Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο γόρδιος δεσμός του ανεξάρτητου Κουρδιστάν: Ποιοί το θέλουν, ποιοί το πολεμούν, ποιοί δεν το …εννοούν;

Δημοσιεύτηκε στις

FILE PHOTO: Ο Πρόεδρος της Ιρακινής Περιφέρειας του Κουρδιστάν Masoud Barzani σε συνάντηση με τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες/ EPA/ GAILAN HAJI
Του Γιώργου Σκαφίδα
Η ιδέα ενός ανεξάρτητου Κουρδιστάν, που θα εκτείνεται σε εδάφη της σημερινής βόρειας Συρίας, της νοτιοανατολικής Τουρκίας, του βορείου Ιράκ και του βορειοδυτικού Ιράν, χρονολογείται ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα… ως μια από τις μεγάλες «εκκρεμότητες» που άφησε πίσω του ο Α Παγκόσμιος Πόλεμος με τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Πρόκειται, μάλιστα, για ένα στόχο που έχει φτάσει πολλάκις τα τελευταία 100 χρόνια στο σημείο να εκπληρωθεί, με τις ελπίδες των Κούρδων ωστόσο κάθε φορά είτε να διαψεύδονται την τελευταία στιγμή, είτε να ανατρέπονται κατόπιν εορτής. Η Συνθήκη των Σεβρών του 1920 προέβλεπε δημοψήφισμα για τη δημιουργία ανεξάρτητου Κουρδικού Κράτους. Η Συνθήκη της Λωζάνης ήρθε ωστόσο το 1923 να ακυρώσει κάθε τέτοια προσδοκία.

Έμελλε να ακολουθήσουν κι άλλες αποτυχημένες απόπειρες ανεξαρτητοποίησης των Κούρδων μέσα στη δεκαετία του 1920, απόπειρες όπως το καλούμενο Βασίλειο του Κουρδιστάν στο βόρειο Ιράκ (που κατέρρευσε το 1924), το επονομαζόμενο Κόκκινο Κουρδιστάν στο Αζερμπαϊτζάν (που κατέρρευσε το 1929-30) και η Κουρδική Δημοκρατία του Αραράτ στην ανατολική Τουρκία (που επίσης κατέρρευσε το 1930). 
Στην πορεία, μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, Κούρδοι δημιουργούν την ημιαυτόνομη Δημοκρατία του Μαχαμπάντ στο βόρειο Ιράν, που έμελλε ωστόσο να καταρρεύσει κι αυτή έπειτα από μόλις 11 μήνες ζωής (το 1946).
Το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1970 βρίσκει τους Κούρδους του Ιράκ να φλερτάρουν με την αυτονομία για να δουν ωστόσο κι αυτοί τις ελπίδες τους να διαψεύδονται τα έτη 1974-75.
Κούρδοι της Αρμενίας ανακηρύσσουν την ανεξαρτησίας τους (Lachin Kurdish Republic) το 1992, με το εν λόγω εγχείρημα επίσης να αποδεικνύεται βραχυχρόνιο.
Περίπου την ίδια περίοδο ωστόσο, μετά τον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου, μπαίνουν οι βάσεις για τη de-facto αυτονόμηση των Κούρδων του βορείου Ιράκ. Το 1992 δημιουργείται η Κουρδική Περιφερειακή Κυβέρνηση (KRG) με πρωτεύουσα την πόλη Ερμπίλ, και το 2005 ψηφίζεται στη Βαγδάτη ένα νέο σύνταγμα που αναγνωρίζει το Ιρακινό Κουρδιστάν ως ημιαυτόνομη περιφέρεια εντός του Ιράκ.
Και κάπως έτσι, έπειτα από τουλάχιστον επτά αποτυχημένες απόπειρες κουρδικής ανεξαρτητοποίησης και έναν 33ετή πολύνεκρο πόλεμο που συνεχίζεται (εκείνον του PKK εντός της Τουρκίας), φτάνουμε πίσω στο σήμερα να συζητούμε και πάλι την προοπτική της δημιουργίας ενός ανεξάρτητου Κουρδικού Κράτους στα εδάφη της Μέσης Ανατολής.
Οι Κούρδοι της Συρίας (το Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης PYD και οι ένοπλες πολιτοφυλακές YPG που πρόσκεινται σε αυτό) έχουν ενισχυθεί σημαντικά (στρατιωτικά αλλά και γεωπολιτικά) τα τελευταία χρόνια, ως ο πιο αξιόπιστος και αποτελεσματικός σύμμαχος των Αμερικανών στη μάχη κατά του ISIS στο συριακό έδαφος.
Την ίδια ώρα, ο πρόεδρος του Βορείου Ιράκ, Μασούντ Μπαρζανί, προκηρύσσει δημοψήφισμα για την πλήρη ανεξαρτησία από τη Βαγδάτη (προγραμματισμένο για τις 25 Σεπτεμβρίου).
Οι δύο εξελίξεις δεν συνδέονται άμεσα… αλλά συνδέονται.
Οι Κούρδοι της Συρίας (PYD) όπως και το PKK διατηρούν πολιτικά «εχθρικές» σχέσεις με την παράταξη KDP του Μπαρζανί στο βόρειο Ιράκ, ο οποίος Μπαρζανί (να υπενθυμίσουμε) εξακολουθεί επισήμως να είναι σύμμαχος της Τουρκίας και «προσωπικός φίλος» του Ερντογάν.
Οι Κούρδοι της Συρίας «φλερτάρουν», αντιθέτως, με τις δυνάμεις που αντιπολιτεύονται τον Μπαρζανί στο εσωτερικό του Ιρακινού Κουρδιστάν, δυνάμεις όπως είναι το κίνημα Gorran και η πατριωτική ένωση PUK, οι οποίες (να σημειώσουμε ότι) ενδέχεται να ψηφίσουν «όχι» ή ακόμη και να μποϊκοτάρουν το επερχόμενο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία.
Υπενθυμίζεται άλλωστε ότι το KDP του Μπαρζανί και το PUK του Τζαλάλ Ταλαμπανί αντάλλασαν πραγματικά εμφυλιοπολεμικά πυρά έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1990, πυρά τα οποία έχουν πλέον γίνει πολιτικά.
Πίσω στο παρόν, είναι σαφές ότι μια θετική ψήφος υπέρ της ανεξαρτησίας των Κούρδων του Ιράκ θα έδινε σημαντική ώθηση και στις αυτονομιστικές βλέψεις των Κούρδων στη Συρία.
Τα ερωτήματα ωστόσο που προκύπτουν είναι δύο: Πόσο πιθανή μπορεί να είναι στην πράξη η πλήρη απόσχιση του Ιρακινού Κουρδιστάν από τη Βαγδάτη; Και μήπως τελικά ο Μασούντ Μπαρζανί προχωράει σε δημοψήφισμα όχι με πραγματικό στόχο την ανεξαρτησία αλλά με στόχο να επιβιώσει ο ίδιος πολιτικά στο εσωτερικό έναντι της αντιπολίτευσης;
Σημειώνεται άλλωστε ότι λίγες εβδομάδες μετά το προγραμματισμένο δημοψήφισμα, στις αρχές του Νοεμβρίου του 2017 είναι προγραμματισμένο να πραγματοποιηθούν στο Ιρακινό Κουρδιστάν προεδρικές και βουλευτικές εκλογές…
Μέχρι στιγμής, το μόνο κράτος που στηρίζει ανοιχτά ένα δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία των Κούρδων του Ιράκ είναι το Ισραήλ. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπ. Νετανιάχου πήρε σαφώς θέση υπέρ, με το σκεπτικό ότι μια τέτοια εξέλιξη πρόκειται να περιορίσει την επιρροή του Ιράν στην ευρύτερη περιοχή.
Όλοι οι υπόλοιποι ωστόσο είναι αντίθετοι.
Η Τουρκία απειλεί με «επιπτώσεις» εάν προχωρήσει το δημοψήφισμα, επισείει τον κίνδυνο ενός νέου «εμφυλίου πολέμου» στην περιοχή (ο ΥΠΕΞ Μ. Τσαβούσογλου), και διαμηνύει ότι πόλεις του Ιράκ όπως το πετρελαϊκά πλούσιο Κιρκούκ (για την κυριότητα του οποίου ερίζουν Ερμπίλ και Βαγδάτη) είναι… τουρκικές (το Κιρκούκ είναι πόλη Τουρκομάνων, όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο προεδρικός εκπρόσωπος Ιμπραχίμ Καλίν).
Οι Τουρκομάνοι είναι σήμερα η τρίτη μεγαλύτερη εθνοτική ομάδα στο Ιράκ μετά τους Άραβες και τους Κούρδους. Κάποιοι τους υπολογίζουν σε 3,5 εκατ.
Ωστόσο η Άγκυρα έχει «επιρροή» στην κυβέρνηση Μπαρζανί στο Ιρακινό Κουρδιστάν και για έναν άλλο λόγο, καθώς μέσω Τουρκίας είναι που εξάγεται όλο το πετρέλαιο της περιοχής, με τον όγκο των διμερών συναλλαγών Άγκυρας-Ερμπίλ να ξεπερνάει σήμερα τα 8,5 δισ. δολ..
Ενδεικτική και η προειδοποίηση του Τούρκου υπουργού Ενέργειας Μπεράτ Αλμπαϊράκ ότι θα υπάρξουν «βαριές επιπτώσεις» για το Βόρειο Ιράκ εάν προχωρήσει σε δημοψήφισμα. «Το Βόρειο Ιράκ γνωρίζει ότι ο μοναδικός περιφερειακός σύμμαχός του είναι η Τουρκία», δήλωσε με νόημα ο Αλμπαϊράκ.
Όσο για τον ίδιο τον Μασούντ Μπαρζανί, αυτός έχει καλέσει στο παρελθόν τους Κούρδους της Τουρκίας να ψηφίσουν Ερντογάν (και ενδεχομένως να κληθεί να το ξανακάνει εν όψει 2019).
Στο ίδιο πνεύμα και το Ιράν (το οποίο Ιράν ωστόσο στο παρελθόν είχε στηρίξει τους Κούρδους ενάντια στη Βαγδάτη), πλέον καλεί ανοιχτά τον Μπαρζανί να πάρει πίσω το δημοψήφισμα, τάζοντάς του μάλιστα ως αντάλλαγμα να τον βοηθήσει και στη διεκδίκηση του Κιρκούκ (εκείνου που οι Τούρκοι θεωρούν «δικό τους»).
Άγκυρα και Τεχεράνη φοβούνται ότι ένα επιτυχημένο δημοψήφισμα ανεξαρτητοποίησης του Βορείου Ιράκ πρόκειται να ξυπνήσει ανάλογες τάσεις και στις δικές τους πολυπληθείς κουρδικές κοινότητες.
Από τους περίπου 30 εκατ. Κούρδους που ζουν σήμερα στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, τα 14 εκατ. βρίσκονται στην Τουρκία, τα 8 εκατ. στο Ιράν, τα 5 εκατ. στο Ιράκ και περίπου 1,5 εκατ. στη Συρία.
Με το βλέμμα στο Κουρδικό, βρέθηκε προ ημερών στην Άγκυρα (για επαφές και με τον ίδιο τον Ερντογάν) ο αρχηγός του ιρανικού γενικού επιτελείου, στρατηγός Μοχάμαντ Μπακερί, πραγματοποιώντας «ιστορική» τριήμερη επίσκεψη. Και λέμε «ιστορική» καθώς είναι η πρώτη που πραγματοποιεί ανώτατος Ιρανός στρατιωτικός στην Τουρκία μετά την επανάσταση του 1979. Ιράν και Τουρκία «βρίσκονται στην ίδια πλευρά, όσον αφορά την εδαφική ακεραιότητα της Συρίας και τη σταθερότητα του Ιράκ», έσπευσε να διαμηνύσει από την πλευρά του ο εκπρόσωπος της τουρκικής προεδρίας Ιμπραχίμ Καλίν.
Κατά τα λοιπά, η ΕΕ τάσσεται επισήμως υπέρ της εδαφικής ακεραιότητας του Ιράκ, πράγμα που κάνει επί της ουσίας και η Μόσχα.
Όσο για τους Αμερικανούς, αυτοί βγαίνουν και καλούν τον Μπαρζανί να αναβάλει το δημοψήφισμα για μετά τις βουλευτικές εκλογές του Ιράκ, που είναι προγραμματισμένες για τον Απρίλιο του 2018.
Για να κάνει ωστόσο κάτι τέτοιο, ο πρόεδρος του Ιρακινού Κουρδιστάν ζητάει «εγγυήσεις» ότι οι ΗΠΑ πρόκειται να στηρίξουν σε μεταγενέστερο στάδιο το στόχο της κουρδικής ανεξαρτητοποίησης.
Ο Μπαρζανί παίζει το χαρτί της κουρδικής ανεξαρτησίας από τη Βαγδάτη, προφανώς με σκοπό να κερδίσει ο ίδιος ως διαπραγματευτής (και η παράταξή του, το KDP) πολιτικούς πόντους στο εσωτερικό έναντι των αντιπάλων του εν όψει των βουλευτικών εκλογών του ερχόμενου Νοεμβρίου. Η αντιπολίτευση στο Βόρειο Ιράκ θεωρεί άλλωστε ότι ο Μπαρζανί κατέχει παρανόμως την προεδρία τα τελευταία δύο χρόνια, από το 2015 και μετά. Η τελευταία φορά που έγιναν προεδρικές εκλογές στην περιοχή ήταν το μακρινό 2009. Ο Μπαρζανί έχει πλέον ήδη συμπληρώσει δύο θητείες και κανονικά δεν δικαιούται να ξαναβάλει υποψηφιότητα. Το κόμμα του, ωστόσο, τον θέλει να παραμένει… με εισιτήριο το χαρτί της ανεξαρτησίας και του δημοψηφίσματος.
Σε κάθε περίπτωση, όπως και να έρθουν πράγματα, ένα είναι σίγουρο: ότι το Ιρακινό Κουρδιστάν «δεν πρόκειται να ανακηρύξει την ανεξαρτησία του την αμέσως επόμενη ημέρα», όπως ξεκαθαρίζουν στενοί συνεργάτες του Μπαρζανί.
Με άλλα λόγια, είναι μάλλον απίθανο να δούμε ένα πραγματικά ανεξάρτητο Κουρδικό Κράτος να αναδύεται μέσα στους επόμενους μήνες, ειδικά από τη στιγμή που η κατάσταση στη Συρία παραμένει ρευστή και αμφίρροπη.
Η προτεραιότητα των μεγάλων δυνάμεων αυτήν τη στιγμή είναι η Συρία και η οριστική συντριβή των τζιχαντιστών. Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Τζέιμς Μάτις, πρόκειται να βρεθεί για αυτούς τους λόγους τις επόμενες ημέρες στην Άγκυρα.
Όσο για το μεγάλο πονοκέφαλο της Τουρκίας, αυτός δεν είναι τόσο ο Μασούντ Μπαρζανί (τον οποίο οι Τούρκοι έχουν δείξει ότι μπορούν να ελέγχουν) αλλά οι Κούρδοι της Συρίας και ειδικότερα οι φήμες που θέλουν τους Κούρδους να αποκτούν (με τις ευλογίες Αμερικανών και Ρώσων) μερίδιο της εξουσίας και ημιαυτονομία σε μια μελλοντικά ομοσπονδιακή Συρία.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός12 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις12 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή