Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Winston Churchill και Κύπρος: Ένα άγνωστο κείμενο του 1907

Δημοσιεύτηκε στις

γράφει ο κ. Πέτρος Στ. Μακρής-Στάϊκος

Ύστερα από μυστικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε δύο Αυτοκρατορίες, την
Βρετανική καιτην Τουρκική, στις 4 Ιουνίου του 1878 υπογράφεται στην
Κωνσταντινούπολη η λεγόμενη Συνθήκη της Κύπρου. Το
κείμενό της αποτελείται από δύο άρθρα, θα συμπληρωθεί δε στις 4 Ιουλίου
με ένα παράρτημα έξη άρθρων. Η Συνθήκη αφορά την αμυντική συνεργασία
των δύο χωρών έναντι της Ρωσίας, η οποία στον Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο των
ετών 1877-1878 έχει καταλάβει τις παληές αρμενικές επαρχίες της Adjara
(όπου το λιμάνι του Batoum) του Ardahan και του Kars, προβλέπει δε
(άρθρο Ι) ότι αν αυτή επιχειρήσει στο μέλλον να καταλάβει και άλλα
οθωμανικά εδάφη, η Μ. Βρετανία δεσμεύεται να συνδράμει τον Σουλτάνο με
την δύναμη των όπλων της.


            Προκειμένου η Μ.
Βρετανία να διευκολυνθεί στην εξασφάλιση εφοδίων για την εκπλήρωση της
δέσμευσής της, ο Σουλτάνος (άρθρο ΙΙ) συναινεί να περιέλθει η Κύπρος υπό
την κατοχή και την διοίκησή της. Το νησί θα αποδοθεί στην Τουρκία, εάν και όταν η Ρωσία της επιστρέψει τις παραπάνω επαρχίες (άρθρο VI
του παραρτήματος). Τέλος, η Μ. Βρετανία (άρθρο III του παραρτήματος)
υποχρεώνεται να καταβάλλει κάθε χρόνο στην Υψηλή Πύλη, ολόκληρο το
περίσσευμα του εθνικού εισοδήματος της Κύπρου, ύστερα από την αφαίρεση
των διοικητικών δαπανών. Το ποσό του, ύστερα από διαπραγματεύσεις,
ορίζεται σε 92.799 λίρες στερλίνες, 11 σελίνια και τρεις πένες….
            Το 1907, ο Winston Spencer Churchill είναι 33 ετών, βουλευτής του Κόμματος των

O W. Churcill το 1905

Φιλελευθέρων και κοινοβουλευτικός υφυπουργός Αποικιών. Με την ιδιότητά
του αυτή, τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, επισκέπτεται την Κύπρο. Στον
δρόμο της επιστροφής του στο Λονδίνο, συντάσσει υπόμνημα για την κατάσταση στο νησί, το οποίο, με τίτλο Η κατάσταση της Κύπρου (Condition of Cyprus)  απευθύνει στον Sir Francis Hopwood, μόνιμο υφυπουργό Αποικιών, και στον Λόρδο Elgin, επικεφαλής του ίδιου υπουργείου. Το κείμενο του υπομνήματος βρίσκεται στα βρετανικά Εθνικά Αρχεία (TNA (PRO) CAB 37/89/33) και παρατίθεται εδώ αυτούσιο: 

            Sir F. Hopwood,

            Lord Elgin, 

            Ανησυχώ για την κατάσταση στην Κύπρο, από την οποία μόλις έφυγα, ύστερα από μια σύντομη αλλά φορτωμένη επίσκεψη. Δεν
είχα καταλάβει, ότι από την έναρξη της κατοχής μας, πριν από τριάντα
χρόνια, αντλήσαμε από αυτό το νησί, εξαντλημένο όπως ήταν, ύστερα από
300 χρόνια τουρκικής κακοδιοίκησης, πάνω από 1.800.000 λίρες.
Η
εντύπωση που είχα σχηματίσει, ήταν πως η ζωή στην Κύπρο συνεχίζεται,
λίγο-πολύ χάρις σε γενναία επιχορήγηση από το Θησαυροφυλάκειό μας. Οι
μέθοδοι κατάρτισης των εθνικών λογαριασμών ευνοούν αυτή την εικόνα, την
οποία, όπως πιστεύω, έχουν σχεδόν όλοι. Η εικόνα, όμως, είναι τελείως
εσφαλμένη. Με την Συνθήκη του 1878, υποχρεώσαμε την Κύπρο να πληρώνει,
κάθε χρόνο, 92.800 λίρες στον Σουλτάνο, ως φόρο. Η Συνθήκη αυτή
καταρτίσθηκε για τους δικούς μας σκοπούς. Θεωρήθηκε, τότε, ως μεγάλης
στρατηγικής σημασίας το να έχουμε ένα οπλοστάσιο και μια στρατιωτική
βάση στην Ανατολή, από όπου θα μπορούσαμε να παρακολουθούμε την Αίγυπτο
και την Κωνσταντινούπολη. Όταν ορίσαμε το εν λόγω ποσό του φόρου, δεν
ζητήσαμε την γνώμη των Κυπρίων. Ουδέποτε συμφώνησαν με αυτόν και
υπολογίσθηκε στη βάση όσων δήλωσε η Τουρκία πως μπόρεσε να απομυζήσει
από το νησί, με συνήθεις τουρκικές μεθόδους
. Αδημονούσαμε,
εντούτοις, να αποκτήσουμε το νησί και δεν είχαμε την πολυτέλεια -ή δεν
μας ενδιέφερε- να σαστίσουμε με τους όρους, κυρίως διότι αφορούσαν τα
συμφέροντα άλλων ανθρώπων και μόνον. Ανασκοπώντας αυτή την αρχική
συναλλαγή, δεν μπορώ παρά να σκεφθώ πως υπήρξε ανάρμοστη. Δεν πιστεύω
ότι θα έπρεπε ποτέ να συναινέσουμε στο να γίνουμε οι εισπράκτορες αυτού
του μισητού και καταθλιπτικού φόρου, με τον οποίο ο Τούρκος συνέθλιψε
και κατέστρεψε τόσες πολλές από τις υποτελείς του επαρχίες. Όμως, αυτή
υπήρξε η μισή μόνον συναλλαγή.

Επετειακό γραμματόσημο για τα 40 χρόνια Αγγλοκρατίας

            Συμπτωματικά, τον ίδιο ακριβώς χρόνο που άρχισε η κατοχή μας στο νησί, ο Σουλτάνος αρνήθηκε
την εξόφληση του τουρκικού χρέους του 1855, του οποίου η Μ. Βρετανία
και η Γαλλία υπήρξαν συνεγγυήτριες, ενώ υπέγγυα ήταν τα έσοδα της
Τουρκικής Αυτοκρατορίας.  Tουλάχιστον
εδώ, στην Κύπρο, υπήρχε ένα μέρος των εσόδων αυτών, που μπορούσαμε να
κατάσχουμε. Έτσι, δεσμεύσαμε ολόκληρο τον φόρο και τον διοχετεύσαμε στην
εξυπηρέτηση του ανεξόφλητου δανείου. Χωρίς αμφιβολία, από την δική μας
πλευρά, τούτο υπήρξε ένας συμφέρων διακανονισμός. Υπήρξε όμως, μια
έντιμη και ηθική πράξη; Δείτε τις συνέπειες: Η Κύπρος δεν ρωτήθηκε για
τον φόρο προς την Τουρκία. Επιπλέον, ουδεμία είχε σχέση με την επέκταση
της βρετανο-γαλλικής εγγύησης του δανείου του 1855 και, ακόμα
περισσότερο, δεν ρωτήθηκε σχετικά. Οι Μεγάλες Δυνάμεις εγγυήθηκαν το
δάνειο του 1855 για λόγους υψηλής πολιτικής, ολοκληρωτικά άσχετους με
την Κύπρο. Θα πρέπει να υποτεθεί πως, παραχωρώντας την εγγύηση, η Μ.
Βρετανία έπραξε αποκλειστικά προς το βρετανικό συμφέρον. Ασφαλώς, η Μ.
Βρετανία και ουδείς έτερος, έφερε την ευθύνη για το μερίδιό της
σε περίπτωση υπερημερίας. Δεν είχε και δεν έχει περισσότερο δικαίωμα να
κάνει την Κύπρο να συμμετάσχει στην εξόφληση αυτής της γνήσια
βρετανικής υποχρέωσης, από ότι θα είχε στην περίπτωση της Κεϋλάνης ή
οποιουδήποτε μικρού ανεξάρτητου κράτους που θα μπορούσε να υποτάξει με
την δύναμη των όπλων. Όμως, αυτό έπραξε. Ο Τούρκος, ούτε μία δεκάρα δεν
εισέπραξε από τον φόρο και, από την άποψη αυτή, η Συνθήκη του 1878, στην
πραγματικότητα, ξεπεράσθηκε ολοκληρωτικά. Εντούτοις, η Κύπρος
υποχρεώθηκε, έτσι κι αλλιώς, να πληρώσει. Τα χρήματα ήρθαν σ’εμάς και
χρησιμοποιήθηκαν από εμάς για την κάλυψη του συνολικού τμήματος μιάς
καθαρά βρετανικής υποχρέωσης.


            Από την σκοπιά της
Κύπρου, η υπόθεση φαίνεται πολύ άσχημη. Οι Κύπριοι βλέπουν πως τους
δεσμεύσαμε να πληρώσουν στον Σουλτάνο έναν υπερβολικό φόρο. Βλέπουν πως
έχουμε διάφορα δικά μας χρέη να εξοφλήσουμε. Και παρατηρούν πως, αντί να
εκπληρώνουμε τον όρο της Συνθήκης, με τον οποίο δεσμεύθηκαν τόσο
αντικανονικά, εμείς, έτσι κι’ αλλιώς, παίρνουμε τα χρήματά τους και τα
κρατάμε για τους εαυτούς μας. Μπορούμε να αμφιβάλλουμε για τα αισθήματά
τους; Είναι απολύτως αληθές, ότι κάτω από το βάρος που θέσαμε σ’αυτό το
μικρό και πενόμενο νησί,
ο κυπριακός λαός κατέρρευσε. Παρ’όλο που επιβλήθηκε η πιο σκληρή
οικονομία, παρ’όλο που όλα τα δημόσια έργα παραμελήθηκαν και ολόκληρη η
δημόσια διοίκηση περικόπηκε σε σημείο λιμοκτονίας, ουδέποτε πετύχαμε
τίποτα παραπάνω από τον Σουλτάνο. Τους αποσπάσαμε ολόκληρο τον φόρο των
92.800 λιρών και, ως αποτέλεσμα, προχωρήσαμε στο να μεταχειριζόμαστε την
Κύπρο, ωσάν να ήταν ένα μη οικονομικά αυτάρκες προτεκτοράτο.  Τέθηκε
υπό τον πλέον αυστηρό έλεγχο του Θησαυροφυλακείου. Το προϊόν όλων των
οικονομιών της -παρ’όλη την αυτοθυσία των Κυπρίων- και κάθε περίσσευμα,
όσο αξιοθρήνητα μικρό και να ήταν, τα κατάσχαμε στο τέλος κάθε
οικονομικού έτους. Η διαφορά ανάμεσα στα ποσά που είχαν εισπραχθεί και,
αθροιστικά, στην δαπάνη για την δημόσια διοίκηση και σε ολόκληρο τον
φόρο, εμφανίζονταν, στη συνέχεια, ως επιχορήγηση και οι λογαριασμοί
παρουσιάζονταν στην Βουλή, με τρόπο που έκανε οποιονδήποτε να υποθέτει
ότι, στην πραγματικότητα, η Κύπρος ζούσε με βρετανικό χρήμα. Αυτή η
εξοργιστική και

Επετειακή εκδήλωση των Άγγλων στην Λευκωσία

ανήθικη τακτική διήρκεσε 27 χρόνια. Σ’αυτό το χρονικό διάστημα, πετύχαμε
να αποσπάσουμε από το κατεστραμμένο νησί, 60.000 λίρες το χρόνο, κατά
μέσο όρο,  ή, περίπου, 1.600.000 λίρες, συνολικά.


            Στις αρχές του 1906, το υπουργείο Αποικιών επέστησε την προσοχή του υπουργού των Οικονομικών (Chancellor of the Exchequer)
σχετικά με την αξιοθρήνητη κατάσταση του νησιού, την αργή του πρόοδο,
κάτω από την βρετανική κατοχή, τους ανυπόφορους οικονομικούς
περιορισμούς, υπό τους οποίους τελούσε, και το αχρείο σύστημα, κατά το
οποίο κάθε τοπικό οικονομικό περίσσευμα ή αποταμίευμα, διοχετεύονταν
αποκλειστικά στην μείωση της συνολικής επιχορήγησης. Τότε ο υπουργός
αποφάσισε -και επρόκειτο για φιλελεύθερη απόφαση- να δώσει αυτό που το
Θησαυροφυλάκειο αποκαλεί μία “σταθερή επιχορήγηση 50.000 λιρών ετησίως”,
έτσι ώστε τα οικονομικά περισσεύματα και αποταμιεύματα, εγγυημένα πάνω
σ’αυτή την βάση, να ρέουν προς όφελος του νησιού. Με άλλα λόγια,
υποσχεθήκαμε στην Κύπρο, ότι δεν θα την υποχρεώσουμε να εισφέρει στην
εξόφληση καθαρά βρετανικών χρεών, με περισσότερο από 42.800 λίρες
ετησίως. Αυτό είναι το καθεστώς που ισχύει σήμερα, παρ’όλον ότι δεν
πρέπει να λησμονείται πως πρόκειται για ρύθμιση που ισχύει για τρία
χρόνια, εκτός και αν η γενναιοδωρία μας φθάσει πολύ μακριά.

            Δεν υποτιμώ την ανακούφιση που παρέχεται έτσι. Είναι πραγματική, είναι αποτελεσματική και, όσο διαρκεί, θα υπάρξει αισθητή και ουσιαστική  διευκόλυνση
και βελτίωση στην κατάσταση. Μολοντούτο όμως, είναι ολοφάνερο πως δεν
έχουμε κανένα δικαίωμα -με εξαίρεση την ανωτέρα βία- να εισπράξουμε,
έστω μια δεκάρα από τον κυπριακό φόρο, προκειμένου να ανακουφιστούμε από
τις δικές μας, νόμιμες υποχρεώσεις, όσο ατυχής και να ήταν ο τρόπος με
τον οποίο συμφωνήθηκαν. Σπάνια θα δει κανείς θέαμα πιο απεχθές από την
καταπίεση μιας μικρής κοινότητας από μία Μεγάλη Δύναμη, με σκοπό το
χρηματικό όφελος. Και, αναμφισβήτητα, αυτό είναι το θέαμα που
παρουσιάζει σήμερα, η εκ μέρους μας οικονομική μεταχείριση της Κύπρου.
Το να αποσπούμε φόρο με εξαναγκασμό, από οποιαδήποτε κτήση ή από έδαφος
που διοικείται υπό την αιγίδα του Στέμματος,

είναι, κατά την άποψή μου, ανάξιο της Μ. Βρετανίας και τελεί
ολοκληρωτικά σε διάσταση προς όλες τις αρχές της αποικιακής μας
πολιτικής. Πέραν από τους ταχυδακτυλουργικούς λογαριασμούς,
καταρτισμένους τεχνητά και με σοφιστεία, όσο επιτρέπει η ανθρώπινη
ευφυΐα, ένα παραμένει το θεμελιώδες γεγονός: Η Κύπρος πληρώνει 42.800
λίρες ετησίως και η Μ. Βρετανία εισπράττει 42.800 λίρες ετησίως, για το
δικό της όφελος, προκειμένου, δηλαδή, να εξοφλεί τμήμα των δικών της
χρεών. Και αυτό, θα πω, συνιστά μια επονείδιστη κηλίδα στην
αυτοκρατορική πολιτική.


            Πόσο
διαφορετική είναι η μοίρα της Κύπρου από εκείνην οποιουδήποτε άλλου
νησιού ή προτεκτοράτου που διοικείται από το υπουργείο Αποικιών! Στα
περισσότερα από αυτά δίνουμε μεγάλες επιχορηγήσεις -στην Σομαλία 75.000
λίρες το χρόνο- όλες οριστική απώλεια για μας, όλες καθαρό κέρδος για
εκείνα. Είμαστε, συνήθως, ενθουσιασμένοι όταν τα βλέπουμε
αυτοσυντηρούμενα. Από κανένα δεν αποσπούμε οποιαδήποτε πληρωμή, εκτός αν
αυτή αποτελεί συνεισφορά στην δαπάνη για την τοπική φρουρά, από την
οποία προστατεύονται και από την οποία κερδίζουν πολλά. Όμως, η Κύπρος
που ήρθε στα χέρια μας κατεστραμμένη και εξουθενωμένη, ύστερα από 300
χρόνια φρικτής κακομεταχείρισης, η Κύπρος που όχι μόνον δεν έλαβε ούτε
δεκάρα από εμάς, αλλά συντηρείται μόνη της και έχει συμβάλει στην
πληρωμή των δικών μας χρεών με ποσό που ανέρχεται σήμερα σε 1.800.000
λίρες, αποσπασμένο από εκείνην με κόστος την δυστυχία και την
αποτελμάτωση, επειδή δεν μπορεί (ορίστε μας!) να μας πληρώνει πάνω από
42.800 λίρες το χρόνο, η Κύπρος είναι στιγματισμένη ως πάμπτωχη
κοινότητα που ζει με επιχορηγήσεις.

            Η εικόνα της
δυστυχίας δεν γίνεται λιγότερο φανερή, ούτε αν η Κύπρος θεωρηθεί ως μια
επαρχία της Τουρκικής Αυτοκρατορίας, στην οποία έχουν παραχωρηθεί
πολιτικά δικαιώματα, αντί αυτού που πράγματι είναι, δηλαδή ένα νησί για
το οποίο είμαστε υπεύθυνοι και διοικείται ωσάν να ήταν βρετανική
αποικία. Συγκρίνατε, αναλογικά, το ποσόν που αποσπούμε από την Κύπρο
προς το συμφέρον μας, με τον φόρο που έχει επιδικασθεί  -βάσει
διεθνών συμφωνιών- στην Τουρκία, και εισπράττεται από την Αίγυπτο, από
την Σάμο, από την Ρωμυλία και, πάνω απ’όλα, από την Κρήτη. Η Κρήτη
καταβάλλει μόνον 5.000 λίρες ετησίως. Με βάση τα εθνικά τους εισοδήματα,
το ποσό που η Κύπρος καταβάλλει κάθε χρόνο στην Μ. Βρετανία,
αντιστοιχεί σε 34.000.000 λίρες, που θα πλήρωνε η Μ. Βρετανία ετησίως.
Το πώς αυτός ο τόπος έχει κατορθώσει να ορθοποδήσει και να προοδεύσει,
παρ’όλη την ειδεχθή αποστράγγιση, είναι αξιοθαύμαστο. Το γεγονός συνιστά
ισχυρή απόδειξη, από την μια πλευρά των αρετών της βρετανικής διοίκησης
και από την άλλη της εγγενούς αξίας του νησιού.

ο Ντισραέλι φέρει στους ώμους του τον Σουλτάνο

            Σε υπεράσπιση του ισχύοντος συστήματος, μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν φέρουμε πραγματική
ευθύνη απέναντι στον λαό της Κύπρου, παρά μόνον μέσα στα πλαίσια της
Συνθήκης του 1878. Και ότι, εάν και όταν η Ρωσία επιστρέψει στην Τουρκία
το Kars και
άλλα μέρη της Μικράς Ασίας, είμαστε συμβατικά δεσμευμένοι να
επιστρέψουμε στον Σουλτάνο και την Κύπρο. Το επιχείρημα, εν όψει της
εικονικής υπόσχεσης του Λόρδου Salisbury προς τους Κυπρίους, ότι το νησί
ουδέποτε θα επιστραφεί στην Τουρκία, δεν έχει ιδιαίτερη αξία. Όμως, για
να μιλήσω σοβαρά, είναι έντιμο να κακομαθαίνουμε τους νησιώτες με
διπλωματικά μυθεύματα, υπό το κράτος μιας διεθνούς συνθήκης, την οποία
και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη έχουν ανοικτά παραβιάσει και αγνοήσει;  Έχουμε,
πλέον, μείνει για πολύ καιρό στην Κύπρο. Το επόμενο έτος θα είναι το
τριακοστό από την επιβολή της κατοχής μας. Έχουμε αναλάβει εκεί πολλές
συμβατικές υποχρεώσεις, οι γνωριμίες μας έχουν αυξηθεί και αυξάνονται
καθημερινά. Δεν μπορούμε να επιστρέψουμε το νησί στην Τουρκία. Η Ευρώπη
και η Βουλή των Κοινοτήτων, ουδέποτε θα επέτρεπαν τέτοια επιστροφή στο
παρελθόν. Πρόκειται να την δώσουμε στην Ελλάδα; Δεν γνωρίζω να έχει
εγερθεί τέτοιο ζήτημα και θα μου προκαλούσε βαθιά θλίψη, εάν επρόκειτο
να τεθεί. Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η ζωή των Μουσουλμάνων σ’αυτό στο
νησί, που συνιστούν πάνω από το 1/5 του πληθυσμού και έχουν πάντοτε
συμπεριφερθεί απέναντί μας με απόλυτη νομιμοφροσύνη και καλή
συμπεριφορά, θα γινόταν ολοκληρωτικά ανυπόφορη και όλοι θα ήταν
καταπιεσμένοι και χωρίς δικαιώματα, ακριβώς όπως υπέφεραν οι Έλληνες τον
παλιό καιρό. Ποιά άλλη Δύναμις θα μπορούσε να ενδιαφερθεί;


            Δεν θα με
στενοχωρούσε το γεγονός ότι, εγκαταλείποντας την Κύπρο, θα πρέπει να
λάβουμε μέτρα για την εκπλήρωση του χρέους μας, μέχρι το ποσό των 42.800
λιρών, ετησίως. Η άσκοπη, όμως, θυσία τόσης προσπάθειας από Βρετανούς
αξιωματούχους, η άκαρπη απασχόληση τόσων ετών, η παραδοχή της αποτυχίας,
είτε να ξαναζωντανέψουμε τον τόπο είτε να συμφιλιωθούμε με τον λαό του,
θα αποτελούν ένα λυπηρό επεισόδιο στην βρετανική ιστορία και,
δικαιολογημένα, δεν θα είναι αρεστά στην βρετανική κοινή γνώμη. Ο
καθένας γνωρίζει, ότι, σήμερα, δεν υπάρχει πρόθεσή μας να αλλάξουμε το
διεθνές καθεστώς της Κύπρου και ότι σκοπεύουμε να την κρατήσουμε υπό την
κατοχή μας επ’αόριστον. Και με αυτό το δεδομένο, είναι, ασφαλώς, καιρός
να εγκαταλείψουμε την θεωρία, ότι έχουμε μόνον περιορισμένη ευθύνη στο
νησί και ότι έχουμε δικαίωμα να κάνουμε στους Κυπρίους πράγματα τα
οποία, ούτε στα όνειρά μας δεν θα τολμούσαμε να διαπράξουμε εις βάρος
των συνυπηκόων μας, σε οποιοδήποτε τμήμα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.
Ας αφήσουμε στο νησί της Κύπρου όλα τα έσοδα που εισπράττονται από την
φορολόγηση των κατοίκων της, για την ανάπτυξή της και για την
αποκατάσταση της φημισμένης ευμάρειάς της. Και ας επιλέξουμε το επόμενο
έτος -αυτό της συμπλήρωσης τριάντα ετών κατοχής- γι’αυτή την πράξη
δικαιοσύνης και επανόρθωσης.

            Η
παρούσα κατάστασις στο νησί είναι ιδιαίτερα απογοητευτική. Δεν εννοώ,
πως δεν έχει βελτιωθεί σημαντικά υπό την διακυβέρνησή μας. Ούτε, ακόμα
περισσότερο, ότι δεν είναι ασύγκριτα πιο καλή από ό,τι θα ήταν υπό τους
Τούρκους. Και, βεβαίως, ούτε πως οι ίδιοι οι Κύπριοι, μουσουλμάνοι και
χριστιανοί, δεν παραδέχονται και δεν αναγνωρίζουν το γεγονός αυτό.
Ωστόσο, μια βελτίωση με μέτρο την Τουρκία, δεν αποτελεί επαρκή και
πρόσφορη υπεράσπιση της βρετανικής πολιτικής.  Η
οικονομική βελτίωση και ανόρθωση του νησιού έχουν αυξηθεί πολύ. Η
ετήσια οικονομική αφαίμαξη που ανέρχεται, κατά μέσο όρο, μεταξύ 20 και
30% του συνολικού εισοδήματος, με τα ποσά της να έχουν διοχετευθεί εκτός
του νησιού, χωρίς οποιοδήποτε ανταποδοτικό όφελος, και ο δαπανηρός
χαρακτήρας της  υψηλού επιπέδου
βρετανικής διοίκησης, έχουν αποτρέψει σημαντικά κάθε μορφή ταχύρρυθμης
ανόρθωσης. Ο ασθενής δεν πέθανε στα χέρια μας. Στην μακρά περίοδο της
ανάρρωσης έχει, αργά αλλά σταθερά, δυναμώσει.  Εάν όμως, η έμφυτη

Χάρτης των δημοσίων έργων και τηλεπικοινωνιών στην Κύπρο το 1905

ενεργητικότητα της Κύπρου δεν απομαστευόταν χρόνο με τον χρόνο, το νησί
θα ήταν εδώ και καιρό υγιές και ισχυρό. Και αν αύριο αφήσουμε αυτή την
ενεργητικότητα ελεύθερη, η ευμάρεια της Κύπρου θα αποκατασταθεί σύντομα,
χωρίς αυτό να στοιχίσει, έστω, μια δεκάρα στην Μ. Βρετανία και χωρίς να
την αναγκάζουμε να εξεμεί τα μεγάλα ποσά που της έχουμε ήδη αποσπάσει.


            Στο μεταξύ, ωστόσο,
κάθε αναγκαίο έργο έχει παραλύσει. Εκπαίδευση, γέφυρες, λιμάνια, δρόμοι,
όλα έχουν παραλύσει. Εκπαίδευση, γέφυρες, λιμάνια, δρόμοι, οι μισθοί
των δημοσίων υπαλλήλων που αγωνίζονται και σχεδόν λιμοκτονούν, η
ανάπτυξη της γεωργίας (που περιλαμβάνει βαμβάκι και μετάξι) η κατασκευή
των απόλυτα δικαιολογημένων και επειγόντως αναγκαίων διακλαδώσεων της
σιδηροδρομικής γραμμής Αμμοχώστου-Μόρφου, που λειτουργεί σήμερα και,
πάνω απ’όλα, η απίστευτα παραμελημένη αναδάσωση του νησιού -σ’αυτήν
στηρίζονται η ομορφιά και η άνεση της ζωής, η συχνότητα των βροχοπτώσεων
και η προμήθεια καύσιμης ύλης- όλα, μα όλα, είναι περιορισμένα μέσα σε
αυταρχικά και αφύσικα όρια.

            Όπου υπάρχει
οικονομική αδικία, θα υπάρξει και πολιτική δυσφορία. Όπου μια κοινωνία
χρησιμοποιεί μιάν άλλη σαν αγελάδα για άρμεγμα, θα υπάρξουν αναπότρεπτα,
έχθρα και διάσταση. Είναι ανώφελο για την Δύναμη που εισπράττει φόρο,
να αναζητά ευγνωμοσύνη από τον λαό που τον πληρώνει, χωρίς την θέλησή
του, όσο έντιμη και αποτελεσματική και να είναι η σημερινή διακυβέρνησή
της. Οι Κύπριοι γνωρίζουν ότι βγάζουμε χρήματα από αυτούς. Γνωρίζουν
ότι, πέραν από τους μισθούς των Βρετανών αξιωματούχων, των
επιφορτισμένων με τη διοίκηση του νησιού, υπάρχει η ετήσια πληρωμή ενός
τεράστιου ποσού που πρέπει να καταβληθεί σε μια Δύναμη, στην άλλη πλευρά
της θάλασσας, και ότι είναι η απόσπαση αυτού του ποσού που, χρόνο με
τον χρόνο, εμποδίζει εκείνη ή την άλλη δραστηριότητα ή απόλαυση, που
έχουν τόσο ανάγκη και ολόψυχα επιθυμούν. Γνωρίζουν πως ζούμε εις βάρος
τους και ότι, παρ’όλο τον πλούτο μας, είμαστε έτοιμοι να
χρησιμοποιήσουμε την δύναμή μας προκειμένου να στύψουμε κάθε χρόνο το
νησί, για να αποσπάσουμε αυτό που για κείνους αποτελεί έναν φόρο που
τους τραυματίζει και τους σακατεύει.

Γελοιογραφία για την συνθήκη της Κύπρου. Δεξιά ο Ντισραέλι

Και ενώ η κατάσταση αυτή συνεχίζεται, όλα τα επιτεύγματα της βρετανικής
διοίκησης, όλη η δεξιότητα και η αφοσίωσή της, ακόμα και αν συγκριθούν
με την πάλαι ποτέ τουρκική τυραννία, δεν πετυχαίνουν να έχουν
οποιαδήποτε απήχηση στις καρδιές του λαού. Όπου και να πήγα, έγινα
δεκτός από τον ελληνικό πληθυσμό -αποτελεί τα 4/5 του νησιού- με
ελληνικές σημαίες και με ελληνικά τραγούδια, με παθιασμένες εκκλήσεις
στην μεγαλοψυχία και την φιλελεύθερη παράδοση της Μ. Βρετανίας,
προκειμένου να τους επιτρέψουμε να ενωθούν με την Ελλάδα και να τους
“απελευθερώσουμε”. Και αν οι μουσουλμάνοι διαμαρτύρονται γι’αυτές τις
διαδηλώσεις που κάθε χρόνο γίνονται όλο και πιο βίαιες, τούτο οφείλεται
στο ότι γνωρίζουν πως η ένωση με την Ελλάδα θα αποτελέσει την καταστροφή
τους και όχι στο ότι δεν νοιώθουν και αυτοί την οικονομική πίεση, υπό
τις σημερινές συνθήκες. Τα πράγματα δεν μπορούν να συνεχίσουν έτσι.
Είναι μάταιο, να περιφέρονται οι Βρετανοί επισκέπτες του νησιού,
παραπονούμενοι για την κυπριακή “αγνωμοσύνη”. Κοιτάξτε πίσω από το
σύμπτωμα. Αγγίξτε την αιτία.


            Αξίζει τον κόπο να
μετατρέψουμε την Κύπρο σε επιτυχία μας. Πολιτικά, είναι μια από τις
χώρες, όπου οι βρετανικές μέθοδοι, ούτως ειπείν, δικάζονται ενώπιον του
Δικαστηρίου της Ευρώπης. Μια μεγάλη και τρανή επιτυχία στην Κύπρο, όπως
στην Αίγυπτο, θα προσθέσει στα μάτια του κόσμου, μεγαλείο -ακόμα και
ακτινοβολία- στο βρετανικό όνομα. Η αποτυχία, αντίστοιχα, συνεπάγεται
δυσφήμηση και ανυποληψία. Αλλά, από καθαρά υλική άποψη, αξίζει τον κόπο
να μετατρέψουμε την Κύπρο σε επιτυχία μας, κάτι εύκολο στα πλαίσια των
δυνατοτήτων μας. Παρατηρώ ότι δαπανούμε περίπου 80.000 λίρες το χρόνο
στο προτεκτοράτο της Σομαλίας, ποσό το οποίο είναι, σχεδόν τελείως,
αντιπαραγωγικό. Ακόμα και σε άλλες χώρες που ζουν από επιχορηγήσεις,
υπάρχουν στοιχεία αμφιβόλου αποτελέσματος. Η Κύπρος αποτελεί μια
βεβαιότητα. Γνωρίζουμε πως το νησί, όχι μόνον είναι ήδη αυτοσυντηρούμενο
αλλά και ικανό να συνεισφέρει  ένα σεβαστό ποσό για τις ανάγκες μας.

Γνωρίζουμε ότι τον δέκατο πέμπτο αιώνα, με μη επιστημονικές μεθόδους παραγωγής,  ο
πληθυσμός της Κύπρου υπερέβαινε το 1.000.000 κατοίκους, ή περισσότερο
από τέσσερις φορές παραπάνω από τον σημερινό, και ότι μία μόνον πλούσια
πόλις, η Σαλαμίς -σήμερα ένα μελαγχολικό ερείπιο- κάποτε είχε 250.000
κατοίκους. Δεν υπάρχει θέμα δημιουργίας αλλά αναβίωσης. Και αν
επιτραπεί, τα έσοδα του νησιού να διοχετεύονται στα δημόσια έργα και
στην επιστημονική οργάνωση, η αναβίωση αυτή, σίγουρα θα πραγματοποιηθεί
με απρόσμενη ταχύτητα. Η Μ. Βρετανία, όχι μόνον θα αναγνωρισθεί για ένα
ακόμα καλό έργο αποκατάστασης, αλλά θα εισπράξουμε και μια πιο υλική
αμοιβή, με την διατήρηση μιας πολύτιμης περιοχής για τις βρετανικές
διοικητικές ικανότητες και με την σταθερή ανάπτυξη εμπορικών επαφών. Το
εάν η αλλαγή που προτείνω θα έχει ως αποτέλεσμα να

Η Αγγλική απικοικιακή σημαία της Κύπρου

εξανεμισθούν οι βλέψεις για ελληνική εθνική ενότητα, αυτές που έχουν
αρχίσει να προκαλούν τόση αναταραχή και θα προκαλέσουν περισσότερη, δεν
είμαι σε θέση να το πω. Όμως, σε κάθε περίπτωση, με την άρση της αδικίας
του φόρου, τα οικονομικά συμφέροντα των Κυπρίων θα συνταχθούν με την
δική μας πλευρά. Και, χωρίς να επιθυμώ να υποτιμήσω την ειλικρίνειά
τους, θα εναπέθετα πολλά στην λύση αυτή.

            Εν πάση περιπτώσει,
θα έπρεπε να έχουμε κάνει το καθήκον μας και να έχουμε απαλλαγεί από
αυτή την κατάσταση που ηθικά, πολιτικά και οικονομικά είναι
αδικαιολόγητη. Αποφεύγω σκόπιμα την αναφορά στις λεπτομέρειες της νέας
ρύθμισης. Πιστεύω, εντούτοις, ότι το επόμενο έτος, οπότε συμπληρώνονται
30 χρόνια κατοχής μας, θα πρέπει να θεωρηθεί σαφώς, ως το έτος για το
γεγονός. Τολμώ να πω, ότι οι Κύπριοι θα μπορούσαν να παρακινηθούν να
ψηφίσουν, μιά για πάντα, ένα ετήσιο ποσό που δεν θα υπερβαίνει τις
10.000 λίρες, ως επιστροφή αξίας από την βρετανική προστασία. Όμως αυτή η
εισφορά θα πρέπει να είναι αυτόβουλη. Τείνω προς την άποψη, ότι το
εισοδηματικό κεφάλαιο θα πρέπει να διοχετεύεται για τοπικούς σκοπούς,
χωρίς όμως, να θέλω να μειώσω τον υφιστάμενο έλεγχο του κυβερνήτη σε
ολόκληρο το φάσμα της πολιτικής και της οικονομίας. Ει δυνατόν, δεν
πρέπει να απομακρυνθούμε από τις διατάξεις της Συνθήκης του 1878. Ο
φόρος μπορεί είτε να εισπράττεται και να επιστρέφεται εξωλογιστικά, μέσω
μιας αντίστοιχης επιχορήγησης, ή, διαφορετικά, η επιχορήγηση, απλά, θα
καταργηθεί. Το νησί θα αναγνωρισθεί ως αυτοσυντηρούμενο και η επιβάρυνσή
μας για την εξυπηρέτηση του δανείου του 1855 θα αυξηθεί κατά 35.000
λίρες, περίπου, ετησίως. Αυτό είναι το αγκάθι. Όμως, αδυνατώ να
αντιληφθώ, γιατί εμείς έχουμε περισσότερο δικαίωμα από οποιονδήποτε
άλλο, να αρνούμεθα την εκπλήρωση του τμήματος της οφειλής μας ή να την
μεταθέτουμε δια της βίας σε άλλους.
19 Οκτωβρίου 1907                                                                                            W. S. C.
            
 Η
συνέχεια είναι λίγο-πολύ γνωστή: Όταν το 1914 η Τουρκία τάσσεται στο
πλευρό της Γερμανίας και των συμμάχων της, η Μ. Βρετανία ακυρώνει,
μονομερώς, την Συνθήκη του 1878  και προσαρτά το νησί, ενώ το 1923, με την Συνθήκη της Λωζάνης,  η
Τουρκία παραιτείται από όλα τα εδαφικά της δικαιώματα σ’αυτό. Δύο
χρόνια αργότερα, το 1925, η Κύπρος ανακηρύσσεται, επίσημα, βρετανική
αποικία. Όσο για τον φόρο, το 1927 η βρετανική κυβέρνηση αυξάνει την
επιχορήγηση μέχρι το ποσό του, υπό τον όρο όμως, ότι η Κύπρος θα
καταβάλλει 10.000 λίρες το χρόνο, ως “αμυντική δαπάνη”….

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

var _wau = _wau || []; _wau.push([“tab”, “qjb8omazks27”, “ifv”, “left-middle”]);(function() { var s=document.createElement(“script”); s.async=true; s.src=”http://widgets.amung.us/tab.js”;document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);})();

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO17 λεπτά πριν

Σε νέα εποχή η παγκόσμια ναυτιλία! Κίνδυνοι για την ανθρώπινη ζωή και την ασφάλεια των λιμένων – Μπροστά σε κρίσιμη πρόκληση η Ελλάδα

Σε μια εποχή όπου οι τεχνολογικές εξελίξεις προηγούνται συχνά της θεσμικής και επιχειρησιακής προσαρμογής, η ναυτιλιακή ασφάλεια οφείλει να παραμείνει...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Και πάλι μόνοι: Το παγκόσμιο κράτος και η αυταπάτη της αιώνιας ειρήνης

Ποιος ερμηνεύει τις οικουμενικές αρχές και ποιος διαθέτει την ισχύ να τις επιβάλει; Μέσα από την κριτική του Παναγιώτη Κονδύλη,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Κατασκοπευτικό θρίλερ στην Ινδία: Συνέλαβαν γυναίκα για διαρροή στρατιωτικών μυστικών στην πακιστανική ISI – Εμπλέκονται δύο στρατιωτικοί στα σύνορα με την Κίνα

Σοβαρή υπόθεση κατασκοπείας ερευνούν οι ινδικές αρχές στην πολιτεία Παντζάμπ. Μία γυναίκα συνελήφθη ως ύποπτη για τη διαβίβαση απόρρητων στρατιωτικών...

Αθλητικά10 ώρες πριν

Εθνικιστική πρόκληση στα Σκόπια με φόντο τον Ηρακλή! Αλυτρωτικός χάρτης και επίσημη διαμαρτυρία της Ελλάδας

Διπλωματικές διαστάσεις προσλαμβάνει η υπόθεση του πανό που ανάρτησαν οπαδοί της ΜΖΤ Σκοπίων κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης με τον...

Αναλύσεις13 ώρες πριν

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα,...

Δημοφιλή