Ακολουθήστε μας

Γενικά θέματα

Ένα σημαντικό άρθρο της Αλ. Δεληγιώργη για τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου

Δημοσιεύτηκε στις

ιστορική επιστήμη, ιστορική μνήμη και πολιτική

Για τη γενοκτονία των Ποντίων
Αλεξάνδρα Δεληγιώργη
ομ. καθηγήτρια φιλοσοφίας, συγγραφέας
Θέμα αυτού του άρθρου δεν είναι οι εντάσεις που προκάλεσε η δήλωση με την οποία ο υπουργός Παιδείας κ. Φίλης επανέλαβε την άποψή του περί εθνοκαθάρσεως των Ποντίων, αλλά το επιχείρημα της επιστημονικότητας που επικαλέστηκε για την υποστήριξή της. 
Το θέμα της επιστημονικότητας απόψεων που άπτονται της ιστορικής μνήμης αξίζει να μας απασχολεί, γιατί ακόμη και αν, υπό την πίεση των αντιδράσεων της κοινής γνώμης, αποσύρονται προς στιγμήν, μπορούν και αξιώνουν την ισχύ τους, ενώ, την ίδια στιγμή, η κοινή γνώμη ελέγχεται ως υπερασπιζόμενη μύθους που ναι μεν εκφράζουν επώδυνες ιστορικές εμπειρίες, αλλά είναι άσχετοι με τα πορίσματα της ιστορικής έρευνας. 

Το ζήτημα, επομένως, πότε και υπό ποιους όρους μια ιστορική άποψη είναι επιστημονική έχει τη σημασία του, αφού ο ρόλος της ιστορικής επιστήμης δεν είναι να κατασκευάζει μυθεύματα ή ιδεολογήματα, αλλά να περιορίζει την παρέμβασή τους όχι μόνο στην έρευνα αλλά και στον επηρεασμό της κοινής γνώμης, όταν μάλιστα η τελευταία παρεμποδίζει τη χάραξη μιας φωτισμένης και επωφελούς για την κοινωνία πολιτικής.

Το ζήτημα της επιστημονικότητας των ιστορικών απόψεων, αν και καθαρά επιστημολογικό, έχει σχέση με την πολιτική διαχείριση της ιστορικής μνήμης, πράγμα που γνωρίζουν οι πολιτικοί, αρκεί να διαθέτουν ευρύτερη μόρφωση, βαθύτερη παιδεία και στέρεη πολιτική συγκρότηση. Πορτογάλος συνάδελφος, το 2011, μου έλεγε εν προκειμένω ότι, παράλληλα με τις υποχρεώσεις του στο Νέο Πανεπιστήμιο της Λισαβόνας, δίδασκε φιλοσοφία και ρητορική σε σχολή πολιτικής∙ αντικείμενα άχρηστα για τον επαγγελματία πολιτικό, αλλά απαραίτητα για το λειτούργημα του πολιτικού που τον βοηθούν να αποφεύγει, μεταξύ άλλων, ολισθήματα που θίγουν την ιστορική αλήθεια και τη διερεύνησή της στο πλαίσιο της ιστορικής επιστήμης. Όταν, λοιπόν, ο πολιτικός επικαλείται την επιστημονικότητα της άποψης που υπερασπίζεται, εννοείται ότι γνωρίζει υπό ποιους όρους διαμορφώθηκε.
Κι εδώ ακριβώς κρίνεται αναγκαία η περιήγηση στην επιστημολογία, όπου διαπιστώνουμε ότι στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών τρία διαφορετικά επιστημονικά παραδείγματα, με τη δική του λογική και τις δικές του εννοιολογικές κατηγορίες το καθένα, ερίζουν περί του τι ορίζει την επιστήμη, την απόβλεψή της και τα όρια των γνωστικών της δυνατοτήτων: Το θετικιστικό/εμπειρικό επιστημονικό παράδειγμα αποβλέπει στην πρόβλεψη (έλεγχο) των κοινωνικών φαινομένων, βάσει των νόμων που διέπουν τη λειτουργία τους. Διαφέρει, επομένως, από το ερμηνευτικό επιστημονικό παράδειγμα που αποβλέπει στην κατανόηση της ιδιαιτερότητας των κοινωνικών φαινομένων και από το διαλεκτικό επιστημονικό παράδειγμα που συνδυάζει την εξήγηση της λειτουργίας των κοινωνικών φαινομένων με την κατανόηση της δυναμικής τους και της ιδιαιτερότητας που αυτή συνεπάγεται.* Είναι λογικό, επομένως, να διίστανται οι απόψεις τους περί επιστημονικότητας.
Στο πεδίο της ιστορικής επιστήμης, που εδώ μας ενδιαφέρει, αναπτύχθηκαν πολλαπλές ιστορικές σχολές, οι οποίες, αντίθετες με ιστορικιστικές και τελεολογικές φιλοσοφίες της Ιστορίας, δεν αμφισβητούν το επιστημονικό στάτους της Ιστορίας και της ιστοριογραφίας. Σε όποια σχολή και αν ανήκουν, οι ιστορικοί επιστήμονες μελετούν είτε τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές δομές κοινωνιών του πρόσφατου ή απώτερου παρελθόντος είτε κρίσιμα ιστορικά συμβάντα και γεγονότα, για την αυστηρή τεκμηρίωση των οποίων ερευνούν το διαθέσιμο αρχειακό και άλλο υλικό. Με τη μελέτη δομών, συμβάντων και γεγονότων, η ιστορική επιστήμη διασώζει την Ιστορία ως τη μακροβιότερη επένδυση του ανθρώπου και εναντιώνεται στη λήθη ή στη σκόπιμη ιστορική αμνησία την οποία καλλιεργούν αντιδραστικές κατά κανόνα και αντιδημοκρατικές πολιτικές.
Η παρείσφρηση στην ιστορική έρευνα ιδεολογικών και πολιτικών θέσεων, η απόκρυψη αρχειακού υλικού, η παραποίηση ή η εξαφάνιση των ιστορικών μαρτυριών ως μέσο άσκησης εθνικής ή κοινωνικής πολιτικής που παρατηρείται σε καθεστώτα υπανάπτυκτων και πολιτικά εύθραυστων χωρών έδωσε λαβή ώστε στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών, πέραν των τριών επιστημονικών παραδειγμάτων, να κάνει την εμφάνισή της, στη δεκαετία του 1970, στο πλαίσιο του μεταδομισμού, και του μεταμαρξισμού που τον ενστερνίσθηκε, η λεγόμενη μεταδομιστική κριτική.
Η μεταδομιστική κριτική επιδόθηκε στην αποδόμηση του λόγου που εκφέρει η ιστορική επιστήμη, και μέσω αυτής οδηγήθηκε στη θέση ότι η ιστορία με γνώμονα σκοπιμότητες, συμφέροντα ή ιδεολογίες κατασκευάζει αφηγήματα ανάλογα με εκείνα της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας. Είχε προηγηθεί, στα χρόνια του ’60, η ευρεία απήχηση του δομισμού στο πεδίο της εθνολογίας, που, σε συνεργασία με τη δομική γλωσσολογία και τη λακανική ψυχανάλυση, εγκαινίασε τη στροφή της επιστημονικής έρευνας από την τάξη πραγμάτων που καθόριζαν οι οικονομικές δομές μιας κοινωνίας στην τάξη του λόγου. Κι αυτό γιατί ο λόγος, μέσω της γλωσσικής συμβολοποίησης, μπορεί και επικαθορίζει όσα διαμείβονταν όχι μόνο στην υπερδομή (θεσμοί, ιδεολογικοί μηχανισμοί, πολιτικές πρακτικές κ.λπ.) αλλά και στην υποδομή της κοινωνίας (οικονομία).
Επικεντρωμένος στην τάξη του λόγου και στον γλωσσικό συμβολικό επικαθορισμό του πραγματικού, ο μεταδομισμός καθιέρωσε ως όργανο ανάλυσης την ντεριντιανή μέθοδο της αποδόμησης, που βρήκε απήχηση και στο πεδίο της ιστορίας και έστρεψε τους θιασώτες της ιστορικής αποδόμησης στη διεπιστημονική μελέτη της τάξης του λόγου. Την ίδια περίοδο, είχε αρχίσει να συγκροτείται ένα νέο επιστημονικό παράδειγμα, η λεγόμενη επιστήμη της πολυπλοκότητας, η οποία, με βάση τη μη αναγώγιμη πολυπλοκότητα των γνωστικών αντικειμένων, σωστά υποστήριζε ως αναγκαία τη διεπιστημονική συνεργασία πολλαπλών και διαφορετικών επιστημονικών κλάδων. Πράγμα που ώθησε τον μεταδομισμό να επιμείνει στο άνοιγμα της ιστορικής επιστήμης όχι τόσο στην κοινωνιολογία, όπως υποστήριξαν μαρξιστές και μη θεωρητικοί –από τον G. Gurvitch τη δεκαετία του ’60 έως τον Im. Wallertsein αργότερα–, αλλά στην πολιτισμική ανθρωπολογία και στην εθνογραφία, ως κατεξοχήν πεδία μελέτης της τάξης του λόγου. Ειδικά η εθνογραφία, ενώ στο παρελθόν μελετούσε τις λεγόμενες μη προμηθεϊκές κοινωνίες που λανθασμένα θεωρήθηκαν ανιστορικές επειδή δεν διέθεταν γραπτό λόγο, μπορούσε τώρα, σε συνεργασία με την ιστορία και την ιστοριογραφία, να μελετήσει το εθνογραφικό υλικό που έμενε εκτός έρευνας ως μη ενσωματώσιμο στους κυρίαρχους λόγους της κοινωνίας ή του συστήματος οργάνωσής της.
Οι μεταδομιστές ιστορικοί της αποδόμησης επέμεναν στη συνεργασία της ιστορίας και της ιστοριογραφίας με την πολιτισμική ανθρωπολογία και την εθνογραφία προκειμένου να αποφύγουν τη μέθοδο της διαλεκτικής άρνησης και το ρόλο που έπαιζε ως μοχλός μετασχηματισμού παραδεδομένων συστημάτων σκέψης. Στο σημείο αυτό, ακολούθησαν το εγχείρημα του Ζ. Ντεριντά να ενσωματώσει τον δομισμό στην Κριτική, καθιστώντας την όργανο αποδιάρθρωσης κυρίαρχων λόγων. Παραμερίζοντας τη μέθοδο της διαλεκτικής άρνησης, η ντεριντιανή κριτική αποδιάρθρωνε τα ήδη ισχύοντα μοντέλα ερμηνευτικής και διαλεκτικής προσέγγισης, χωρίς να αναδεικνύει νέους τρόπους ερμηνείας και εξήγησης. 
Το κενό θετικότητας που δημιούργησε η αποδομητική κριτική προκαλούσε περισσότερα προβλήματα από όσα έλυνε, καθώς επέτρεπε τον εντοπισμό λανθασμένων τρόπων ερμηνείας και εξήγησης, αλλά δεν άνοιγε δρόμους για άλλους, αξιόπιστους και έγκυρους. Με την αποδόμηση, οι κοινωνικοί επιστήμονες μάθαιναν τι να μην κάνουν, αλλά όχι τι να κάνουν στο πλαίσιο της έρευνας. Αυτό το κενό θετικότητας ο Ντεριντά επιχείρησε να το καλύψει, στην ύστερη φάση του έργου του, με τα κείμενά του για τον ρατσισμό, τη φιλία, τη φιλοξενία, την επανάσταση κ.ά.
Την ίδια περίοδο, ο Μ. Φουκώ άσκησε κριτική στο ρόλο που παίζει η γνώση στην εδραίωση μιας τάξης λόγου, πράγμα που έθεσε εκ νέου το ζήτημα της εγκυρότητας και της ιστορικής επιστήμης, και κατ’ επέκταση της αξιοπιστίας της επίσημης ιστορίας που επέβαλε, αποσιωπώντας ή παραποιώντας εκείνες τις αθέατες όψεις της ιστορικής πραγματικότητας που μια εδραιωμένη τάξη του λόγου θεωρεί ασύμφορες ή και επικίνδυνες, επειδή ακριβώς αποκαλύπτουν τους μηχανισμούς εξουσίας που την επέβαλαν.
Ο Φουκώ, όπως και ο Ντεριντά, θεώρησε αναγκαία την κριτική της εξουσιαστικής γνώσης και των επιστημών που την παράγουν, διαμορφώνοντας, με τη μεσολάβησή της, πεδία μάθησης σε συμφωνία με τον κυρίαρχο λόγο και τους μηχανισμούς. Διακρίνοντας την εξουσιαστική γνώση από την αληθινή γνώση, ο Φουκώ απέδωσε την αληθινή γνώση στον ποιητικό λόγο, αφήνοντας έτσι να εννοηθεί ότι τα επιστημονικά παραδείγματα που κατορθώνουν να ισχύσουν έχουν περισσότερο σχέση με την άσκηση και την επιβολή της εξουσίας παρά με την αναζήτηση της αλήθειας∙ πράγμα που πίστευαν όχι μόνο οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι αλλά και ο Μαρξ και η Κριτική Θεωρία της Σχολής της Φρανκφούρτης, που όριζαν υπό ποιους όρους η γνώση, αντί να εξουσιάζει, χειραφετεί. 
Ο Φουκώ, αποδίδοντας στην εν γένει επιστημονική γνώση καθαρά εξουσιαστικό χαρακτήρα, άφηνε να εννοηθεί ότι, μέσω της κριτικής, μπορούμε να ξέρουμε τι είναι ψευδές, αλλά για το τι είναι αληθές, πιο σωστό είναι να ανατρέχουμε στις ποιητικές δημιουργίες της τέχνης, είτε αυτή είναι η τέχνη του λόγου είτε η ζωγραφική. Κι ενώ φάνηκε να στρέφεται εναντίον του θετικιστικού επιστημονικού παραδείγματος που προτάσσει τον έλεγχο, δεν απέφυγε, ακολουθώντας τον θετικισμό, να αναγνωρίσει ως αδιαμφισβήτητο το επιστημονικό στάτους των θετικών επιστημών ως των μόνων ικανών, με βάση τη μαθηματικοποίηση των δεδομένων τους, να περάσουν το κατώφλι της επιστημονικότητας. Δυνατότητα που αποκλειόταν εξ ορισμού στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες.
Αυτήν τη σαφώς θετικιστική άποψη ο Φουκώ την ενέταξε στο πλαίσιο ενός «χαρούμενου», όπως τον απεκάλεσε, θετικισμού, σύμφωνα με τον οποίο οι μη επιστημονικές κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες δεν θα είχαν άλλον λόγο ύπαρξης από την αυτοαποδόμησή τους.
Συνδέοντας την επιστημονική γνώση, αποκλειστικά και μόνο, με την άσκηση εξουσίας, ανεξαρτήτως του επιστημονικού παραδείγματος που την παράγει και μεταθέτοντας τη δυνατότητα αληθούς και χειραφετητικού λόγου αποκλειστικά στην ποίηση, ο Φουκώ άφηνε –και σωστά, άλλωστε– να καταρρεύσει το θετικιστικό αξίωμα περί της ουδετερότητας του επιστήμονα, χωρίς όμως να διασώζει το κύρος της ερμηνευτικής ή της διαλεκτικής επιστήμης από τις βολές που ο ίδιος εκτόξευε εναντίον της επιστήμης εν γένει για μη αντικειμενικότητα και μεροληψία. Αν όμως όλες οι θεωρίες σε οποιοδήποτε επιστημονικό παράδειγμα και αν υπάγονται, και ανεξαρτήτως των εννοιολογικών και μεθοδολογικών κατηγοριών τους, είναι εξουσιαστικές, τότε από την παραγωγή γνώσης κρίνεται παραγωγικότερη η κριτική αποδόμησή της.
Με αυτόν τον ριζικό σκεπτικισμό, ο Φουκώ απέφυγε να υιοθετήσει το πρίσμα της Κριτικής Θεωρίας της Σχολής της Φρανκφούρτης, γιατί, αν το έκανε, θα ήταν υποχρεωμένος να πάρει θέση ως προς την εγκυρότητα ή μη των επιστημονικών παραδειγμάτων που υπερασπίστηκαν οι θεωρητικοί και κοινωνικοί επιστήμονες της Σχολής της Φρανκφούρτης. Ο Φουκώ εγκαινίασε, έτσι, μια νέα παράδοση Κριτικής, που απέκλειε από την επιστήμη τη δυνατότητα αναζήτησης της αλήθειας, συνδέοντάς την εξ ορισμού με την άσκηση και την επιβολή εξουσίας.
Αυτή η νέα αρνητική Κριτική, αντί να κλείσει, άνοιγε πολλαπλά μέτωπα διαμάχης και έριδας μεταξύ των επιστημονικών θεωριών που, αποδομώντας η μια την άλλη, οδηγούνταν σε μιαν αμοιβαία αμφισβήτηση της επιστημονικότητας εαυτών και αλλήλων. Αποτέλεσμα ήταν να αποκαθηλώνονται τα ήδη διαμορφωμένα κριτήρια επιστημονικότητας, χωρίς όμως να επαναπροσδιορίζονται οι προϋποθέσεις για την παραγωγή αληθούς γνώσης και για την επεξεργασία αυστηρότερων κριτηρίων αποτίμησης και αξιοθέτισής της. Με τον τρόπο αυτόν, η αποδομητική Κριτική έσυρε τις κοινωνικές επιστήμες και τις Σχολές που αναπτύχθηκαν στο πεδίο τους σε μια γενική ανυποληψία, μηδενίζοντας το ρόλο που έπαιζαν μέχρι τότε η επιστημολογία και η φιλοσοφία των κοινωνικών επιστημών ως το μόνο αρμόδιο δικαστήριο εκδίκασης των υποθέσεων μη αληθούς γνώσης και των επιστημονικών παραδειγμάτων που ευθύνονταν για την παραγωγή της.
Το ζήτημα της αξιοπιστίας και της εγκυρότητας των ιστορικών απόψεων μετατέθηκε από το πεδίο της επιστημολογίας και της φιλοσοφίας της επιστήμης στο πεδίο της πολιτισμικής ανθρωπολογίας και της εθνογραφίας, όπου τα γνωστικά αντικείμενα (μύθοι, συναισθήματα, φαντασιώσεις, τραύματα, αφηγηματικές θεραπείες τους) λειτούργησαν τα ίδια ως κριτήρια αποτίμησης της γνώσης που παρήγαγε η προσέγγισή τους. Είναι όμως φαεινότερο του ηλίου ότι οι μέθοδοι που συγκροτούνται για τη μελέτη συναισθημάτων, τραυματικών βιωμάτων, φαντασιώσεων, υποκειμενικών προβολών κ.λπ. δεν μπορούν, ούτε θα είχε νόημα, να είναι συναισθηματικές, μια και δουλειά της επιστήμης είναι να προσδιορίζει τα αντικείμενα που μελετά με τρόπο κατά το δυνατόν αντικειμενικότερο, ακριβέστερο και πληρέστερο, αντίθετα με τη δουλειά της τέχνης και της λογοτεχνίας που είναι να συγκινεί, μεταδίδοντας το ξένο βίωμα και λυτρώνοντας τον αναγνώστη διά της καθάρσεως. 
Τέτοιοι ισχυροί τριγμοί όσον αφορά την επιστημονικότητα των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών, και ειδικότερα της ιστορικής επιστήμης και της ιστοριογραφίας που εδώ μας ενδιαφέρει, είχαν ως αποτέλεσμα οι ιστορικές γνώσεις να εμφανίζονται ως ιδεολογικά, μυθοποιητικά ή φαντασιωτικά αφηγήματα, και το αντίστροφο, τα μυθοποιητικά και φαντασιωτικά αφηγήματα να περνούν ως γνώσεις.
Στο γνωσιοθεωρητικό χάος που προέκυψε, είναι φυσικό να ξανατεθεί το ερώτημα περί του τι είναι η ιστορική επιστήμη και με ποιες μεθόδους διασώζει την ιστορική μνήμη και διαχειρίζεται τη λήθη, όποτε κρίνεται αναγκαίο ή πολιτικά σκόπιμο. Γιατί η αποδόμηση της ιστορικής επιστήμης, χωρίς αναδόμηση, αν δεν αποσκοπεί, έχει πάντως σαν αποτέλεσμα να κλονιστεί η εγκυρότητα και επομένως και η βαρύτητα των πορισμάτων των ιστορικών ερευνών, αφού αυτά δεν μπορούν να κριθούν ως αξιόπιστα και έγκυρα παρά μόνο στο σύστημα αναφοράς τους και στα συγκείμενά τους, κάθε φορά. Παρ’ όλα αυτά, τη νομιμότητά της η αποδομητική κριτική την εξασφάλιζε από τις δημοκρατικές αρχές του πλουραλισμού και της διαφοράς εννοούμενες ως προεκτάσεις των θεμελιωδών για τη δημοκρατία αρχών της ελευθερίας και της ισότητας.
Σε αυτό το μεταμοντέρνο υπερσχετικιστικό νοηματικό πλαίσιο, η εγκυρότητα των ιστορικών πορισμάτων δεν ελεγχόταν πλέον ως προς τις μεθόδους ανάλυσης και τεκμηρίωσής τους, αλλά ως προς την απήχηση που είχαν στην επιστημονική κοινότητα και, στη συνέχεια, στην ευρύτερη δημόσια σφαίρα τα αφηγήματα που συγκροτούσαν, συμβάλλοντας έτσι στη διαμόρφωση του δημόσιου συλλογίζεσθαι, και μέσω αυτού στη στήριξη ή στη χάραξη μιας διαφορετικής εσωτερικής ή εξωτερικής πολιτικής. 
Τη δεκαετία του 1990, και εν μέσω των εντάσεων που προκάλεσε το σκοπιανό ζήτημα, ένα ρεύμα Ελλήνων ιστορικών είχε ήδη ασπαστεί τη μεταμοντέρνα αποδομητική κριτική της Ιστορίας που ανήγε την ιστορική επιστήμη σε ένα corpus αφηγηματικών κατασκευών, παρά το γεγονός ότι έπληττε το κύρος της επιστημονικής ιστοριογραφίας, πράγμα που δεν είχαν διανοηθεί να κάνουν μέχρι τότε φωτισμένοι ιστορικοί, όπως λ.χ. ο Ν. Σβορώνος, κ.ά. Του λόγου το αληθές ότι η Ιστορία κατασκευάζεται επιβεβαίωναν τα μυθεύματα περί σκοπιανού Μεγάλου Αλεξάνδρου, περί Μακεδονίας των Σκοπίων, και άλλα ανάλογα, με βάση τα οποία καθυστερημένες παρά προηγμένες χώρες χαράζουν την πολιτική τους. 
Με την ίδια λογική, ωστόσο, δεν άργησαν να διατυπωθούν και ελληνικά ιστορικά αφηγήματα που σχετικοποιούσαν την αλήθεια των ιστορικών γεγονότων, με την πρόθεση να επουλώσουν ιστορικά τραύματα ή να απαλύνουν το βάρος του τουρκικού ζυγού στην Τουρκοκρατία, και άλλα ανάλογα περί συνωστισμού στην καιγόμενη Σμύρνη, περί μη γενοκτονίας των Ποντίων, κ.λπ. Τα αφηγήματα αυτά εναντιώνονταν στο πνεύμα του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού και στον εθνικισμό που υπέθαλψαν γεγονότα του παρελθόντος που παρεμπόδιζαν την αποκατάσταση σχέσεων ειρήνης και φιλίας με τις γειτονικές χώρες, και κυρίως με την Τουρκία. Η πρόθεση ήταν να συμβάλουν στη χάραξη μιας εξωτερικής πολιτικής που θα βοηθούσε τη χώρα να μειώσει τις στρατιωτικές της δαπάνες, επενδύοντας σε άλλους νευραλγικότερους για την κοινωνία τομείς. Ωστόσο, φαίνονταν να παραβλέπουν ότι οι πολιτικές καλής γειτονίας και συνεργασίας των χωρών, για να ευοδωθούν και να καρποφορήσουν, προϋποθέτουν ως αναγκαία την αμοιβαία αναγνώριση των κοινών συμφερόντων τους. Κι αυτή την αμοιβαιότητα καμιά κριτική αποδόμηση δεν είναι σε θέση να την εξασφαλίσει.
Τέτοια αφηγήματα αναντίστοιχα με την αλήθεια των ιστορικών γεγονότων, κάνοντας την εμφάνισή τους στη δημόσια σφαίρα ούτε είκοσι χρόνια μετά την εισβολή στην Κύπρο, ξεσήκωσαν και ξεσηκώνουν ακόμη αντιδράσεις της κοινής γνώμης, αφού, χωρίς να έχουν τα θετικά αποτελέσματα που επιδιώκουν ή προσδοκούν, βοηθούν την προσπάθεια της Τουρκίας να σβήσει τα ίχνη των εγκλημάτων που διέπραξε για την εξόντωση Αρμενίων, Ποντίων και άλλων αλλοεθνών ή αλλόθρησκων μειονοτήτων και την υφαρπαγή των περιουσιών τους. 
Ο Νίτσε έλεγε ότι όσα έχουν ιστορία δεν επιδέχονται ορισμό. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τον ορισμό του ΟΗΕ η γενοκτονία είναι ένα μέσο εθνοκάθαρσης, ένα έγκλημα, δηλαδή, στην υπηρεσία ενός ευρύτερου εγκληματικού εγχειρήματος, με την ολοκλήρωση του οποίου αυταρχικά καθεστώτα επιδιώκουν και πετυχαίνουν την κυριάρχισή τους. Αυτό έγινε με τη γενοκτονία των Αρμενίων και των Εβραίων τον 20ό αιώνα, που αναγνωρίστηκαν διεθνώς.
Πώς είναι δυνατόν να μη γίνει το ίδιο και με τη γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, που διασώζουν μαρτυρίες, χρονικά, μελέτες, έγγραφα, επιστολές, ακόμη και πρακτικά της τουρκικής βουλής, που επιδέχονται αυστηρή επιστημονική τεκμηρίωση; 
Η Χάνα Άρεντ, έχοντας κατά νου τη δυνατότητα φαλκίδευσης των ιστορικών γεγονότων, είχε διακρίνει την αλήθεια των ιστορικών γεγονότων από την αλήθεια αξιωμάτων, ορθολογικών προτάσεων, επιστημονικών ανακαλύψεων ή θεωριών και υποστήριξε ότι οι αλήθειες των γεγονότων είναι πολύ πιο εύθραυστες, αφού, αντίθετα με τις αλήθειες του θεωρείν που εναντιώνονται στην άγνοια και την νικούν εντέλει, οι αλήθειες των ιστορικών γεγονότων έχουν να αντιπαλέψουν το ψέμα και την εσκεμμένη σφαλερότητα (H. Arendt, Verité et politique, σς. 293-295).
Αυτός ίσως είναι ο πλέον ουσιαστικός λόγος που, ασχέτως εάν η επίσημη ή η ανεπίσημη ιστορία κατασκευάζεται, η ιστορική επιστήμη οφείλει, αν θέλει να συνεχίσει να διασώζει την αλήθεια των ιστορικών γεγονότων, να βελτιώνει τις μεθόδους και τις τεχνικές τεκμηρίωσης του υλικού που μελετά και να επεξεργάζεται όσο το δυνατόν αντικειμενικότερα κριτήρια ικανά να εγγυηθούν την αμερόληπτη εξαγωγή των πορισμάτων της.
Μόνο με αυτούς τους όρους θετικότητας, η ιστορική επιστήμη μπορεί να υπάρξει ώστε σε θέματα ιστορικής μνήμης των λαών να έχει τον πρώτο λόγο, όπως θα όφειλε, άλλωστε, αφού η επιστημονική γνώση αναγνωρίζεται ως η κατεξοχήν παραγωγική και πολιτική δύναμη ικανή να αποτρέψει τη βία πολέμων, διώξεων και τρομοκρατίας. 
Και πράγματι, η ιστορική επιστήμη, με βάση το αίτημα της αντικειμενικότητας και της ευρύτερης δυνατής απήχησης του δημόσιου συλλογίζεσθαι που υπηρετεί μπορεί, σε θέματα ιστορικής μνήμης, να έχει τον πρώτο λόγο, αφού τα ενθυμήματα που διασώζει με τρόπο αποδεικτικό μπορούν να γίνουν οδηγός πλεύσης και για τη χάραξη μιας δίκαιης και επωφελούς πολιτικής.
Έτσι, όσον αφορά την άποψη για τη μη γενοκτονία των Ποντίων που υπερασπίστηκε ο κ. Φίλης, το ερώτημα είναι αν πρόκειται για αποδεικτικό ενθύμημα που συμφωνεί με την αλήθεια των ιστορικών γεγονότων ή για απλό μύθευμα που γέννησαν οι διώξεις και η προσφυγιά του μικρασιατικού ελληνισμού. 
Με γενικότερους όρους, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η ιστορία κατασκευάζει μνημονικά αφηγήματα, οπότε παύει να είναι επιστήμη, ή αν διασώζει την αλήθεια των ιστορικών γεγονότων, οπότε είναι επιστήμη. Μας ενδιαφέρει να υπάρχει επιστήμη ως διερεύνηση της αλήθειας στο μέτρο που μπορεί να διασφαλίζει τη δημοκρατία∙ πολίτευμα που είναι αδύνατο να υπάρξει και να ενισχυθεί χωρίς τη σύγκλιση θεωρίας και πράξης. 
Πώς όμως η ιστορική επιστήμη και η πολιτική μπορούν να συγκλίνουν, τη στιγμή που η εποχή μας και η ιστορική εμπειρία της επιβεβαιώνει με τον σκληρότερο τρόπο το χάσμα θεωρίας και πράξης; Τόσο η συντηρητική φιλελεύθερη και νεοφιλελεύθερη πολιτική όσο και η λεγόμενη παραδοσιακή θεωρία που την νομιμοποιεί, στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών, δεν προτάσσουν ως ευκταία και εφικτή τη σύζευξη θεωρίας και πράξης. Αντίθετα, την αποκλείουν εξ ορισμού, υποτιμώντας συστηματικά τον αναγκαίο κρίκο που διαμεσολαβεί για τη γεφύρωσή τους.
Ο αναγκαίος κρίκος που διαμεσολαβεί για τη σύζευξη επιστήμης και πολιτικής, θεωρίας και πράξης, είναι το κρίναι λόγω, που καμία σχέση, βέβαια, δεν έχει με τη γνωστή μας λογοκρισία. Το κρίναι λόγω έχει σχέση με την απαξιωμένη ορθοκρισία που διαμεσολαβεί ώστε τα αποδεικτικά ενθυμήματα που συγκροτεί η ιστορική επιστήμη να μπορούν να γίνονται βάση ή σύμβουλος για τις επιλογές και τις αποφάσεις στο πεδίο της πολιτικής. 
Αν το κρίναι λόγω διαμεσολαβεί ώστε η κατεύθυνση και η προοπτική της πολιτικής να μπορεί να συνδεθεί με τη θεωρητική και την επιστημονική γνώση είναι γιατί αποτελεί τον ίδιο εγγενή όρο του πράττειν και του πάσχειν που κάνουν να προκύψει η Ιστορία. Και αν η αλήθεια των ιστορικών γεγονότων που διασώζει η Ιστορία έχει κεφαλαιώδη σημασία είναι γιατί χωρίς αυτήν δεν μπορούμε να κρίνουμε ορθά για το τι μπορεί να γίνει στο παρόν και στο μέλλον. Ούτε καν να πράξουμε μπορούμε, αφού δεν πράττουμε με το ένστικτο, αλλά με τη φρόνηση ή με την ακρισία που επιβάλλει η ωμή και άνευ όρων επιδίωξη του συμφέροντος. Το ίδιο ισχύει όχι μόνο για όσα έπραξε αλλά και για όσα υπέστη ένας λαός, που είναι αποτέλεσμα των όσων αποφασίζουν και πράττουν άλλοι εις βάρος του, για δικούς τους λόγους, βλέψεις, συμφέροντα. 
Αν λοιπόν το κρίναι λόγω, βασισμένο στην αλήθεια των ιστορικών γεγονότων που διασώζει η ιστορική επιστήμη, έχει κεφαλαιώδη σημασία είναι γιατί χωρίς κρίση βασισμένη σε αυτήν δεν μπορούμε να έχουμε συναίσθηση των όσων έγιναν στο παρελθόν, ούτε συνείδηση των όσων χρειάζεται να γίνουν τώρα ή στο μέλλον. Αφού η Ιστορία δεν τελειώνει, ούτε εξαντλείται στη γνώση του παρελθόντος, παρά μόνο αν τελειώσουν μια για πάντα πράξεις και παθήματα, πράγμα που προϋποθέτει και συνεπάγεται την εξαφάνιση του ανθρώπινου είδους και το τέλος του ανθρώπου. 
Παρά τη σημασία που έχουν και για την πράξη και για τη μνήμη που την διασώζει, αποφεύγουμε τη διαμεσολάβηση στοχαστικών κρίσεων που γεφυρώνουν θεωρία και πολιτική με το πρόσχημα ότι, αντίθετα με τις επιστημονικές κρίσεις που είναι αντικειμενικές, οι κρίσεις που εκφέρουν οι λαοί για όσα έκαναν ή έπαθαν είναι υποκειμενικές. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι τυχαίες, μεροληπτικές, και επομένως αστήρικτες. Γατί; Γιατί αντλούν τη βασιμότητα και την αμεροληψία τους από την αντικειμενικότητα της επιστημονικά τεκμηριωμένης αλήθειας των ιστορικών γεγονότων. Γι’ αυτό μπορούν και απηχούν το κοινό αίσθημα δικαίου που η ιστορική μνήμη τους βοηθά να διαμορφώσουν.
Βέβαια, το κοινό αίσθημα δικαίου, κατά κανόνα, παραβιάζεται από το δίκαιο του ισχυρότερου, που δεν έπαψε να υπηρετεί η πολιτική της dominatio αιώνες τώρα. Γι’ αυτό και μια δημοκρατική, και πολύ περισσότερο μια αριστερή δημοκρατική πολιτική που υπερασπίζεται το κοινό αίσθημα δικαίου έχει λόγο ύπαρξης σε μια κοινωνία που επενδύει ελπίδες στην άσκησή της. 
Το κοινό αίσθημα δικαίου υπερασπίζονται οι ποντιακές κοινότητες διεκδικώντας την αναγνώριση της γενοκτονίας των πατέρων τους. Και αν η αναγνώριση των γενοκτονιών στην Ιστορία δεν έχει τη σημασία που αξιώνει να έχει, δεν θα αντιδρούσαν τόσο έντονα όσοι τις διέπραξαν.
Υ.Γ.: Το άρθρο αφιερώνεται στον κερασούντιο προπάππου μου Ιωάννη, που φυλακίστηκε και απαγχονίστηκε το 1915, και στον κερασούντιο παππού μου Αλέξανδρο, που σύρθηκε στις πορείες του λευκού θανάτου λίγα χρόνια μετά.
*Βλ. J. Habermas, Knowledge and Human Interests, Heinemann, Λονδίνο 1972, Α. Δεληγιώργη, Φιλοσοφία των κοινωνικών επιστημών θετικιστικού, ερμηνευτικού και διαλεκτικού τύπου, Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2011.
files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png
ΧΡΟΝΟΣ 32 (12.2015)

Γενικά θέματα

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την Καππαδοκία, τόπους που συνδέονταν βαθιά με τις ρίζες του και το όραμά του να ζήσει ως ασκητής. Τα ίχνη του όμως χάθηκαν μέσα στην απέραντη τουρκική επικράτεια, βυθίζοντας την οικογένειά του στην αγωνία.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Σε θρίλερ έχει εξελιχθεί η εξαφάνιση ενός 58χρονου Έλληνα ορθόδοξου μοναχού στην Τουρκία, ο οποίος αναχώρησε από τα Γιαννιτσά με προορισμό τον Πόντο και την Καππαδοκία, επιθυμώντας να επισκεφθεί τις πατρογονικές εστίες της οικογένειάς του και να ζήσει ως ασκητής. Σχεδόν τρεις μήνες μετά την αναχώρησή του, τα ίχνη του παραμένουν άγνωστα, με τους συγγενείς του να αναζητούν απεγνωσμένα ένα σημάδι ζωής.

Πρόκειται για τον μοναχό Ιωσήφ, κατά κόσμον Νικόλαο Τσιγκόζη, ο οποίος έφυγε στις 23 Ιουλίου από τον Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, χωρίς έκτοτε να έχει επικοινωνήσει με την οικογένειά του.

Η υπόθεση παρουσιάστηκε στην εκπομπή «Φως στο Τούνελ» της Αγγελικής Νικολούλη, όπου οι αδελφές του περιέγραψαν τις συνθήκες της εξαφάνισής του και τις προσπάθειες που έχουν κάνει για να τον εντοπίσουν.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απάντηση του ελληνικού Προξενείου στην Κωνσταντινούπολη, σύμφωνα με την οποία ένα άτομο που μοιάζει με τον αγνοούμενο εμφανίστηκε στα γραφεία του στις 25 Ιουλίου, αναζητώντας πληροφορίες για το πώς θα μπορούσε να ταξιδέψει προς τον Πόντο.

Το όνειρο να επιστρέψει στις πατρογονικές εστίες και να ζήσει ως ασκητής

Η απόφαση του 58χρονου να ταξιδέψει στην Τουρκία δεν ήταν, σύμφωνα με τους συγγενείς του, μια παρορμητική ενέργεια. Αντίθετα, αποτελούσε μια βαθιά προσωπική επιθυμία που είχε εκφράσει επανειλημμένα.

Ο μοναχός Ιωσήφ ήθελε να επισκεφθεί τον Πόντο και την Καππαδοκία, περιοχές με τις οποίες συνδεόταν η οικογενειακή του καταγωγή, αλλά και το όραμά του να ακολουθήσει μια πιο απομονωμένη ασκητική ζωή.

«Είχε διακαή πόθο να πάει στον Πόντο. Έλεγε ότι θέλει να γίνει ασκητής», ανέφερε η αδελφή του, Ευαγγελία, στην εκπομπή.
Η ίδια μίλησε και για την πορεία του αδελφού της στον μοναχισμό, εξηγώντας ότι είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής του στη μοναστική κοινότητα.

Καλόγερος χάθηκε από τα Γιαννιτσά στα βάθη της Τουρκίας

«Ο αδελφός μου ανήκει στο σχήμα του μοναχισμού. Το 2003 ήταν στο Άγιον Όρος και μετέβη μετά στην Αγία Τριάδα Λαγκαδά. Ακολούθησε τον ηγούμενό του στην Ελασσόνα και έκανε και κουρά. Από Νικόλαος μετονομάστηκε σε Ιωσήφ αλλά το μοναστήρι ορφάνεψε από ηγούμενο και το διάστημα της μετάβασης του σε άλλο μοναστήρι, έμενε μαζί μου στο πατρικό μας», περιέγραψε.
Έτσι, ο 58χρονος βρισκόταν το τελευταίο διάστημα στο οικογενειακό σπίτι στον Νέο Μυλότοπο, περιμένοντας να μεταβεί σε άλλο μοναστήρι. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε, είχε ήδη αρχίσει να σχεδιάζει το ταξίδι του στην Τουρκία.

Η αναχώρηση στις 23 Ιουλίου και το εισιτήριο για την Τουρκία

Η εξαφάνιση του μοναχού έγινε αντιληπτή την Πέμπτη 23 Ιουλίου, όταν οι συγγενείς του διαπίστωσαν ότι είχε φύγει από το χωριό χωρίς να γνωρίζουν τον προορισμό του.

Η αδελφή του, Ευτυχία, που κατοικεί στη Θεσσαλονίκη, κινητοποιήθηκε άμεσα και ξεκίνησε να τον αναζητά. «Το πρωί της 23ης Ιουλίου, ημέρα Πέμπτη, έφυγε ο αδερφός μου. Πήγα στο χωριό μας το Μυλότοπο στα Γιαννιτσά. Ξεκινήσαμε να τον ψάχνουμε αλλά δεν τον βρίσκαμε πουθενά. Πήγα στην αστυνομία, το δήλωσα αλλά έκανα και τον συνειρμό στο μυαλό μου ότι ανέφερε συνέχεια την Κωνσταντινούπολη και πήγαμε να ψάξουμε στα τρένα. Εκεί ήταν ένα ταξιδιωτικό γραφείο και βρήκαμε ότι ένα εισιτήριο κόπηκε στο όνομά του. Επιβεβαιώσαμε αργότερα ότι ανέβηκε στο λεωφορείο για Τουρκία», ανέφερε.

Η ανακάλυψη του εισιτηρίου αποτέλεσε το πρώτο σημαντικό στοιχείο για τις κινήσεις του 58χρονου. Η οικογένεια κατάφερε να επιβεβαιώσει ότι ο μοναχός επιβιβάστηκε σε λεωφορείο με προορισμό την Τουρκία. Ωστόσο, δεν γνώριζε εάν είχε καταφέρει να φτάσει στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί να συνεχίσει προς τις περιοχές που επιθυμούσε να επισκεφθεί.

Η επίσκεψη στο ελληνικό Προξενείο και η αναζήτηση διαδρομής προς την Τραπεζούντα

Οι προσπάθειες των συγγενών οδήγησαν και σε επικοινωνία με το ελληνικό Προξενείο στην Κωνσταντινούπολη.
Σύμφωνα με όσα περιέγραψε η Ευτυχία, ο αδελφός τους που ζει στον Καναδά επικοινώνησε με τις προξενικές Αρχές, αναζητώντας πληροφορίες για τον αγνοούμενο.

«Ο αδελφός μου από τον Καναδά πήρε τηλέφωνο στο προξενείο της Κωνσταντινούπολης. Εγώ είχα ενημερώσει και την αστυνομία και μας είπαν ότι όντως ήρθε ένας κύριος που δεν φορούσε ράσα, με ταξί και έψαχνε πώς να πάει στην Τραπεζούντα», ανέφερε.

Κατά την οικογένεια, οι υπάλληλοι του Προξενείου είδαν το διαβατήριο του άνδρα και του έδωσαν οδηγίες για να μεταβεί στον σταθμό υπεραστικών λεωφορείων, ώστε να συνεχίσει το ταξίδι του. Η πληροφορία αυτή ενίσχυσε την εκτίμηση των συγγενών ότι ο μοναχός είχε φτάσει στην Κωνσταντινούπολη και προσπαθούσε να βρει τρόπο να μετακινηθεί προς τον Πόντο. Ωστόσο, κανείς δεν γνωρίζει αν τελικά επιβιβάστηκε σε άλλο λεωφορείο, ποια διαδρομή ακολούθησε ή αν έφτασε στην Τραπεζούντα.

Η επίσημη απάντηση του Προξενείου

Στην προσπάθεια να συγκεντρώσει περισσότερες πληροφορίες για την εξαφάνιση, η εκπομπή «Φως στο Τούνελ» επικοινώνησε με το ελληνικό Προξενείο στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο έδωσε γραπτή απάντηση. Σύμφωνα με όσα ανέφερε το Προξενείο, το μεσημέρι του Σαββάτου 25 Ιουλίου εμφανίστηκε στα γραφεία του ένα άτομο που έμοιαζε με τον αγνοούμενο μοναχό.
Ο άνδρας αναζητούσε πληροφορίες σχετικά με τους τρόπους μετάβασης στην περιοχή του Πόντου.

Στην απάντησή του, το Προξενείο ανέφερε: «Ζητούσε πληροφορίες σχετικά με τρόπους μετάβασής του στην περιοχή του Πόντου. Καθώς επρόκειτο για μη εργάσιμη ημέρα, κατόρθωσε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον αρμόδιο υπάλληλο στον αριθμό έκτακτης ανάγκης της Αρχής, με χρήση κινητού τηλεφώνου που ανήκε, ωστόσο, σε τρίτο πρόσωπο. Αργά το βράδυ της ίδιας μέρας, αδελφός του αγνοούμενου επικοινώνησε για πρώτη φορά μαζί μας».

Η αναφορά στη χρήση κινητού τηλεφώνου τρίτου προσώπου αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο που ενδεχομένως θα μπορούσε να βοηθήσει στην αναζήτηση του μοναχού. Παράλληλα, η χρονική ακολουθία των γεγονότων δείχνει ότι η εμφάνιση του άνδρα στο Προξενείο έγινε δύο ημέρες μετά την αναχώρηση του 58χρονου από τα Γιαννιτσά. Πάντως, στην απάντηση του Προξενείου γίνεται λόγος για άτομο που μοιάζει με τον αγνοούμενο και όχι για οριστική ταυτοποίηση του μοναχού Ιωσήφ.

Η ενημέρωση της Interpol και η αγωνία των συγγενών

Η οικογένεια συνεχίζει τις προσπάθειες εντοπισμού του μοναχού, έχοντας απευθυνθεί τόσο στις ελληνικές Αρχές όσο και στις αρμόδιες υπηρεσίες που μπορούν να συνδράμουν στη διασυνοριακή αναζήτηση. «Η Ίντερπολ και το ελληνικό προξενείο στην Τουρκία έχουν ενημερωθεί», ανέφερε η αδελφή του, Ευαγγελία.

Οι συγγενείς θεωρούν ότι οι έρευνες θα πρέπει να επικεντρωθούν κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, στην Τραπεζούντα και στις υπόλοιπες περιοχές του Πόντου, καθώς εκεί σκόπευε να κατευθυνθεί ο 58χρονος. Παράλληλα, δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να προσπάθησε να μεταβεί στην Καππαδοκία, την οποία επίσης επιθυμούσε να επισκεφθεί. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν υπάρχουν επιβεβαιωμένες πληροφορίες για το πού μπορεί να βρίσκεται ή αν έχει εγκατασταθεί σε κάποια μοναστική κοινότητα. Η μεγαλύτερη αγωνία των συγγενών του είναι να μάθουν αν είναι καλά στην υγεία του και αν βρίσκεται σε ασφαλές περιβάλλον.
«Θέλουμε να μάθουμε… Ζει; Είναι καλά;», λένε χαρακτηριστικά.

Τα χαρακτηριστικά του αγνοούμενου μοναχού

Ο μοναχός Ιωσήφ, κατά κόσμον Νικόλαος Τσιγκόζης, είναι 58 ετών και έχει ύψος περίπου 1,64 μέτρα. Έχει μακριά γκρίζα μαλλιά, τα οποία συνήθως πιάνει σε κοτσίδα, γκρίζο μουστάκι, κοντοκουρεμένο μούσι και πράσινα μάτια. Είναι κανονικού σωματικού βάρους. Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, κατά την επίσκεψη του άνδρα που του έμοιαζε στο ελληνικό Προξενείο δεν φορούσε μοναχικά ράσα, στοιχείο που ενδέχεται να δυσχεραίνει την αναγνώρισή του από ανθρώπους που γνωρίζουν μόνο τη μοναχική του εμφάνιση.

Η οικογένεια απευθύνει έκκληση σε όποιον μπορεί να έχει πληροφορίες για τις κινήσεις του στην Τουρκία ή γνωρίζει εάν βρίσκεται σε κάποιο μοναστήρι ή ασκητήριο να επικοινωνήσει με τις αρμόδιες Αρχές. Σχεδόν τρεις μήνες μετά την αναχώρησή του, το βασικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο: Κατάφερε ο μοναχός Ιωσήφ να φτάσει στον Πόντο και να πραγματοποιήσει το όνειρό του ή συνέβη κάτι που διέκοψε το ταξίδι του; Για τους δικούς του ανθρώπους, το μόνο που έχει σημασία είναι να υπάρξει ένα σημάδι ζωής και να μάθουν ότι ο 58χρονος είναι ασφαλής.

protothema.gr
Συνέχεια ανάγνωσης

Γενικά θέματα

Η πετρελαϊκή «μάχη» που ενώνει Τραμπ-Πούτιν και δισεκατομμυριούχους του Κόλπου

Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».

Η συμφωνία, η οποία δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί και τελεί υπό την αίρεση της έγκρισης της αμερικανικής κυβέρνησης και του Κρεμλίνου, αφορά ένα εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο πετρελαιοπηγών, διυλιστηρίων και πρατηρίων καυσίμων της Lukoil σε διάφορες χώρες.

Σύμφωνα με τους «New York Times», στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται κοινοπραξία με επικεφαλής τον Αμερικανό επενδυτή Τοντ Μπόελι, στην οποία συμμετέχουν επίσης επενδυτικοί όμιλοι από τη Μέση Ανατολή. Στην προτεινόμενη συμφωνία συμμετέχει και η αμερικανική κυβέρνηση, μέσω της U.S. International Development Finance Corporation (DFC).

 Στο τραπέζι των συνομιλιών Τραμπ-Πούτιν

Οι πολύμηνες διαπραγματεύσεις, σύμφωνα με οκτώ πρόσωπα με γνώση της υπόθεσης που επικαλούνται οι «New York Times», συνδέονται με την ευρύτερη προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να αποκαταστήσει οικονομικούς δεσμούς με τη Ρωσία στο πλαίσιο των συνομιλιών για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Το ζήτημα της Lukoil φέρεται να τέθηκε από τον Βλαντιμίρ Πούτιν κατά τη συνάντησή του με τους Αμερικανούς διαπραγματευτές Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ στο Κρεμλίνο, στις 5 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με πηγή που επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα, ο Ρώσος πρόεδρος πρότεινε την προώθηση της συμφωνίας ως ένδειξη ότι η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συνεργαστούν επιχειρηματικά.

Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές φέρεται να απάντησαν ότι θα εργαστούν για την προώθηση της συμφωνίας, τόσο ως ένδειξη «καλής θέλησης» προς το Κρεμλίνο όσο και με στόχο τη μείωση των διεθνών τιμών ενέργειας.

Η ενδεχόμενη συμφωνία παρουσιάζει ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον για τους υποψήφιους αγοραστές. Η έγκρισή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να οδηγήσει στην απελευθέρωση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων από τις αμερικανικές κυρώσεις, αυξάνοντας παράλληλα την αξία τους.

 Οι διασυνδέσεις των επενδυτών

Στην κορυφή της κοινοπραξίας βρίσκεται ο Αμερικανός επενδυτής Τοντ Μπόελι, συνιδιοκτήτης των Los Angeles Dodgers και γνωστός υποστηρικτής του Τραμπ. Στο επενδυτικό σχήμα συμμετέχουν επίσης επιχειρηματικοί όμιλοι από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Οι «New York Times» επισημαίνουν ότι ορισμένοι από τους επενδυτές διατηρούν επιχειρηματικές σχέσεις με πρόσωπα που βρίσκονται κοντά στην κυβέρνηση Τραμπ.

Μεταξύ αυτών είναι οι αδελφοί Μουτάζ και Ράμεζ αλ-Χαγιάτ από το Κατάρ, οι οποίοι έχουν συνεργαστεί με τον Τζάρεντ Κούσνερ και την Ιβάνκα Τραμπ για τη χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου στην Αλβανία.

Στην κοινοπραξία συμμετέχει επίσης επενδυτικό ταμείο με έδρα το Αμπού Ντάμπι, το οποίο ελέγχεται από τον σεΐχη Ταχνούν μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναχιάν, σύμβουλο εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ο ίδιος συνδέεται με επενδύσεις στην World Liberty Financial, την εταιρεία κρυπτονομισμάτων της οικογένειας Τραμπ.

Παράλληλα, επενδυτικό ταμείο που συνδέεται με τον σεΐχη Ταχνούν αποτελεί σημαντικό μέτοχο της εταιρείας private equity που ίδρυσε ο Κούσνερ μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο.

 Τα ερωτήματα για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων

Οι διασυνδέσεις αυτές έχουν προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο προσωπικές επιχειρηματικές σχέσεις μπορεί να διασταυρώνονται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για μια συμφωνία που συνδέεται με την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Οι «New York Times» αναφέρουν ότι δεν υπάρχει ένδειξη πως ο Γουίτκοφ ή ο Κούσνερ πρόκειται να αποκομίσουν προσωπικό οικονομικό όφελος από τη συμφωνία. Ωστόσο, η υπόθεση έχει εγείρει ζητήματα σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρηματιών και προσώπων του στενού περιβάλλοντος του Τραμπ.

Η Χούι Τσεν, πρώην εισαγγελέας και σύμβουλος σε θέματα οικονομικού εγκλήματος και δεοντολογίας, χαρακτήρισε τις διασυνδέσεις «ανησυχητικές» και έθεσε το ερώτημα κατά πόσο προσωπικά συμφέροντα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αξιολόγηση των υποψήφιων αγοραστών.

Από την πλευρά του, εκπρόσωπος του Γουίτκοφ απέρριψε οποιοδήποτε ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων, υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανός διαπραγματευτής δεν λαμβάνει μισθό και καλύπτει ο ίδιος τα έξοδα των ταξιδιών του στο πλαίσιο της αποστολής του για λογαριασμό του Τραμπ.

Η κούρσα για τα περιουσιακά στοιχεία της Lukoil

Η Lukoil είχε θέσει προς πώληση τα διεθνή περιουσιακά της στοιχεία μετά την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων. Αρκετοί υποψήφιοι αγοραστές είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον, μεταξύ των οποίων και μεγάλοι αμερικανικοί ενεργειακοί όμιλοι.

Τον Ιανουάριο, η επενδυτική εταιρεία Carlyle είχε καταλήξει σε προκαταρκτική συμφωνία για την εξαγορά σημαντικού μέρους του διεθνούς χαρτοφυλακίου της Lukoil. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε, καθώς απαιτούσε την έγκριση της αμερικανικής κυβέρνησης.

Στη συνέχεια, ο όμιλος υπό τον Μπόελι εμφανίστηκε ως ένας από τους βασικούς διεκδικητές των περιουσιακών στοιχείων.

Η αξία των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil είχε υπολογιστεί από την ίδια την εταιρεία σε περίπου 20 δισ. δολάρια στις αρχές του έτους. Ωστόσο, οι οικονομικοί όροι της υπό διαπραγμάτευση συμφωνίας δεν έχουν γίνει γνωστοί.

 Ο ρόλος της αμερικανικής κυβέρνησης

Η αμερικανική κυβέρνηση συμμετέχει στην προτεινόμενη συμφωνία μέσω της U.S. International Development Finance Corporation, η οποία επενδύει και παρέχει χρηματοδότηση για έργα στο εξωτερικό.

Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι μια ενδεχόμενη συμφωνία για τη Lukoil θα μπορούσε να ενισχύσει την οικονομική ασφάλεια των ΗΠΑ, να εξυπηρετήσει στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους για τους Αμερικανούς.

Η συμφωνία, ωστόσο, χρειάζεται την έγκριση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, το οποίο είναι αρμόδιο για την εφαρμογή των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

 Η ενεργειακή διάσταση

Στο υπό διαπραγμάτευση χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνονται διυλιστήρια της Lukoil στην Ολλανδία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, καθώς και άλλες ενεργειακές υποδομές και πρατήρια καυσίμων σε διάφορες χώρες.

Η ενεργειακή διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η κυβέρνηση Τραμπ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η αποκατάσταση οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κίνητρο για τη Μόσχα ώστε να προχωρήσει σε συμβιβασμούς για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Ο Ρώσος οικονομικός απεσταλμένος Κίριλ Ντμίτριεφ έχει επίσης εμπλακεί στη διαδικασία, ενώ, σύμφωνα με τους «New York Times», έχει δηλώσει ότι ο διάλογος ΗΠΑ-Ρωσίας συνεχίζεται σε πολλούς τομείς, μεταξύ των οποίων και η ενέργεια.

Η συμφωνία για τη Lukoil παραμένει, πάντως, ανοικτή και δεν έχει οριστικοποιηθεί. Η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από τις απαιτούμενες εγκρίσεις των αμερικανικών αρχών και της ρωσικής πλευράς.

skpress.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

Γενικά θέματα

Πώς μια «Ελληνίδα» έγινε το «θεμέλιο» της Εθνικής Πινακοθήκης της Ουγγαρίας

Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Πριν λίγο καιρό επισκεφθήκαμε την Εθνική Πινακοθήκη της Ουγγαρίας στη Βουδαπέστη, ένα από τα πλέον σημαντικά μουσεία της χώρας, στο οποίο παρουσιάζεται με μοναδικό τρόπο η εξέλιξη της ουγγρικής εικαστικής τέχνης από τον 11ο αιώνα μέχρι σήμερα. Βρίσκεται στο Βασιλικό Ανάκτορο του Κάστρου της Βούδας και ιδρύθηκε το 1957 με βάση κυρίως τις ουγγρικές συλλογές του Μουσείου Καλών Τεχνών. Η συλλογή της περιλαμβάνει περίπου 110.00 έργα.

Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.

Το έργο του με τίτλο «Ελληνίδα», φιλοτεχνημένο το 1845, θεωρείται εξαιρετικά σημαντικό για τη δημιουργία της συλλογής της Ουγγρικής Εθνικής Πινακοθήκης. Είναι το πρώτο έργο που σηματοδότησε την έναρξη της συστηματικής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής στα εθνικά ιδρύματα.⁠ Είναι επίσης το πιο γνωστό και εμβληματικό έργο του ζωγράφου.

Οι διαστάσεις του είναι 77Χ61,5 cm περίπου. Το μοντέλο δεν είναι Ελληνίδα, αλλά η σύζυγος του Marastoni, η Giovanna Bianchi, με καταγωγή από τη Βενετία. Ο ζωγράφος την απεικόνισε με παραδοσιακή (ή φανταστική) ελληνική φορεσιά της εποχής, σύμφωνα με τη μόδα του ρομαντισμού. Η εικόνα συνδυάζει εξωτισμό, ελαφρύ ερωτισμό και ιδανική ομορφιά.

Η ιστορία

Το 1845 η Pest Art Society — η πρώτη καλλιτεχνική εταιρεία στην Ουγγαρία — αγόραζε κάθε χρόνο ένα έργο από την ετήσια έκθεσή της για να το δωρίσει στο Ουγγρικό Εθνικό Μουσείο, το οποίο τότε περιλάμβανε και την πινακοθήκη.

Η «Ελληνίδα» του Marastoni ήταν αυτό που επέλεξαν και δώρισαν τον Νοέμβριο του 1845. Έτσι, καταγράφηκε ως το πρώτο έργο στη συλλογή ζωγραφικής του μουσείου.⁠ Το Εθνικό Μουσείο είχε ήδη κάποιες δωρεές, αλλά η συστηματική συλλογή ουγγρικής τέχνης ξεκινάει ουσιαστικά με αυτό το έργο. Η Εθνική Πινακοθήκη κληρονόμησε αυτή τη συλλογή από το Εθνικό Μουσείο.

Η επιλογή του προκάλεσε έντονες συζητήσεις και αποτέλεσε το «πρώτο καλλιτεχνικό σκάνδαλο» της εποχής, λόγω του ερωτισμού που απέπνεε το μοντέλο. Ωστόσο ο πίνακας αυτός ήταν και ιδιαίτερα δημοφιλής, κάτι που ενίσχυσε την εθνική συζήτηση για την τέχνη.⁠

Σήμερα, το έργο παραμένει εμβληματικό και εκτίθεται συχνά ως αφετηρία της συλλογής ζωγραφικής του 19ου αιώνα στην Πινακοθήκη. Συμβολίζει το πώς η ουγγρική τέχνη χτίστηκε με συνεισφορές από ξένους καλλιτέχνες που ενσωματώθηκαν στη χώρα, όπως ο Marastoni.

Η δημιουργία της Πινακοθήκης

Αν κάνετε περίπατο στην οδό Deák Ferenc στο κέντρο της πόλης ίσως αξίζει κάποιες φορές να σηκώσετε το βλέμμα πάνω από τις βιτρίνες των καταστημάτων. Το βλέμμα σας θα συναντήσει όχι μόνο κλασικές προσόψεις, αλλά και αναμνηστικές πλάκες, όπως για παράδειγμα εκείνη στον αριθμό 21, όπου αναγράφεται: «Η Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής – ιδρυθείσα από τον Jakab Marastoni».

Η Πέστη του 19ου αιώνα ήταν μια πραγματικά πολυπολιτισμική πόλη. Γερμανοί, Ούγγροι, Έλληνες, Ιταλοί, Σέρβοι και πολλές άλλες μικρότερες εθνότητες ζούσαν εδώ δίπλα-δίπλα ειρηνικά. Ο καθένας καλλιεργούσε τον δικό του πολιτισμό, αλλά ένα πράγμα τους ένωνε: όλοι ήθελαν να είναι και Ούγγροι και επιδίωκαν να υπηρετήσουν τον ουγγρικό πολιτισμό με τις δραστηριότητές τους.

Εκείνη την εποχή ο Marastoni υπέβαλε την αίτησή του για την ακαδημία ζωγραφικής στο Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών, όταν ιδρύθηκε εντός του Ουγγρικού Εθνικού Μουσείου ο Σύλλογος Εθνικής Πινακοθήκης, ένα «τμήμα που συνέλεγε αποκλειστικά ουγγρική ζωγραφική».

Όλα αυτά συνέβησαν το 1845 και αυτή η μεγάλη πολιτιστική δραστηριότητα μπορεί να ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι εκείνη τη χρονιά το Εθνικό Μουσείο ήθελε να τιμήσει δεόντως την πεντηκοστή επέτειο της ανάληψης καθηκόντων του αρχιδούκα Ιωσήφ της Αυστρίας.

Ο σύλλογος που έφερε το όνομα του αρχιδούκα εγκρίθηκε τελικά από το Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών τον Σεπτέμβριο του 1845. Η Εθνική Πινακοθήκη του αρχιδούκα Ιωσήφ μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως το πρώτο εθνικό ίδρυμα που συνέλεγε ουγγρικούς πίνακες.

Η πινακοθήκη δέχθηκε δωρεές έργων τόσο από συλλόγους, όσο και από ιδιώτες, και ανάμεσά τους το σημαντικότερο ήταν το έργο του Jakab Marastoni «H Ελληνίδα», το οποίο δωρήθηκε στην πινακοθήκη τον Νοέμβριο του 1845 από την Καλλιτεχνική Εταιρεία της Πέστης. Έτσι, μπορεί να πει κανείς ότι η ιστορία της μουσειακής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής ξεκίνησε με την «Ελληνίδα».

Αλλά γιατί μια Ελληνίδα; Το σύγχρονο (όχι αρχαίο) ελληνικό θέμα εμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή ζωγραφική με την Ελληνική Επανάσταση ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τη δεκαετία του 1820. Φυσικά, οι συμπάθειες του ευρωπαϊκού ρομαντισμού προς τους Έλληνες άσκησαν επιρροή και στην ουγγρική τέχνη.

Οι Έλληνες, και ιδιαίτερα οι Ελληνίδες, αποτελούσαν συχνά θέμα στην ουγγρική ζωγραφική του 19ου αιώνα, και κατά μία έννοια η «Ελληνίδα» κατέληξε να αντιπροσωπεύει ένα εξωτικό θέμα αρωματισμένο με ερωτισμό.

Και αν σήμερα βρίσκουμε την «Ελληνίδα» να αποκαλύπτει ανοιχτά την ομορφιά και τη γοητεία της, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι επρόκειτο για θέμα μόδας. Και όσο κι αν μας γνέφει σαγηνευτικά αυτή η όμορφη γυναίκα, με την ιστορική έννοια το έργο αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα της ουγγρικής μουσειολογίας.

Ο ζωγράφος

Ο Jakab Marastoni (Giacomo Marastoni) γεννήθηκε το 1804 στη Βενετία και σπούδασε στην περίφημη Ακαδημία Καλών Τεχνών.

Ταξίδεψε στη Βιέννη στις αρχές της δεκαετίας του 1830, πέρασε από τη σημερινή Μπρατισλάβα το 1833 και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Πέστη το 1836. Έγινε περιζήτητος πορτρετίστας μεταξύ αριστοκρατικών και αστικών οικογενειών, αλλά και κατά τη διάρκεια κοινοβουλευτικών συνεδριάσεων.⁠

Το 1846 ίδρυσε την Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής στην Πέστη – την πρώτη ιδιωτική σχολή αποκλειστικά για ζωγραφική στην Ουγγαρία. Ανάμεσα στους μαθητές του περιλαμβάνονται σημαντικοί Ούγγροι καλλιτέχνες όπως ο Károly Lotz, ο Mihály Zichy, ο Soma Orlai Petrich κ.ά. Το 1846 έγινε Επίτιμος Πολίτης της Πέστης.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με την δαγκεροτυπία ήταν ο πρώτος επαγγελματίας αυτής της τεχνικής στην Ουγγαρία. Πέθανε σε ψυχιατρική κλινική και η σχολή του έκλεισε λίγο μετά.

tovima.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις6 λεπτά πριν

Πρώην διπλωμάτης του Ηνωμένου Βασιλείου: «Με αντιμετώπισαν σαν απειλή επειδή επέστρεψα από τη Μόσχα»

Αυτή ήταν μια κράτηση «χωρίς υπόνοια» (suspicionless detention). Δεν ήμουν ύποπτος για τίποτα, κι όμως οι αστυνομικοί είχαν την εξουσία...

Διεθνή36 λεπτά πριν

Πεδίο μάχης η Γαλλία για την ακρίβεια – Έφοδοι, δακρυγόνα και εκατοντάδες συλλήψεις

Σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στον υπουργό Εσωτερικών Λοράν Νουνιές, μέχρι το μεσημέρι οι αρχές είχαν καταγράψει 140 διαδηλώσεις, με τη...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom2 ώρες πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Δημοφιλή