Διεθνή
Ο Τσίπρας αντιμέτωπος με το τελεσίγραφο του Eurogroup
Σε παρτίδα πόκερ για τρεις εξελίσσεται η ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης, με τον χρόνο να τρέχει αντιστρόφως και σε βάρος της Ελλάδας. Όπως αναμενόταν, η εσωτερική μάχη στους κόλπους του ευρωιερατείου έληξε με την επικράτηση του Βερολίνου. Τουλάχιστον σ’ αυτή τη φάση, η Κομισιόν υποχρεώθηκε να συνταχθεί με τη θέση ότι η παραμονή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα είναι «αδιαπραγμάτευτη», όπως είπε ο Ντάισελμπλουμ. Το επόμενο βήμα των Ευρωπαίων ήταν αναπόφευκτο. Για να δελεάσουν το Ταμείο, υιοθέτησαν την απαίτησή του για από τώρα νομοθέτηση μείωσης των συντάξεων και του αφορολόγητου μετά το 2018. Μόνη εξαίρεση ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών Σαπέν, ο οποίος και εξέφρασε δημοσίως τη διαφωνία του.
Ο Τσακαλώτος πήγε στο Eurogroup με το επιχείρημα της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης το 2016 και με δύο εναλλακτικές προτάσεις ως προς τις απαιτήσεις του ΔΝΤ:
• Πρώτον, την επέκταση ισχύος του δημοσιονομικού κόφτη και στο 2019 με συγκεκριμενοποίηση των δυνητικών περικοπών. Η Αθήνα άφησε να εννοηθεί ότι είναι έτοιμη να αποδεχθεί επέκταση και στο 2020.
• Δεύτερον, πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% για τρία χρόνια μετά το 2018, ή 3% για πέντε χρόνια. Η προσπάθειά του να διαπραγματευθεί, όμως, έπεσε στο κενό.
Η από τώρα νομοθέτηση μέτρων ύψους 4,2-4,5 δισ. ετέθη στην ελληνική πλευρά όχι ως θέση προς διαπραγμάτευση, αλλά ως τελεσίγραφο. Για την ακρίβεια, το ευρωιερατείο είναι διατεθειμένο να προσφέρει στην κυβέρνηση Τσίπρα μόνο ένα φύλλο συκής. Πιο συγκεκριμένα, η από τώρα νομοθέτηση της μείωσης των συντάξεων και του αφορολόγητου να συνοδευθεί με μία κοινή δήλωση ότι εάν μετά το 2018 δεν προκύψουν αποκλίσεις οι παραπάνω μειώσεις δεν θα εφαρμοσθούν.
Όπως είναι προφανές, η πρόταση αυτή δεν λύνει το πολιτικό πρόβλημα του Τσίπρα. Υπενθυμίζουμε ότι προ ημερών, σε συνέντευξή του, διαβεβαίωσε κατηγορηματικά ότι δεν πρόκειται να νομοθετηθούν εκ των προτέρων πρόσθετα μέτρα. Τη θέση αυτή συνεχίζουν να προβάλλουν τα κυβερνητικά στελέχη, προβάλλοντας ως επιχείρημα ότι η απαίτηση των δανειστών αντίκειται και στο ελληνικό Σύνταγμα και στην ευρωπαϊκή πρακτική. Δεν έχουν άδικο, αλλά τα αυτιά του Eurogroup δεν ιδρώνουν.
Το συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι ότι για να κλείσει η 2η αξιολόγηση δεν αρκεί η Αθήνα να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των δανειστών για τα εναπομείναντα ζητήματα (ομαδικές απολύσεις, αλλαγές στην αγορά ενέργειας, λειτουργία του Υπερταμείου, κόκκινα δάνεια κλπ). Σύμφωνα με κυβερνητική πηγή, η ελληνική πλευρά είναι διατεθειμένη να κάνει βήματα πίσω για να επιτύχει συμφωνία στα παραπάνω ζητήματα. Δεν το έπραξε μέχρι τώρα, επειδή επιδιώκει μία λύση-πακέτο. Λύση που να περιλαμβάνει και ένα συμβιβασμό όσον αφορά τις απαιτήσεις του ΔΝΤ και έναν από τώρα προσδιορισμό των μεσοπρόθεσμων μέτρων για την ελάφρυνση του χρέους (θα εφαρμοσθούν μετά το 2018), ώστε να διευκολυνθεί η συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) και στη συνέχεια η επιστροφή στις αγορές.
Από την πλευρά τους, οι δανειστές έχουν θέσει το τελεσίγραφό τους και η μόνη απάντηση που περιμένουν είναι “ναι σε όλα”. Προς το παρόν τουλάχιστον ο Τσίπρας αντιστέκεται. Τις επόμενες ημέρες θα εξαντλήσει όλα τα περιθώρια για να διαπραγματευθεί με σκοπό την υπέρβαση του διαφαινόμενου αδιεξόδου. Η απουσία έστω και μίας προκαταρκτικής πολιτικής συνεννόησης, όμως, καθιστά άνευ αντικειμένου την επιστροφή των θεσμών στην Αθήνα.
Στο Μαξίμου ελπίζουν πως τελικώς ούτε οι Γερμανοί θα διακινδυνεύσουν την αναζωπύρωση της ελληνικής κρίσης σε μία πολιτικά κρίσιμη περίοδο για το μέλλον της Ευρώπης, λόγω των εκλογών στην Ολλανδία, στη Γαλλία και στη Γερμανία. Το εάν το Βερολίνο τελικώς θα διαπραγματευθεί ένα συμβιβασμό ή θα εμμείνει στην ανελαστική θέση του θα φανεί το επόμενο διάστημα. Σύμφωνα με πληροφορίες, πάντως, η κυβέρνηση έχει προειδοποιηθεί από την Κομισιόν να μην αφήσει να περάσει ο Φεβρουάριος χωρίς συμφωνία και να μην υποτιμήσει τη γερμανική αδιαλλαξία.
Εκτός από την ελληνική πλευρά, η οποία βρίσκεται στη μέγγενη, σε κατάσταση πολιτικού αυτοεγκλωβισμού έχει περιέλθει και το Βερολίνο. Υπενθυμίζουμε ότι τα Κοινοβούλια της Γερμανίας, της Ολλανδίας ψήφισαν τη δανειακή σύμβαση με όρο την πλήρη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα.
Το 2010 το Ταμείο έκανε εκπτώσεις στους κανόνες του για να εξυπηρετήσει την Ευρωζώνη. Διαπιστώνοντας την αποτυχία του ελληνικού προγράμματος, όμως, έχει εδώ και καιρό σκληρύνει τη στάση του και προς τις δύο πλευρές. Από την Αθήνα απαιτεί να εφαρμόσει πρόσθετα σκληρά δημοσιονομικά μέτρα (μείωση συντάξεων και αφορολόγητου). Από την Ευρωζώνη ζητάει γενναία ελάφρυνση του ελληνικού χρέους το ταχύτερο δυνατόν. Θεωρεί, μάλιστα, προϋπόθεση για να σταθεί στα πόδια της η ελληνική οικονομία τα πρωτογενή πλεονάσματα μετά το 2018 να μην υπερβαίνουν το 1,5% του ΑΕΠ.
Τον περασμένο Μάιο, για να κλείσει η 1η αξιολόγηση, το ΔΝΤ είχε μεταξύ των άλλων απαιτήσει να νομοθετηθεί εκ των προτέρων η μείωση των συντάξεων και του αφορολόγητου για να καλυφθεί υποτιθέμενο δημοσιονομικό κενό μέχρι το 2018. Τότε, είχε βρεθεί η συμβιβαστική λύση της θεσμοθέτησης του κόφτη, ο οποίος θα ενεργοποιηθεί εάν προκύψει απόκλιση από τους στόχους. Τον περασμένο Μάιο, ο Τόμσεν είχε ζητήσει και ελάφρυνση του χρέους. Είχε, όμως, και σ’ αυτό το επίπεδο συμβιβασθεί. Στην πραγματικότητα, εκείνος ο συμβιβασμός και για τα δύο σκέλη των απαιτήσεων του ΔΝΤ δεν ήταν τίποτα περισσότερο από χρονική μετάθεση του προβλήματος.
Τώρα που βρίσκεται στο τραπέζι το κλείσιμο της 2ης αξιολόγησης, το Ταμείο έχει επαναφέρει με μεγαλύτερη ένταση τις απαιτήσεις του και προς τις δύο πλευρές. Αφενός για εκ των προτέρων νομοθέτηση πρόσθετων δημοσιονομικών μέτρων ύψους 4,2-4,5 δισ., αφετέρου για γενναία ελάφρυνση του χρέους και για χαμηλά πρωτογενή πλεονάσματα.
Στο πρόσφατο Eurogroup, οι Ευρωπαίοι υιοθέτησαν την απαίτηση του ΔΝΤ η Ελλάδα να νομοθετήσει τη μείωση των συντάξεων και του αφορολόγητου. Αυτό, όμως, είναι αμφίβολο εάν αρκεί για να εξασφαλίσουν την πλήρη συμμετοχή του στο ελληνικό πρόγραμμα, όπως επιδιώκουν. Παρά τις πληροφορίες ότι στην τελευταία συνάντηση Σόιμπλε-Λαγκάρντ προέκυψε συμφωνία, το χάσμα που χωρίζει τις δύο πλευρές παραμένει αγεφύρωτο.
Το Ταμείο επιμένει στους όρους που θέτει και για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους και για το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων μετά το 2018. Όροι που κινούνται στον αντίποδα των αντίστοιχων θέσεων της Γερμανίας και των χωρών του ευρωπαϊκού πυρήνα. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τις πληροφορίες για το περιεχόμενο των δύο εκθέσεων που θα τεθούν προς έγκριση στις 6 Φεβρουαρίου στο Συμβούλιο του ΔΝΤ.
Το ελληνικό χρέος χαρακτηρίζεται «εξαιρετικά μη βιώσιμο» και ζητούνται δραστικά μέτρα. Αναφέρεται, μάλιστα, ότι ακόμα και εάν εφαρμοσθούν κατά γράμμα οι απαιτήσεις του Σόιμπλε (ζητάει πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% από το 2018 μέχρι και το 2027), το χρέος δεν πρόκειται να καταστεί βιώσιμο. Εξίσου αποκαλυπτική είναι και η εκτίμηση ότι ακόμα και εάν η Ελλάδα εφάρμοζε όλες τις μεταρρυθμίσεις, δεν θα μπορούσε να εισέλθει σε τροχιά ανάπτυξης, χωρίς γενναία ελάφρυνση του χρέους.
Το εν εξελίξει πολιτικό αυτό παίγνιο, λοιπόν, δεν είναι μεταξύ της Ελλάδας και των δανειστών της. Είναι τριγωνικό. Ακόμα και εάν η κυβέρνηση Τσίπρα αποδεχόταν όλα όσα της ζητούν, το πρόβλημα δεν θα λυνόταν. Για να εκβιάσει την κατάσταση, μάλιστα, προ ημερών ο Σόιμπλε, στηριζόμενος σε σχετική πρόβλεψη της συμφωνίας του 2015, είχε δηλώσει ότι εάν το ΔΝΤ φύγει, το ελληνικό πρόγραμμα θα καταρρεύσει.
Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αρχίσουν από την αρχή διαπραγματεύσεις με τον ESM (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας) για ένα 4ο Μνημόνιο και μία 4η δανειακή σύμβαση, που θα πρέπει να εγκριθούν από το γερμανικό Κοινοβούλιο. Έσπευσε, μάλιστα, να προσθέσει ότι δεν το συστήνει, αφήνοντας σαφώς να εννοηθεί ότι δεν πρόκειται να εγκριθεί.
Εκτός αυτού, όσο καθυστερεί το κλείσιμο της 2ης αξιολόγησης τόσο η Ελλάδα θα παραμένει αποκλεισμένη και από τη 2η φάση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Σύμφωνα με ανώτατη κυβερνητική πηγή, ο Ντράγκι έχει στείλει μήνυμα στην Αθήνα ότι η συνεδρίαση της 9ης Μαρτίου δεν είναι όριο. Το Συμβούλιο της ΕΚΤ μπορεί να εντάξει την Ελλάδα σε επόμενη συνεδρίασή του, εάν, βεβαίως, έχει κλείσει η 2η αξιολόγηση.
Μπορεί η κυβέρνηση Τσίπρα να επιδίωξε την αποχώρηση του Ταμείου από το ελληνικό πρόγραμμα, αλλά, όπως δείξαμε παραπάνω, δεν είναι αυτή που θα αποφασίσει σχετικά. Το ζήτημα αυτό θα κριθεί από την αναμέτρηση του Βερολίνου με το ΔΝΤ. Και σ’ αυτή την αναμέτρηση η αδύναμη πλευρά είναι οι Μέρκελ και Σόιμπλε, επειδή έχουν αυτοπαγιδευθεί.
Ενώ έχουν αναγάγει τη συμμετοχή του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα σε απαράβατο όρο, απορρίπτουν κατηγορηματικά τις απαιτήσεις του για ελάφρυνση του χρέους και χαμηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Αρνούνται ακόμα και να προσδιορίσουν από τώρα τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης, παρότι χωρίς αυτά δεν είναι δυνατή η εκτίμηση για τη βιωσιμότητα του χρέους σε βάθος χρόνου. Με άλλα λόγια, δημιουργούν οι ίδιοι συνθήκες αδιεξόδου.
Στριμωγμένος και ο ίδιος, ο Σόιμπλε προ ημερών επέρριψε εκ των προτέρων την ευθύνη του αδιεξόδου στην Αθήνα, ισχυριζόμενος ότι εάν το ΔΝΤ εγκαταλείψει το ελληνικό πρόγραμμα αυτό θα οφείλεται στην ασυνέπεια της κυβέρνησης Τσίπρα. Αντιθέτως, το Ταμείο ανακοίνωσε ότι το κλείσιμο της 2ης αξιολόγησης εξαρτάται από τους Ευρωπαίους. Για τους λόγους που προαναφέραμε, άλλωστε, δεν έχει κανένα λόγο να βιάζεται και δεν το κρύβει.
Εκτός αυτού, η Λαγκάρντ είναι υποχρεωμένη να περιμένει από τη νέα αμερικανική κυβέρνηση να δώσει το στίγμα των προθέσεών της. Προς το παρόν, ο Τραμπ “τζαρτζάρει” πολιτικά τη Γερμανία, γεγονός που προκαλεί μεγάλη νευρικότητα στο Βερολίνο. Η Μέρκελ επιχειρεί να ρίξει γέφυρες προς το νέο ένοικο του Λευκού Οίκου, αλλά μέχρι τώρα δεν έχει φέρει αποτέλεσμα. Ο νέος Αμερικανός πρόεδρος αμφισβητεί το δόγμα ότι οι ΗΠΑ έχουν συμφέρον από μία ισχυρή ΕΕ με ηγέτη μία ισχυρή Γερμανία. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που πηγή στην Ουάσιγκτον εκτιμάει ότι η τάση του Τραμπ δεν είναι να ωθήσει το Ταμείο προς ένα συμβιβασμό με τη Γερμανία και την Ευρωζώνη.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς θα αντιδράσει ο Τσίπρας όταν, όπως προβλέπεται, σε μερικές ημέρες διαπιστώσει ότι το τελεσίγραφο του Eurogroup δεν αλλάζει. Προς το παρόν, η κυβέρνηση δηλώνει σ’ όλους τους τόνους πως θα επιτύχει ένα συμβιβασμό και δεν έχει σχέδιο Β. Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, όμως, έχουν ήδη αρχίσει σε στενό κύκλο στου Μαξίμου οι πρώτες συζητήσεις για το πώς θα αντιδράσουν εάν δεν καταφέρουν να αλλάξουν τα σημερινά δεδομένα.
Κατά τις ίδιες πληροφορίες, όλοι συμφωνούν ότι δεν πρέπει να αφήσουν τον Σόιμπλε και το ΔΝΤ να ροκανίσουν τον χρόνο και η κυβέρνηση να συρθεί μέχρι τον Ιούνιο, οπότε, λόγω των δανειακών υποχρεώσεων, θα βρεθεί με το μαχαίρι στο λαιμό. Δεν θέτουν ως χρονικό όριο για επίτευξη συμφωνίας το Eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου, αλλά δεν θέλουν να φθάσουν στον Απρίλιο. Τα σενάρια που έχουν πέσει στο τραπέζι είναι προς το παρόν τέσσερα, αλλά –σύμφωνα με κυβερνητική πηγή– δεν πρόκειται να οριστικοποιηθεί καμία απόφαση πριν το Συμβούλιο του ΔΝΤ ξεκαθαρίσει τη θέση του στις 6 Φεβρουαρίου.
Το πρώτο σενάριο είναι να φέρουν τις απαιτήσεις των δανειστών στη Βουλή και να ζητήσουν από τη ΝΔ και τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης να λάβουν θέση, με το επιχείρημα ότι η νομοθέτηση δημοσιονομικών μέτρων για τη περίοδο 2019-2020 υπερβαίνει το όριο της εντολής αυτής της κυβέρνησης (η τετραετία λήγει τον Σεπτέμβριο του 2019). Στην πραγματικότητα, το σενάριο αυτό φλερτάρει με την ιδέα ότι εάν συναινέσει η ΝΔ θα υπάρξει πολιτικό περιθώριο η κυβέρνηση να υποχωρήσει και να νομοθετήσει από τώρα τις επίμαχες μειώσεις. Εάν κρίνουμε, όμως, από τη στάση του, ο Μητσοτάκης δεν είναι διατεθειμένος να προσφέρει τέτοιο δώρο στον αντίπαλό του. Κατά πάσα πιθανότητα θα συνεχίσει να κατηγορεί την κυβέρνηση ότι με τους χειρισμούς της αυξάνει το κόστος για την ελληνική οικονομία και γι’ αυτό μόνη διέξοδος είναι η προκήρυξη εκλογών.
Το δεύτερο σενάριο είναι να βολιδοσκοπηθεί η Γεννηματά με σκοπό την είσοδο της Δημοκρατικής Συμπαράταξης στην κυβέρνηση, προκειμένου όσα μέτρα ζητούν οι δανειστές να ψηφισθούν από ενισχυμένη πλειοψηφία. Το αντάλλαγμα που θα προσφερθεί στη Δημοκρατική Συμπαράταξη είναι μία αδιατάρακτη συμμετοχή στην εξουσία, αφού μετά το κλείσιμο της 2ης αξιολόγησης η κυβέρνηση δεν θα έχει άλλο εμπόδιο μέχρι το τέλος της τετραετίας. Αν και κύκλοι της Δημοκρατικής Συμπαράταξης ερωτοτροπούν με την ιδέα μίας συνεργασίας με την κυβέρνηση, το ενδεχόμενο αυτό προσκρούει σε μεγάλα εμπόδια και γι’ αυτό θα είναι πολύ δύσκολο για τη Γεννηματά να επιλέξει αυτό τον δρόμο ακόμα και εάν της προσφερθούν δελεαστικά ανταλλάγματα.
Το τρίτο σενάριο είναι η κυβέρνηση να αποδεχθεί την από τώρα νομοθέτηση των απαιτήσεων του ΔΝΤ, υπό τον όρο ότι ταυτοχρόνως θα ανακοινωθούν τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για την ελάφρυνση του χρέους και η ένταξη της Ελλάδας στην ποσοτική χαλάρωση. Τα δύο ζητήματα, άλλωστε, διασυνδέονται. Το 3ο Μνημόνιο προβλέπει ρητά ότι τα μέτρα για τη σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας λαμβάνονται παράλληλα με τη ρύθμιση του ελληνικού χρέους. Σε μία τέτοια περίπτωση, όπως ανέφερε κυβερνητικό στέλεχος που υποστηρίζει αυτό το σενάριο, «όποιος βουλευτής δεν συμφωνεί ας μας ρίξει».
Το τέταρτο σενάριο είναι η προκήρυξη εκλογών. Υπέρ αυτού του σεναρίου έχουν ήδη ταχθεί ισχυροί κομματικοί παράγοντες, οι οποίοι θεωρούν ότι η συνεχής διολίσθηση με σκοπό την παραμονή στην εξουσία προκαλεί ολοένα και μεγαλύτερη εκλογική συρρίκνωση. Οι ίδιοι κύκλοι υποστηρίζουν ότι εάν η κυβέρνηση υποχωρήσει στις απαιτήσεις των δανειστών θα αυτοκτονήσει πολιτικά, σε βαθμό που θα τεθεί εν αμφιβόλω το εάν ο ΣΥΡΙΖΑ θα παραμείνει ο δεύτερος πόλος του πολιτικού συστήματος.
Είναι αξιοσημείωτο ότι οι ίδιοι κύκλοι εκφράζουν αμφιβολίες για το εάν σε μία τέτοια περίπτωση θα διατηρηθεί αρραγής η κοινοβουλευτική πλειοψηφία των 153. Στην πραγματικότητα στέλνουν ένα μήνυμα στον Τσίπρα να μην επιλέξει και πάλι την κωλοτούμπα. Είναι ενδεικτική η προ ημερών δήλωση του Σκουρλέτη ότι η κυβέρνηση πρέπει να δηλώσει ποιο είναι το όριό της.
Αν και στο Μαξίμου κάνουν ό,τι μπορούν για να αποφύγουν το σενάριο της κάλπης, είναι στριμωγμένοι για να έχουν επιλογές. Ο πρωθυπουργός έχει λάβει μηνύματα και από τον Γιούνκερ να μην προσπαθήσει να εκβιάσει την Ευρωζώνη με το χαρτί των εκλογών, επειδή το Βερολίνο δεν πρόκειται να υποχωρήσει. Στο σημείο που έχουν φθάσει τα πράγματα, όμως, ο Τσίπρας δεν μπλοφάρει. Αν αποφασίσει να στήσει κάλπες θα είναι για να κάνει ηρωική έξοδο.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

