Γενικά θέματα
Χρήσεις και καταχρήσεις της Γενοκτονίας
![]() |
| Το κείμενο αποτέλεσε την εισήγηση του Βλάση Αγτζίδη στην ημερίδα της ΠΟΠΣ στη Θεσσαλονίκη την Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016 |
Του Βλάση Αγτζίδη (*)
Την επίσημη Ιστορία τη γράφουν πάντα οι νικητές, και η προσπάθεια των
ηττημένων να αναδείξουν και αυτοί τη δική τους ιστορική εμπειρία
αποτελεί τις περισσότερες φορές μια επώδυνη περιπέτεια. Και οι ηττημένοι
-κατά τη διαδικασία του μεγάλου μετασχηματισμού της Εγγύς Ανατολής που
άρχισε το 1908 και ολοκληρώθηκε με τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923-
υπήρξαν οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής, οι Ανταλλάξιμοι και
από τις δύο ακτές του Αιγαίου καθώς και οι οικογένειες των στρατιωτών
που έχασαν τη ζωή τους την περίοδο του ελληνοτουρκικού πολέμου
1919-1922. Nα σημειωθεί από τη αρχή ότι ο όρος «Μικρά Ασία»
συμπεριλαμβάνει τις περιοχής του Πόντου, της Ιωνίας, της Βιθυνίας, της
Καππαδοκίας κ.ά.
Η διεκδίκηση της ιστορικής ορθότητας και της κυριαρχίας μιας
συγκεκριμένης ερευνητικής ματιάς φαίνεται ότι αποκτά πλέον κεντρική θέση
στις ιδεολογικές διεργασίες. Αντιμαχόμενες κοινωνικοπολιτικές ομάδες
δίνουν το δικό τους νόημα σε ιδέες και ιστορικά γεγονότα. Οι
κατεστημένες κυρίαρχες απόψεις αμφισβητούνται και το ιστορικό παρελθόν
διεκδικείται πλέον από τις πάλαι ποτέ αποκλεισμένες κοινωνικές ομάδες. Η
διαμόρφωση ενιαίου ιστορικού αφηγήματος μετατρέπεται σε κοινωνικό
κίνημα που επιδιώκει την ενσωμάτωση κάθε ξεχωριστής ιστορικής εμπειρίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η πάλη των ιδεών στην Ελλάδα της
μεταπολιτευτικής περιόδου και η προσπάθεια των αποκλεισμένων ερμηνειών
να εδραιώσουν την παρουσία τους στο χώρο των ιστορικών αφηγημάτων.
Το ιστορικό παρελθόν φαίνεται να υπόκειται σε πολλαπλές αναγνώσεις. Η
«αντι-μνήμη», δηλαδή ο χώρος της μνήμης που διαμορφώνεται από τα κάτω,
αμφισβητεί τα κυρίαρχα αφηγήματα. Το μεγαλύτερο παράδειγμα αυτής της
περίπτωσης αποτελεί η πολιτική μνήμη των προσφύγων του ’22, απαγορευμένη
έως τη δεκαετία του ’80. Με το αίτημα που διατυπώθηκε από τις
προσφυγικές οργανώσεις για την αναγνώριση της Γενοκτονίας που υπέστησαν
από τον τουρκικό εθνικισμό την περίοδο 1914-1923, αλλά και με την
κριτική που άσκησαν, τόσο προς τις ελλαδικές ελίτ για την αρνητική τους
στάση όσο και προς το σταλινισμό για τη μεταχείριση αυτών που είχαν
καταφύγει στην ΕΣΣΔ, αμφισβήτησαν το σύνολο των κυρίαρχων ιδεολογημάτων
και την απαίτηση για επιλεκτική λήθη.
Η προσπάθεια των οργανώσεων των προσφύγων της Μικρασιατικής
Καταστροφής να προτείνουν ένα άλλο ερμηνευτικό μοντέλο για τα γεγονότα
εκείνης της περιόδου θα συναντήσει σφοδρή αντίδραση, αρχικά από το
συντηρητικό φιλονατοϊκό πολιτικό χώρο και στη συνέχεια από ένα τμήμα της
παραδοσιακής Αριστεράς αλλά και της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς.
Η καθιέρωση κατά τη δεκαετία του ’90 των Ημερών Μνήμης για τις
Γενοκτονίες λίγο άλλαξε τα φιλοκεμαλικά ελλαδικά στερεότυπα, ενώ
αντίθετα παρατηρήθηκε η εμφάνιση ενός σημαντικού ρεύματος αρνητών της
Γενοκτονίας, καθώς και μια έμπρακτη προσπάθεια του δεξιού
αναθεωρητισμού, όπως εκφράστηκε με την απόφαση του Άρειου Πάγου που
ακύρωνε τη Δίκη των Εξ. Οι διαφωνίες αυτές και οι σκληροί πόλεμοι για τη
Μνήμη και την Ιστορία, αγγίζουν τον πυρήνα διαμόρφωσης της νεοελληνικής
ιδεολογίας.
Η ιστοριογραφία
Σημαντικά τμήματα της νεότερης ελληνικής ιστορίας έμειναν στο σκοτάδι
ως άγραφες Λευκές Σελίδες. Κι αυτό γιατί η ιστοριογραφία μας
καθορίστηκε από τα στενά συμφέροντα του έθνους-κράτους και των διαφόρων
πολιτικών εκδοχών που εμφανίστηκαν αποκλειστικά στα όριά του.
Αναπαράχθηκε έτσι πιστά η πολιτική, που χαρακτήρισε τις πολιτικές
δυνάμεις της Ελλάδας που διαχειρίστηκαν τη μικρασιατική πρόκληση. Η
συνάντηση της ακροδεξιάς άποψης του Ιωάννη Μεταξά με την πρώιμη
κομμουνιστική του ΣΕΚΕ-ΚΚΕ, καθόρισε και την ματιά της νεοελληνικής
ιστοριογραφίας. Ο περιορισμός παράλληλα του βενιζελισμού στην κρατική
εκπροσώπηση και μόνο, συνέβαλε στο να μετατραπεί η συγκεκριμένη ματιά σε
καθολική. Η νομιμοποίηση των εθνικών εκκαθαρίσεων που διέπραξε ο
τουρκικός εθνικισμός υπήρξε στη συνέχεια κοινός τόπος. Ως εξέλιξη της
ίδια πολιτικής μπορεί να θεωρηθεί η αποσιώπηση και η απουσία κάθε
ερευνητικής απόπειρας, για τις σταλινικές διώξεις που πραγματοποιήθηκαν
εναντίον των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης από το 1937.
Η πραγματικότητα αυτή θα αμφισβητηθεί μόνο κατά τις δεκαετίες του ’80
και του ’90, όταν θα προβάλλει –με όχι επιτυχημένο πάντα τρόπο- μια
ιστοριογραφική σχολή που θα γεννηθεί στους κόλπους των προσφυγικών
οργανώσεων. Το γεγονός αυτό θα προκαλέσει την αντίδραση της
παραδοσιακής ιστοριογραφίας – συμπεριλαμβανομένων των «νέων ιστορικών»,
των αποκαλούμενων «μεταμοντέρνων»- οι οποίοι θα κινηθούν μ’ ένα
σπασμωδικό τρόπο καταγγελίας και αμφισβήτησης της νέας αυτής τάσης. Η
ενόχλησή τους θα είναι τόσο έντονη, ώστε θα καταφύγουν και σε μεθόδους
συνειδητής παραχάραξης και παρανόησης, ακόμα και διεθνών νομικών όρων,
όπως αυτός της «γενοκτονίας», προκειμένου να υποστηρίξουν την
παραδοσιακή εκδοχή.
Η διατήρηση και ο μετασχηματισμός της Μνήμης
Ας δούμε όμως πώς διατηρήθηκε η Μνήμη στις κοινότητες των προσφύγων
σ’ έναν άξενο τόπο, όπως ακριβώς υπήρξε η Ελλάδα του Μεσοπολέμου για
τους πραγματικούς ηττημένους του ΄22. Και ας περιοριστούμε στο ποντιακό
υποσύνολο της προσφυγικής κοινότητας, αφού περιγράψουμε πρώτα τη
συγκρότησή της.
Ο οργανωμένος προσφυγικός χώρος (δηλαδή οργανώσεις που έχουν
δημιουργηθεί ή επανδρώνονται από απογόνους των προσφύγων του ’22 και
θέτουν ως καταστατικό στόχο τη διατήρηση της ιστορικής Μνήμης) είναι
εκατοντάδες στην Ελλάδα, την πρώην ΕΣΣΔ και τη Διασπορά. Το μεγαλύτερο
ποσοστό ενεργοποίησης ανήκει στους προερχόμενους από τον Πόντο, με την
ευρεία σημασία του όρου. Μόνο στην Ελλάδα υπάρχουν περισσότερες από 600
ποντιακές οργανώσεις, εκ των οποίων οι 60 περίπου, στο Λεκανοπέδιο και
άλλες τόσες στη Θεσσαλονίκη. Η σημασία των οργανώσεων αυτών είναι
ιδιαίτερη, σε σχέση με τις παραδοσιακές εθνικοτοπικές οργανώσεις, γιατί
εκτός από τα λαογραφικά ενδιαφέροντα και τα ιστορικά που αφορούν την
Μνήμη, υπάρχουν και πολιτικά αιτήματα, άλλα εκ των οποίων είναι
οικονομικής φύσης (διεκδίκηση της «Ανταλλάξιμης περιουσίας», υποστήριξη
των «παλιννοστούντων») και άλλα άπτονται της εξωτερικής πολιτικής
(διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας, στήριξη των ελληνικών κοινοτήτων
στις μετασοβιετικές χώρες, στήριξη των προσπαθειών των ελληνοφώνων στην
Τουρκία για διατήρηση και ανάδειξη του ποντιακού πολιτισμού, στήριξη των
μεταναστών Ποντίων μουσουλμάνων από την Τουρκία κ.ά.)
Από την πρώτη γενιά των διανοούμενων Ποντίων, των οποίων η εγκύκλια
μόρφωση, ήταν ιδιαιτέρως υψηλή, είχαν καταγραφεί με λεπτομέρεια τα
γεγονότα που είχαν διαδραματιστεί στον Πόντο από την εποχή που η
νεοτουρκική εξουσία άρχισε να εφαρμόζει τα σχέδιά της. Από τα πρώτα
χρόνια της υποχρεωτικής εγκατάστασης στο βαλκανικό Νότο, οι πρόσφυγες
οργανώνουν συστηματικές εκδηλώσεις Μνήμης για τα θύματα των διώξεων.
Χαρακτηριστική είναι η ομιλία που εκφώνησε ο Γιώργος Μαυρομματόπουλος το
1925, στο μνημόσυνο που έγινε στη Νεάπολη της Κοζάνης, «υπέρ των σφαγιασθέντων Ποντίων εν Τουρκία»
, ενώ από το 1925 ο Γεώργιος Βαλαβάνης μεταφέρει στους “Πόντιους
επιγόνους”, την ευχή για ιστορική δικαίωση. Οι διασωθέντες θα οργανώσουν
τους συλλόγους τους, στα καταστατικά των οποίων αποτυπώνεται η ιστορική
προέλευση και εμπειρία. Τις παραμονές της δικτατορίας θα εμφανιστεί
ένα δυναμικό κίνημα ιστορικής Μνήμης στη Θεσσαλονίκη.
Με την κατάρρευση της Χούντας ξεκίνησε η αποδόμηση συγκεκριμένων
στερεοτύπων, που είχαν διαμορφωθεί καθ’ όλη την περίοδο που ακολούθησε
τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η Μεταπολίτευση και η ανάδυση της κοινωνίας
των πολιτών θα επιτρέψει τη δημόσια εμφάνιση αυτού του τραύματος με τη
μορφή ενός διεκδικητικού κινήματος. Για πρώτη φορά από το ΄22, το Τραύμα
της καταστροφής διαμόρφωσε ένα κίνημα αμφισβήτησης και κατέθεσε
πολιτικές προτάσεις. Οι νέες αυτές τάσεις εκφράστηκαν από πολίτες
ποντιακής καταγωγής, που πολιτικά εντασσόταν στην αριστερή πτέρυγα του
Πασοκ, αλλά και στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.
Το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του αυτόνομου και ακηδεμόνευτου σε
πρώτη φάση κινήματος ήταν η πολυμορφία και η διαμόρφωση των
ενδοπροσφυγικών σχέσεων με βάση τις αντιλήψεις των πρωταγωνιστών. Εφόσον
η ανασύσταση του παρελθόντος διαμορφωνόταν από τις παρούσες συνθήκες, η
επιλογή των βασικών στοιχείων της ανασύστασης καθοριζόταν από τις
πολιτικές και ιδεολογικές θεωρήσεις των δυνάμεων εκείνων που προωθούσαν
τη ριζοσπαστικοποίηση. Θα εμφανιστεί η ποικιλία των απόψεων που
ενυπήρχαν στον προσφυγικό χώρο, αλλά και των διαφορετικών προσλήψεων των
ιστορικών γεγονότων, που σχετίζονταν με τις διαφορετικές εντάξεις.
Σε
αρκετές περιπτώσεις οι σχέσεις αυτές έλαβαν συγκρουσιακές μορφές, τόσο
ανάμεσα στην επιμέρους προσφυγική κοινότητα, όσο και μεταξύ των
προσφυγικών υποομάδων.
Ο οργανωμένος ποντιακός χώρος αντέδρασε αρχικά έντονα στα μέσα της
δεκαετίας του ’80 στις νέες αυτές προσεγγίσεις. Η άποψη αρκετών Ποντίων,
συντηρητικών και μη, ήταν ότι δεν έπρεπε να τεθεί ζήτημα γενοκτονίας
και αναγνώρισής της. Κορυφαία στελέχη αμφισβήτησαν το ίδιο το ιστορικό
γεγονός. Οι μεγάλες παραδοσιακές οργανώσεις των προσφύγων στη
Θεσσαλονίκη, όπως η Παναγία Σουμελά και η Εύξεινος Λέσχη, αλλά και στην
Αθήνα, όπως οι Αργοναύτες-Κομνηνοί και η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών,
ήταν αρχικά αρνητικές, φοβούμενες την εκ νέου περιθωριοποίηση από τις
κυρίαρχες ελλαδικές ελίτ. Η θετική μεταστροφή τους οφείλεται σε μεγάλο
βαθμό στην προσωπική επιρροή των υψηλόβαθμων στελεχών του τότε
κυβερνώντος κόμματος, που εξέφραζαν μια από τις τάσεις που πρωτοστάτησε
στη ριζοσπαστικοποίηση. Στη συνέχεια όμως, η αρχική αντίδραση του
παραδοσιακού ποντιακού χώρου θα υποχωρήσει και στο Β’ Παγκόσμιο Συνέδριο
του Ποντιακού Ελληνισμού το 1988, ο στόχος της πρόταξης του αιτήματος
για αναγνώριση της Γενοκτονίας θα γίνει αποδεκτός απ’ όλους. Η
ερευνητική παραγωγή θα αυξηθεί και θα υπάρξει και έντονη παρέμβαση μέσω
του Τύπου για τη γνωστοποίηση των άγνωστων αυτών ιστορικών στιγμών. Η
βαθμιαία αύξηση της δυνατότητας των πολιτών να παρεμβαίνουν στην
κεντρική πολιτική σκηνή, να συνδιαμορφώνουν τα ιδεολογικά και κοινωνικά
πρότυπα και να επηρεάζουν τις πολιτικές αποφάσεις, θα επιτρέψει στον
οργανωμένο ποντιακό χώρο να προωθήσει τις απόψεις του και τα αιτήματά
του. Το Φεβρουάριο του 1994 θα αναγνωριστεί ομόφωνα από την ελληνική
Βουλή η Γενοκτονία στον Πόντο με το νόμο 2193/94 και θα καθιερωθεί η 19η
Μαϊου ως επίσημη Ημέρας Μνήμης. Τέσσερα χρόνια αργότερα θα ολοκληρωθεί η
διαδικασία της αναγνώρισης με τον δεύτερο νόμο 2645/98 που αναγνώριζε
τη Γενοκτονία στο σύνολο της Μικράς Ασίας. Βέβαια, η θεωρητική
υποστήριξη και των δύο νόμων υπήρξε προβληματική, όσον αφορά κάποιες
περιγραφές, γεωγραφικές τοποθετήσεις (εφόσον απουσιάζει κάθε αναφορά
στην ανατολικοθρακιώτικη παράμετρο) αλλά και τα αριθμητικά μεγέθη. Και
στις δύο περιπτώσεις είναι ορατή η απουσία μιας συγκροτημένης πολιτικής
για τη διαχείριση της μνήμης σχετικά με τη γενοκτονία.
Στην περίπτωση της αναγνώρισης της γενοκτονίας των ελληνορθόδοξων
πληθυσμών απ΄ τους εθνικιστές (νεότουρκους και κεμαλικούς), το ζήτημα
δεν σχετίζεται με την διατύπωση μιας επίσημης θέσης από την πλευρά του
κράτους, το οποίο έτσι και αλλιώς διατηρεί το δικαίωμα παραγωγής μιας
δημόσιας ιστορίας που ανταποκρίνεται στα συμφέροντά του και στις
εδραιωμένες αντιλήψεις. Οι προσφυγικές απόψεις και ερμηνείες έγιναν
αποδεκτές για δύο κυρίως λόγους: Πρώτα από την ωρίμανση των συνθηκών
που επέτρεψαν στο ελληνικό κράτος να κλείσει τις πολιτικές εκκρεμότητες
που είχε με τους πρόσφυγες του 1922 και κατόπιν στην ακτιβιστική δράση
και στην κοινωνία των πολιτών που υποχρέωσε τη Βουλή να θεσπίσει τις
επετείους.
Νομίζω όμως ότι ουδέποτε η ιστορική αυτή εμπειρία και οι επέτειοι που
παρήχθησαν και θεσμοθετήθηκαν τη δεκαετία του ’90 έγιναν ουσιαστικό
μέρος της κρατικής αντίληψης για το παρελθόν. Η μεγαλύτερη απόδειξη
είναι ότι κανένα σχετικό μνημείο δεν στήθηκε αυτοβούλως από το κράτος
και τις υπηρεσίες του. Αντιθέτως όλα τα μνημεία που έχουν αναγερθεί για
τα ιστορικά αυτά γεγονότα είναι δημιουργήματα συλλόγων και ιδιωτών.
Δηλαδή στο ζήτημα της ανάδυσης της προσφυγικής μνήμης και της
ενσωμάτωσής του στο κοινό εθνικό αφήγημα, φαίνεται ότι υπάρχει ένα
πολύπλοκο σχήμα, το οποίο γίνεται ακόμα πιο σύνθετο με την συγκροτημένη
εμφάνιση αρνητιστικών απόψεων, όπως επίσης με την ενσωμάτωση στο λόγο
και την πρακτική διαφόρων ομάδων. Ομάδες που έως πρόσφατα διατηρούσαν
μια επιφυλακτική ακόμα και απορριπτική στάση και είναι πολιτικοί
κληρονόμοι τόσο της αντιπροσφυγικής πολιτικής του Μεσοπολέμου όσο και
των πολύ συγκεκριμένων ενεργειών που οδήγησαν κατά την κρίσιμη περίοδο
στην απόλυτη εγκατάλειψη των Ποντίων και στην Μικρασιατική Καταστροφή..
Τι σημαίνει όμως σε κοινωνικό επίπεδο η θέσπιση των Ημερών Μνήμης;
Η θεσμοθέτηση των Ημερών Μνήμης για τις γενοκτονίες μπορεί να θεωρηθεί ως οριστική μεταβολή του φυσικού τραύματος, όπως διαιωνίστηκε μέσα από τις αφηγήσεις της πρώτης γενιάς, σε πολιτισμικό τραύμα. Δηλαδή μπορεί να θεωρηθεί ότι ολοκληρώθηκε μια διαδικασία κοινωνικής νοηματοδότησης, που κάνει το «τραύμα» γενικά αποδεκτό. Εφεξής το πολιτιστικό-κοινωνικό τραύμα ορίζεται ως «κοινή θέση» και επηρεάζει πλέον τα συστήματα αναφοράς της ποντιακής κοινότητας κατ’ αρχάς, αλλάζοντας κατεστημένους ρόλους, διαμορφώνοντας κοινούς κανόνες και διατυπώνοντας δημόσια κοινές αφηγήσεις. Η διαμόρφωση μιας τέτοιας πραγματικότητας ορίζει και τον επόμενο στόχο, που δεν είναι άλλος από την ευρύτερη αποδοχή του πολιτιστικού τραύματος από την υπόλοιπη, περιβάλλουσα, κοινωνία.
Ο τοπικισμός υπήρξε το κύριο χαρακτηριστικό στις ποντιακές οργανώσεις και γι αυτό δεν έγινε κατορθωτό να διαμορφωθεί ένα ενιαίο παμπροσφυγικό αφήγημα. Η θεωρητική προσέγγιση των γεγονότων της περιόδου 1914-1923, απέκοβε πλήρως την ιστορική εμπειρία των Ποντίων από την εμπειρία του υπόλοιπου προσφυγικού ελληνισμού. Ο Πόντος παρουσιαζόταν σαν κάτι ξεχωριστό και σίγουρα ξεκομμένο από την υπόλοιπη μικρασιατική χερσόνησο. Η εμπειρία της γενοκτονίας προβαλλόταν ως μοναδική εμπειρία των Ποντίων και αποκρυπτόταν επιμελώς ότι γενοκτονία είχαν υποστεί και άλλοι ελληνικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας. Μοναδική πρωτοτυπία ήταν και παραμένει το γεγονός ότι μια τοπική ομάδα διεκδίκησε την αναγνώριση της γενοκτονίας που υπέστη, εκτός των ορίων του έθνους που ανήκει, ανακατασκευάζοντας με αυθαίρετο τρόπο την ιστορική πραγματικότητα. Η προσπάθεια αποκοπής των Ποντίων από τον υπόλοιπο προσφυγικό ελληνισμό του ΄22 -που αποτελούσαν το φυσικό τους κοινωνικό χώρο- θα ιδεολογικοποιηθεί.
Έτσι, θα εδραιωθεί η τοπικιστική αντίληψη και θα υπάρξει μια διαχείριση του τραύματος της Γενοκτονίας, που περισσότερο συνδεόταν με τις προσπάθειες πολιτικής αναπαραγωγής της κυρίαρχης ομάδας, παρά με την ουσιαστική προσέγγιση του ιστορικού φαινομένου. Η στάση αυτή εμπεριείχε το στοιχείο της συνειδητής προσπάθειας περιθωριοποίησης και απομονωτισμού της ομάδας. Τέτοια πολιτική στάση, είχε ως βάση την προσπάθεια καταστροφής συναισθημάτων ενσυναίσθησης και συμπόνιας για τους υπόλοιπους που υπέστησαν τις ίδιες ακριβώς βίαιες πολιτικές. Η καλλιέργεια μιας μερικής αντίληψης και η προσπάθεια για αποτροπή διαμόρφωσης μιας συνολικής αντίληψης για το ιστορικό γεγονός, πρέπει να θεωρείται ότι έχει ως συνειδητό στόχο την χειραγώγηση της ομάδας. Η τοπικιστική καθήλωση, με τον περιορισμό της Γενοκτονίας μόνο στον Πόντο, θα είναι ιδιαιτέρως έντονη γιατί θα συνεχιστεί, ενώ είναι δεδομένη η ιστορική βάση της αναγνώρισης. Ουσιαστικά, η ιδεολογική πολιτική που ασκήθηκε παραβίαζε το Ψήφισμα του IAGS, παρότι ήταν γνωστό ότι η συνέχιση της προσπάθειας περιχαράκωσης αποκλειστικά στο δικό τους ιστορικό τραύμα, θεωρείται πλέον ως αρνητισμός.
Είναι μάλλον κοινοτυπία η επανάληψη της διαπίστωσης, ότι τα κύρια χαρακτηριστικά του ελλαδικού ποντιακού χώρου κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες, ήταν η πολυδιάσπαση και η αδυναμία του να κατανοήσει και να ανταποκριθεί στις μεγάλες προκλήσεις που εμφανίστηκαν από τη δεκαετία του ’90.
Αδυναμίες που οδήγησαν στην περιθωριοποίησή του και στη διαμόρφωση ενός γκέτο το οποίο ελάχιστα επικοινωνούσε με τον έξω κόσμο για τα μεγάλα θεωρητικά, κοινωνικά αλλά και ιδεολογικά ζητήματα που έθετε η ίδια η ζωή.
Τα μεγάλα θύματα αυτής της δυσανεξίας ήταν οι Πόντιοι πρόσφυγες από την πρώην Σοβιετική Ένωση που –πλην λίγων εξαιρέσεων- δεν βρήκαν την υποστήριξη που θα έπρεπε, καθώς και το ζήτημα της Γενοκτονίας, το οποίο δεν προωθήθηκε ουσιαστικά και με συνέπεια, ούτε στο χώρο της νεοελληνικής ιστοριογραφίας αλλά ούτε και της ίδιας της κοινωνίας.
Ένα από τα μεγάλα ζητήματα που αντιμετωπίζουν όσοι υποστηρίζουν τις νέες ερμηνευτικές προσεγγίσεις που διατυπώνονται από τον προσφυγικό χώρο για τα γεγονότα στην Ανατολή την περίοδο 1908-1923, είναι η γενικευμένη καχυποψία και η άρνηση αποδοχής των ερμηνειών αυτών από τον κόσμο της ιστοριογραφίας. Δεν είναι τυχαίο
Το φαινόμενο αυτό έχει αναλυθεί και εξηγηθεί. Η απόπειρα να αλλάξει η κυρίαρχη ιδεολογία δεν είναι μια εύκολη υπόθεση.
Κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, το προσφυγικό κίνημα με τις προσεγγίσεις του διεμβόλισε κυριολεκτικά όλες τις τάσεις (δεξιές και αριστερές) και αμφισβήτησε παραδεδεγμένες αρχές που για δεκαετίες απάρτιζαν την επίσημη εθνική ιδεολογία, που έθετε εκτός του ενδιαφέροντος την ιστορία του ελληνισμού της Ανατολής. Η προσφυγική ιστοριογραφία που αναπτύχθηκε, αποδόμησε τις κυρίαρχες ιστοριογραφικές εκδοχές. Βεβαίως, κάποιοι λίγοι ιστορικοί του προσφυγικού χώρου κατέφυγαν στον ανορθολογισμό, το βερμπαλισμό, ακόμα και στη διαστρέβλωση -εν πλήρει συνειδήσει ή όχι- της αληθινής ιστορίας. Λειτούργησαν έτσι «βολικά» και εξυπηρετικά προς αντιδραστικούς κύκλους, υπονομεύοντας τόσο τη σοβαρότητα των συγκεκριμένων αναλύσεων όσο και το ριζοσπαστικό ρόλο που έχει από την ίδια της τη φύση η κριτική αποτίμηση του παρελθόντος. Αυτή τη στιγμή είναι ορατό και συγκεκριμένο ένα ιδεολογικό ρεύμα που αρνείται να χαρακτηρίσει τα γεγονότα της εθνοκάθαρσης ως Γενοκτονία. Οι πλέον επιθετικοί Αρνητές των προσφυγικών απόψεων παραγνωρίζουν εντελώς το υπαρκτό Τραύμα που έχει μεταφερθεί μέσα στις προσφυγικές γενιές, και επιπλέον δεν έχουν καμιά εποπτεία- ούτε και τους ενδιαφέρει βέβαια να μάθουν για την ζώσα προσφυγική εμπειρία των Ποντίων της ΕΣΣΔ. Γι αυτούς τα πάντα είναι υποκειμενικές «κατασκευές» και ειδικά για την περίπτωση των Ποντίων έχουν καταθέσει ένα σχήμα όπου η επίκληση της Γενοκτονίας γίνεται για ωφελιμιστικούς λόγους, ότι η «αυτοθυματοποίηση» λειτουργεί ως κίνητρο, αυτοσκοπός και μέσον επίτευξης ταπεινών υλικών στόχων. Το παράδοξο είναι ότι το συγκεκριμένο σχήμα εκφράζεται δημοσίως και από κάποιους που προέρχονται από τον οργανωμένο ποντιακό χώρο ….
Ο ποντιακός χώρος βρίσκεται παντελώς εκτός των κέντρων που αναπαράγεται η συλλογική μνήμη, πλην κάποιων εκδηλώσεων που διοργανώνουν αυτοβούλως καθηγητές και δάσκαλοι. Και κυρίως βρίσκεται εντελώς εκτός της ιστοριογραφικής κοινότητας. Οι μόνοι που υποστηρίζουν τη συγκεκριμένη εκδοχή της Ιστορίας είναι κάποιοι λίγοι προσφυγικής καταγωγής ιστορικοί. Η συντριπτική κοινότητα των επιστημόνων ιστορικών αγνοεί εντελώς αυτά τα ιστορικά γεγονότα ή κρατά μια επιφυλακτική στάση, ενώ αναπτύσσεται και η τάση της δημόσιας αμφισβήτησης. Ακόμα και από τα μεγάλα συνέδρια, που οργανώθηκαν για την αποτίμηση της Μεταπολίτευσης (περ. ‘Historein’, Δεκέμβρης του ’12 και Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης, Δεκέμβριος ’14), απουσίαζε παντελώς οποιαδήποτε αναφορά στο προσφυγικό κίνημα των δεκαετιών ’80 και ΄90 που έκανε την πλέον έντονη παρέμβαση στην κίνηση των ιδεών στη μεταπολιτευτική Ελλάδα.
Απογοητευτικό επίσης είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει ούτε μια έδρα σπουδών για τον ελληνισμό της Ανατολής στα Πανεπιστήμια της –κατ’ όνομα πρωτεύουσας των προσφύγων- Θεσσαλονίκης (Αριστοτέλειο και Μακεδονίας..) και αυτό δεν φαίνεται να απασχολεί ουσιαστικά –τουλάχιστον έως τώρα- κανέναν από τους ταγούς του οργανωμένου ποντιακού ελληνισμού.
Αντί επιλόγου
Η επαναδιατύπωση των κριτηρίων που επιχειρεί η προσφυγική ιστοριογραφία για την προσέγγιση της νεότερης Ιστορίας είναι έρευνα επί της ιστορικότητας των εννοιών, γίνεται αυτοψία στα δομικά υλικά που συγκρότησαν το εγχείρημα των εθνών-κρατών στις δύο πλευρές του Αιγαίου και οδήγησαν στις γενοκτονίες των χριστιανικών πληθυσμών της νεοτουρκικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η συγκεκριμένης λειτουργία της αποδόμησης του παραδοσιακού σχήματος, που προέκυψε με την εμφάνιση της προσφυγικής ιστοριογραφίας, ολοκληρώνεται με τη συνάντηση με το έργο των Τούρκων αντικεμαλικών ιστορικών και ερευνητών. Ορίζοντας έτσι με μια νέα ματιά τις διαχωριστικές γραμμές, τις σχολές και τα ρεύματα.
Η αμφισβήτηση των παραδεδεγμένων θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως ευκαιρία και πρόκληση για αναστοχασμό πάνω στα βασικά ζητήματα του νεότερου ελληνισμού. Και ως συμπλήρωμα όλως αυτών θα έπρεπε να διευκρινήσουμε το σημαντικό ρόλο που έχει η ίδια η κοινωνία των προσφύγων του ΄22 στο μεγάλο εγχείρημα της αλλαγής των αφηγημάτων. Ρόλο πολυεπίπεδο, που αφορά τόσο την υποστήριξη όσων δίνουν την ιδεολογική μάχη στο δημόσιο χώρο κατά της αρνητιστικής τάσης, όσο και με τη διαφύλαξη της καθαρότητας των απόψεων, την αποτροπή της χρήσης και της εκμετάλλευσής τους για προσωπικούς, πολιτικούς ή άλλους άδηλους λόγους και την καταδίκη του εθνολαϊκιστικού λόγου, που διαστρέφει και παραποιεί τα ίδια τα γεγονότα διαμορφώνοντας μανιχαϊστικά σχήματα.
Ο ρόλος των ιστορικών, των ερευνητών, των συλλόγων και των ομοσπονδιών του προσφυγικού ελληνισμού είναι πολύ σημαντικός και η ευθύνη τους πολύ μεγάλη.
Αυτή τη σημασία την εξέφρασε με τον καλύτερο τρόπο ένας Εβραίος ιστορικός, ο Ιγκνατσί Σχίπερ, που πέθανε στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μάιντανεκ, Πολωνία
«Όλα εξαρτώνται από αυτούς που θα μεταφέρουν τη μαρτυρία τους
στις μέλλουσες γενιές, από αυτούς που θα γράψουν την ιστορία τούτης της
εποχής.
Η ιστορία γράφεται, κατά κανόνα, από τους νικητές.
Όλα όσα γνωρίζουμε για τους λαούς που εξοντώθηκαν είναι
όσα ήθελαν να πουν οι διώκτες τους. Εάν οι διώκτες μας νικήσουν, εάν
αυτοί γράψουν την ιστορία τούτου του πολέμου, τότε ο αφανισμός μας θα
παρουσιαστεί ως μία από τις ωραιότερες σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας,
και οι μέλλουσες γενιές θα αποτίσουν φόρο τιμής στο θάρρος αυτών των
σταυροφόρων. Ο λόγος τους θα είναι Ευαγγέλιο. Μπορούν έτσι να
αποφασίσουν να μας σβήσουν από τη μνήμη του κόσμου σαν να μην υπήρξαμε
ποτέ….»
Γενικά θέματα
Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο
Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την Καππαδοκία, τόπους που συνδέονταν βαθιά με τις ρίζες του και το όραμά του να ζήσει ως ασκητής. Τα ίχνη του όμως χάθηκαν μέσα στην απέραντη τουρκική επικράτεια, βυθίζοντας την οικογένειά του στην αγωνία.
Πρόκειται για τον μοναχό Ιωσήφ, κατά κόσμον Νικόλαο Τσιγκόζη, ο οποίος έφυγε στις 23 Ιουλίου από τον Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, χωρίς έκτοτε να έχει επικοινωνήσει με την οικογένειά του.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απάντηση του ελληνικού Προξενείου στην Κωνσταντινούπολη, σύμφωνα με την οποία ένα άτομο που μοιάζει με τον αγνοούμενο εμφανίστηκε στα γραφεία του στις 25 Ιουλίου, αναζητώντας πληροφορίες για το πώς θα μπορούσε να ταξιδέψει προς τον Πόντο.
Το όνειρο να επιστρέψει στις πατρογονικές εστίες και να ζήσει ως ασκητής
Η απόφαση του 58χρονου να ταξιδέψει στην Τουρκία δεν ήταν, σύμφωνα με τους συγγενείς του, μια παρορμητική ενέργεια. Αντίθετα, αποτελούσε μια βαθιά προσωπική επιθυμία που είχε εκφράσει επανειλημμένα.
Ο μοναχός Ιωσήφ ήθελε να επισκεφθεί τον Πόντο και την Καππαδοκία, περιοχές με τις οποίες συνδεόταν η οικογενειακή του καταγωγή, αλλά και το όραμά του να ακολουθήσει μια πιο απομονωμένη ασκητική ζωή.
«Είχε διακαή πόθο να πάει στον Πόντο. Έλεγε ότι θέλει να γίνει ασκητής», ανέφερε η αδελφή του, Ευαγγελία, στην εκπομπή.
Η ίδια μίλησε και για την πορεία του αδελφού της στον μοναχισμό, εξηγώντας ότι είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής του στη μοναστική κοινότητα.

«Ο αδελφός μου ανήκει στο σχήμα του μοναχισμού. Το 2003 ήταν στο Άγιον Όρος και μετέβη μετά στην Αγία Τριάδα Λαγκαδά. Ακολούθησε τον ηγούμενό του στην Ελασσόνα και έκανε και κουρά. Από Νικόλαος μετονομάστηκε σε Ιωσήφ αλλά το μοναστήρι ορφάνεψε από ηγούμενο και το διάστημα της μετάβασης του σε άλλο μοναστήρι, έμενε μαζί μου στο πατρικό μας», περιέγραψε.
Έτσι, ο 58χρονος βρισκόταν το τελευταίο διάστημα στο οικογενειακό σπίτι στον Νέο Μυλότοπο, περιμένοντας να μεταβεί σε άλλο μοναστήρι. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε, είχε ήδη αρχίσει να σχεδιάζει το ταξίδι του στην Τουρκία.
Η αναχώρηση στις 23 Ιουλίου και το εισιτήριο για την Τουρκία
Η εξαφάνιση του μοναχού έγινε αντιληπτή την Πέμπτη 23 Ιουλίου, όταν οι συγγενείς του διαπίστωσαν ότι είχε φύγει από το χωριό χωρίς να γνωρίζουν τον προορισμό του.
Η αδελφή του, Ευτυχία, που κατοικεί στη Θεσσαλονίκη, κινητοποιήθηκε άμεσα και ξεκίνησε να τον αναζητά. «Το πρωί της 23ης Ιουλίου, ημέρα Πέμπτη, έφυγε ο αδερφός μου. Πήγα στο χωριό μας το Μυλότοπο στα Γιαννιτσά. Ξεκινήσαμε να τον ψάχνουμε αλλά δεν τον βρίσκαμε πουθενά. Πήγα στην αστυνομία, το δήλωσα αλλά έκανα και τον συνειρμό στο μυαλό μου ότι ανέφερε συνέχεια την Κωνσταντινούπολη και πήγαμε να ψάξουμε στα τρένα. Εκεί ήταν ένα ταξιδιωτικό γραφείο και βρήκαμε ότι ένα εισιτήριο κόπηκε στο όνομά του. Επιβεβαιώσαμε αργότερα ότι ανέβηκε στο λεωφορείο για Τουρκία», ανέφερε.
Η επίσκεψη στο ελληνικό Προξενείο και η αναζήτηση διαδρομής προς την Τραπεζούντα
Οι προσπάθειες των συγγενών οδήγησαν και σε επικοινωνία με το ελληνικό Προξενείο στην Κωνσταντινούπολη.
Σύμφωνα με όσα περιέγραψε η Ευτυχία, ο αδελφός τους που ζει στον Καναδά επικοινώνησε με τις προξενικές Αρχές, αναζητώντας πληροφορίες για τον αγνοούμενο.
«Ο αδελφός μου από τον Καναδά πήρε τηλέφωνο στο προξενείο της Κωνσταντινούπολης. Εγώ είχα ενημερώσει και την αστυνομία και μας είπαν ότι όντως ήρθε ένας κύριος που δεν φορούσε ράσα, με ταξί και έψαχνε πώς να πάει στην Τραπεζούντα», ανέφερε.
Κατά την οικογένεια, οι υπάλληλοι του Προξενείου είδαν το διαβατήριο του άνδρα και του έδωσαν οδηγίες για να μεταβεί στον σταθμό υπεραστικών λεωφορείων, ώστε να συνεχίσει το ταξίδι του. Η πληροφορία αυτή ενίσχυσε την εκτίμηση των συγγενών ότι ο μοναχός είχε φτάσει στην Κωνσταντινούπολη και προσπαθούσε να βρει τρόπο να μετακινηθεί προς τον Πόντο. Ωστόσο, κανείς δεν γνωρίζει αν τελικά επιβιβάστηκε σε άλλο λεωφορείο, ποια διαδρομή ακολούθησε ή αν έφτασε στην Τραπεζούντα.
Η επίσημη απάντηση του Προξενείου
Στην προσπάθεια να συγκεντρώσει περισσότερες πληροφορίες για την εξαφάνιση, η εκπομπή «Φως στο Τούνελ» επικοινώνησε με το ελληνικό Προξενείο στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο έδωσε γραπτή απάντηση. Σύμφωνα με όσα ανέφερε το Προξενείο, το μεσημέρι του Σαββάτου 25 Ιουλίου εμφανίστηκε στα γραφεία του ένα άτομο που έμοιαζε με τον αγνοούμενο μοναχό.
Ο άνδρας αναζητούσε πληροφορίες σχετικά με τους τρόπους μετάβασης στην περιοχή του Πόντου.
Στην απάντησή του, το Προξενείο ανέφερε: «Ζητούσε πληροφορίες σχετικά με τρόπους μετάβασής του στην περιοχή του Πόντου. Καθώς επρόκειτο για μη εργάσιμη ημέρα, κατόρθωσε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον αρμόδιο υπάλληλο στον αριθμό έκτακτης ανάγκης της Αρχής, με χρήση κινητού τηλεφώνου που ανήκε, ωστόσο, σε τρίτο πρόσωπο. Αργά το βράδυ της ίδιας μέρας, αδελφός του αγνοούμενου επικοινώνησε για πρώτη φορά μαζί μας».
Η αναφορά στη χρήση κινητού τηλεφώνου τρίτου προσώπου αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο που ενδεχομένως θα μπορούσε να βοηθήσει στην αναζήτηση του μοναχού. Παράλληλα, η χρονική ακολουθία των γεγονότων δείχνει ότι η εμφάνιση του άνδρα στο Προξενείο έγινε δύο ημέρες μετά την αναχώρηση του 58χρονου από τα Γιαννιτσά. Πάντως, στην απάντηση του Προξενείου γίνεται λόγος για άτομο που μοιάζει με τον αγνοούμενο και όχι για οριστική ταυτοποίηση του μοναχού Ιωσήφ.
Η ενημέρωση της Interpol και η αγωνία των συγγενών
Η οικογένεια συνεχίζει τις προσπάθειες εντοπισμού του μοναχού, έχοντας απευθυνθεί τόσο στις ελληνικές Αρχές όσο και στις αρμόδιες υπηρεσίες που μπορούν να συνδράμουν στη διασυνοριακή αναζήτηση. «Η Ίντερπολ και το ελληνικό προξενείο στην Τουρκία έχουν ενημερωθεί», ανέφερε η αδελφή του, Ευαγγελία.
Οι συγγενείς θεωρούν ότι οι έρευνες θα πρέπει να επικεντρωθούν κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, στην Τραπεζούντα και στις υπόλοιπες περιοχές του Πόντου, καθώς εκεί σκόπευε να κατευθυνθεί ο 58χρονος. Παράλληλα, δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να προσπάθησε να μεταβεί στην Καππαδοκία, την οποία επίσης επιθυμούσε να επισκεφθεί. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν υπάρχουν επιβεβαιωμένες πληροφορίες για το πού μπορεί να βρίσκεται ή αν έχει εγκατασταθεί σε κάποια μοναστική κοινότητα. Η μεγαλύτερη αγωνία των συγγενών του είναι να μάθουν αν είναι καλά στην υγεία του και αν βρίσκεται σε ασφαλές περιβάλλον.
«Θέλουμε να μάθουμε… Ζει; Είναι καλά;», λένε χαρακτηριστικά.
Τα χαρακτηριστικά του αγνοούμενου μοναχού
Ο μοναχός Ιωσήφ, κατά κόσμον Νικόλαος Τσιγκόζης, είναι 58 ετών και έχει ύψος περίπου 1,64 μέτρα. Έχει μακριά γκρίζα μαλλιά, τα οποία συνήθως πιάνει σε κοτσίδα, γκρίζο μουστάκι, κοντοκουρεμένο μούσι και πράσινα μάτια. Είναι κανονικού σωματικού βάρους. Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, κατά την επίσκεψη του άνδρα που του έμοιαζε στο ελληνικό Προξενείο δεν φορούσε μοναχικά ράσα, στοιχείο που ενδέχεται να δυσχεραίνει την αναγνώρισή του από ανθρώπους που γνωρίζουν μόνο τη μοναχική του εμφάνιση.
Η οικογένεια απευθύνει έκκληση σε όποιον μπορεί να έχει πληροφορίες για τις κινήσεις του στην Τουρκία ή γνωρίζει εάν βρίσκεται σε κάποιο μοναστήρι ή ασκητήριο να επικοινωνήσει με τις αρμόδιες Αρχές. Σχεδόν τρεις μήνες μετά την αναχώρησή του, το βασικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο: Κατάφερε ο μοναχός Ιωσήφ να φτάσει στον Πόντο και να πραγματοποιήσει το όνειρό του ή συνέβη κάτι που διέκοψε το ταξίδι του; Για τους δικούς του ανθρώπους, το μόνο που έχει σημασία είναι να υπάρξει ένα σημάδι ζωής και να μάθουν ότι ο 58χρονος είναι ασφαλής.
Γενικά θέματα
Η πετρελαϊκή «μάχη» που ενώνει Τραμπ-Πούτιν και δισεκατομμυριούχους του Κόλπου
Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».
Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».
Η συμφωνία, η οποία δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί και τελεί υπό την αίρεση της έγκρισης της αμερικανικής κυβέρνησης και του Κρεμλίνου, αφορά ένα εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο πετρελαιοπηγών, διυλιστηρίων και πρατηρίων καυσίμων της Lukoil σε διάφορες χώρες.
Σύμφωνα με τους «New York Times», στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται κοινοπραξία με επικεφαλής τον Αμερικανό επενδυτή Τοντ Μπόελι, στην οποία συμμετέχουν επίσης επενδυτικοί όμιλοι από τη Μέση Ανατολή. Στην προτεινόμενη συμφωνία συμμετέχει και η αμερικανική κυβέρνηση, μέσω της U.S. International Development Finance Corporation (DFC).
Στο τραπέζι των συνομιλιών Τραμπ-Πούτιν
Οι πολύμηνες διαπραγματεύσεις, σύμφωνα με οκτώ πρόσωπα με γνώση της υπόθεσης που επικαλούνται οι «New York Times», συνδέονται με την ευρύτερη προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να αποκαταστήσει οικονομικούς δεσμούς με τη Ρωσία στο πλαίσιο των συνομιλιών για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Το ζήτημα της Lukoil φέρεται να τέθηκε από τον Βλαντιμίρ Πούτιν κατά τη συνάντησή του με τους Αμερικανούς διαπραγματευτές Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ στο Κρεμλίνο, στις 5 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με πηγή που επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα, ο Ρώσος πρόεδρος πρότεινε την προώθηση της συμφωνίας ως ένδειξη ότι η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συνεργαστούν επιχειρηματικά.
Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές φέρεται να απάντησαν ότι θα εργαστούν για την προώθηση της συμφωνίας, τόσο ως ένδειξη «καλής θέλησης» προς το Κρεμλίνο όσο και με στόχο τη μείωση των διεθνών τιμών ενέργειας.
Η ενδεχόμενη συμφωνία παρουσιάζει ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον για τους υποψήφιους αγοραστές. Η έγκρισή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να οδηγήσει στην απελευθέρωση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων από τις αμερικανικές κυρώσεις, αυξάνοντας παράλληλα την αξία τους.
Οι διασυνδέσεις των επενδυτών
Στην κορυφή της κοινοπραξίας βρίσκεται ο Αμερικανός επενδυτής Τοντ Μπόελι, συνιδιοκτήτης των Los Angeles Dodgers και γνωστός υποστηρικτής του Τραμπ. Στο επενδυτικό σχήμα συμμετέχουν επίσης επιχειρηματικοί όμιλοι από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Οι «New York Times» επισημαίνουν ότι ορισμένοι από τους επενδυτές διατηρούν επιχειρηματικές σχέσεις με πρόσωπα που βρίσκονται κοντά στην κυβέρνηση Τραμπ.
Μεταξύ αυτών είναι οι αδελφοί Μουτάζ και Ράμεζ αλ-Χαγιάτ από το Κατάρ, οι οποίοι έχουν συνεργαστεί με τον Τζάρεντ Κούσνερ και την Ιβάνκα Τραμπ για τη χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου στην Αλβανία.
Στην κοινοπραξία συμμετέχει επίσης επενδυτικό ταμείο με έδρα το Αμπού Ντάμπι, το οποίο ελέγχεται από τον σεΐχη Ταχνούν μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναχιάν, σύμβουλο εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ο ίδιος συνδέεται με επενδύσεις στην World Liberty Financial, την εταιρεία κρυπτονομισμάτων της οικογένειας Τραμπ.
Παράλληλα, επενδυτικό ταμείο που συνδέεται με τον σεΐχη Ταχνούν αποτελεί σημαντικό μέτοχο της εταιρείας private equity που ίδρυσε ο Κούσνερ μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο.
Τα ερωτήματα για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων
Οι διασυνδέσεις αυτές έχουν προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο προσωπικές επιχειρηματικές σχέσεις μπορεί να διασταυρώνονται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για μια συμφωνία που συνδέεται με την αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Οι «New York Times» αναφέρουν ότι δεν υπάρχει ένδειξη πως ο Γουίτκοφ ή ο Κούσνερ πρόκειται να αποκομίσουν προσωπικό οικονομικό όφελος από τη συμφωνία. Ωστόσο, η υπόθεση έχει εγείρει ζητήματα σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρηματιών και προσώπων του στενού περιβάλλοντος του Τραμπ.
Η Χούι Τσεν, πρώην εισαγγελέας και σύμβουλος σε θέματα οικονομικού εγκλήματος και δεοντολογίας, χαρακτήρισε τις διασυνδέσεις «ανησυχητικές» και έθεσε το ερώτημα κατά πόσο προσωπικά συμφέροντα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αξιολόγηση των υποψήφιων αγοραστών.
Από την πλευρά του, εκπρόσωπος του Γουίτκοφ απέρριψε οποιοδήποτε ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων, υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανός διαπραγματευτής δεν λαμβάνει μισθό και καλύπτει ο ίδιος τα έξοδα των ταξιδιών του στο πλαίσιο της αποστολής του για λογαριασμό του Τραμπ.
Η κούρσα για τα περιουσιακά στοιχεία της Lukoil
Η Lukoil είχε θέσει προς πώληση τα διεθνή περιουσιακά της στοιχεία μετά την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων. Αρκετοί υποψήφιοι αγοραστές είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον, μεταξύ των οποίων και μεγάλοι αμερικανικοί ενεργειακοί όμιλοι.
Τον Ιανουάριο, η επενδυτική εταιρεία Carlyle είχε καταλήξει σε προκαταρκτική συμφωνία για την εξαγορά σημαντικού μέρους του διεθνούς χαρτοφυλακίου της Lukoil. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε, καθώς απαιτούσε την έγκριση της αμερικανικής κυβέρνησης.
Στη συνέχεια, ο όμιλος υπό τον Μπόελι εμφανίστηκε ως ένας από τους βασικούς διεκδικητές των περιουσιακών στοιχείων.
Η αξία των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil είχε υπολογιστεί από την ίδια την εταιρεία σε περίπου 20 δισ. δολάρια στις αρχές του έτους. Ωστόσο, οι οικονομικοί όροι της υπό διαπραγμάτευση συμφωνίας δεν έχουν γίνει γνωστοί.
Ο ρόλος της αμερικανικής κυβέρνησης
Η αμερικανική κυβέρνηση συμμετέχει στην προτεινόμενη συμφωνία μέσω της U.S. International Development Finance Corporation, η οποία επενδύει και παρέχει χρηματοδότηση για έργα στο εξωτερικό.
Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι μια ενδεχόμενη συμφωνία για τη Lukoil θα μπορούσε να ενισχύσει την οικονομική ασφάλεια των ΗΠΑ, να εξυπηρετήσει στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους για τους Αμερικανούς.
Η συμφωνία, ωστόσο, χρειάζεται την έγκριση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, το οποίο είναι αρμόδιο για την εφαρμογή των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Η ενεργειακή διάσταση
Στο υπό διαπραγμάτευση χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνονται διυλιστήρια της Lukoil στην Ολλανδία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, καθώς και άλλες ενεργειακές υποδομές και πρατήρια καυσίμων σε διάφορες χώρες.
Η ενεργειακή διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η κυβέρνηση Τραμπ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η αποκατάσταση οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κίνητρο για τη Μόσχα ώστε να προχωρήσει σε συμβιβασμούς για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Ο Ρώσος οικονομικός απεσταλμένος Κίριλ Ντμίτριεφ έχει επίσης εμπλακεί στη διαδικασία, ενώ, σύμφωνα με τους «New York Times», έχει δηλώσει ότι ο διάλογος ΗΠΑ-Ρωσίας συνεχίζεται σε πολλούς τομείς, μεταξύ των οποίων και η ενέργεια.
Η συμφωνία για τη Lukoil παραμένει, πάντως, ανοικτή και δεν έχει οριστικοποιηθεί. Η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από τις απαιτούμενες εγκρίσεις των αμερικανικών αρχών και της ρωσικής πλευράς.
skpress.gr
Γενικά θέματα
Πώς μια «Ελληνίδα» έγινε το «θεμέλιο» της Εθνικής Πινακοθήκης της Ουγγαρίας
Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.
Πριν λίγο καιρό επισκεφθήκαμε την Εθνική Πινακοθήκη της Ουγγαρίας στη Βουδαπέστη, ένα από τα πλέον σημαντικά μουσεία της χώρας, στο οποίο παρουσιάζεται με μοναδικό τρόπο η εξέλιξη της ουγγρικής εικαστικής τέχνης από τον 11ο αιώνα μέχρι σήμερα. Βρίσκεται στο Βασιλικό Ανάκτορο του Κάστρου της Βούδας και ιδρύθηκε το 1957 με βάση κυρίως τις ουγγρικές συλλογές του Μουσείου Καλών Τεχνών. Η συλλογή της περιλαμβάνει περίπου 110.00 έργα.
Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.
Το έργο του με τίτλο «Ελληνίδα», φιλοτεχνημένο το 1845, θεωρείται εξαιρετικά σημαντικό για τη δημιουργία της συλλογής της Ουγγρικής Εθνικής Πινακοθήκης. Είναι το πρώτο έργο που σηματοδότησε την έναρξη της συστηματικής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής στα εθνικά ιδρύματα. Είναι επίσης το πιο γνωστό και εμβληματικό έργο του ζωγράφου.
Οι διαστάσεις του είναι 77Χ61,5 cm περίπου. Το μοντέλο δεν είναι Ελληνίδα, αλλά η σύζυγος του Marastoni, η Giovanna Bianchi, με καταγωγή από τη Βενετία. Ο ζωγράφος την απεικόνισε με παραδοσιακή (ή φανταστική) ελληνική φορεσιά της εποχής, σύμφωνα με τη μόδα του ρομαντισμού. Η εικόνα συνδυάζει εξωτισμό, ελαφρύ ερωτισμό και ιδανική ομορφιά.
Η ιστορία
Το 1845 η Pest Art Society — η πρώτη καλλιτεχνική εταιρεία στην Ουγγαρία — αγόραζε κάθε χρόνο ένα έργο από την ετήσια έκθεσή της για να το δωρίσει στο Ουγγρικό Εθνικό Μουσείο, το οποίο τότε περιλάμβανε και την πινακοθήκη.
Η «Ελληνίδα» του Marastoni ήταν αυτό που επέλεξαν και δώρισαν τον Νοέμβριο του 1845. Έτσι, καταγράφηκε ως το πρώτο έργο στη συλλογή ζωγραφικής του μουσείου. Το Εθνικό Μουσείο είχε ήδη κάποιες δωρεές, αλλά η συστηματική συλλογή ουγγρικής τέχνης ξεκινάει ουσιαστικά με αυτό το έργο. Η Εθνική Πινακοθήκη κληρονόμησε αυτή τη συλλογή από το Εθνικό Μουσείο.
Η επιλογή του προκάλεσε έντονες συζητήσεις και αποτέλεσε το «πρώτο καλλιτεχνικό σκάνδαλο» της εποχής, λόγω του ερωτισμού που απέπνεε το μοντέλο. Ωστόσο ο πίνακας αυτός ήταν και ιδιαίτερα δημοφιλής, κάτι που ενίσχυσε την εθνική συζήτηση για την τέχνη.
Σήμερα, το έργο παραμένει εμβληματικό και εκτίθεται συχνά ως αφετηρία της συλλογής ζωγραφικής του 19ου αιώνα στην Πινακοθήκη. Συμβολίζει το πώς η ουγγρική τέχνη χτίστηκε με συνεισφορές από ξένους καλλιτέχνες που ενσωματώθηκαν στη χώρα, όπως ο Marastoni.
Η δημιουργία της Πινακοθήκης
Αν κάνετε περίπατο στην οδό Deák Ferenc στο κέντρο της πόλης ίσως αξίζει κάποιες φορές να σηκώσετε το βλέμμα πάνω από τις βιτρίνες των καταστημάτων. Το βλέμμα σας θα συναντήσει όχι μόνο κλασικές προσόψεις, αλλά και αναμνηστικές πλάκες, όπως για παράδειγμα εκείνη στον αριθμό 21, όπου αναγράφεται: «Η Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής – ιδρυθείσα από τον Jakab Marastoni».
Η Πέστη του 19ου αιώνα ήταν μια πραγματικά πολυπολιτισμική πόλη. Γερμανοί, Ούγγροι, Έλληνες, Ιταλοί, Σέρβοι και πολλές άλλες μικρότερες εθνότητες ζούσαν εδώ δίπλα-δίπλα ειρηνικά. Ο καθένας καλλιεργούσε τον δικό του πολιτισμό, αλλά ένα πράγμα τους ένωνε: όλοι ήθελαν να είναι και Ούγγροι και επιδίωκαν να υπηρετήσουν τον ουγγρικό πολιτισμό με τις δραστηριότητές τους.
Εκείνη την εποχή ο Marastoni υπέβαλε την αίτησή του για την ακαδημία ζωγραφικής στο Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών, όταν ιδρύθηκε εντός του Ουγγρικού Εθνικού Μουσείου ο Σύλλογος Εθνικής Πινακοθήκης, ένα «τμήμα που συνέλεγε αποκλειστικά ουγγρική ζωγραφική».
Όλα αυτά συνέβησαν το 1845 και αυτή η μεγάλη πολιτιστική δραστηριότητα μπορεί να ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι εκείνη τη χρονιά το Εθνικό Μουσείο ήθελε να τιμήσει δεόντως την πεντηκοστή επέτειο της ανάληψης καθηκόντων του αρχιδούκα Ιωσήφ της Αυστρίας.
Ο σύλλογος που έφερε το όνομα του αρχιδούκα εγκρίθηκε τελικά από το Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών τον Σεπτέμβριο του 1845. Η Εθνική Πινακοθήκη του αρχιδούκα Ιωσήφ μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως το πρώτο εθνικό ίδρυμα που συνέλεγε ουγγρικούς πίνακες.
Η πινακοθήκη δέχθηκε δωρεές έργων τόσο από συλλόγους, όσο και από ιδιώτες, και ανάμεσά τους το σημαντικότερο ήταν το έργο του Jakab Marastoni «H Ελληνίδα», το οποίο δωρήθηκε στην πινακοθήκη τον Νοέμβριο του 1845 από την Καλλιτεχνική Εταιρεία της Πέστης. Έτσι, μπορεί να πει κανείς ότι η ιστορία της μουσειακής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής ξεκίνησε με την «Ελληνίδα».
Αλλά γιατί μια Ελληνίδα; Το σύγχρονο (όχι αρχαίο) ελληνικό θέμα εμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή ζωγραφική με την Ελληνική Επανάσταση ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τη δεκαετία του 1820. Φυσικά, οι συμπάθειες του ευρωπαϊκού ρομαντισμού προς τους Έλληνες άσκησαν επιρροή και στην ουγγρική τέχνη.
Οι Έλληνες, και ιδιαίτερα οι Ελληνίδες, αποτελούσαν συχνά θέμα στην ουγγρική ζωγραφική του 19ου αιώνα, και κατά μία έννοια η «Ελληνίδα» κατέληξε να αντιπροσωπεύει ένα εξωτικό θέμα αρωματισμένο με ερωτισμό.
Και αν σήμερα βρίσκουμε την «Ελληνίδα» να αποκαλύπτει ανοιχτά την ομορφιά και τη γοητεία της, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι επρόκειτο για θέμα μόδας. Και όσο κι αν μας γνέφει σαγηνευτικά αυτή η όμορφη γυναίκα, με την ιστορική έννοια το έργο αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα της ουγγρικής μουσειολογίας.
Ο ζωγράφος
Ο Jakab Marastoni (Giacomo Marastoni) γεννήθηκε το 1804 στη Βενετία και σπούδασε στην περίφημη Ακαδημία Καλών Τεχνών.
Ταξίδεψε στη Βιέννη στις αρχές της δεκαετίας του 1830, πέρασε από τη σημερινή Μπρατισλάβα το 1833 και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Πέστη το 1836. Έγινε περιζήτητος πορτρετίστας μεταξύ αριστοκρατικών και αστικών οικογενειών, αλλά και κατά τη διάρκεια κοινοβουλευτικών συνεδριάσεων.
Το 1846 ίδρυσε την Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής στην Πέστη – την πρώτη ιδιωτική σχολή αποκλειστικά για ζωγραφική στην Ουγγαρία. Ανάμεσα στους μαθητές του περιλαμβάνονται σημαντικοί Ούγγροι καλλιτέχνες όπως ο Károly Lotz, ο Mihály Zichy, ο Soma Orlai Petrich κ.ά. Το 1846 έγινε Επίτιμος Πολίτης της Πέστης.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με την δαγκεροτυπία ήταν ο πρώτος επαγγελματίας αυτής της τεχνικής στην Ουγγαρία. Πέθανε σε ψυχιατρική κλινική και η σχολή του έκλεισε λίγο μετά.
tovima.gr
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας