al-Qaim, Tal Afar και Ramadi- βασικές περιοχές την τελευταία δεκαετία Στη διάρκεια της περιόδου 2004-2006, η αμερικανική στρατηγική για τον πόλεμο στο Ιράκ ήταν αυτή της ταχείας μετάβασης στις ιρακινές δυνάμεις ασφαλείας. Ο πρόεδρος George . Bush δήλωσε ότι «καθώς οι ιρακινές δυνάμεις θα βελτιώνονται, εμείς θα αποχωρούμε». Αλλά στο κεντρικό Ιράκ και στην ευρύτερη Βαγδάτη, οι αμερικανικές δυνάμεις δυσκολεύτηκαν να συγκρατήσουν την άνοδο της σουνιτικής-al-Qaeda εξέγερσης και την άνοδο των σιιτικών παραστρατιωτικών ομάδων.



Στην επαρχία Anbar οι αμερικανοί πεζοναύτες εφάρμοσαν την αρχή των «αντί-εξεγέρσεων» (COIN) γιια να «καθαρίσουν, κρατήσουν, και ανοικοδομήσουν την συνοριακή πόλη της al-Qaim. Αυτή η προσέγγιση εφαρμόστηκε επίσης με επιτυχία στην επαρχία Ninewa από το δεύτερο θωρακισμένο τάγμα στην πόλη Tal Afar. Αυτές οι επιτυχίες συνοδεύτηκαν από την διαρκή επίθεση των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων (SOF) στα δίκτυα των ανταρτών στην κοιλάδα του Ευφράτη. Ένα χρόνο αργότερα, η 1η ταξιαρχία της 1ης μεραρχίας τεθωρακισμένων, εφήρμοσε με επιτυχία μια παρόμοια προσέγγιση στο Ramadi.


Πολλές σουνιτικές φυλές ήταν αποξενωμένες από το σκληρό και καταπιεστικό καθεστώς που επιβλήθηκε από την Al-Qaeda και άλλαξε πλευρές. Το “Anbar Awakening” δημιούργησε ένα κομβικό σημείο, όπως έκανε τον Ιανουάριο του 2007 η αντικατάσταση της αμερικανικής στρατηγικής μετάβασης από την αύξηση των πρόσθετων αμερικανικών στρατευμάτων να προστατέψουν τους πολίτες, με στόχο τη δημιουργία επαρκούς ασφάλειας και χώρου για πολιτικό πρόοδο και συμφιλίωση. Χρησιμοποιώντας τακτικές διαμορφωμένες στις al-Qaim, Tal Afar, Ramadi, ενισχυμένες αμερικανικές ταξιαρχίες χρησιμοποιήθηκαν για να αντιμετωπίσουν την εξέγερση των Σουνιτών και της al-Qaeda, και αναπτύχθηκαν σε σουνιτικές περιοχές στη Βαγδάτη. Αυτό αντέστρεψε την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας.


Από τη στιγμή που η Βαγδάτη ήταν σχετικά ασφαλής, οι αμερικανικές δυνάμεις έστρεψαν την προσοχή τους σε πόλεις εκτός της πρωτεύουσας, γνωστές στον αμερικανικό στρατό ως «ζώνες της Βαγδάτης», και μέσα στην επαρχία Diyala. Υπήρξαν σφοδρές μάχες γύρω από την Baquba, αλλά μέχρι το 2009 οι ιρακινές δυνάμεις κρατούσαν σταθερά τις περιοχές που εκκαθάρισαν στη διάρκεια της εξέγερσης, μεγάλος αριθμός σουνιτών ανταρτών είχε αλλάξει πλευρά και η al-Qaeda είχε αρχίσει να παραπαίει από τις επιθέσεις ακρίβειας στους ηγέτες τους και στα δίκτυά της από τις ΗΠΑ και τις ιρακινές δυνάμεις ασφαλείας. Οι ΗΠΑ είχαν εξελίξει τις ιρακινές δυνάμεις ασφαλείας σε μια αποτελεσματική δύναμη COIN που κέρδισε έναν βαθμό εθνικού σεβασμού.


Η επιχείρηση Ιρακινή Ελευθερία έληξε τον Αύγουστο του 2010 και αντικαταστάθηκε από μια αποστολή «εκπαίδευσης, συμβουλής και βοήθειας», την επιχείρηση Νέα Αυγή. Οι αμερικανό-ιρακινές διαπραγματεύσεις για μια Συμφωνία για το Καθεστώς δυνάμεων σχετικά με την κάλυψη του Ιράκ από τις αμερικανικές δυνάμεις απέτυχε, κυρίως λόγω της συντριπτικής αντίθεσης από το ιρακινό κοινοβούλιο. Όλα τα αμερικανικά στρατεύματα αποχώρησαν μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου του 2011.


ISIS- από τη Συρία στο Ιράκ και πίσω πάλι
Τα επόμενα τρία χρόνια, ο Maliki εδραίωσε σε μεγάλο βαθμό την εξουσία του, μια διαδικασία που εξιστορείται από τον Καθηγητή Toby Dodge στο βιβλίο του «Ιράκ: Από τον πόλεμο σε έναν νέο αυταρχισμό». Αυτό περιελάμβανε την περιθωριοποίηση και την καταδίωξη σημαντικών σουνιτών και Κούρδων πολιτικών και έναν τοξικό συνδυασμό διακρίσεων, εσκεμμένης αμέλειας και σκληρής καταστολής εναντίον μιας σουνιτικής μειοψηφίας που στερούνταν όλο και περισσότερο των πολιτικών της δικαιωμάτων.


Ο Maliki επίσης συγκέντρωση τον έλεγχο της ασφάλειας, αναλαμβάνοντας άμεσα την υπουργική αρχή για τις ένοπλες δυνάμεις, την αστυνομία και τις υπηρεσίες πληροφοριών. Οι δοκιμασμένοι και έμπειροι αξιωματικοί του στρατού και της αστυνομίας αντικαταστάθηκαν από λιγότερο ικανούς αλλά από πιστούς πολιτικά πληρεξουσίους. Αυτό αποδυνάμωσε σημαντικά την αποτελεσματικότητα των δυνάμεων ασφαλείας καθώς και την αμεροληψία τους. Παρά το ότι είχαν στην κατοχή τους μεγάλες ποσότητες του αμερικανικού στρατιωτικού εξοπλισμού, ο στρατός και η αστυνομία κατέστησαν λιγότερο αποτελεσματικοί λόγω της ενδημικής διαφθοράς.


Στο μεταξύ, τα απομεινάρια της al-Qaeda στο Ιράκ πήρε τα όπλα εναντίον του καθεστώτος Assad στη Συρία. Ονομάζοντας πλέον τον εαυτό τους ISIS, χάραξαν νέα εδάφη, από την κεντρική πόλη Raqqa μέχρι τα ιρακινά σύνορα. Επίσης, επιβάλλοντας την βίαιη εκδοχή του νόμου της Σαρία, προσπάθησε να πετύχει ένα μέτρο σταθερότητας στις πόλεις που ήλεγχε, δημιουργώντας έσοδα μέσο φορολογικών αυξήσεων, απαγωγών και εμπορίου πετρελαίου και κλεμμένων αρχαιοτήτων στην μαύρη αγορά.


Το ISIS έχτισε εκ νέου τα δίκτυά του στις όλο και πιο δυσαρεστημένες σουνιτικές κοινότητας κατά μήκος του δυτικού και κεντρικού Ιράκ. Όπως καταγράφεται στις δύο ετήσιες αναφορές του, χρησιμοποίησε βομβαρδισμούς, δολοφονίες και επιθέσεις με βάση την τακτική των ανταρτών προς τις ιρακινές δυνάμεις ασφάλειας. Επίσης προχώρησε σε προσεγμένη προπαγάνδα, συμπεριλαμβανομένων και πολύ καλά επεξεργασμένων videos στο youtube και έναν ιδιαίτερα αποτελεσματικό λογαριασμό στο twitter για να συγκεντρώσει τους διεθνείς εθελοντές τζιχαντιστές, οικονομικές εισφορές και υποστήριξη από τους Σύριους και Ιρακινούς Σουνίτες.


Στις αρχές του 2014, η ISIS κατέλαβε τη Φαλούτζα, από την οποία δεν αποκολλήθηκε. Στους επόμενους μήνες, κέρδισε ένα σημαντικό πλεονέκτημα έναντι των ιρακινών κυβερνητικών δυνάμεων γύρω από τη Μοσούλη. Η εκκένωση της πόλης πεζή από τους Ιρακινούς ανώτερους στρατηγούς, φαίνεται ότι προκάλεσε μια ευρεία ήττα, με αποτέλεσμα τη διάλυση της δεύτερης ιρακινής μεραρχίας και τις καταστροφής άλλων τριών τμημάτων του στρατού. Το Τικρίτ έπεσε αμέσως μετά, όπως έκανε και το Tal Afar και βασικά συνοριακά περάσματα από το Ιράκ στη Συρία και την Ιορδανία.


Βραχυπρόθεσμα, το ISIS πιθανότατα θα επιδιώξει να διατηρήσει την πίεση στη Βαγδάτη και τις «ζώνες» της για να κερδίσει χρόνο ώστε να εξελίξει περαιτέρω τον πολιτικό και στρατιωτικό έλεγχό της στις αστικές περιοχές που κατέλαβε. Αυτό θα μπορούσε να γίνει με τον στόχο της καλύτερης αντοχής και αντιμετώπισης των επιθέσεων από τις ιρακινές κρατικές δυνάμεις, αλλά επίσης και με την εδραίωση του οικονομικού ελέγχου, όπως είχε γίνει στην συριακή πόλη Raqqa, αυξάνοντας το ήδη σημαντικό ρεύμα εσόδων.


Ανατρέποντας την ISIS
Βραχυπρόθεσμα, ο στόχος της ιρακινής κυβέρνησης θα είναι να σταματήσει την επίθεση της ISIS. Υπό την προϋπόθεση ότι η κυβέρνηση διατηρεί επαρκή πολιτική σταθερότητα, οι σιιτικές περιοχές της ευρύτερης Βαγδάτης θα πρέπει να διατηρηθούν με επιτυχία. Αλλά μόνο η παρεμπόδιση της προώθησης των μαχητών της ISIS σε φορτηγά, δεν θα είναι αρκετή. Θα είναι εξίσου σημαντικό να αντιμετωπιστούν τα δίκτυα της ISIS στις εναπομείνασες σουνιτικές περιοχές μέσα και έξω από την Βαγδάτη.


Η επικείμενη απειλή έχει προκαλέσει την μαζική κινητοποίηση των σιιτων μαχητών σε υποστήριξη της ιρακινής κυβέρνησης. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι πρόσφατα αξιόπιστα δημοσιεύματα από την Βαγδάτη και την Baquba, υποδηλώνουν ότι οι εξωδικαστικές δολοφονίες σουνιτών έχουν αυξηθεί και ότι οι δυνάμεις της ιρακινής κυβέρνησης συγκρατούν τις πιο ισχυρές πολιτοφυλακές.


Οι πρόσφατες επιθέσεις στο Τικρίτ από κυβερνητικές δυνάμεις και σιίτες μαχητές, αποδεικνύουν ότι οι ιρακινές αρχές προσπαθούν να αποκαταστήσουν την εξουσία τους. Ενώ το καθεστώς πιθανώς μπορεί να συγκεντρώσει στρατεύματα και παραστρατιωτικές ομάδες για ορισμένες επιθετικές επιχειρήσεις, είναι πιθανό ότι ο συνδυασμός των με υψηλό κίνητρο μαχητών σουνιτών και της ISIS και η εκτεταμένη χρήση των βομβών, θα καταστήσουν αυτές τις επιχειρήσεις τόσο αργές όσο και δαπανηρές. Οι άμεσες αστικές επιθέσεις ή επιθέσεις από αέρος και από το πυροβολικό, πιθανώς θα οδηγήσουν σε σημαντικές απώλειες αμάχων και σε παράπλευρες απώλειες, αποξενώνοντας περαιτέρω τους Σουνίτες και διαβρώνοντας τη νομιμότητα του καθεστώτος εκτός του Ιράκ.


Η εκτόπιση της ISIS θα απαιτήσει μια προσέγγιση τύπου COIN. Αλλά το εάν η ιρακινή πολιτική ηγεσία και ηγεσία ασφάλειας έχει τη δυνατότητα να εφαρμόσει υπομονετικές προσεκτικές και λεπτές προσεγγίσεις των επιτυχημένων επιχειρήσεων του COIN της προηγούμενης δεκαετίας, είναι αβέβαιο. Και δεν είναι σαφές ότι υπάρχουν επαρκείς αριθμοί ικανών Ιρακινών στρατιωτών και αστυνομικών, ώστε στη συνέχεια να κρατήσουν οποιαδήποτε περιοχή απαλλαγεί από την ISIS. Η ευρεία συμμετοχή σιιτικών παραστρατιωτικών σε τέτοιες επιχειρήσεις, πολλοί με σκοπό να «καθαρίσουν» με τους Σουνίτες, θα ήταν μια επιλογή γεμάτη με τον κίνδυνο κλιμάκωσης των αντιποίνων, προωθώντας τους προφανείς στόχους της ISIS για αναζωπύρωση ενός δεύτερου εμφυλίου πολέμου μεταξύ Σουνιτών/Σιιτών.


Ο πρόεδρος Obama διακήρυξε στις 19 Ιουνίου ότι «θα είμαστε έτοιμοι να λάβουμε στοχευμένη και με ακρίβεια στρατιωτική δράση, εάν και όταν διαπιστώσουμε ότι το απαιτεί η κατάσταση επί του εδάφους. Εάν το κάνουμε, θα διαβουλεύομαι στενά με το Κογκρέσο και τους ηγέτες στο Ιράκ και στην περιοχή». Οι ΗΠΑ έχουν εστιάσει εκ νέου τα συστήματα συγκέντρωσης πληροφοριών, μεταξύ των οποίων και τα μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα, κατά των εξεγερθέντων. Έχουν αναπτύξει Ειδικές Δυνάμεις για να έχουν καλύτερη αξιολόγηση της κατάστασης και έχουν εγκαταστήσει κοινά κέντρα επιχειρήσεων στη Βαγδάτη και στο ιρακινό Κουρδιστάν. Αυτό θα τους δώσει καλύτερη κατανόηση και πληροφορίες και θα τις επιτρέψει να δημιουργήσουν επιλογές για αεροπορικές και πυραυλικές επιθέσεις εναντίον της ISIS. Αλλά τέτοιες επιθέσεις από μόνες τους πιθανώς θα είναι ανεπαρκείς για να εκδιώξουν την ISIS από το Ιράκ, χωρίς τις αντεπιθέσεις COIN από ικανές  ιρακινές δυνάμεις. Και οι επιτυχημένες αμερικανικές επιθέσεις εναντίον της ISIS μπορεί να αφαιρέσουν οποιονδήποτε περιορισμό για τη συμπεριφορά του Maliki, δίνοντας παράλληλα ανακούφιση στις κυβερνήσεις της Συρίας και του Ιράν.

Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ:http://www.iiss.org/en/militarybalanceblog/blogsections/2014-3bea/july-8d3b/insurgency-to-counter-insurgency-and-back-af1a

Πηγή:www.capital.gr

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις6 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Δημοφιλή