Ακολουθήστε μας

Γενικά θέματα

Το παράδοξο της χρηματιστικοποιημένης εκβιομηχάνισης

Δημοσιεύτηκε στις

Freelance writer

ΕΙΚΟΝΑ---γενική,-οικονομία

(The Paradox of Financialized Industrialization) Άρθρο του Michael Hudson (γενν. 1939) ερευνητή καθηγητή Οικονομίας στο University of Missouri, Kansas. Εκφωνήθηκε στις 10-10-2015 στο Παγκόσμιο Συνέδριο Μαρξισμού στο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου

Όταν έκανα μια διάλεξη εδώ στη Μαρξιστική Σχολή πριν από έξι χρόνια, κάποιος με ρώτησε αν ο Μαρξ είχε δίκιο ή άδικο. Τότε δεν ήξερα πώς να απαντήσω στην ερώτηση αυτή, διότι η απάντηση είναι τόσο περίπλοκη. Αλλά τουλάχιστον σήμερα μπορώ να επικεντρωθώ στην άποψή του για τις κρίσεις.


Περισσότερο από κάθε άλλον οικονομολόγο του αιώνα του, ο Μαρξ συνέδεσε μεταξύ τους τα τρία βασικά είδη των κρίσεων που συνέβαιναν. Οι Θεωρίες του για την Υπεραξία εξήγησαν τις δύο κύριες μορφές κρίσεων που είχαν επισημάνει οι προγενέστεροί του και τις οποίες πάλεψαν οι αστικές επαναστάσεις του 1848. Οι κρίσεις αυτές ήταν το αποτέλεσμα επιβιώσεων από την ευρωπαϊκή φεουδαρχική εποχή της γαιοκτημονικής αριστοκρατίας και των τραπεζικών περιουσιών.
Από χρηματοπιστωτική άποψη ο Μαρξ επεσήμανε την τάση των χρεών να αυξάνονται εκθετικά, ανεξάρτητα από την ικανότητα της οικονομίας να αποπληρώνει, και μάλιστα επεσήμανε την τάση τους να αυξάνονται πιο γρήγορα από την ίδια την οικονομία. Η αύξηση του χρέους και των δεδουλευμένων τόκων ήταν αυτόνομη από τη δυναμική του βιομηχανικού κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας, στην οποία επικεντρώθηκε ο Τόμος Ι του Κεφαλαίου. Τα χρέη είναι αυτοαναπτυσσόμενα μέσω καθαρά μαθηματικών κανόνων – η «μαγεία της κεφαλαιοποίησης (ή του ανατοκισμού)».
Στην Αμερική και την Ευρώπη μπορούμε να δούμε πώς οι τόκοι (μαζί με τις   επαναγορές μετοχών, τη μόχλευση του χρέους και τις λοιπές χρηματιστικές μανούβρες) ροκανίζουν τα κέρδη και αποθαρρύνουν τις επενδύσεις σε εγκαταστάσεις και εξοπλισμό, εκτρέποντας τα έσοδα σε οικονομικά κενές χρηματοοικονομικές πράξεις. Ο Μαρξ αποκαλούσε το χρηματιστικό κεφάλαιο «φανταστικό» ή «εικονικό», στο βαθμό που δεν προέρχεται από το εσωτερικό της βιομηχανικής οικονομίας, και επειδή -στο τέλος- τα αιτήματά του για πληρωμή δεν μπορούν να καλυφθούν. Αποκάλεσε αυτή τη λογιστική μεταφορά μια «κενή μορφή κεφαλαίου.»  [1]  Ήταν εικονική διότι αποτελείτο κυρίως από ομόλογα, υποθήκες, τραπεζικά δάνεια και άλλες εισοδηματικές (rentier) αξιώσεις επί των μέσων παραγωγής και της ροής των μισθών, επί των κερδών και των απτών επενδύσεων κεφαλαίου.
Ο δεύτερος παράγοντας που οδήγησε στην οικονομική κρίση ήταν πιο μακροπρόθεσμος: η κατά τον Ricardo «γαιοπρόσοδος». Οι ιδιοκτήτες της γης και των μονοπωλίων επέβαλαν έναν «φόρο ιδιοκτησίας» στην οικονομία με την απόσπαση ενοικίου, ως αποτέλεσμα προνομίων που (όπως οι τόκοι) ήταν ανεξάρτητοι του τρόπου παραγωγής. Η μίσθωση της γης αυξανόταν, καθώς οι οικονομίες έγιναν μεγαλύτερες και πιο ευημερούσες. Όλο και μεγαλύτερο κομμάτι του οικονομικού πλεονάσματος (κέρδη και υπεραξία) διατίθετο στους ιδιοκτήτες της γης, των φυσικών πόρων και των μονοπωλίων. Αυτές οι μορφές οικονομικής προσόδου ήταν αποτέλεσμα προνομίων που δεν είχε καμία εγγενή αξία ή κόστος παραγωγής. Τελικά, ανέβαζαν το επίπεδο των μισθών και δεν άφηναν περιθώριο για το κέρδος. Αυτό το περιέγραψε ο Μαρξ ως τον Αρμαγεδδόνα του Ricardo.
Οι δύο αυτές δυνάμεις που συνεισφέρουν στην κρίση, τόνισε ο Μαρξ, ήταν κληρονομιά της φεουδαρχικής προέλευσης της Ευρώπης: από τη μια οι γαιοκτήμονες κατακτούν την γη και ιδιοποιούνται τους φυσικούς πόρους και υποδομές, από την άλλη οι τράπεζες -σε μεγάλο βαθμό ληστρικές και αρπακτικές- δημιουργούν πολεμικά δάνεια για κυβερνήσεις και εκμεταλλεύονται τους καταναλωτές μέσω της ευτελούς τοκογλυφίας. Το ενοίκιο και το κέρδος ήταν σε μεγάλο βαθμό τα προϊόντα των πολέμων. Ως εκ τούτου, ήταν εξωτερικά ως προς τα μέσα παραγωγής και το άμεσο κόστος τους (δηλαδή, την αξία των προϊόντων).
Πάνω απ’ όλα, φυσικά, ο Μαρξ επεσήμανε τη μορφή της εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας από τους εργοδότες της. Αυτή, πράγματι, προέρχεται από την καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής. Πριν λίγο ο καθηγητής Bertell Ollman μας εξήγησε πολύ καλά την δυναμική αυτή και δεν χρειάζεται να την επαναλάβω.
Η σημερινή οικονομική κρίση στη Δύση συνίσταται σε απόσπαση χρηματοοικονομικών χρεώσεων και προσόδων οδηγώντας σε αποπληθωρισμό χρέους (ο Bertell Ollman περιέγραψε πώς ο Μαρξ ανέλυσε την οικονομική κρίση που προκύπτει από την αδυναμία της μισθωτής εργασίας να αγοράσει όσα παράγει). Αυτή ακριβώς είναι η εσωτερική αντίφαση στο βιομηχανικό καπιταλισμό. Όπως περιγράφεται στον Τόμο Ι του Κεφαλαίου, οι εργοδότες επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη πληρώνοντας τους εργαζόμενους όσο το δυνατόν λιγότερο. Αυτό οδηγεί σε υπερβολική εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας, προκαλώντας υποκατανάλωση και υπερπροσφορά.
Θα επικεντρωθώ στο σημείο αυτό, δεδομένου ότι η σημερινή οικονομική κρίση είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητη από τον βιομηχανικό τρόπο παραγωγής. Όπως σημείωσε ο Μαρξ στους Τόμους ΙΙ και ΙΙΙ του Κεφαλαίου και στα κείμενά του για τις Θεωρίες της Υπεραξίας (Τόμος IV του Κεφαλαίου), η απόσπαση τραπεζικής προσόδου και  γαιοπροσόδου είναι από πολλές απόψεις δυσμενείς επιπτώσεις επί του βιομηχανικού καπιταλισμού.
Η συζήτησή μας αφορά το πώς να αναλύσουμε την κρίση στην οποία βρίσκονται σήμερα οι δυτικές οικονομίες. Για μένα, είναι πρώτα και κύρια μια χρηματοοικονομική κρίση. Η τραπεζική κρίση και τα υπερβολικά χρέη προέρχονται κυρίως από τα ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια – και επίσης από το είδος της μαζικής απάτης που ο Μαρξ ανέδειξε τότε στην υψηλή χρηματοδότηση της εποχής του, ειδικά στην χρηματοδότηση των καναλιών και των σιδηροδρόμων.
Έτσι, για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα που μου ετέθη για το αν ο Μαρξ έκανε λάθος, ας πω ότι ο Μαρξ προμήθευσε τα εργαλεία που απαιτούνται για την ανάλυση των κρίσεων από τις οποίες υποφέρουν οι βιομηχανικές καπιταλιστικές οικονομίες τα τελευταία 200 χρόνια.
Αλλά η ιστορία δεν λειτούργησε όπως περίμενε ο Μαρξ, ότι δηλαδή κάθε τάξη θα ενεργούσε προς το συμφέρον της. Ο Μαρξ πίστευε ότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να προβλέψει εύλογα το μέλλον. Η ιστορική αποστολή και το πεπρωμένο του βιομηχανικού καπιταλισμού, έγραφε στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ο Μαρξ, ήταν να ελευθερώσει την κοινωνία από τους «παρασιτικούς όγκους» των τόκων και των ενοικίων/προσόδων (κυρίως την μίσθωση της γης και των φυσικών πόρων μαζί με τη μονοπωλιακή πρόσοδο) που ο βιομηχανικός καπιταλισμός είχε κληρονομήσει από την μεσαιωνική ή ακόμη και από την αρχαία κοινωνία. Αυτές οι άχρηστες ραντιέρικες (rentier) χρεώσεις επί της παραγωγής είναι παρεπόμενα λειτουργικά έξοδα (faux frais) που επιβραδύνουν τη συσσώρευση του βιομηχανικού κεφαλαίου. Δεν προέρχονται από την παραγωγική διαδικασία, αλλά είναι μια κληρονομιά των φεουδαρχικών πολεμάρχων που κατέκτησαν την Αγγλία και τις άλλες ευρωπαϊκές περιοχές με σκοπό να θεμελιωθεί η αριστοκρατία η βασισμένη στην κληρονομιά της γης. Η οικονομική αριστοκρατία (με τη μορφή του τοκογλυφικού κεφαλαίου) είναι, σύμφωνα με τον Μαρξ, μια κληρονομιά των τραπεζικών οικογενειών που έκαναν την περιουσία τους από τον πολεμικό δανεισμό και την τοκογλυφία.
Η αντίληψη του Μαρξ για το εθνικό εισόδημα διαφέρει ριζικά από αυτήν της Αμερικανικής Υπηρεσίας Λογαριασμών Εθνικού Εισοδήματος και Προϊόντος (Ν.Ι.Ρ.Α.). Κάθε δυτική οικονομία μετρά την «παραγωγή» ως Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ). Αυτή η λογιστική μορφή περιλαμβάνει τους τομείς της Χρηματοδότησης, της Ασφάλισης και της Ακίνητης Περιουσίας (F.I.R.E.) ως μέρος της οικονομικής παραγωγής. Αυτό το κάνει γιατί αντιμετωπίζει την πρόσοδο και τους τόκους ως «εισόδημα», όπως ακριβώς με τους μισθούς και τα κέρδη της βιομηχανίας (σαν να αποτελούσαν η ιδιωτική χρηματοδότηση, η ασφάλιση και η αγορά των ακινήτων, μέρος της παραγωγικής διαδικασίας). Αυτά ο Μαρξ τα αντιμετώπιζε ως ξένα σ’ αυτήν. Το εισόδημά τους δεν ήταν «δεδουλευμένο», αλλά ήταν «μη δεδουλευμένο». Την ιδέα αυτή συμμερίζονταν και οι Φυσιοκράτες (Γάλλοι διαφωτιστές οικονομολόγοι του 18ου αιώνα), ο Adam Smith, ο John Stuart Mill και οι άλλοι μεγάλοι κλασικοί οικονομολόγοι. Ο Μαρξ απλά οδήγησε την κλασική οικονομική σκέψη στη λογική της κατάληξη.
Το συμφέρον της ανερχόμενης τάξης των βιομηχάνων καπιταλιστών ήταν να ελευθερώσουν τις οικονομίες από την κληρονομιά αυτή της φεουδαρχίας, από τα παρεπόμενα λειτουργικά έξοδα (faux frais) της παραγωγής, από τις τιμές που υπερβαίνουν το πραγματικό κόστος-αξίας. Ο Μαρξ πίστευε ότι η μοίρα του βιομηχανικού καπιταλισμού ήταν η εκλογίκευση της οικονομίας, με σκοπό την απαλλαγή από τον αδρανή γαιοκτήμονα και την τάξη των τραπεζιτών (με την κοινωνικοποίηση της γης, την εθνικοποίηση των φυσικών πόρων και των βασικών υποδομών, και την βιομηχανοποίηση του τραπεζικού συστήματος) προς όφελος της βιομηχανικής επέκτασης και όχι της αντιπαραγωγικής τοκογλυφίας.
Αν ο καπιταλισμός είχε επιτύχει αυτή τη μοίρα, θα του είχε απομείνει κατά κύριο λόγο μόνον η κρίση μεταξύ των βιομηχανικών εργοδοτών και των  εργαζομένων, όπως την ανέλυσε στον Τόμο Ι του Κεφαλαίου: η εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας θα έφτανε σε ένα σημείο όπου οι εργαζόμενοι θα αδυνατούσαν να αγοράσουν τα προϊόντα που παράγουν. Αλλά την ίδια στιγμή, ο βιομηχανικός καπιταλισμός θα προετοίμαζε τον δρόμο για τον σοσιαλισμό, γιατί (σύμφωνα με τον Μαρξ) οι βιομήχανοι ήταν απαραίτητοι για την υπερνίκηση του ασφυκτικού πολιτικού κλοιού της αριστοκρατών γαιοκτημόνων και για την κατάκτηση της οικονομικής ισχύος των τραπεζών. Ο βιομηχανικός καπιταλισμός ήταν απαραίτητος για να προωθήσει τη δημοκρατική πολιτική μεταρρύθμιση για να ξεπεραστούν τα κατεστημένα συμφέροντα ελέγχου των Κοινοβουλίων και ως εκ τούτου, του φορολογικού συστήματος. Αυτό θα έδινε την ευκαιρία στους εργαζόμενους (μέσω της αυτο-οργάνωσής τους και μέσω του παραχωρηθέντος δικαιώματος της καθολικής ψηφοφορίας) να συνθλίψουν τα ατομικά συμφέροντα του βιομηχανικού καπιταλιστή και θα μετέτρεπαν τον καπιταλισμό σε σοσιαλισμό.
Στο μονοπάτι αυτό η Κίνα αποτελεί ένα παράδειγμα. Αλλά αυτό δεν έχει συμβεί στη Δύση, όπου συμβαίνουν και τα τρία είδη της κρίσης που περιγράφτηκαν από τον Μαρξ. Αλλά η Δύση είναι τώρα πια σε μια χρόνια ύφεση (depression), αυτό που έχει κληθεί ως «αποπληθωρισμός χρέους» (debt deflation). Αντί να βιομηχανοποιηθούν οι τράπεζες, όπως περίμενε ο Μαρξ, ο βιομηχανικός κλάδος χρηματιστικοποιείται. Αντί η δημοκρατία να απελευθερώσει τις οικονομίες από την γαιοπρόσοδο, το ενοίκιο επί των φυσικών πόρων και τα μονοπωλιακά προνόμια, συνέβη το αντίθετο: οι ραντιέρηδες (μεγαλο-εισοδηματίες) αντεπιτέθηκαν και πήραν τον έλεγχο των δυτικών κυβερνήσεων, των νομικών συστημάτων και της φορολογικής πολιτικής. Το αποτέλεσμα είναι ότι βλέπουμε μια οπισθοδρόμηση στα προ-καπιταλιστικά προβλήματα που ο Μαρξ περιγράφει στους Τόμους ΙΙ και ΙΙΙ του Κεφαλαίου και στις Θεωρίες της Υπεραξίας.
Εκεί επικεντρώνεται η συζήτησή μου με τον Bertell Ollman. Η εστίασή μου είναι στο ότι η χρηματοδότηση και οι πρόσοδοι κατέκλυσαν τον βιομηχανικό καπιταλισμό με αποτέλεσμα να επιβληθεί μια ύφεση που ξεπηδάει από τον  «αποπληθωρισμό χρέους» (debt deflation). Αυτή η υπερχρέωση χειροτερεύει ακόμη περισσότερο το πρόβλημα εργασίας / κεφαλαίου, λόγω της αποδυνάμωσης της πολιτικής και οικονομικής κατάστασης της εργασίας. Για να κάνουν τα πράγματα ακόμα χειρότερα, τα εργατικά κόμματα στη Δύση δεν αγωνίζονται πλέον για οικονομικά ζητήματα, όπως ήταν πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι διαφορές μου με τους Ollman και Roemer είναι οι εξής: εγώ επικεντρώνομαι στα μη-παραγωγικά κόστη

Στο σημείο αυτό ο Bertell ακολουθεί τον Μαρξ στην εστίαση του καπιταλιστικού παραγωγικού τομέα: πρόσληψη εργατικού δυναμικού για την παραγωγή προϊόντων που θα πωλούνται όσο το δυνατόν πιο ακριβά ενώ οι ανταγωνιστές εργοδότες θα τα πωλούν σε  χαμηλές τιμές. Αυτή είναι η μεγάλη συνεισφορά του Μαρξ στην ανάλυση του καπιταλισμού και του τρόπου παραγωγής του που χρησιμοποιεί την μισθωτή εργασία με κέρδος. Συμφωνώ με την ανάλυση αυτή.
Ωστόσο, εγώ στοχεύω στα αίτια της σημερινής κρίσης που είναι ανεξάρτητα και αυτόνομα από την παραγωγή: ραντιέρικες (rentier) αξιώσεις για οικονομικά προνόμια, για εισόδημα χωρίς εργασία – «κενή» τιμολόγηση χωρίς αξία. Αυτή η εστίασή μου στην πρόσοδο και στον τόκο διαφέρει από εκείνην του Ollman, αλλά και φυσικά από αυτήν του Roemer. Πιστεύω ότι κάθε μοντέλο της κρίσης πρέπει να συνδέσει την χρηματοδότηση, την ακίνητη περιουσία (και τις άλλες αξιώσεις προσόδων), μαζί με τη βιομηχανία και την απασχόληση.
Η μεγάλη αύξηση του χρέους μπορεί να αποδοθεί μαθηματικά, όπως και η συμβίωση των τομέων της χρηματοοικονομίας, των ασφαλειών και του real estate. Αλλά και οι αλληλεπιδράσεις είναι πολύ περίπλοκες για να αποτελέσουν ένα και μοναδικό οικονομικό «μοντέλο». Είμαι ιδιαίτερα ανήσυχος για το ότι το μοντέλο του Roemer θα μπορούσε να ακολουθηθεί εδώ στην Κίνα, επειδή παραβλέπει τις πιο επικίνδυνες τάσεις που την απειλούν σήμερα: την δυτική χρηματοοικονομική πρακτική και την φορολογική πολιτική υπέρ των ραντιέρικων (rentier) προνομίων.

Η Κίνα έχει περάσει το τελευταίο μισό αιώνα έχοντας λύσει το πρόβλημα του «Τόμου Ι» (δηλ. τις σχέσεις μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών) καθώς κατάφερε να ανακυκλώνει το οικονομικό πλεόνασμα σε νέα μέσα παραγωγής που  παρέχουν περισσότερη παραγωγική ισχύ, υψηλότερο βιοτικό επίπεδο και, πιο προφανώς, περισσότερες υποδομές (δρόμοι, σιδηρόδρομοι, αερογραμμές) και στέγαση.
Αλλά η Κίνα αντιμετωπίζει τώρα οικονομικά προβλήματα καθώς η δημιουργία πίστωσης πηγαίνει στη χρηματιστηριακή αγορά, αντί να πηγαίνει σε χειροπιαστό σχηματισμό κεφαλαίου και αύξηση των καταναλωτικών προτύπων. Και φυσικά, η Κίνα έχει γνωρίσει μεγάλη άνθηση της αγοράς ακινήτων. Οι τιμές της γης αυξάνονται στην Κίνα, όπως συμβαίνει στη Δύση.
Τι θα έλεγε ο Μαρξ γι’ αυτό; Νομίζω ότι θα είχε προειδοποιήσει την Κίνα να μην υποτροπιάσει στα προ-καπιταλιστικά προβλήματα χρηματοδότησης των ακινήτων (μετατρέποντας την αυξανόμενη γαιοπρόσοδο σε κέρδος) και να μην επιτρέψει να αυξάνονται οι τιμές των κατοικιών χωρίς να τις φορολογεί.
Ο σοβιετικός σχεδιασμός απέτυχε να πάρει υπ’ όψιν του την πρόσοδο-θέσης (rent-of-location) κατά την χωροθέτηση των νέων κατοικιών και εργοστασίων. Αλλά τουλάχιστον η Σοβιετική εποχή δεν επέβαλλε στο εργατικό δυναμικό ή στη βιομηχανία να καταβάλουν τόκους ή να αυξήσουν τις τιμές των κατοικιών. Οι κρατικές τράπεζες απλά δημιουργούσαν πίστωση, όπου αυτό ήταν αναγκαίο για την επέκταση των μέσων παραγωγής, για την κατασκευή των εργοστασίων, μηχανημάτων και εξοπλισμού, σπιτιών και κτιρίων γραφείων.
Αυτό που με ανησυχεί σχετικά με τις πολιτικές συνέπειες του μοντέλου του  Roemer είναι ότι επικεντρώνεται μόνο σε ό,τι έλεγε ο Μαρξ για τον τομέα της παραγωγής και των σχέσεων εργοδότη-εργαζομένων. Ο Roemer δεν αναρωτιέται πώς δημιουργούνται οι «επιχορηγήσεις» – ή πώς η Κίνα άλλαξε ριζικά τα τελευταία χρόνια. Ως εκ τούτου, παραμελεί τον κίνδυνο ο βιομηχανικός καπιταλισμός να ξεπέσει πίσω σε μια οικονομία ενοικίου-και-τόκου (rent-and-interest economy). Και για τον ίδιο λόγο υποτιμά την απειλή για την Κίνα και τις άλλες σοσιαλιστικές οικονομίες από την υιοθέτηση των αρπακτικών προ-φεουδαρχικών πρακτικών (που ακόμη επιζούν στη Δύση) των Οικονομιών Φούσκας (μόχλευσης χρέους για αύξηση τιμών) και πλούτου με τη μορφή επιβολής χρέωσης γαιοπροσόδων.
Οι δύο αυτές δυναμικές (τόκοι και ενοίκια) αντιπροσωπεύουν μια ιδιωτικοποίηση του τραπεζικού τομέα και της γης που, αντίθετα, θα έπρπεπε να είναι δημόσιας  ωφέλειας. Ο Μαρξ περίμενε ότι ο βιομηχανικός καπιταλισμός θα πετύχαινε αυτή την μετάβαση. Σίγουρα πρέπει να το επιτύχουν οι σοσιαλιστικές οικονομίες!
Η Κίνα δεν έχει ανάγκη ξένων τραπεζικών πιστώσεων, εκτός από την κάλυψη του κόστους των εισαγωγών και το κόστος συναλλάγματος των επενδύσεων σε άλλες χώρες. Ευτυχώς διαθέτει μεγάλα συναλλαγματικά αποθέματα ώστε να είναι ουσιαστικά ανεξάρτητη από το δολάριο και το ευρώ. Εν τω μεταξύ, οι αμερικανικές και ευρωπαϊκές οικονομίες υποφέρουν από χρόνιο αποπληθωρισμό χρέους και ύφεση,  με αποτέλεσμα να μειώνεται η ικανότητά τους να λειτουργούν ως αγορές – για τους δικούς τους παραγωγούς όσο και για την Κίνα.
Οι σημερινές κατεστραμμένες οικονομίες χρέους υποβαθμίζουν το είδος της κρίσης που αντιμετωπίζουν οι καπιταλιστικές χώρες. Η ανάλυση του Μαρξ παρέχει τα εργαλεία για να αναλυθούν τα προβλήματα τα χρηματοοικονομικά, τα τραπεζικά και αυτά της αποκόμισης ενοικίου.  Ωστόσο, οι περισσότεροι μαρξιστές βλέπουν ακόμη το κραχ του 2008, ως αποτέλεσμα της συμπίεσης των μισθών εργασίας από τους βιομηχανικούς εργοδότες. Το χρηματιστικό κεφάλαιο αντιμετωπίζεται ως ένα παράγωγο της εκμετάλλευσης αυτής, αλλά όχι με την αυτόνομη δυναμική του Μαρξ.
Το κόστος εξυπηρέτησης του αυξανόμενου βάρους των χρεών (τόκων, αποσβέσεων και κυρώσεων) ξεφουσκώνει την αγορά των εμπορευμάτων με το να απορροφά μια αυξανόμενη επιβάρυνση του διαθέσιμου εισοδήματος των επιχειρήσεων και των καταναλωτών. Αυτό αφήνει λιγότερα χρήματα διαθέσιμα για αγορά αγαθών και υπηρεσιών, προκαλώντας πλεονάσματα που οδηγούν σε κρίσεις στις οποίες οι επιχειρήσεις αγωνίζονται για χρηματοδότηση. Οι τράπεζες αποτυγχάνουν σε αυτό, καθώς η χρεοκοπία εξαπλώνεται. Με την εξάντληση των αγορών, το χρηματιστικό κεφάλαιο είναι αντίθετο στην επέκταση των κερδών και στην απτή φυσική επένδυση κεφαλαίου.
Παρά την στειρότητα αυτή, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο έχει πια πετύχει την κυριαρχία του επί του βιομηχανικού κεφαλαίου. Οι μεταφορές ακινήτων από τους βιομηχάνους-οφειλέτες προς τις  πιστώτριες τράπεζες (μαζί με τις ιδιωτικοποιήσεις της δημόσιας περιουσίας και των επιχειρήσεων) έγιναν αναπόφευκτες. Η αύξηση των χρηματοπιστωτικών απαιτήσεων είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν των παραγωγικών δυνάμεων και των εσόδων του βιομηχανικού κεφαλαίου. Οι κατασχέσεις  ακολουθούνται από συντρίμμια, επιτρέποντας στο χρηματοπιστωτικό τομέα να επικρατήσει επί των βιομηχανικών επιχειρήσεων, ακόμη και επί των κυβερνήσεων.
Η Κίνα έχει επιλύσει σε μεγάλο βαθμό το πρόβλημα του «Τόμου Ι» (αυτό της επέκτασης της εσωτερικής αγοράς εργασίας), επενδύοντας το οικονομικό πλεόνασμα σε δημιουργία κεφαλαίου και σε αύξηση του βιοτικού επιπέδου. Βρίσκεται αντιμέτωπη με τις δυτικές οικονομίες που έχουν αποτύχει τόσο στην επίλυση αυτού του προβλήματος, όσο και των άλλων των «Τόμων ΙΙ και ΙΙΙ»: το χρηματοπιστωτικό  και τις μισθώσεις γης. Ωστόσο, ελάχιστοι δυτικοί Μαρξιστές, εφαρμόζουν τις θεωρίες του στη σημερινή ύφεση και το σημερινό πρόβλημα των εισοδηματιών. Ακολουθώντας τον Μαρξ, θεωρούν ότι το έργο της επίλυσης αυτού του προβλήματος γίνεται από τον βιομηχανικό καπιταλισμό που ξεκίνησε με τις αστικές επαναστάσεις του 1848.
Ήδη από το 1847 στην «Αθλιότητα της Φιλοσοφίας» ο Μαρξ περιέγραψε το μίσος που οι  καπιταλιστές έτρεφαν για τους ιδιοκτήτες γης, των οποίων τα κληρονομημένα ενοικιαστήρια απομυζούσαν εισοδήματα προς όφελος της αργόσχολης τάξης.
Όταν μια γενιά αργότερα, το 1881, ο Μαρξ διάβασε το βιβλίο του Henry George «Πρόοδος και Φτώχεια», έγραψε στον John Swinton ότι η φορολόγηση του ενοικίου γης ήταν «μια τελευταία προσπάθεια να σωθεί το καπιταλιστικό καθεστώς». Απέρριψε το βιβλίο υπό την ίδια κριτική που το 1847 είχε ασκήσει στον Προυντόν: «Κατανοούμε αυτούς τους οικονομολόγους όπως ο Mill,  Cherbuliez, Hilditch και άλλοι που απαιτούν ότι το ενοίκιο θα πρέπει να παραδίδεται στο κράτος παίζοντας το ρόλο των φόρων. Αυτή είναι μια ειλικρινής έκφραση του μίσους που ο βιομηχανικός καπιταλιστής τρέφει προς τον ιδιοκτήτη γης, στα μάτια του οποίου ο ιδιοκτήτης γης είναι ένα άχρηστο πράγμα ένα καρκίνωμα στο γενικό σώμα της αστικής παραγωγής». [2]
Ως πρόγραμμα του βιομηχανικού κεφαλαίου, το κίνημα φορολόγησης της γης δεν επεκτάθηκε στην υπεράσπιση των εργατικών δικαιωμάτων και του βιοτικού επιπέδου. Ο Μαρξ επέκρινε τον Προυντόν και τους άλλους επικριτές των γαιοκτημόνων, λέγοντας ότι, άπαξ και απαλλαγείτε από το ενοίκιο και τον τοκογλυφικό τόκο των τραπεζών, θα συνεχίσετε να έχετε το πρόβλημα των βιομηχάνων που εκμεταλλεύονται τη μισθωτή εργασία, και προσπαθώντας να ελαχιστοποιήσουν τους μισθούς, στεγνώνουν την αγορά των παραγόμενων προϊόντων. Αυτό είναι και το «τελικό» οικονομικό πρόβλημα που θα πρέπει να λυθεί (προφανώς αρκετό χρόνο αφότου ο βιομηχανικός καπιταλισμός θα λύσει τα προβλήματα των προσόδων και των τόκων).

O βιομηχανικός καπιταλισμός απέτυχε στην απελευθέρωση των οικονομιών από τους εισοδηματίες τόκων και απόσπασης ενοικίου

Κρίνοντας εκ των υστέρων, ο Μαρξ ήταν πολύ αισιόδοξος για το μέλλον του βιομηχανικού καπιταλισμού. Όπως προαναφέρθηκε, θεωρούσε ότι ήταν ιστορική αποστολή του καπιταλισμού η απελευθέρωση της κοινωνίας από τα ενοίκια και τους τοκογλυφικούς τόκους. Το σημερινό χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει δημιουργήσει  μια υπερβολική αύξηση των πιστώσεων, ενώ τα υψηλά ενοίκια θέτουν το κόστος της αμερικανικής εργατικής δύναμης εκτός των παγκόσμιων αγορών.  Οι μισθοί παραμένουν στάσιμοι, ενώ το περίφημο «Ένα Τοις Εκατό»  μονοπωλεί την αύξηση του πλούτου και του εισοδήματός του από το 1980 (και δεν επενδύει σε νέα μέσα παραγωγής). Έτσι έχουμε ακόμα τα προβλήματα των Τόμων ΙΙ και ΙΙΙ, και όχι μόνο το πρόβλημα του Τόμου Ι.
Έχουμε να κάνουμε με μια πολλαπλή ανεπάρκεια οργάνων.  Αντί για τη χρηματοδότηση δημιουργίας νέου βιομηχανικού κεφαλαίου, οι αγορές μετοχών και ομολόγων ασχολούνται με μεταβιβάσεις κυριότητας εταιρειών, ακίνητης περιουσίας και υποδομών που ήδη υφίστανται. Περίπου το 80% των τραπεζικών πιστώσεων χορηγούνται σε αγοραστές ακίνητης ιδιοκτησίας, διογκώνοντας μια φούσκα στεγαστικών δανείων. Αντί να φορολογηθεί η αυξανόμενη αξία ενοικίασης και κτήσης της γης, (αυτό που ο Stuart Mill περιέγραψε ότι οι γαιοκτήμονες δημιουργούν «στον ύπνο τους»), οι σημερινές οικονομίες έχουν αφήσει τα εισοδήματα από τα ενοίκια, «δωρεάν» ούτως ώστε να καταφεύγουν στις τράπεζες.  Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα οι τράπεζες παίζουν τον ρόλο εκείνο που οι γαιοκτήμονες έπαιζαν στην εποχή του Μάρξ: καρπώνονται για λογαριασμό τους την αυξανόμενη αξία ενοικίασης της γης. Αυτό αντιστρέφει την κεντρική κατεύθυνση της κλασικής πολιτικής οικονομίας, με το να διατηρεί αυτό το είδος ενοικίου εκτός κυβερνητικής διαχείρισης, μαζί με τα ενοίκια από φυσικούς πόρους και μονοπώλια.
Οι βιομηχανοποιημένες οικονομίες καταπνίγονται από τη δυναμική των χρηματοοικονομικών και άλλων δραστηριοτήτων εισοδηματικού χαρακτήρα. Η αύξηση των ενυπόθηκων δανείων (των σπουδαστικών δανείων, των χρεών των πιστωτικών καρτών, των χρεών αγοράς αυτοκινήτων και καθημερινής χρήσης), έχει σαν αποτέλεσμα τον εκφοβισμό των εργαζομένων στη συμμετοχή τους σε απεργίες ή και ακόμη στην απλή διαμαρτυρία απέναντι στις συνθήκες εργασίας τους. Αν και οι μισθοί αυξάνονται, οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να τους διοχετεύουν ολοένα περισσότερο προς τους πιστωτές (και τώρα προς τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες υγείας και τα φαρμακευτικά μονοπώλια), αντί να διοχετεύονται σε αγορά καταναλωτικά αγαθά που παράγουν οι μισθωτοί. Η εξάρτηση των εργαζόμενων από το χρέος επιδεινώνει το πρόβλημα που περιγράφεται στον «Τόμο Ι», δηλαδή την αδυναμία των εργαζομένων να αγοράσουν προϊόντα που οι ίδιοι παράγουν. Τελειώνοντας, όταν οι εργαζόμενοι προσπαθήσουν να ενταχθούν στη μεσαία τάξη των «ιδιοκτητών κατοικίας» αγοράζοντας τις κατοικίες τους με υποθήκη αντί πληρωμής ενοικίου, η τιμή είναι τέτοια που τους εγκλωβίζει στη δουλοπαροικία του χρέους.
Οι βιομηχανικές επιχειρήσεις κερδίζουν από την εργασία όχι μόνο μέσω της μίσθωσής της αλλά και από τη χορήγηση δανείων προς τους πελάτες τους. Το μεγαλύτερο μέρος των κερδών της GENERAL MOTORS ήταν για πολλά χρόνια από τον πιστωτικό της βραχίονα, την GMAC, όπως έκανε και η GENERAL ELECTRIC μέσω του χρηματοοικονομικού της βραχίονα. Τα κέρδη που πραγματοποίησε η MACY και οι άλλοι έμποροι λιανικής με δανεισμό μέσω πιστωτικών καρτών, μερικές φορές αντιπροσώπευαν τα συνολικά τους έσοδα.
Η ιδιωτικοποίηση των ενοικίων και ο μετασχηματισμός τους σε μια ροή αποπληρωμής τόκων (μετατοπίζοντας τη φορολογική επιβάρυνση στα εισοδήματα των μισθωτών και στα κέρδη των επιχειρήσεων) δηλώνει την αποτυχία του βιομηχανικού καπιταλισμού να ελευθερώσει την κοινωνία από τις κληρονομιές της φεουδαρχίας. Ο Μαρξ ανέμενε ότι ο βιομηχανικός καπιταλισμός ενεργώντας με βάση τα δικά του συμφέροντα, θα βιομηχανοποιούσε το τραπεζικό σύστημα (πράγμα που ήδη συνέβαινε στη Γερμανία σύμφωνα με τις θεωρίες του Γάλλου μεταρρυθμιστή Saint-Simon). Ωστόσο, ο βιομηχανικός καπιταλισμός απέτυχε να αποκοπεί και να ελευθερωθεί από τις προβιομηχανικές τοκογλυφικές τραπεζικές πρακτικές. Και στον τομέα της φορολογικής πολιτικής δεν μετατόπισε τους φόρους από την ενοικίαση γης και φυσικών πόρων. Έχει αναστρέψει την ιδέα που είχαν οι κλασικοί μεταρρυθμιστές για τις «ελεύθερες αγορές» ως  απαλλαγμένες από οικονομική ενοικίαση και επιθετική δανειοδότηση. Το σλόγκαν αυτό σημαίνει σήμερα, εκείνες τις οικονομίες στις οποίες οι εισοδηματίες είναι ελεύθεροι να εξάγουν τόκους και ενοίκια.

Τρόπος παραγωγής ή τρόπος παρασιτισμού;

Αντί να υπηρετεί τον βιομηχανικό καπιταλισμό, ο χρηματοοικονομικός τομέας σήμερα του προκαλεί αιμορραγία μέχρι θανάτου. Αντί να επιδιώκει κέρδη με την απασχόληση εργατικού δυναμικού για την παραγωγή αγαθών, δεν θέλει καν να μισθώσει εργαζόμενους ή να εμπλακεί στη διαδικασία της παραγωγής και της ανάπτυξης νέων αγορών. Η επιτομή αυτής της μεταβιομηχανικής οικονομικής πρακτικής είναι η ENRON: οι διαχειριστές της δεν ήθελαν ούτε κεφάλαιο – ούτε εργαζόμενους, μόνο εμπορευόμενους σε ένα γραφείο (και ανέντιμους λογιστές).
Η σημερινή χαρακτηριστική λειτουργία συσσώρευσης πλούτου επιτυγχάνεται περισσότερο με τη βοήθεια χρηματοοικονομικών παρά βιομηχανικών τρόπων: ιππεύοντας το κύμα του πληθωρισμού τιμών των περιουσιακών στοιχείων που χρηματοδοτούνται μέσω χρέους για να αποκομίσουν κέρδη «κεφαλαίου». Αυτό δεν ήταν πιθανό στην εποχή του Μαρξ που ίσχυε ο κανόνας του χρυσού. Ακόμα και σήμερα, οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί μαρξιστές, εξακολουθούν να επικεντρώνονται στη κρίση που περιγράφεται στον «Τόμο Ι» παραβλέποντας την αποτυχία του καπιταλισμού να απελευθερώσει τις οικονομίες από τη δυναμική των εισοδηματιών που επιβίωσαν της ευρωπαϊκής φεουδαρχίας και από τις κατακτημένες γαίες των αποικιών της Ευρώπης.
Οι μαρξιστές που εντάχθηκαν στην Wall Street έχουν διδαχθεί πολλά από τους Τόμους ΙΙ και ΙΙΙ. Αλλά ο ακαδημαϊκός μαρξισμός δεν επικεντρώθηκε στον τομέα Χρηματοδότηση, Ασφαλίσεις, Ακίνητη Περιουσία. Ωσάν ο τόκος και η απομύζηση ενοικίου να ήταν δευτερεύοντα προβλήματα μπροστά στη δυναμική της μισθωτής εργασίας.
Το μεγάλο ερώτημα σήμερα είναι αν ο μετα-φεουδαρχικός καπιταλισμός των εισοδηματιών θα καταπνίξει τον βιομηχανικό καπιταλισμό αντί να είναι στην υπηρεσία του. Ο σκοπός της χρηματοοικονομίας δεν είναι απλά η εκμετάλλευση της εργασίας, αλλά η κατάκτηση και ο σφετερισμός της βιομηχανίας, της ακίνητης ιδιοκτησίας και της κυβέρνησης. Το αποτέλεσμα είναι μια χρηματοοικονομική ολιγαρχία, δεν είναι βιομηχανικός καπιταλισμός ούτε μια τάση για εξέλιξη σε σοσιαλισμό.

Η αισιοδοξία του Μαρξ ότι το βιομηχανικό κεφάλαιο θα υποτάξει το χρηματοοικονομικό για την εξυπηρέτηση των αναγκών του

Έχοντας παράσχει μια σύνοψη των ιστορικών αναφορών που περιγράφουν πώς το παρασιτικό «τοκογλυφικό κεφάλαιο» πολλαπλασιάζεται με τον ανατοκισμό, ο Μαρξ προέβλεψε μ’ έναν αισιόδοξο Δαρβινικό τόνο ότι ο προορισμός του βιομηχανικού καπιταλισμού ήταν να κινητοποιήσει το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο για να χρηματοδοτήσει την οικονομική του ανάπτυξη, καθιστώντας την τοκογλυφία ένα ξεπερασμένο κατάλοιπο του «αρχαίου» τρόπου παραγωγής. Είναι όπως «στην πορεία της εξέλιξής του, το βιομηχανικό κεφάλαιο θα πρέπει να υποτάξει αυτές τις μορφές και να τις μετασχηματίσει σε μια παράγωγη  ή ειδική λειτουργία του.»  Το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο θα πρέπει να είναι σε υποδεέστερη θέση στη δυναμική του βιομηχανικού κεφαλαίου και όχι σε ανάπτυξη που οδηγεί στην κυριαρχία του. «Όταν η καπιταλιστική παραγωγή έχει αναπτύξει όλη τη πολλαπλότητα των μορφών της και έχει γίνει κυρίαρχος τρόπος παραγωγής» κατέληγε ο Μαρξ στις προκαταρκτικές του σημειώσεις για τις Θεωρίες για την Υπεραξία, «το τοκοφόρο κεφάλαιο, κυριαρχείται από το βιομηχανικό κεφάλαιο, και το εμπορικό κεφάλαιο γίνεται απλά μια μορφή βιομηχανικού κεφαλαίου, που προέρχεται από τη διαδικασία της κυκλοφορίας.» [3]

Ο Μαρξ ανέμενε ότι οι οικονομίες θα δράσουν σύμφωνα με το μακροπρόθεσμο συμφέρον τους, αυξάνοντας τα μέσα παραγωγής και αποφεύγοντας το μη παραγωγικό εισόδημα των εισοδηματιών, την υποκατανάλωση και τον αποπληθωρισμό του χρέους. Θεωρώντας ότι κάθε τρόπος παραγωγής διαμορφωνόταν από τις τεχνολογικές, πολιτικές και κοινωνικές ανάγκες των οικονομιών να αναπτύσσονται, ήλπιζε ότι ο τραπεζικός και χρηματοοικονομικός τομέας θα επικαθοριζόταν απο αυτές τις δυναμικές. «Δεν υπάρχει αμφιβολία», έγραφε, «ότι το πιστωτικό σύστημα θα λειτουργήσει σαν ένας ισχυρός μοχλός κατά τη μετάβαση από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής στη παραγωγή μέσω της συνεταιρισμένης εργασίας, αλλά μόνο ως ένα στοιχείο συνδεδεμένο με άλλες μεγάλες οργανικές επαναστάσεις του ίδιου του τρόπου παραγωγής.» [4]

Υποτίθεται ότι το οικονομικό πρόβλημα θα επιλυόταν καθώς ο βιομηχανικός καπιταλισμός θα κινητοποιούσε παραγωγικά τις αποταμιεύσεις, υποτάσσοντας το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο στην εξυπηρέτηση των αναγκών του. Αυτό συνέβαινε ήδη στη Γερμανία και στη Γαλλία.
Φαινόταν ότι ο ρόλος του τραπεζικού συστήματος ως επικατανεμητής της πίστωσης, θα άνοιγε το δρόμο για μια σοσιαλιστική οργάνωση των οικονομιών. Ο Μαρξ επιδοκίμαζε το ελεύθερο εμπόριο στη βάση ότι ο βιομηχανικός καπιταλισμός θα μετασχημάτιζε και θα εκσυγχρόνιζε τις καθυστερημένες χώρες του κόσμου. Αντ’ αυτού, εισήγαγε τη χρηματοοικονομική των εισοδηματιών της Δύσης με την ιδιωτικοποίηση της γης και των φυσικών πόρων, και ακόμα εισήγαγε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τα νομίσματα και τις οικονομίες αυτών των χωρών όπως στα καζίνο. Και στις προηγμένες πιστώτριες χώρες, η αποτυχία των ΗΠΑ και των ευρωπαϊκών οικονομιών να ανακάμψουν από την οικονομική τους κρίση του 2008, πηγάζει από το άθικτο των απερίσκεπτων χρεών τύπου «υποθηκών- σκουπιδιών» (junk mortgage) των οποίων η εξυπηρέτηση απορροφά το εισόδημα. Διασώθηκαν οι τράπεζες αντί των βιομηχανικών οικονομιών, των οποίων τα χρέη έμειναν άθικτα.

Ο Irving Fisher επινόησε τον όρο «αποπληθωρισμός του χρέους» (debt deflation) το 1933. Τον περιέγραψε ότι συμβαίνει όταν η εξυπηρέτηση του χρέους (τόκοι και χρεολύσια) για την πληρωμή των τραπεζών και των ομολογιούχων εκτρέπει τα εισοδήματα από το να δαπανώνται στην αγορά καταναλωτικών αγαθών και νέων επιχειρηματικών επενδύσεων. [5]  Οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν τα φορολογικά τους έσοδα για να πληρώνουν τους ομολογιούχους, περικόπτοντας τις δημόσιες δαπάνες σε επενδύσεις υποδομής, εκπαίδευσης, υγείας και άλλων κοινωνικής πρόνοιας.

Κανένας παρατηρητής της εποχής του Μαρξ δεν θα ήταν τόσο απαισιόδοξος ώστε να αναμένει ότι το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο θα ανέτρεπε τον βιομηχανικό καπιταλισμό, απορροφώντας οικονομίες όπως όλοι παρατηρούν σήμερα.

Συζητώντας την οικονομική κρίση του 1857, ο Μαρξ έδειξε πόσο αδιανόητο ήταν στην εποχή του κάτι παρόμοιο με αυτό της διάσωσης των χρηματοοικονομικών κερδοσκόπων τη περίοδο 2008-2009 επί προεδρίας Bush-Obama. «Το όλο τεχνητό σύστημα της αναγκαστικής επέκτασης της αναπαραγωγικής διαδικασίας δεν μπορεί, βεβαίως, να διορθωθεί με το να επιτρέψουμε σε κάποια τράπεζα όπως η Τράπεζα της Αγγλίας, να δώσει σε όλους τους απατεώνες το ελλιπές κεφάλαιο μέσω των χρεογράφων του και έχοντας αυτό, να αγοράσει όλα τα υποτιμημένα αγαθά στις παλαιές ονομαστικές τους αξίες.» [6]

Όταν ο Μαρξ έγραψε αυτή την εις άτοπον απαγωγή, ούτε καν θα ονειρευόταν ότι αυτό θα γινόταν η πολιτική της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (FED) των ΗΠΑ το φθινόπωρο του 2008. Το Αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών εξόφλησε όλες τις απώλειες από τα τυχερά παιχνίδια της AIG και των άλλων συμβαλλόμενων «καζινο-καπιταλιστών» σε βάρος των φορολογουμένων, ακολουθούμενο από την FED που αγόρασε τις «υποθήκες- σκουπίδια» (junk mortgage) στην ονομαστική τους αξία.

Σοσιαλιστική πολιτική αφορώσα τη χρηματοοικονομική και φορολογική μεταρρύθμιση

Ο Μάρξ περιέγραψε τον ιστορικό προορισμό του βιομηχανικού καπιταλισμού ως ελευθερωτή των οικονομιών από την αντιπαραγωγική και αρπακτική χρηματοοικονομία – από την κερδοσκοπία, την απάτη και την εκτροπή της κατανάλωσης του εισοδήματος στην πληρωμή τόκων χωρίς τη χρηματοδότηση νέων μέσω παραγωγής. Σε αυτή τη λογική, θα πρέπει ο προορισμός των σοσιαλιστικών οικονομιών να αντιμετωπίζει τη δημιουργία της τραπεζικής πίστωσης ως δημόσια λειτουργία που θα χρησιμοποιείται για δημόσιους σκοπούς – για την άνοδο της ευημερίας και των μέσων παραγωγής παρέχοντας στους πληθυσμούς καλλίτερη διαβίωση. Τα σοσιαλιστικά έθνη έχουν απελευθερώσει τις οικονομίες τους από τις εσωτερικές αντιθέσεις του βιομηχανικού καπιταλισμού που καταπνίγουν τη μισθωτή εργασία.

Η Κίνα έχει λύσει το πρόβλημα του «Τόμου Ι». Αλλά ακόμη έχει να ασχοληθεί με το άλυτο στη Δύση πρόβλημα των «Τόμων ΙΙ και ΙΙΙ», δηλαδή της ιδιωτικοποιημένης χρηματοοικονομίας, τη μίσθωση της γης και των φυσικών πόρων. Οι δυτικές οικονομίες επιδιώκουν να επεκτείνουν αυτές τις νεοφιλελεύθερες πρακτικές χρησιμοποιώντας τη χρηματοοικονομία ως μοχλό για να αποσπάσει το οικονομικό πλεόνασμα, χρηματοδοτώντας τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τόκους, και να μετατρέψει σε τόκους τα κέρδη, μισθώσεις, μισθούς και άλλα εισοδήματα.

Η αποτυχία της κοινωνικοποίησης του τραπεζικού τομέα (ή έστω της ολοκλήρωσης της βιομηχανοποίησής του) είναι η πλέον κραυγαλέα οικονομική τραγωδία του δυτικού βιομηχανικού καπιταλισμού. Έγινε η τραγωδία της μετα-σοβιετικής Ρωσίας μετά το 1991, όταν αφέθηκαν οι φυσικοί της πόροι και η βιομηχανική της οικονομία να χρηματοοικονομικοποιηθεί, ενώ απέτυχε να φορολογήσει το ενοίκιο γης και φυσικών πόρων. Τα στρατηγικής σημασίας «φιλέτα» πωλήθηκαν στους εγχώριους ολιγάρχες και σε δυτικούς επενδυτές που τα αγόρασαν με πιστώσεις από τις ίδιες τους τις τράπεζες ή σε συνεργασία με δυτικές τράπεζες. Αυτές οι τραπεζικές πιστώσεις δημιουργήθηκαν απλά από το πληκτρολόγιο των υπολογιστών. Η δημιουργία πίστωσης τέτοιου είδους θα έπρεπε να εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, αλλά στη Δύση έχει αφεθεί εκτός δημόσιας ρύθμισης. Αυτού του είδους η πίστωση εκτείνεται προς την Κίνα και στις μετα-σοβιετικές οικονομίες, σαν μέσο για την ιδιοποίηση των πόρων τους.
Η Ευρωζώνη φαίνεται ανίκανη να διασωθεί από τον αποπληθωρισμό του χρέους, και οι ΗΠΑ και η Βρετανία βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος ασθμαίνοντας γιατί έχουν αποβιομηχανοποιηθεί. Αυτός είναι ο λόγος που τους κάνει να ελπίζουν ότι ίσως η σοσιαλιστική Κίνα μπορεί να τους σώσει (όσο αυτή παραμένει ελεύθερη από τη χρημοτοοικονομική ασθένεια, τη λεηλασία περιουσιακών στοιχείων και τον  αποπληθωρισμό χρέους). Οι δυτικοί νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι ισχυρίζονται ότι αυτή η χρηματοοικονομικοποίηση του πάλαι ποτέ βιομηχανικού καπιταλισμού είναι «πρόοδος» και ακόμα περισσότερο το τέλος της ιστορίας. Ωστόσο, βλέποντας την ανάπτυξη της Κίνας ενώ οι οικονομίες τους έχουν παραμείνει στάσιμες από το 2008 (φυσικά εκτός του περίφημου «Ένα Τοις Εκατό»), η ελπίδα τους  είναι ότι η αγορά της σοσιαλιστικής Κίνας μπορεί να σώσει τις χρηματοοικονομικοποιημένες οικονομίες τους που έχουν παρασυρθεί πολύ βαθιά στο χρέος όντας αδύναμες να ανακάμψουν μόνες τους.
• • •

Σημείωση

Ο Μαρξ περιέγραψε  την παραγωγική επένδυση του κεφαλαίου με τον τύπο M-C-M, που σημαίνει ότι το χρήμα (M) επενδυόμενο παράγει εμπορεύματα (C) τα οποία πωλούνται για περισσότερα χρήματα (M’). Όμως η ανάπτυξη του «τοκογλυφικού κεφαλαίου» – κρατικά ομόλογα που χρηματοδοτούν ελλείμματα προϋπολογισμού για τους πολέμους και καταναλωτικά δάνεια (στεγαστικά, προσωπικά και χρέη πιστωτικών καρτών)- συνίσταται στην άυλη σχέση M-M’ δημιουργώντας χρήματα απλά από τα χρήματα, δηλαδή μέσω μιας στείρας λειτουργίας.
 .

Παραπομπές

[1] In Volume III of Capital (ch. xxx; Chicago 1909: p. 461) and Volume III of Theories of Surplus Value.
[2] Karl Marx, The Poverty of Philosophy [1847] (Moscow, Progress Publishers, nd): 155.
[3] Karl Marx, Theories of Surplus Value III: 468
[4] Capital III (Chicago, 1905), p. 713.

[5] See Irving Fisher, The Debt-Deflation Theory of the Great Depression, Econometrica (1933), p. 342. Στο διαδίκτυο ευρίσκεται στο  http://fraser.stlouisfed.org/docs/meltzer/fisdeb33.pdf Χρησιμοποίησε τον όρο για να αναφερθεί σε πτωχεύσεις που αφάνισαν τις τραπεζικές πιστώσεις και την αγοραστική δύναμη, και επομένως αφάνισαν την ικανότητα των οικονομιών να επενδύουν και να προσλαμβάνουν νέους εργαζόμενους. Επ’ αυτού παρέχω μια  τεχνική συζήτηση στο Κεφ. 11 του τελευταίου βιβλίου μου KILLING THE HOST και στο κεφ. 11 του βιβλίου μου THE BUBBLE AND BEYOND.

[6] Capital III (Moscow: Foreign Languages Publishing House, 1958), p.  479.
.
Ζούκος Βασίλειος, Μηνάς Γρηγοράτος
http://michael-hudson.com/2015/10/the-paradox-of-financialized-industrialization/, με άδεια Creative Commons (CC BY-NC-SA 3.0 US)

Γενικά θέματα

Η πετρελαϊκή «μάχη» που ενώνει Τραμπ-Πούτιν και δισεκατομμυριούχους του Κόλπου

Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».

Η συμφωνία, η οποία δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί και τελεί υπό την αίρεση της έγκρισης της αμερικανικής κυβέρνησης και του Κρεμλίνου, αφορά ένα εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο πετρελαιοπηγών, διυλιστηρίων και πρατηρίων καυσίμων της Lukoil σε διάφορες χώρες.

Σύμφωνα με τους «New York Times», στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται κοινοπραξία με επικεφαλής τον Αμερικανό επενδυτή Τοντ Μπόελι, στην οποία συμμετέχουν επίσης επενδυτικοί όμιλοι από τη Μέση Ανατολή. Στην προτεινόμενη συμφωνία συμμετέχει και η αμερικανική κυβέρνηση, μέσω της U.S. International Development Finance Corporation (DFC).

 Στο τραπέζι των συνομιλιών Τραμπ-Πούτιν

Οι πολύμηνες διαπραγματεύσεις, σύμφωνα με οκτώ πρόσωπα με γνώση της υπόθεσης που επικαλούνται οι «New York Times», συνδέονται με την ευρύτερη προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να αποκαταστήσει οικονομικούς δεσμούς με τη Ρωσία στο πλαίσιο των συνομιλιών για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Το ζήτημα της Lukoil φέρεται να τέθηκε από τον Βλαντιμίρ Πούτιν κατά τη συνάντησή του με τους Αμερικανούς διαπραγματευτές Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ στο Κρεμλίνο, στις 5 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με πηγή που επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα, ο Ρώσος πρόεδρος πρότεινε την προώθηση της συμφωνίας ως ένδειξη ότι η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συνεργαστούν επιχειρηματικά.

Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές φέρεται να απάντησαν ότι θα εργαστούν για την προώθηση της συμφωνίας, τόσο ως ένδειξη «καλής θέλησης» προς το Κρεμλίνο όσο και με στόχο τη μείωση των διεθνών τιμών ενέργειας.

Η ενδεχόμενη συμφωνία παρουσιάζει ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον για τους υποψήφιους αγοραστές. Η έγκρισή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να οδηγήσει στην απελευθέρωση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων από τις αμερικανικές κυρώσεις, αυξάνοντας παράλληλα την αξία τους.

 Οι διασυνδέσεις των επενδυτών

Στην κορυφή της κοινοπραξίας βρίσκεται ο Αμερικανός επενδυτής Τοντ Μπόελι, συνιδιοκτήτης των Los Angeles Dodgers και γνωστός υποστηρικτής του Τραμπ. Στο επενδυτικό σχήμα συμμετέχουν επίσης επιχειρηματικοί όμιλοι από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Οι «New York Times» επισημαίνουν ότι ορισμένοι από τους επενδυτές διατηρούν επιχειρηματικές σχέσεις με πρόσωπα που βρίσκονται κοντά στην κυβέρνηση Τραμπ.

Μεταξύ αυτών είναι οι αδελφοί Μουτάζ και Ράμεζ αλ-Χαγιάτ από το Κατάρ, οι οποίοι έχουν συνεργαστεί με τον Τζάρεντ Κούσνερ και την Ιβάνκα Τραμπ για τη χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου στην Αλβανία.

Στην κοινοπραξία συμμετέχει επίσης επενδυτικό ταμείο με έδρα το Αμπού Ντάμπι, το οποίο ελέγχεται από τον σεΐχη Ταχνούν μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναχιάν, σύμβουλο εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ο ίδιος συνδέεται με επενδύσεις στην World Liberty Financial, την εταιρεία κρυπτονομισμάτων της οικογένειας Τραμπ.

Παράλληλα, επενδυτικό ταμείο που συνδέεται με τον σεΐχη Ταχνούν αποτελεί σημαντικό μέτοχο της εταιρείας private equity που ίδρυσε ο Κούσνερ μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο.

 Τα ερωτήματα για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων

Οι διασυνδέσεις αυτές έχουν προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο προσωπικές επιχειρηματικές σχέσεις μπορεί να διασταυρώνονται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για μια συμφωνία που συνδέεται με την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Οι «New York Times» αναφέρουν ότι δεν υπάρχει ένδειξη πως ο Γουίτκοφ ή ο Κούσνερ πρόκειται να αποκομίσουν προσωπικό οικονομικό όφελος από τη συμφωνία. Ωστόσο, η υπόθεση έχει εγείρει ζητήματα σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρηματιών και προσώπων του στενού περιβάλλοντος του Τραμπ.

Η Χούι Τσεν, πρώην εισαγγελέας και σύμβουλος σε θέματα οικονομικού εγκλήματος και δεοντολογίας, χαρακτήρισε τις διασυνδέσεις «ανησυχητικές» και έθεσε το ερώτημα κατά πόσο προσωπικά συμφέροντα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αξιολόγηση των υποψήφιων αγοραστών.

Από την πλευρά του, εκπρόσωπος του Γουίτκοφ απέρριψε οποιοδήποτε ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων, υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανός διαπραγματευτής δεν λαμβάνει μισθό και καλύπτει ο ίδιος τα έξοδα των ταξιδιών του στο πλαίσιο της αποστολής του για λογαριασμό του Τραμπ.

Η κούρσα για τα περιουσιακά στοιχεία της Lukoil

Η Lukoil είχε θέσει προς πώληση τα διεθνή περιουσιακά της στοιχεία μετά την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων. Αρκετοί υποψήφιοι αγοραστές είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον, μεταξύ των οποίων και μεγάλοι αμερικανικοί ενεργειακοί όμιλοι.

Τον Ιανουάριο, η επενδυτική εταιρεία Carlyle είχε καταλήξει σε προκαταρκτική συμφωνία για την εξαγορά σημαντικού μέρους του διεθνούς χαρτοφυλακίου της Lukoil. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε, καθώς απαιτούσε την έγκριση της αμερικανικής κυβέρνησης.

Στη συνέχεια, ο όμιλος υπό τον Μπόελι εμφανίστηκε ως ένας από τους βασικούς διεκδικητές των περιουσιακών στοιχείων.

Η αξία των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil είχε υπολογιστεί από την ίδια την εταιρεία σε περίπου 20 δισ. δολάρια στις αρχές του έτους. Ωστόσο, οι οικονομικοί όροι της υπό διαπραγμάτευση συμφωνίας δεν έχουν γίνει γνωστοί.

 Ο ρόλος της αμερικανικής κυβέρνησης

Η αμερικανική κυβέρνηση συμμετέχει στην προτεινόμενη συμφωνία μέσω της U.S. International Development Finance Corporation, η οποία επενδύει και παρέχει χρηματοδότηση για έργα στο εξωτερικό.

Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι μια ενδεχόμενη συμφωνία για τη Lukoil θα μπορούσε να ενισχύσει την οικονομική ασφάλεια των ΗΠΑ, να εξυπηρετήσει στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους για τους Αμερικανούς.

Η συμφωνία, ωστόσο, χρειάζεται την έγκριση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, το οποίο είναι αρμόδιο για την εφαρμογή των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

 Η ενεργειακή διάσταση

Στο υπό διαπραγμάτευση χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνονται διυλιστήρια της Lukoil στην Ολλανδία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, καθώς και άλλες ενεργειακές υποδομές και πρατήρια καυσίμων σε διάφορες χώρες.

Η ενεργειακή διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η κυβέρνηση Τραμπ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η αποκατάσταση οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κίνητρο για τη Μόσχα ώστε να προχωρήσει σε συμβιβασμούς για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Ο Ρώσος οικονομικός απεσταλμένος Κίριλ Ντμίτριεφ έχει επίσης εμπλακεί στη διαδικασία, ενώ, σύμφωνα με τους «New York Times», έχει δηλώσει ότι ο διάλογος ΗΠΑ-Ρωσίας συνεχίζεται σε πολλούς τομείς, μεταξύ των οποίων και η ενέργεια.

Η συμφωνία για τη Lukoil παραμένει, πάντως, ανοικτή και δεν έχει οριστικοποιηθεί. Η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από τις απαιτούμενες εγκρίσεις των αμερικανικών αρχών και της ρωσικής πλευράς.

skpress.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

Γενικά θέματα

Πώς μια «Ελληνίδα» έγινε το «θεμέλιο» της Εθνικής Πινακοθήκης της Ουγγαρίας

Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Πριν λίγο καιρό επισκεφθήκαμε την Εθνική Πινακοθήκη της Ουγγαρίας στη Βουδαπέστη, ένα από τα πλέον σημαντικά μουσεία της χώρας, στο οποίο παρουσιάζεται με μοναδικό τρόπο η εξέλιξη της ουγγρικής εικαστικής τέχνης από τον 11ο αιώνα μέχρι σήμερα. Βρίσκεται στο Βασιλικό Ανάκτορο του Κάστρου της Βούδας και ιδρύθηκε το 1957 με βάση κυρίως τις ουγγρικές συλλογές του Μουσείου Καλών Τεχνών. Η συλλογή της περιλαμβάνει περίπου 110.00 έργα.

Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.

Το έργο του με τίτλο «Ελληνίδα», φιλοτεχνημένο το 1845, θεωρείται εξαιρετικά σημαντικό για τη δημιουργία της συλλογής της Ουγγρικής Εθνικής Πινακοθήκης. Είναι το πρώτο έργο που σηματοδότησε την έναρξη της συστηματικής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής στα εθνικά ιδρύματα.⁠ Είναι επίσης το πιο γνωστό και εμβληματικό έργο του ζωγράφου.

Οι διαστάσεις του είναι 77Χ61,5 cm περίπου. Το μοντέλο δεν είναι Ελληνίδα, αλλά η σύζυγος του Marastoni, η Giovanna Bianchi, με καταγωγή από τη Βενετία. Ο ζωγράφος την απεικόνισε με παραδοσιακή (ή φανταστική) ελληνική φορεσιά της εποχής, σύμφωνα με τη μόδα του ρομαντισμού. Η εικόνα συνδυάζει εξωτισμό, ελαφρύ ερωτισμό και ιδανική ομορφιά.

Η ιστορία

Το 1845 η Pest Art Society — η πρώτη καλλιτεχνική εταιρεία στην Ουγγαρία — αγόραζε κάθε χρόνο ένα έργο από την ετήσια έκθεσή της για να το δωρίσει στο Ουγγρικό Εθνικό Μουσείο, το οποίο τότε περιλάμβανε και την πινακοθήκη.

Η «Ελληνίδα» του Marastoni ήταν αυτό που επέλεξαν και δώρισαν τον Νοέμβριο του 1845. Έτσι, καταγράφηκε ως το πρώτο έργο στη συλλογή ζωγραφικής του μουσείου.⁠ Το Εθνικό Μουσείο είχε ήδη κάποιες δωρεές, αλλά η συστηματική συλλογή ουγγρικής τέχνης ξεκινάει ουσιαστικά με αυτό το έργο. Η Εθνική Πινακοθήκη κληρονόμησε αυτή τη συλλογή από το Εθνικό Μουσείο.

Η επιλογή του προκάλεσε έντονες συζητήσεις και αποτέλεσε το «πρώτο καλλιτεχνικό σκάνδαλο» της εποχής, λόγω του ερωτισμού που απέπνεε το μοντέλο. Ωστόσο ο πίνακας αυτός ήταν και ιδιαίτερα δημοφιλής, κάτι που ενίσχυσε την εθνική συζήτηση για την τέχνη.⁠

Σήμερα, το έργο παραμένει εμβληματικό και εκτίθεται συχνά ως αφετηρία της συλλογής ζωγραφικής του 19ου αιώνα στην Πινακοθήκη. Συμβολίζει το πώς η ουγγρική τέχνη χτίστηκε με συνεισφορές από ξένους καλλιτέχνες που ενσωματώθηκαν στη χώρα, όπως ο Marastoni.

Η δημιουργία της Πινακοθήκης

Αν κάνετε περίπατο στην οδό Deák Ferenc στο κέντρο της πόλης ίσως αξίζει κάποιες φορές να σηκώσετε το βλέμμα πάνω από τις βιτρίνες των καταστημάτων. Το βλέμμα σας θα συναντήσει όχι μόνο κλασικές προσόψεις, αλλά και αναμνηστικές πλάκες, όπως για παράδειγμα εκείνη στον αριθμό 21, όπου αναγράφεται: «Η Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής – ιδρυθείσα από τον Jakab Marastoni».

Η Πέστη του 19ου αιώνα ήταν μια πραγματικά πολυπολιτισμική πόλη. Γερμανοί, Ούγγροι, Έλληνες, Ιταλοί, Σέρβοι και πολλές άλλες μικρότερες εθνότητες ζούσαν εδώ δίπλα-δίπλα ειρηνικά. Ο καθένας καλλιεργούσε τον δικό του πολιτισμό, αλλά ένα πράγμα τους ένωνε: όλοι ήθελαν να είναι και Ούγγροι και επιδίωκαν να υπηρετήσουν τον ουγγρικό πολιτισμό με τις δραστηριότητές τους.

Εκείνη την εποχή ο Marastoni υπέβαλε την αίτησή του για την ακαδημία ζωγραφικής στο Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών, όταν ιδρύθηκε εντός του Ουγγρικού Εθνικού Μουσείου ο Σύλλογος Εθνικής Πινακοθήκης, ένα «τμήμα που συνέλεγε αποκλειστικά ουγγρική ζωγραφική».

Όλα αυτά συνέβησαν το 1845 και αυτή η μεγάλη πολιτιστική δραστηριότητα μπορεί να ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι εκείνη τη χρονιά το Εθνικό Μουσείο ήθελε να τιμήσει δεόντως την πεντηκοστή επέτειο της ανάληψης καθηκόντων του αρχιδούκα Ιωσήφ της Αυστρίας.

Ο σύλλογος που έφερε το όνομα του αρχιδούκα εγκρίθηκε τελικά από το Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών τον Σεπτέμβριο του 1845. Η Εθνική Πινακοθήκη του αρχιδούκα Ιωσήφ μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως το πρώτο εθνικό ίδρυμα που συνέλεγε ουγγρικούς πίνακες.

Η πινακοθήκη δέχθηκε δωρεές έργων τόσο από συλλόγους, όσο και από ιδιώτες, και ανάμεσά τους το σημαντικότερο ήταν το έργο του Jakab Marastoni «H Ελληνίδα», το οποίο δωρήθηκε στην πινακοθήκη τον Νοέμβριο του 1845 από την Καλλιτεχνική Εταιρεία της Πέστης. Έτσι, μπορεί να πει κανείς ότι η ιστορία της μουσειακής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής ξεκίνησε με την «Ελληνίδα».

Αλλά γιατί μια Ελληνίδα; Το σύγχρονο (όχι αρχαίο) ελληνικό θέμα εμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή ζωγραφική με την Ελληνική Επανάσταση ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τη δεκαετία του 1820. Φυσικά, οι συμπάθειες του ευρωπαϊκού ρομαντισμού προς τους Έλληνες άσκησαν επιρροή και στην ουγγρική τέχνη.

Οι Έλληνες, και ιδιαίτερα οι Ελληνίδες, αποτελούσαν συχνά θέμα στην ουγγρική ζωγραφική του 19ου αιώνα, και κατά μία έννοια η «Ελληνίδα» κατέληξε να αντιπροσωπεύει ένα εξωτικό θέμα αρωματισμένο με ερωτισμό.

Και αν σήμερα βρίσκουμε την «Ελληνίδα» να αποκαλύπτει ανοιχτά την ομορφιά και τη γοητεία της, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι επρόκειτο για θέμα μόδας. Και όσο κι αν μας γνέφει σαγηνευτικά αυτή η όμορφη γυναίκα, με την ιστορική έννοια το έργο αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα της ουγγρικής μουσειολογίας.

Ο ζωγράφος

Ο Jakab Marastoni (Giacomo Marastoni) γεννήθηκε το 1804 στη Βενετία και σπούδασε στην περίφημη Ακαδημία Καλών Τεχνών.

Ταξίδεψε στη Βιέννη στις αρχές της δεκαετίας του 1830, πέρασε από τη σημερινή Μπρατισλάβα το 1833 και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Πέστη το 1836. Έγινε περιζήτητος πορτρετίστας μεταξύ αριστοκρατικών και αστικών οικογενειών, αλλά και κατά τη διάρκεια κοινοβουλευτικών συνεδριάσεων.⁠

Το 1846 ίδρυσε την Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής στην Πέστη – την πρώτη ιδιωτική σχολή αποκλειστικά για ζωγραφική στην Ουγγαρία. Ανάμεσα στους μαθητές του περιλαμβάνονται σημαντικοί Ούγγροι καλλιτέχνες όπως ο Károly Lotz, ο Mihály Zichy, ο Soma Orlai Petrich κ.ά. Το 1846 έγινε Επίτιμος Πολίτης της Πέστης.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με την δαγκεροτυπία ήταν ο πρώτος επαγγελματίας αυτής της τεχνικής στην Ουγγαρία. Πέθανε σε ψυχιατρική κλινική και η σχολή του έκλεισε λίγο μετά.

tovima.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

Γενικά θέματα

Ούμαρ Κρέμλεφ: Ο άνθρωπος του Πούτιν που «εισέβαλε» στον αμερικανικό αθλητισμό

Πριν γίνει γνωστός ως Ούμαρ Κρέμλεφ, ο 43χρονος που χρόνια αργότερα θα συνδεόταν ακόμη και με το πολυτελές πάρτι του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στις Μπαχάμες, ήταν γνωστός με το όνομα Ούμαρ Λουτφουλόεφ. Μέχρι τον Μάρτιο του 2010, το όνομα Κρέμλεφ παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Πριν γίνει γνωστός ως Ούμαρ Κρέμλεφ, ο 43χρονος που χρόνια αργότερα θα συνδεόταν ακόμη και με το πολυτελές πάρτι του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στις Μπαχάμες, ήταν γνωστός με το όνομα Ούμαρ Λουτφουλόεφ. Μέχρι τον Μάρτιο του 2010, το όνομα Κρέμλεφ παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο.

Όταν «πάτησε» τα 28 κι έχοντας, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, καταδίκες για εκβιασμό και ξυλοδαρμό, είδε τις φιλοδοξίες του για καριέρα στην πυγμαχία να σβήνουν εξαιτίας της έλλειψης πειθαρχίας και θέλησε να κάνει μια νέα αρχή για να ανεβεί τα σκαλοπάτια της ρωσικής κοινωνίας.

Και για να πετύχει αυτή του την επιδίωξη, δεν θα μπορούσε να διαλέξει καταλληλότερο επώνυμο από το Κρεμλέφ – ουσιαστικά, «ο άνθρωπος του Κρεμλίνου». Όπως και στην περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, αυτό ήταν ένα όνομα που έμελλε να συνδεθεί με φήμη, πλούτο και αντιπαραθέσεις.
Ο Ρόμπερτ Γκαρσία, ο κορυφαίος Δημοκρατικός στην Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, έθεσε το εύλογο ερώτημα: «Τι πήρε ως αντάλλαγμα; Χρειαζόμαστε απαντήσεις» και το ζευγάρι των νεόνυμφων έσπευσε να απαντήσει: «Η φιλία δεν προϋποθέτει πολιτικά κίνητρα. Η γενναιοδωρία δεν συνοδεύεται αυτομάτως από κάποια ατζέντα. Και μερικές φορές ένα γαμήλιο δώρο είναι απλώς ένα γαμήλιο δώρο», προσφέροντας στη συνέχεια να επιστρέψει τα χρήματα.

Ο 43χρονος μεγάλωσε στο Σερπούχοφ, μια πόλη περίπου 120.000 κατοίκων, 60 μίλια νότια της Μόσχας και 5.729 μίλια ανατολικά του Little Pipe Cay, του νησιού στις Μπαχάμες που νοίκιασε για τον γιο του Αμερικανού προέδρου. Γεννημένος από μητέρα Τατζίκα σε μουσουλμανική οικογένεια, «παντρεύτηκε» αρχή τον ρόλο του αουτσάιντερ.

Στράφηκε από μικρός στην πυγμαχία, όμως έχει παραδεχτεί σε συνέντευξή του ότι σταμάτησε στα 19 του, επειδή δεν διέθετε την απαιτούμενη πειθαρχία. Ακόμη και την ημέρα ενός αγώνα μπορούσε να βρεθεί σε νυχτερινό κέντρο ως τις τέσσερις τα ξημερώματα. Με μεγάλα χέρια και τη σωματική διάπλαση πυγμάχου βαρέων βαρών, ο Κρεμλέφ πέρασε τα επόμενα χρόνια αναζητώντας τον δρόμο που του ταίριαζε. Παρέμεινε, πάντως, στον κόσμο της πυγμαχίας, εργαζόμενος ως διοργανωτής αγώνων.

Σύμφωνα με το ρωσικό ερευνητικό μέσο Proekt, καταδικάστηκε για εκβιασμό το 2004 και για ξυλοδαρμό το 2007, αν και οι ακριβείς συνθήκες των υποθέσεων παραμένουν ασαφείς. Ο ίδιος δεν έχει αρνηθεί τις καταδίκες.

Οι Night Wolves εμφανίστηκαν την περίοδο της Περεστρόικα, της οικονομικής αναδιάρθρωσης της δεκαετίας του 1980, ως μια ομάδα μοτοσικλετιστών και φίλων της ροκ μουσικής. Επικεφαλής τους ήταν ο Αλεξάντερ Ζαλντοστάνοφ, γνωστός ως «Χειρουργός», στενός φίλος του Βλαντίμιρ Πούτιν.

Μέσα σε αυτόν τον ετερόκλητο κόσμο που ο Κρεμλέφ άρχισε να καλλιεργεί τις σχέσεις που θα τον μετέτρεπαν από πυγμάχο σε ισχυρό παράγοντα της ρωσικής κοινωνίας. Η σημαντικότερη από αυτές ήταν με τον Αλεξέι Ρουμπέζνι, υποστράτηγο της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Προστασίας (FSO) ψηλόβαθμων κρατικών αξιωματούχων, με τον οποίο έγιναν αχώριστοι.

Το 2016, ο Ρουμπέζνι ήταν πλέον επικεφαλής της Υπηρεσίας Ασφαλείας του Προέδρου και ο Κρεμλέφ είχε αποκτήσει, με αυτό τον τρόπο, πρόσβαση στον Πούτιν. Έκτοτε, η καριέρα του απογειώθηκε.

Ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία και το 2017 ανέλαβε την ηγεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας Πυγμαχίας. Όμως η ορεξη του Κρεμλέφ είχε ανοίξει και δεν χόρταινε. Η Association Internationale de Boxe Amateur (AIBA – Διεθνής Ομοσπονδία Ερασιτεχνικής Πυγμαχίας) βρισκόταν τότε σε βαθιά κρίση, αντιμέτωπη με καταγγελίες διαφθοράς που οδήγησαν το 2019 στην αρχική αναστολή της από τους Ολυμπιακούς Αγώνες ως φορέα που είχε την ευθύνη της ολυμπιακής πυγμαχίας.

Ο Κρεμλέφ υποσχέθηκε σαρωτικές μεταρρυθμίσεις και την εξόφληση χρέους που υπολογιζόταν στα 16 εκατ. δολάρια, με στόχο ο οργανισμός να ανακτήσει τον έλεγχο της ολυμπιακής πυγμαχίας. Έτσι, το 2020 κέρδισε με άνεση την ψηφοφορία για την προεδρία, ενώ το γεγονός ότι μιλούσε από ελάχιστα έως καθόλου αγγλικά δεν αποτέλεσε εμπόδιο. Και όπως έκανε με τον ίδιο του τον εαυτό, και σε αυτή την περίπτωση έκανε το restart με τον ίδιο τρόπο: άλλαξε το όνομα του οργανισμού σε International Boxing Association (IBA).

Ακολούθησε συνεργασία της IBA με την Gazprom, τον ρωσικό κρατικό ενεργειακό κολοσσό, με συνέπεια το χρέος να μηδενιστεί και τα χρηματικά έπαθλα να αυξηθούν. «Γιατί να μην μπορούν οι ερασιτέχνες πυγμάχοι να πληρώνουν τα στεγαστικά τους δάνεια και να στηρίζουν τις οικογένειές τους;» είχε δηλώσει τότε ο Κρεμλέφ.

Το 2022, η IBA ήρε περιορισμούς που είχαν επιβληθεί νωρίτερα την ίδια χρονιά και επέτρεψε σε Ρώσους και Λευκορώσους πυγμάχους να αγωνίζονται με τις εθνικές σημαίες και τους ύμνους τους, ενώ απέκλεισε από τις τάξεις της την Ουκρανική Ομοσπονδία Πυγμαχίας. Την επόμενη χρονιά, ωστόσο, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) ψήφισε – με αφορμή τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία – υπέρ της αφαίρεσης από την IBA της ιδιότητας της παγκόσμιας ομοσπονδίας του αθλήματος.

Ο Κρεμλέφ γίνεται ο «σκιώδης δήμαρχος»

Ωστόσο, δεν ήταν μόνο οι πυγμάχοι του Κρεμλέφ που πληρώνονταν καλά. Το 2019, μια εταιρεία του απέκτησε το δικαίωμα να γίνει ο μοναδικός διαχειριστής της εθνικής λοταρίας της Ρωσίας. Σε ένα μοτίβο που θα επαναλαμβανόταν αρκετές φορές, η λοταρία έγινε σύντομα χορηγός της IBA.

Τα επόμενα χρόνια, ο Κρεμλέφ απέκτησε μερίδια σε τρεις από τις μεγαλύτερες στοιχηματικές εταιρείες της Ρωσίας, τις Fonbet, Liga Stavok και Pari. Ρωσικά μέσα ενημέρωσης έχουν αναφέρει ότι οι συμφωνίες αυτές είχαν την υποστήριξη του Αντρέι Κόστιν, του υπό κυρώσεις χρηματοδότη και προέδρου της συνδεδεμένης με το Κρεμλίνο τράπεζας VTB, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί «τραπεζίτης-κουμπαράς του Πούτιν».

Οι εταιρείες αυτές φαίνεται ότι είχαν συνολικά έσοδα περίπου 625 δισ. ρούβλια (5,5 δισ. λίρες) το 2023, ενώ η Liga Stavok αποτελεί πλέον βασικό εταίρο της IBA.

Ο Κρεμλέφ είχε επίσης αποκτήσει σταδιακά τον έλεγχο της Tsupis, μιας εταιρείας πληρωμών που συνδέει τους παίκτες με τις στοιχηματικές εταιρείες και εισπράττει προμήθεια από κάθε ποντάρισμα. Το 2021, ο Πούτιν εξέδωσε διάταγμα κατά της απάτης, το οποίο παραχώρησε στην Tsupis μονοπώλιο σε αυτή την εξαιρετικά επικερδή δραστηριότητα. Την ίδια περίοδο, οι φορείς που ρύθμιζαν την αγορά στοιχημάτων πέρασαν επίσης υπό τον έλεγχο του Κρεμλέφ και ενοποιήθηκαν σε έναν κοινό εποπτικό οργανισμό, με αρκετά μέλη του διοικητικού συμβουλίου να προέρχονται, σύμφωνα με δημοσιεύματα, από το δίκτυό του στον χώρο της πυγμαχίας.

Στη γενέτειρά του, το Σερπούχοφ, καθώς εξελισσόταν σε ολιγάρχη, ο Κρεμλέφ απέκτησε το προσωνύμιο «σκιώδης δήμαρχος», έχοντας συγκεντρώσει ένα εντυπωσιακό χαρτοφυλάκιο ακινήτων. Κάποια από αυτά φέρεται να περιήλθαν στην κατοχή του μετά την αναδιανομή περιουσιακών στοιχείων του φυλακισμένου πρώην δημάρχου Αλεξάντερ Σεστούν.

Πηγές αναφέρουν ότι απέκτησε γεωργικές εκτάσεις, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, ένα λιμάνι, ένα εμπορικό κέντρο και ένα ξενοδοχείο, ενώ το 2024, ο Κρεμλέφ φέρεται να επωφελήθηκε και από απαλλοτρίωση. Τον Φεβρουάριο, το Κρεμλίνο κατέσχεσε τη Rolf, τη μεγαλύτερη αντιπροσωπεία αυτοκινήτων της Ρωσίας, από τον Σεργκέι Πετρόφ, τον εξόριστο ιδιοκτήτη της και πρώην βουλευτή της αντιπολίτευσης και μέχρι τον Σεπτέμβριο, η εταιρεία είχε περάσει στον Κρεμλέφ μέσω συμφωνίας ύψους 35 δισ. ρουβλίων.

Σε ανακοίνωσή της, η Rolf παρουσίασε τον Κρεμλέφ ως νέο ιδιοκτήτη της, χαρακτηρίζοντάς τον «στρατηγικό επενδυτή, ο οποίος θα επιτρέψει στην εταιρεία να διατηρήσει τη μοναδική εταιρική κουλτούρα της και να διευρύνει το φάσμα των δραστηριοτήτων της, με έμφαση στην αύξηση της αποτελεσματικότητας και την προσέλκυση νέων συνεργατών και πελατών».

Ένας από αυτούς τους νέους συνεργάτες, σύμφωνα με μεταγενέστερα δημοσιεύματα του Proekt, ήταν η IBA.

Η πίστη στον Πούτιν

Έχοντας συγκεντρώσει προσωπική περιουσία που υπολογίζεται έως και σε 300 εκατ. λίρες και αναλαμβάνοντας παράλληλα και άλλα αξιώματα – μεταξύ αυτών την προεδρία της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ταβλιού – ο Κρεμλέφ δεν έκρυβε ποτέ τις πολιτικές του συμπάθειες.

«Χάρη σε έναν άνθρωπο, σήμερα υπάρχουν πραγματικά κάθε είδους ευκαιρίες να κερδίσεις χρήματα και να επιδιώξεις περισσότερα», είχε δηλώσει σε βιντεοσκοπημένη συνέντευξη το 2024, την οποία εντόπισε ο Guardian. «Αυτός ο άνθρωπος, φυσικά, είναι ο πρόεδρός μας, Βλαντίμιρ Βλαντιμίροβιτς Πούτιν».

Λίγους μήνες αργότερα, η Ουκρανία του επέβαλε κυρώσεις, χωρίς να βρίσκεται, ωστόσο, υπό κυρώσεις από τη Βρετανία, τις ΗΠΑ ή την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τον Απρίλιο, ο Πούτιν απένειμε στον Κρεμλέφ το Παράσημο της Φιλίας, ενώ λίγες ημέρες πριν από τον γάμο του Τραμπ Τζούνιορ, ο Κρεμλέφ συνόδευσε τον Ρώσο πρόεδρο σε επίσκεψη στην Κίνα, επιμένοντας πάντως ότι δεν βρισκόταν εκεί με επίσημη ιδιότητα.

Τα οφέλη για την οικογένειά του

Όπως συμβαίνει συχνά με τις οικογένειες ισχυρών και εύπορων πατριαρχών, και οι συγγενείς του Κρεμλέφ φαίνεται ότι επωφελήθηκαν από την άνοδό του. Το 2024, η ρωσική Novaya Gazeta ανέφερε ότι είχε παραχωρήσει στην τότε 21χρονη σύζυγό του, Αναστάσια Λεστσίνσκαγια, ένα κουρείο και ένα καφέ στο Σερπούχοφ, καθώς και πολυτελή αυτοκίνητα. Μάλιστα, αψηφώντας πλήρως τους νόμους, οι Porsche, Lamborghini και Aston Martin που φέρεται να της ανήκαν έχουν, σύμφωνα με δημοσιεύματα, συγκεντρώσει περίπου 50 κλήσεις από την τροχαία της περιφέρειας της Μόσχας.

Η Λεστσίνσκαγια ήταν γνωστή δημιουργός στο TikTok και το ένα από τα δύο μέλη του διδύμου «twinsrussian».

Ωστόσο, η δίδυμη αδελφή της είναι εκείνη που έχει προσελκύσει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η Εκατερίνα Λεστσίνσκαγια διευθύνει τη φιλοπουτινική οργάνωση Healthy Fatherland, ένα αθλητικό και πατριωτικό κίνημα στο οποίο το Κίεβο έχει επιβάλει κυρώσεις για τον φερόμενο ρόλο του στην απαγωγή, την απέλαση και την αναγκαστική μεταφορά παιδιών από την Ουκρανία. Η ίδια έχει επίσης συναντηθεί επανειλημμένα με τον Ρώσο πρόεδρο.

Και φαίνεται πως αυτή ακριβώς η σύνδεση του Τζούνιορ με τον Κρεμλέφ ήταν που ώθησε τη Μελάνια Τραμπ – η οποία έχει μεσολαβήσει σε συμφωνίες με Ρώσους αξιωματούχους για την επιστροφή Ουκρανών παιδιών – να πάρει αποστάσεις από τον γάμο του θετού γιου της, με εκπρόσωπό της να δηλώνει: «Η κυρία Τραμπ δεν έχει και δεν είχε ποτέ καμία σχέση με τον κ. Κρεμλέφ».

Ασαφής ο τρόπος σύνδεσης του Τραμπ Τζούνιορ με τον Κρεμλέφ
Ο Τραμπ Τζούνιορ, όμως, έχει. Το πώς ακριβώς ο γιος του Αμερικανού προέδρου μπήκε στον κύκλο του Κρεμλέφ παραμένει ασαφές. Εκπρόσωπος του γιου του Αμερικανού προέδρου δήλωσε ότι οι δύο άνδρες, αμφότεροι λάτρεις του κυνηγιού, γνωρίστηκαν μέσω κοινού φίλου και «δέθηκαν χάρη στην αγάπη τους για την πυγμαχία και τις δραστηριότητες στη φύση».

Επιπλέον, ο Τραμπ Τζούνιορ είχε επαφή με την πυγμαχία από μικρή ηλικία, λόγω της δραστηριότητας του πατέρα του ως διοργανωτή αγώνων. Στα δέκα του χρόνια είχε παρακολουθήσει από κοντά τον Μάικ Τάισον να διαλύει τον Μάικλ Σπινκς μέσα σε μόλις 91 δευτερόλεπτα στο Trump Plaza Hotel του Ατλάντικ Σίτι.

Ο κοινός φίλος μέσω του οποίου γνωρίστηκαν δεν έχει κατονομαστεί, ωστόσο αμφότεροι διατηρούν στενές σχέσεις με έναν Τούρκο επιχειρηματία, τον Κάαν Καρακάγια. Ο Καρακάγια φέρεται, μάίστα, να ήταν παρών σε ένα αμφιλεγόμενο κυνηγετικό ταξίδι στη Μογγολία το 2019, κατά το οποίο ο Τραμπ Τζούνιορ πυροβόλησε και σκότωσε ένα απειλούμενο πρόβατο.

Τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους, σε εκδήλωση της IBA στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία παρευρέθηκε και ο Μάνι Πακιάο, παγκόσμιος πρωταθλητής σε οκτώ διαφορετικές κατηγορίες βάρους, ο Κρεμλέφ ανακοίνωσε τον διορισμό του Καρακάγια ως εκπροσώπου της οργάνωσης στην Τουρκία.

«Ο Κάαν υπήρξε μια γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους, ένας φίλος που φέρνει τους ανθρώπους κοντά», είχε δηλώσει ο Κρεμλέφ.

«Ηγέτης και φίλος»

Ο Τραμπ Τζούνιορ παρευρέθηκε στην ίδια εκδήλωση της IBA και κάθισε δίπλα στον Κρεμλέφ πάνω στη σκηνή. Οι δύο άνδρες φαίνεται ότι διατηρούσαν ήδη τότε φιλική σχέση, παρά τα περιορισμένα αγγλικά του Ρώσου, ενώ ο Κρεμλέφ, σε μια ιδιαίτερα θερμή αναφορά, δήλωσε ότι ήταν «υπερήφανος που βρίσκεται εδώ με τον φίλο μου» και υποσχέθηκε ότι εκείνος και ο Τραμπ Τζούνιορ θα «προστατεύσουν τη διαφάνεια στην πυγμαχία και θα ανοίξουν τον δρόμο για την επόμενη γενιά».

Από την πλευρά του, ο Τραμπ Τζούνιορ επαίνεσε τον 43χρονο για το γεγονός ότι «επανέφερε την καθαρότητα της πυγμαχίας» και «αποκατέστησε την πραγματική δικαιοσύνη» στο άθλημα – μια αναφορά, όπως φαίνεται, στην πολιτική της IBA να μην επιτρέπει σε βιολογικούς άνδρες να αγωνίζονται στη γυναικεία πυγμαχία. «Είμαι υπερήφανος που αποκαλώ τον Ούμαρ όχι μόνο ηγέτη αλλά και φίλο», είχε δηλώσει, σύμφωνα με δελτίο Τύπου της IBA που είχε τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Ούμαρ Κρεμλέφ και Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ ενώνουν τις δυνάμεις τους».

Η θέση του για την πυγμάχο Ιμάν Κελίφ

Η IBA βρέθηκε ακόμη περισσότερο στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού το 2024, γεγονός που δημιούργησε μια ευκαιρία την οποία ο Κρεμλέφ μπορούσε να αξιοποιήσει.

Στους Αγώνες, η ΔΟΕ χρησιμοποίησε δική της μονάδα πυγμαχίας για τη διοργάνωση του τουρνουά, καθώς η IBA είχε ήδη αποβληθεί. Η διοργάνωση, ωστόσο, βρέθηκε στο επίκεντρο έντονης αντιπαράθεσης όταν επετράπη στην Αλγερινή πυγμάχος Ιμάν Κελίφ να αγωνιστεί στην κατηγορία των 66 κιλών γυναικών, μολονότι είχε αποκλειστεί από το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της προηγούμενης χρονιάς επειδή δεν είχε περάσει εξετάσεις επαλήθευσης φύλου.

Κι ενώ η IBA του Κρεμλέφ είχε αποκλείσει την Κελίφ από τις διοργανώσεις της, η ΔΟΕ της επέτρεψε να αγωνιστεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες με βάση το γεγονός ότι στο διαβατήριό της αναγράφεται ως γυναίκα. Ακολούθησε διεθνής αντιπαράθεση, με την Κελίφ να κερδίζει ομόφωνα όλους τους αγώνες της και να κατακτά τελικά το χρυσό μετάλλιο.

«Είναι ξεκάθαρα καθορισμένο: ο γυναικείος αθλητισμός είναι για γυναίκες, ο ανδρικός αθλητισμός για άνδρες. Ο γυναικείος αθλητισμός είναι για γυναίκες», είχε δηλώσει ο Κρεμλέφ στο TalkSPORT, μεταφέροντας, μάλιστα, το μήνυμα αυτό στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, στέλνοντας ανοιχτή επιστολή 1.100 λέξεων στον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε πρόσφατα υπογράψει εκτελεστικό διάταγμα που απαγόρευε στις τρανς γυναίκες να αγωνίζονται στις γυναικείες κατηγορίες αθλημάτων.

Στην επιστολή, ο Κρεμλέφ έγραφε: «Είναι ζωτικής σημασίας όλοι οι αθλητές να αγωνίζονται επί ίσοις όροις και η θέση σας στο ζήτημα αποτελεί σημαντικό βήμα προς την επίτευξη αυτού του στόχου», ενώ επιτέθηκε και στη ΔΟΕ, λέγοντας: «Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή και η σημερινή ηγεσία της έχουν, δυστυχώς, οδηγήσει το Ολυμπιακό Κίνημα σε παρακμή με τις κοντόφθαλμες ενέργειές τους και την κακή διοίκηση».

Ο Κρεμλέφ έριξε επίσης στον Αμερικανό πρόεδρο άλλο ένα «τυράκι». «Το τελευταίο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Πυγμαχίας της IBA στις Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποιήθηκε το 2007 στο Σικάγο. Ενδιαφερόμαστε πολύ να επαναφέρουμε τη διοργάνωση στη χώρα σας και είμαστε περισσότερο από έτοιμοι να συνεργαστούμε προς αυτή την κατεύθυνση» έγραψε, ενώ έκλεισε την επιστολή του παραλλάσσοντας δύο από τις αγαπημένες φράσεις του Τραμπ: «Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας σε αυτά τα σημαντικά ζητήματα. Προσβλέπουμε με μεγάλη αισιοδοξία στην πιθανότητα να συνεργαστούμε για να κάνουμε ξανά σπουδαίο το Ολυμπιακό Κίνημα, να προωθήσουμε το άθλημα της πυγμαχίας και να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα των αθλητών σε ολόκληρο τον κόσμο».

Η αντιπαράθεση με τους Σαουδάραβες

Το 2025, η IBA ανέβασε ακόμη περισσότερο στροφές. Σύμφωνα με πληροφορίες της Telegraph, στην Κωνσταντινούπολη η ομάδα του Κρεμλέφ προσέφερε στον γνωστό Βρετανό πυγμάχο Τάισον Φιούρι αμοιβή 50 εκατ. λιρών προκειμένου να αγωνιστεί σε μία από τις διοργανώσεις της IBA. Ο Φιούρι, ωστόσο, επέλεξε να υπογράψει συμφωνία τριών αγώνων με τον Τούρκι Αλ-Σέιχ, αξιωματούχο της κυβέρνησης της Σαουδικής Αραβίας.

Ο Κρεμλέφ αποτελεί, ουσιαστικά, τον ισχυρότερο promoter του αθλήματος στην Ανατολική Ευρώπη, αποτελώντας άμεση πρόκληση για την επιρροή του Αλ-Σέιχ και των Σαουδαράβων στην πυγμαχία και για τον έλεγχό τους σε ορισμένους από τους σημαντικότερους αγώνες του αθλήματος.

Άνθρωποι από τον χώρο της πυγμαχίας περιγράφουν τον Κρεμλέφ ως «μια χαρισματική προσωπικότητα που εμφανίζεται σε εκδηλώσεις και διοργανώσεις περιστοιχισμένος από μια πολυάριθμη ομάδα συνεργατών, σχεδόν σαν αρχηγός κράτους». Οι ομιλίες του είναι συχνά φορτισμένες συναισθηματικά και δυναμικές, με επαναλαμβανόμενες αναφορές στον τρόπο με τον οποίο η πυγμαχία μπορεί να αλλάξει τις ζωές των νέων ανθρώπων.

«Συχνά δεν έχει ιδιαίτερη έκφραση στο πρόσωπό του, κι όμως αποπνέει μια ευγένεια και μια ταπεινότητα», δήλωσε άνθρωπος του χώρου.

Το περασμένο καλοκαίρι, η IBA λάνσαρε και δικό της πρωτάθλημα πυγμαχίας χωρίς γάντια. Οι πρώτοι αγώνες πραγματοποιήθηκαν στη Μόσχα, όμως ήταν το ντεμπούτο στις ΗΠΑ, στο Μαϊάμι, το φετινό καλοκαίρι που τράβηξε την προσοχή.

Συμπαρουσιαστής της εκδήλωσης ήταν ο Άντριου Τέιτ, ο Βρετανός πρώην kickboxer και αυτοαποκαλούμενος μισογύνης, ο οποίος δεν ανέβηκε ποτέ στη σκηνή, καθώς συνελήφθη έξω από τον χώρο της διοργάνωσης. Ο Τέιτ και ο αδελφός του, Τρίσταν, βρίσκονται αντιμέτωποι με έκδοση στη Βρετανία, όπου αντιμετωπίζουν συνολικά 59 κατηγορίες, μεταξύ των οποίων βιασμό, αδικήματα που συνδέονται με εμπορία ανθρώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση και άσεμνες εικόνες παιδιού. Και οι δύο αρνούνται οποιαδήποτε παρανομία.

Γλυκάθηκε με το Παγκόσμιο Κύπελλο και το UFC Freedom στον Λευκό Οίκο

Ωστόσο, δύο άλλες διοργανώσεις του καλοκαιριού φαίνεται ότι ενέπνευσαν περισσότερο τον Κρεμλέφ: το Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA υπό τον Τζάνι Ινφαντίνο και το UFC Freedom 250 του Ντέινα Γουάιτ, που φιλοξενήθηκε σε κήπο του Λευκού Οίκου.

«Ο Κρεμλέφ είδε πώς ο Ντέινα και ο Ινφαντίνο κατάφεραν να πάρουν αυτό που ήθελαν», δήλωσε παράγοντας του αθλητισμού. «Θέλει κι αυτός ένα κομμάτι από αυτή την πίτα».

«Και το να έχεις πρόσβαση στον Ντον Τζούνιορ είναι μια καλή αρχή», πρόσθεσε η ίδια πηγή.

Μάλλον πέρασε τα όρια και το «πληρώνει»

Στην προσπάθειά του, όμως, να αποκτήσει κυρίαρχη θέση στον παγκόσμιο αθλητισμό, ο Κρεμλέφ ίσως να πέρασε τα όρια. Η Ομοσπονδπια της οποίας ηγείται, απέχει πολύ από το να ανακτήσει τον έλεγχο της ολυμπιακής πυγμαχίας, καθώς τι χάσμα με τη ΔΟΕ δεν γεφυρώνεται, και η ζημιά που προκάλεσε το «εξαιρετικά γενναιόδωρο γαμήλιο δώρο» του – όπως το χαρακτήρισαν ο κύριος και η κυρία Τραμπ Τζούνιορ – φαίνεται ότι βαρύνει κυρίως τον ίδιο.

Παρότι στο νησί στις Μπαχάμες βρίσκονταν μόλις περίπου 50 άνθρωποι, ο Κρεμλέφ είχε φτάσει συνοδευόμενος από μεγάλη ομάδα Ρώσων, οι οποίοι απομονώνονταν από τους υπόλοιπους και μιλούσαν μεταξύ τους, σύμφωνα με το ProPublica. Η παρουσία και η συμπεριφορά τους είχε προκαλέσει, μάλιστα, απορίες στους άλλους καλεσμένους.

Και ύστερα τραβήχτηκε μια ομαδική φωτογραφία, όπου το ξυρισμένο κεφάλι του Κρεμλέφ διακρίνεται μισοκρυμμένο στο πίσω μέρος, ενώ στο κέντρο βρίσκονται η Ιβάνκα Τραμπ, ο Τζάρεντ Κούσνερ, η Τίφανι Τραμπ και άλλοι.

«Τι σκεφτόταν;» σχολίασε στην Telegraph πρόσωπο από κύκλους Ρώσων ολιγαρχών. «Είναι ένας μπράβος που κατάφερε να βρεθεί στη σωστή πλευρά του προέδρου και ενθουσιάστηκε υπερβολικά».

Πρώτα ήταν η Μελάνια Τραμπ που πήρε αποστάσεις. Στη συνέχεια, εκπρόσωπος του Έρικ Τραμπ, αδελφού του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, δήλωσε για τον Κρεμλέφ: «Ο Έρικ δεν έχει απολύτως καμία ιδέα ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος και δεν έχει ακούσει ποτέ το όνομά του». Και μετά ήρθε το τελειωτικό χτύπημα από τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ: «Δεν έχω ιδέα ποιος είναι ο Ούμαρ. Δεν τον έχω ξανακούσει ποτέ».

protothema.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 λεπτά πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός56 λεπτά πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή