Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Ταμέρ Τσιλινγκίρ: Γιατί οι Κούρδοι πρέπει να γνωρίζουν τον Πόντο;

Η αμοιβαία αφήγηση των ιστοριών μπορεί να γίνει ουσιαστική μόνο όταν συνοδεύεται από κοινό έλεγχο των πηγών και επίγνωση των διαφορετικών εμπειριών, ώστε να διακρίνεται η κοινή κρατική γλώσσα από τις πραγματικές ιστορικές διαφορές.

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Ταμέρ Τσιλινγκίρ, Rasti

Θα προτείνατε σε έναν Κούρδο να διαβάζει τη δική του ιστορία αποκλειστικά από τα βιβλία που έγραψε το κράτος; Να μάθει για το Κότσγκιρι μόνο από τα κρατικά αρχεία, για το Ντερσίμ μόνο από τις επίσημες εκθέσεις, για το Άγρι μόνο από τις εκδόσεις του Γενικού Επιτελείου… Θα θέλατε να εμπιστευτεί μια ιστοριογραφία που περιγράφει όλες τις ιστορικές τομές που βίωσαν οι Κούρδοι κάτω από τίτλους όπως «εξέγερση», «ληστεία», «αποσχιστισμός», «υποκίνηση από ξένες δυνάμεις»; Υποθέτω πως όχι.

Τότε επιτρέψτε μου μια δεύτερη ερώτηση: Γιατί γνωρίζετε τον Πόντο όπως σας τον αφηγήθηκε η Τουρκική Δημοκρατία;

Διότι στα ίδια βιβλία και η ιστορία του Πόντου συμπυκνώθηκε σε λίγες λέξεις:

  • «Ποντισμός».
  • «Ποντιακή εξέγερση».
  • «Ρωμέικες συμμορίες».
  • «Οι βλέψεις της Ελλάδας».
  • «Υποκίνηση από ξένες δυνάμεις».

Η ζωή αιώνων ενός λαού, τα χωριά του, τα σχολεία του, οι εκκλησίες του, τα μοναστήρια του, οι έμποροι, οι ψαράδες, οι μεταλλωρύχοι, οι δάσκαλοι, οι γυναίκες και τα παιδιά του εξαφανίστηκαν. Αυτό που απέμεινε ήταν ένα «ζήτημα»: το Ποντιακό Ζήτημα.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται ο λόγος για τον οποίο θεωρώ ότι οι Κούρδοι πρέπει να γνωρίζουν τον Πόντο. Γιατί μερικές φορές, όταν κοιτάζεις την ιστορία ενός άλλου λαού, βλέπεις τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν για να φιμώσουν τη δική σου ιστορία.

Πώς γίνεται πρώτα ένας λαός «ζήτημα»; Πρόκειται για πολύ παλιά τέχνη των κρατών. Πρώτα οι άνθρωποι γίνονται αόρατοι. Έπειτα, στη θέση τους, δημιουργείται ένα «ζήτημα». Οι άνθρωποι παύουν πλέον να υπάρχουν.

  • Υπάρχει το «Κουρδικό ζήτημα».
  • Υπάρχει το «Αρμενικό ζήτημα».
  • Υπάρχει το «Ποντιακό ζήτημα».

Αυτός ο τρόπος έκφρασης δεν είναι αθώος. Διότι, από τη στιγμή που λες «ζήτημα», απέναντί σου δεν υπάρχουν πλέον άνθρωποι που ζουν, αγαπούν, παράγουν, φοβούνται και μεγαλώνουν παιδιά· υπάρχει ένα πρόβλημα που πρέπει να λύσει το κράτος.

Έτσι αφηγήθηκαν και τον Πόντο. Αντί να μιλήσουν για τη ρωμαίικη ορθόδοξη κοινωνία που ζούσε επί αιώνες στις νότιες ακτές της Μαύρης Θάλασσας, οι πολιτικές της διεκδικήσεις και η ίδια της η ύπαρξη συγκεντρώθηκαν κάτω από έναν τίτλο ασφαλείας που ονομάστηκε «Ποντισμός». Και ύστερα ήρθαν οι γνωστές λέξεις: Εξέγερση. Συμμορία. Προδοσία. Ξένες δυνάμεις. Αποσχιστισμός.

Όταν σήμερα ένας Κούρδος διαβάζει αυτές τις λέξεις, πρέπει να σταθεί λίγο. Γιατί αυτές οι λέξεις δεν του είναι ξένες.

Όχι, οι ιστορίες μας δεν είναι ίδιες

Εδώ θέλω να υπογραμμίσω ιδιαίτερα κάτι. Η ιστορία των Κούρδων και η ιστορία των Ποντίων δεν είναι η ίδια. Δεν έχει ούτε ιστορικό ούτε ηθικό νόημα να βάζουμε τα δεινά σε έναν ανταγωνισμό, να εξομοιώνουμε τους νεκρούς μέσα από αριθμούς ή να λέμε «κι εμείς περάσαμε ό,τι κι εσείς». Οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Οι περίοδοι είναι διαφορετικές. Οι πολιτικοί δρώντες είναι διαφορετικοί. Τα αποτελέσματα είναι διαφορετικά.

Εγώ λέω κάτι άλλο: Συγκρίνετε τη γλώσσα που χρησιμοποιεί το κράτος όταν περιγράφει διαφορετικούς λαούς. Εκεί θα δείτε μια τρομακτική συνέχεια. Σε ένα μέρος ο Ρωμιός χωρικός γίνεται «συμμορίτης». Σε ένα άλλο ο Κούρδος χωρικός γίνεται «ληστής». Σε μια περίπτωση πίσω από τα αιτήματα των ανθρώπων αναζητείται η Ελλάδα. Σε μια άλλη η Ρωσία, η Αγγλία, η Αμερική ή κάποια άλλη ξένη δύναμη.

Όταν ένας λαός αρχίζει να μιλά στο όνομά του, αμέσως λένε πως κάποιοι άλλοι τον κάνουν να μιλά. Γιατί για την επίσημη ιστορία η πιο δύσκολη πιθανότητα να γίνει αποδεκτή είναι η εξής: Κι αν αυτοί οι άνθρωποι μιλούν πραγματικά στο όνομά τους;

Γιατί πρέπει ένας Κούρδος να διαβάσει για την Αμάσεια;

Κοιτάξτε την Αμάσεια του 1921. Επιφανείς κληρικοί, πολιτικοί, εκπαιδευτικοί, δημοσιογράφοι και έμποροι της ποντιακής κοινωνίας έγιναν στόχος των διαδικασιών των Δικαστηρίων Ανεξαρτησίας· πολλοί άνθρωποι εκτελέστηκαν. Οι δίκες της Αμάσειας μελετώνται σήμερα ως μία από τις σημαντικότερες τομές στην ιστορία του Πόντου.

Όμως το ζήτημα δεν είναι μόνο πόσοι κρεμάστηκαν. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι το εξής: Ποιος μεταφέρει τη μνήμη μιας κοινωνίας; Οι δάσκαλοί της, οι συγγραφείς της, οι άνθρωποι της Εκκλησίας, οι πολιτικοί της, οι έμποροι, οι τοπικοί της ηγέτες — δηλαδή οι άνθρωποι που μπορούν να συνδέσουν το παρελθόν με το μέλλον.

Αν θέλεις να διαλύσεις μια κοινωνία, δεν χρειάζεται να εξαφανίσεις μόνο τα σώματα. Εξαφανίζεις και τους φορείς της μνήμης της.

Έτσι πρέπει να κοιτάξει κανείς, σε έναν βαθμό, και την Αμάσεια. Και νομίζω ότι οι άνθρωποι μιας κοινωνίας που βίωσε το Ντερσίμ, το Κότσγκιρι, τις φυλακές του Ντιγιαρμπακίρ, τις ανεξιχνίαστες δολοφονίες και την εκκένωση χωριών μπορούν να καταλάβουν καλύτερα από οποιονδήποτε τι σημαίνει η φράση «εξαφανίζω τους φορείς της μνήμης».

Δεν μιλώ για τα ίδια πράγματα. Θέτω το ίδιο ερώτημα: Γιατί ένα κράτος φοβάται τους ανθρώπους ενός λαού που μπορούν να αφηγηθούν τη δική του ιστορία;

Ύστερα σωπαίνει η γεωγραφία

Γεννήθηκα στο χωριό Λιβερά της Ματσούκας της Τραπεζούντας. Στη γεωγραφία των παιδικών μου χρόνων τα βουνά ήταν ακόμη τα ίδια βουνά. Τα ποτάμια τα ίδια ποτάμια. Όμως η μνήμη της γεωγραφίας είναι πολύ πιο πεισματάρα από τη μνήμη των ανθρώπων.

Το όνομα ενός χωριού μπορεί να αλλάξει. Μια εκκλησία μπορεί να γκρεμιστεί. Ένα μοναστήρι μπορεί να εγκαταλειφθεί. Μια γλώσσα μπορεί να αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή. Οι άνθρωποι μπορεί να φύγουν. Κι όμως μερικές φορές το παρελθόν ξαναστέκεται μπροστά σου μέσα στο όνομα ενός φαγητού, σε μια μελωδία, σε ένα μοιρολόι, σε έναν χορό, στην πέτρα ενός σπιτιού, σε μία μόνο λέξη που χρησιμοποιεί μια ηλικιωμένη γυναίκα.

Η ιστορία του Πόντου δεν είναι μόνο η ιστορία εκείνων που σκοτώθηκαν. Είναι και η ιστορία εκείνων που έμειναν πίσω. Εκείνων που άλλαξαν θρησκεία. Εκείνων που έκρυψαν την ταυτότητά τους. Εκείνων που άλλαξαν το όνομά τους. Εκείνων που δεν μίλησαν στα παιδιά τους για το παρελθόν της οικογένειάς τους. Εκείνων που μεγάλωσαν ακούγοντας «αυτό μην το πεις έξω».

Και εδώ θεωρώ ότι υπάρχει μια σιωπή οικεία στον Κούρδο αναγνώστη. Γιατί το κράτος δεν εκτοπίζει μόνο ανθρώπους. Μερικές φορές εκτοπίζει και τη μνήμη.

Η Ανταλλαγή: δεν αλλάζει μόνο τους ανθρώπους, αλλά και τη μνήμη της γεωγραφίας

Η σύμβαση ανταλλαγής πληθυσμών που υπογράφηκε το 1923 μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας προέβλεπε την υποχρεωτική ανταλλαγή των Ρωμιών Ορθοδόξων της Τουρκίας με τους Μουσουλμάνους της Ελλάδας· βασικές εξαιρέσεις αποτελούσαν οι Ρωμιοί της Κωνσταντινούπολης και οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης. Έτσι, ο δεσμός εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων με τη γεωγραφία στην οποία γεννήθηκαν κόπηκε μέσω μιας νομικής ρύθμισης.

Ένα πρωί, ήταν σαν να ειπώθηκε στους ανθρώπους: «Αυτός ο τόπος δεν είναι πια η πατρίδα σας».

Σκεφτείτε το. Ο τάφος του παππού σας είναι εκεί. Το σπίτι σας εκεί. Εσείς φυτέψατε τα δέντρα στον κήπο σας. Το παιδί σας γεννήθηκε εκεί. Ξέρετε το όνομα του βουνού. Ξέρετε ποιο ποτάμι ξεχειλίζει την άνοιξη. Ξέρετε από ποιον δρόμο ανεβαίνουν στα παρχάρια.

Και ύστερα κάποιοι κάθονται γύρω από ένα τραπέζι και αποφασίζουν ότι πλέον είστε άνθρωποι μιας άλλης χώρας.

Αυτή ακριβώς είναι η διαφορά ανάμεσα στην «ανταλλαγή πληθυσμών» πάνω στο χαρτί και στην απώλεια της πατρίδας μέσα στην ανθρώπινη μνήμη.

Γιατί οι Κούρδοι πρέπει να γνωρίζουν τον Πόντο;

Δεν θέλω οι Κούρδοι να μάθουν την ιστορία του Πόντου για να συμπαθήσουν τους Ποντίους. Ούτε για να λυπηθούν για τα δικά μας δεινά. Και πολύ περισσότερο δεν το θέλω για να πάρουν πολιτική θέση υπέρ μας.

Το θέλω για έναν απλούστερο αλλά πολύ σημαντικότερο λόγο: Για να μπορέσουν να διαβάσουν καλύτερα τη δική τους ιστορία.

Γιατί στην Τουρκία η επίσημη ιστορία δεν απέκρυψε απλώς ορισμένα γεγονότα. Μας δίδαξε και πώς πρέπει να σκεφτόμαστε. Μας έμαθε όταν κοιτάζουμε τον Κούρδο να βλέπουμε «εξέγερση». Όταν κοιτάζουμε τον Αρμένιο να βλέπουμε «προδοσία». Όταν κοιτάζουμε τον Πόντιο να βλέπουμε «ελληνικό επεκτατισμό»· να τον αντιλαμβανόμαστε όχι ως αυτόχθονα της γεωγραφίας αλλά σαν μια «μειονότητα» που μπορεί ανά πάσα στιγμή να φύγει.

Και ίσως η πραγματική αναμέτρηση με την επίσημη ιστορία δεν αρχίζει αμφισβητώντας τις απαντήσεις που μας έδωσε το κράτος. Αρχίζει όταν αντιληφθούμε ποια ερωτήματα δεν μας επέτρεψε το κράτος να θέσουμε. Για παράδειγμα:

  • Όλοι γνωρίζουμε τον Μουσταφά Κεμάλ που αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα το 1919. Ποιοι όμως ζούσαν εκείνη την ημέρα στη Σαμψούντα;
  • Γνωρίζουμε την ημερομηνία που η Τραπεζούντα κατακτήθηκε/καταλήφθηκε. Τι απέγιναν όμως τα παιδιά των ανθρώπων που ζούσαν στην πόλη που κατακτήθηκε;
  • Γνωρίζουμε την Ανταλλαγή. Αλλά όταν εκείνοι που έφυγαν έφτασαν αλλού, ποιο χωριό έβλεπαν στα όνειρά τους τη νύχτα;
  • Γνωρίζουμε τις «ποντιακές συμμορίες». Τι είχε συμβεί όμως στα χωριά των ανθρώπων που ανέβηκαν στα βουνά;

Ιστορία σημαίνει, ως έναν βαθμό, να ακολουθείς και αυτά τα ερωτήματα.

Ίσως μπορούμε να βρούμε τις χαμένες φράσεις ο ένας του άλλου

Το γεγονός ότι οι λαοί που ζουν στην Τουρκία γνώρισαν ο ένας τον άλλον μέσω του κράτους αποτελεί μεγάλη τραγωδία. Ο Τούρκος έμαθε τον Κούρδο από το κράτος. Ο Κούρδος έμαθε τον Αρμένιο από το κράτος. Ο Μουσουλμάνος έμαθε τον Ρωμιό από το κράτος. Και τις περισσότερες φορές ο καθένας διάβασε το παρελθόν του άλλου μέσα από τους φακέλους που συνέταξαν οι αρχές που τον αρνούνταν.

Αυτό πρέπει να αλλάξει.

Ένας Κούρδος πρέπει να ακούσει την ιστορία του Πόντου και από έναν Πόντιο. Ένας Πόντιος πρέπει να ακούσει την κουρδική ιστορία από τους Κούρδους. Την ιστορία του Αρμένιου πρέπει να την αφηγηθεί ο Αρμένιος. Την ιστορία του Ασσυρίου ο Ασσύριος.

Ύστερα μπορούμε να καθίσουμε και να ανοίξουμε μαζί τα έγγραφα. Να συζητήσουμε. Να διαφωνήσουμε. Ακόμη και να αντιταχθούμε ο ένας στην ιστορική ερμηνεία του άλλου. Τουλάχιστον, όμως, δεν θα ακούμε πλέον ο ένας τον άλλον μέσα από τη μετάφραση του κράτους.

Για μένα αυτό είναι το ζήτημα.

Ο ήχος από τις γλώσσες που κάποτε μιλιούνταν στα βουνά του Πόντου, από τα τραγούδια που ακούγονταν και τις κεμεντζέδες που παίζονταν μπορεί σήμερα να φτάνει πολύ αδύναμος μέχρι εμάς. Δεν έχει όμως σιγήσει εντελώς. Όποιος θέλει να ακούσει, μπορεί ακόμη να τον ακούσει.

Και ίσως, όταν ένας Κούρδος ακούσει αυτή τη φωνή, πριν ακόμη ακούσει την ιστορία ενός λαού που δεν γνώρισε ποτέ, θα αντιληφθεί κάτι άλλο: ορισμένες από τις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν για να φιμώσουν τη δική του ιστορία.

Γι’ αυτό οι Κούρδοι πρέπει να γνωρίζουν τον Πόντο. Και οι Πόντιοι τους Κούρδους. Γιατί σε αυτή τη γεωγραφία το να μαθαίνουμε την ιστορία ο ένας του άλλου δεν σημαίνει μόνο να μαθαίνουμε το παρελθόν.

Σημαίνει να αρχίζουμε μαζί να ξεχνάμε την ιστορία που μας έμαθαν απ’ έξω.

Η αμοιβαία αφήγηση των ιστοριών μπορεί να γίνει ουσιαστική μόνο όταν συνοδεύεται από κοινό έλεγχο των πηγών και επίγνωση των διαφορετικών εμπειριών, ώστε να διακρίνεται η κοινή κρατική γλώσσα από τις πραγματικές ιστορικές διαφορές.

Ο Ταμέρ Τσιλιγκίρ είναι Τούρκος στην εθνικότητα ακτιβιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αγωνιστής για τη δικαίωση του ιερού αγώνα του Ποντιακού Ελληνισμού. Γεννήθηκε το 1965 στο χωριό Λιβερά της επαρχίας Ματσούκας που βρίσκεται στην Τραπεζούντα (περιοχή που παρέμειναν ελληνόφωνοι πληθυσμοί μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών)». Η οικογένειά του μετανάστευσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου τελείωσε το σχολείο. Το 1978 εισήλθε στη Σχολή Αξιωματικών, του στρατιωτικού Λυκείου Kuleli, ένα ίδρυμα παραγωγής Τούρκων εθνικιστών. Ωστόσο δεν άντεξε από το αυταρχικό και ακραία εθνικιστικό περιβάλλον και εξαιτίας του επαναστατικού του χαρακτήρα εκδιώχθηκε από τη σχολή στον τρίτο χρόνο φοίτησης. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με την κεραμική τέχνη, δεν προχώρησε όμως τις σπουδές του σε κάποιο κρατικό πανεπιστήμιο της Τουρκίας από επιλογή. Ασχολούμενος με την κεραμική τέχνη της Ανατολής μελέτησε τον λαϊκό πολιτισμό, μία έρευνα που στην ουσία του άνοιξε τα μάτια για την κατάσταση στην Τουρκία, αφού στη συνέχεια ξεκίνησε ο αγώνας του για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία και τη δημοκρατία. Εξαιτίας αυτής της δράσης φυλακίστηκε τρεις φορές, από το 1986 μέχρι το 1994, στην τελευταία εκ των οποίων καταδικάστηκε ισόβια κάθειρξη. Τα βασανιστήρια που υπέστη κατά τον εγκλεισμό του δεν τα χωρά ανθρώπινος νους. Βίωσε απάνθρωπες καταστάσεις, χειρότερες από την ταινία αμερικανικής παραγωγής «Εξπρές του μεσονυκτίου». Έκανε απεργία πείνας για 91 ημέρες προκειμένου να διαμαρτυρηθεί για τις άθλιες συνθήκες και το 2004 αποφυλακίστηκε προσωρινά εξαιτίας προβλημάτων απώλειας μνήμης. Με τη βοήθεια της οικογένειάς του φυγαδεύτηκε στην Ελβετία, όπου ζει μέχρι σήμερα και μάχεται για την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Έχει εκδώσει το βιβλίο “Pontus Gerceği” δηλαδή «Η Αλήθεια για τον Πόντο», ενώ η παρουσία του στο διαδίκτυο και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης είναι πολύ σημαντική. Σε αυτό το βιβλίο ο Τσιλιγκίρ, το επίθετο του οποίου σημαίνει «κλειδαράς» στα τουρκικά, ξεκλειδώνει όλα τα μυστικά των Οθωμανών και των Τούρκων και θεμελιώνει την ύπαρξη της Γενοκτονίας! Ο συγγραφέας ερευνώντας πηγές από το οθωμανικό κράτος αλλά και αυτό της τουρκικής δημοκρατίας ανακάλυψε αποκαλυπτικά στοιχεία. «Οι πηγές μιλούν ξεκάθαρα για αυτήν τη σφαγή και παραδέχονται την Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Υπάρχουν μυστικές (κρυφές) συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν στο κοινοβούλιο την τριετία 1920-1923 και οι οποίες δημοσιεύθηκαν σε βιβλίο το 1985. Εκεί υπάρχει ομολογία για την Γενοκτονία των Ποντίων.

GEOPOLITICO

Συμπτώματα Παρακμής…

Η Τουρκία διεκδικεί ξανά πρόσβαση στη δυτική αμυντική αγορά, ενώ η Ελλάδα καλείται να μετατρέψει τους εξοπλισμούς και τις συμμαχίες της σε ουσιαστική αποτροπή. Ο Θανάσης Κ. ασκεί αιχμηρή κριτική στην πολιτική της ελληνοτουρκικής «φιλίας» και θέτει το κρίσιμο ερώτημα: πώς μπορεί η Ευρώπη να οικοδομεί στρατηγική αυτονομία, όταν εξοπλίζει μια χώρα που απειλεί την Ελλάδα και την Κύπρο;

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Του Θανάση Κ.

* Η Τουρκία ξαναμπαίνει, βήμα-βήμα, στη δυτική αμυντική αγορά.

Γαλλία και Τουρκία υπέγραψαν πρόσφατα έναν «οδικό χάρτη» για την αμυντική τους συνεργασία. Δεν είναι συνθήκη αμυντικής συνδρομής. Δεν είναι κάτι ανάλογο με την ελληνογαλλική συμφωνία του 2021. Δεν “δεσμεύει” τη Γαλλία να υπερασπιστεί στρατιωτικά την Τουρκία.

Ας μην υπερβάλλουμε, λοιπόν.

Αλλά ας μην το υποτιμούμε κιόλας.,,

Τα Eurofighter προχωρούν. Οι Meteor, οι γαλλικοί πύραυλοι αέρος-αέρος, ανοίγουν τον δρόμο τους προς την Τουρκία. Και η Τουρκία ξαναμπαίνει σταδιακά στην αλυσίδα της δυτικής αμυντικής βιομηχανίας.

Όχι χωρίς εμπόδια…

Τα F-35 δεν τα πήρε.

Τα 40 αμερικανικά F-16 Block 70 καθυστερούν.

Τα 79 αμερικανικά πακέτα αναβάθμισης παλαιών F-16 σε Viper εγκρίθηκαν από το Κογκρέσο, αλλά στη συνέχεια η Άγκυρα απέσυρε αυτή την αμερικανική λύση και επέλεξε να προχωρήσει στην αναβάθμιση με δικές της δυνατότητες.

Οι αμερικανικοί κινητήρες F110 για το KAAN τελικά αποδεσμεύθηκαν. Αλλά δεν αποτελούν “αναβάθμιση”. Και ο τουρκικός κινητήρας, δεν αναμένεται πριν από τις αρχές της επόμενης δεκαετίας.

Το αντι-αεροπορικό SAMP/T εξακολουθεί να συναντά γαλλικές αντιρρήσεις.

Με άλλα λόγια, η Τουρκία δεν κέρδισε τα πάντα.

Αλλά κερδίζει έδαφος.

Και αυτό είναι το σημαντικό.

Γιατί κάθε φορά που συναντά ένα εμπόδιο δεν εγκαταλείπει.

Πιέζει.

Διαπραγματεύεται.

Αλλάζει δρόμο.

Αναζητά άλλη λύση.

Υπέρ-προβάλλει κι ύστερα αξιοποιεί στο μέγιστο τη “γεωπολιτική της αξία”.

Και περιμένει την κατάλληλη στιγμή.

Έτσι λειτουργούν οι χώρες που θέλουν να γίνουν περιφερειακές δυνάμεις.

Η Ελλάδα, αντιθέτως, έχει αναλάβει έναν παράξενο ρόλο: να εξηγεί στους άλλους ότι η Τουρκία είναι… “φίλη μας”.

* Η “Διακήρυξη των Αθηνών” του Δεκεμβρίου 2023 δεν είναι συνθήκη ούτε νομικά δεσμευτική συμφωνία. Είναι πολιτική διακήρυξη φιλίας και καλής γειτονίας.

Και αυτό ακριβώς ήταν το πρόβλημα.

Γιατί η διπλωματία δεν κρίνεται μόνο από το νομικό περιεχόμενο των κειμένων.

Κρίνεται και από τα μηνύματα που εκπέμπεις.

Και το μήνυμα που εκπέμψαμε τότε ήταν σαφές:

Η Τουρκία είναι “φίλη” μας!

Την ώρα που δημιουργεί συνεχώς νέα τετελεσμένα και κλιμακώνει ασταμάτητα τις προκλήσεις σε βάρος μας.

Αφού εμείς λέμε ότι, παρ’ όλα αυτά, “η Τουρκία είναι φίλη μας”,

γιατί να μην το πιστέψουν και οι άλλοι;

Γιατί οι Γάλλοι να θεωρούν ότι υπάρχει πρόβλημα, όταν συζητούν την πώληση όπλων στην Τουρκία;

Γιατί οι Γερμανοί να διστάζουν να πουλήσουν Eurofighter;

Και, κυρίως, γιατί οι χώρες της περιοχής, που έχουν δικά τους προβλήματα με την Τουρκία, να θεωρούν την Ελλάδα “φυσικό σύμμαχο” απέναντί της;

Εμείς οι ίδιοι τους διαμηνύουμε να μη περιμένουν τίποτα από μας.

 

* Κι εδώ βρίσκεται η ευθύνη της κυβερνητικής πολιτικής.

Δεν είναι λάθος “να συνομιλείς” με την Τουρκία. Έτσι κι αλλιώς υπάρχουν πολλαπλοί δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ μας.

Δεν είναι λάθος να επιδιώκεις αποκλιμάκωση.

Λάθος είναι να βαφτίζεις «φιλική» μια συμπεριφορά που δεν είναι φιλική!

Και να στέλνεις παντού το λάθος μήνυμα…

Γιατί η συμπεριφορά της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα δεν είναι συμπεριφορά “φίλου”.

Κι αυτό πρέπει να ειπωθεί ψύχραιμα, καθαρά και απερίφραστα.

Προς πάσαν κατεύθυνση…

* Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.

Και αυτό πρέπει να λέγεται στην Ευρώπη ξανά και ξανά.

Η Τουρκία απειλεί δύο κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ελλάδα και την Κύπρο. Και κατέχει παράνομα έδαφος ενός κράτους-μέλους: Της Κύπρου…

Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, η Ευρώπη να εξοπλίζει την Τουρκία και ταυτόχρονα να μιλά για “ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία”;

Πώς μπορεί να θέλει να γίνει “αμυντικά ανεξάρτητη” – όταν μόνη της καθίσταται αμυντικά “ανύπαρκτη”;

Όταν απειλούνται κράτη-μέλη από τρίτη χώρα και άλλα κράτη-μέλη εξοπλίζουν την τρίτη χώρα, γεωπολιτικά δεν υπάρχει Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αυτό πρέπει να διακηρύσσει η Ελλάδα.

Σε κάθε ευρωπαϊκό συμβούλιο.

Σε κάθε Σύνοδο Κορυφής.

Στο ΝΑΤΟ.

Στα Ηνωμένα Έθνη.

Παντού.

Για να γίνει στρατηγικά αυτόνομη η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει προηγουμένως να υπάρχει. Και εξοπλίζοντας την Τουρκία την ώρα που η Τουρκία απειλεί κράτη μέλη της, η Ευρώπη αυτο-ακυρώνεται.

Αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα και την Κύπρο.

Αφορά την Ευρώπη συνολικά.

Δεν είναι “κραυγή αγωνίας” της Ελλάδας προς την Ευρώπη.

Είναι “καμπανάκι” για την Ευρώπη συνολικά.

 

* Και μετά υπάρχει το τρίτο, το αυτονόητο.

Η Ελλάδα πρέπει να ξαναβρεί τους φυσικούς της συμμάχους στην περιοχή.

Το Ισραήλ.

Την Αίγυπτο.

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Την Ανατολική Λιβύη.

Την Ινδία.

Να τους πει καθαρά:

Η Ελλάδα είναι χώρα πρώτης γραμμής απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό – αναθεωρητισμό. Δεν είναι «φίλη» της τουρκικής πολιτικής.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνει “αντί-τουρκική” η Πολιτική της Ελλάδας,,,

Σημαίνει ότι πρέπει να γίνει, επιτέλους, Ελληνική!

Να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της.

Να αξιοποιήσει τις δυνητικές συμμαχίες της.

Να δημιουργήσει νέες.

Να προσφέρει στους άλλους λόγο να στηρίζονται στην Ελλάδα.

Γιατί σήμερα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο:

Όταν η Αθήνα διακηρύσσει ότι η Τουρκία είναι “φίλη” της, απογοητεύει όσους έχουν λόγους να φοβούνται την Τουρκία.

Και ενθαρρύνει άλλες χώρες να τα βρουν απευθείας με την Άγκυρα.

Γιατί να επενδύσει περισσότερο το Κάιρο στην Αθήνα, όταν η ίδια η Αθήνα διαβεβαιώνει ότι οι σχέσεις της με την Άγκυρα είναι “σχέσεις φιλίας”;

Φτάσαμε στο παράδοξο να υπερασπίζεται ο Νετανιάχου, στα Ηνωμένα Έθνη, την Ελλάδα και την Κύπρο απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις με μεγαλύτερη καθαρότητα από εκείνη που επιδεικνύουν οι ίδιες οι ελληνικές διπλωματικές αντιπροσωπείες.

Αυτό δεν είναι εξωτερική πολιτική. Είναι αυτοϋπονόμευση.

* Και δεν είναι η πρώτη φορά.

— Στη Λιβύη, η Τουρκία μπήκε δυναμικά και άλλαξε τον συσχετισμό.

Η Γαλλία είχε τότε κοινά συμφέροντα με εμάς.

Η Αίγυπτος και τα Εμιράτα επίσης.

Η Ανατολική Λιβύη επίσης.

Εμείς;

Χαρακτηρίσαμε τον Χαφτάρ που αντιστεκόταν στην τουρκική διείσδυση “καμένο χαρτί” και “τελειωμένο”.

Τελικά οι Γάλλοι σταμάτησαν την τουρκική διείσδυση στη Λιβύη με τη βοήθεια της Αιγύπτου και των Εμιράτων.

Μετά η Τουρκία έκανε άνοιγμα στον Χαφτάρ (που οι δικοί μας φωστήρες των είχαν “τελειωμένο”). Τώρα ο υιός Χαφτάρ τα βρήκε με την Αίγυπτο και το Ισραήλ. Κι εμείς απλώς είμαστε απόντες. Γιατί όλοι μας υπολογίζουν ως “φίλους” της Τουρκίας…

— Η Γαλλία μάς είχε προτείνει συμφωνία αμυντικής συνδρομής και μας πήρε πάνω από έναν χρόνο για να απαντήσουμε.

Τελικά, χρειάστηκε η κρίση των γαλλικών υποβρυχίων με την Αυστραλία για να ανοίξει ο δρόμος προς τις Belharra και την ελληνογαλλική συμφωνία. Από “σπόντα”…

Εμείς περιμέναμε την ευκαιρία. Η ευκαιρία πέρασε από μπροστά μας. Και παρά λίγο να τη χάσουμε…

Κι ύστερα διακηρύξαμε την “φιλία μας” προς την Τουρκία και τα ακυρώσαμε όλα…

Εμείς διστάζουμε και καρκινοβατούμε!

Η Τουρκία δεν περιμένει.

Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα…

* Δεν χρειάζεται να υπερτιμούμε την Τουρκία.

Πρέπει να πάψουμε να υποτιμούμε την Ελλάδα!

Γιατί η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της περιοχής που ανήκει ταυτόχρονα στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ.

Έχει ναυτική θέση που δεσπόζει στην Ανατολική Μεσόγειο.

Έχει ενεργειακές, εμπορικές και στρατηγικές δυνατότητες.

Έχει ευκαιρίες.

Πολύ περισσότερες απ’ όσες αξιοποιεί.

Και αυτή είναι, ίσως, η μεγαλύτερη διαφορά μας με την Τουρκία.

Η Τουρκία συναντά εμπόδια και προσπαθεί να τα ξεπεράσει.

Εμείς συναντάμε ευκαιρίες και συχνά τις αφήνουμε να περάσουν.

Εκείνη πιέζει.

Εμείς καθησυχάζουμε.

Εκείνη διεκδικεί.

Εμείς εξηγούμε γιατί είμαστε “καλά παιδιά” – σε ένα σύγχρονο κόσμο ανάστατο, που κανείς δεν δίνει σημασία πια στα “καλά παιδιά”…

Εκείνη οικοδομεί επιρροή.

Εμείς διακηρύσσουμε «φιλία» με όσους μας απειλούν!

Εκείνη θέλει να γίνει περιφερειακή δύναμη.

Εμείς διστάζουμε, μήπως η διεκδίκηση του δικού μας ρόλου ενοχλήσει κάποιον.

Αυτό πρέπει να τελειώσει!

* Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει επιθετική.

Χρειάζεται να γίνει παρούσα. Και Αξιόπιστη…

Δεν χρειάζεται να ψάχνει εχθρούς.

Χρειάζεται να αναγνωρίζει τους πραγματικούς φίλους της.

Δεν χρειάζεται να κόψει τις γέφυρες με την Τουρκία.

Χρειάζεται να πάψει να στρώνει μόνη της τον δρόμο στην Τουρκία.

Γιατί η Τουρκία θα συνεχίσει να πιέζει.

Θα συνεχίσει να αναζητά όπλα.

Θα συνεχίσει να εκμεταλλεύεται τις αντιθέσεις των μεγάλων δυνάμεων.

Θα συνεχίσει να διεκδικεί.

Και αν εμείς συνεχίσουμε να αποκαλούμε

«φιλία» την υποχώρηση,

«σταθερότητα» την αδράνεια

και «επιτυχία» την απουσία κρίσης,

κάποια στιγμή θα ανακαλύψουμε κάτι πολύ δυσάρεστο:

η Τουρκία θα έχει γίνει περιφερειακός ηγεμόνας — κι εμείς θα έχουμε αυτοϋποβιβαστεί σε παρατηρητή της δικής μας ανυπαρξίας.

Μαζί, και της ανυπαρξίας της Ευρώπης…

Οι ευκαιρίες δεν χάνονται όλες μαζί.

Χάνονται μία-μία.

Μέχρι να μην υπάρχουν άλλες.

Και τότε θα είναι πολύ αργά.

* Η “Συμφωνία των Αθηνών” που τώρα έχει οριστικά χρεοκοπήσει,

– αλλά ακόμα δεν έχει οριστικά εγκαταλειφθεί – δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό.

Είναι ένα ακόμα σύμπτωμα της Παρακμής του πολιτικού συστήματος, για την οποία μίλησε χθες και ο Αντώνης Σαμαράς.

Η Ελλάδα αγοράζει Belharra και Rafale, αλλά την ίδια στιγμή παραιτείται από την υπεράσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων (ορίζει την “κόκκινη γραμμή” στα 6 μίλια!) και διακηρύσσει τη… “φιλία” της με εκείνους που της τα καταπατούν. Την ίδια στιγμή ξεπλένει την Τουρκία, ώστε να εξοπλιστεί κι εκείνη με οπλικά συστήματα που πριν δεν της τα έδιναν.

Η Ελλάδα ακυρώνει την Αποτροπή της και απογοητεύει συνεχώς δυνητικούς συμμάχους της στην περιοχή.

Η Ελλάδα δεν αξιοποιεί ούτε τις δυνατότητές που έχει

ούτε τις ευκαιρίες που της παρουσιάζονται.

Ούτε οικονομικά, ούτε διπλωματικά, ούτε γεωπολιτικά.

* Κι αν πάμε ακόμα βαθύτερα: Στην Ελλάδα το πολιτικό σύστημα δεν εκπροσωπεί τη χώρα στο εξωτερικό, αλλά το “Εξωτερικό”μέσα στη χώρα!

Δεν οικοδομεί συμμαχίες έναντι κοινού εχθρού.

Αναζητεί προστάτες! Που εμφανίζονται όλο και πιο απρόθυμοι…

Και δεν θέλει ούτε να εμπνεύσει ούτε να εκπροσωπήσει τους Έλληνες.

Επιδιώκει απλώς να τους “ελέγξει”.

Και γι’ αυτό απογοητεύει όλο και περισσότερους.

Να τους ελέγξει για λογαριασμό μιας “δυτικής πολιτικής” που είτε είναι βαθιά διχασμένη, είτε έντονα αμφισβητούμενη στο εσωτερικό των χωρών της Δύσης.

Η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι “Προπύργιο” της Ευρώπης και της Δύσης στην περιοχή – και γίνεται η “Αχίλλειος πτέρνα” της.

Και η Ευρώπη θα μπορούσε να είναι η “ατμομηχανή” της Δυτικής επιρροής στον κόσμο – και κοντεύει να γίνει η “μαύρη Τρύπα” της Δύσης.

Ό,τι άλλο συμβεί δίπλα μας ή γύρω μας,

η Ελλάδα πρέπει να σταθεί όρθια στα πόδια της

και να σταματήσει τον κατήφορο της Παρακμής της…

Κι ίσως έτσι βοηθήσουμε πραγματικά, την αληθινή Ευρώπη.

Αλλά για την ώρα πρέπει να σώσουμε τους εαυτούς μας.

Είναι πιο “επείγον” απ’ ό,τι φανταζόμαστε

και λιγότερο “ανέφικτο” απ’ ό,τι προσπαθούν να μας πείσουν…

 

 

 

 

 

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Επιπτώσεις συνεχών παρατάσεων επαναφοράς ελέγχου εσωτερικών συνόρων στη λειτουργία του Σένγκεν

Οι διαδοχικές παρατάσεις των γερμανικών συνοριακών ελέγχων δοκιμάζουν στην πράξη την ελεύθερη κυκλοφορία στον χώρο Σένγκεν. Με το Βερολίνο να επικαλείται μεταναστευτικές πιέσεις και απειλές για τη δημόσια ασφάλεια, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητά επαρκέστερη τεκμηρίωση και σταδιακή άρση των ελέγχων, το ερώτημα γίνεται επιτακτικό: πότε ένα προσωρινό μέτρο αρχίζει να μετατρέπεται σε μόνιμο καθεστώς;

Δημοσιεύτηκε

στις

Το καθεστώς της επαναφοράς/παράτασης του ελέγχου των συνόρων στα εσωτερικά σύνορα των Κρατών – Μελών Schengen διέπεται από το άρθρο 25 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/399, όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1717, συγκεκριμένα:

Όταν απαιτείται άμεση δράση για «απρόβλεπτες απειλές», ένα Κράτος-Μέλος μπορεί να επαναφέρει ελέγχους μέγιστης αρχικής διάρκειας ως ένα μήνα. Αν η απειλή επιμένει, μπορεί να παραταθεί με ανώτατο συνολικό όριο τους τρεις μήνες.

Για «προαναγγελλόμενες ή αναμενόμενες απειλές», η αρχική επαναφορά μπορεί να γίνει για χρονικό διάστημα μέγιστης διάρκειας έξι μηνών. Κάθε παράταση μπορεί να διαρκεί ως έξι μήνες, με ανώτατο συνολικό όριο τα δύο έτη.

Σ’ εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου η «σοβαρή απειλή» επιμένει μετά το πέρας των δύο ετών, επιτρέπεται η παράταση των ελέγχων για επιπλέον έξι μήνες κάθε φορά, με απόλυτο μέγιστο όριο το ένα επιπλέον έτος (συνολικά 3 έτη). Ωστόσο, αυτό απαιτεί ειδική κοινοποίηση, επικαιροποιημένη εκτίμηση κινδύνου και ενεργοποιεί αυστηρότερο έλεγχο αναλογικότητας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Οι έλεγχοι πρέπει να επιβάλλονται μόνο ως έσχατη ανάγκη. Τα Κράτη-Μέλη υποχρεούνται πλέον:

• Ν’ αποδεικνύουν ότι εξέτασαν εναλλακτικά μέτρα, όπως η αυξημένη αστυνομική συνεργασία ή οι στοχευμένοι έλεγχοι σε παραμεθόριες ζώνες αντί για πλήρεις συνοριακούς ελέγχους.

• Να υποβάλλουν λεπτομερή εκτίμηση κινδύνου (risk assessment) που να δικαιολογεί ότι η κλίμακα και διάρκεια των ελέγχων δεν υπερβαίνουν το απολύτως απαραίτητο.

Αν οι έλεγχοι παρατείνονται για περισσότερους από δώδεκα μήνες συνολικά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποχρεούται (άρθρο 27α) να εκδώσει επίσημη γνώμη (opinion), ενώ δύναται να ξεκινήσει και διαδικασία διαβούλευσης μεταξύ των εμπλεκόμενων Κρατών-Μελών.

Η γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περιλαμβάνει τουλάχιστον:

• αξιολόγηση του κατά πόσο η επαναφορά ή η επέκταση του ελέγχου συνόρων στα εσωτερικά σύνορα συμμορφώνεται με τις αρχές της αναγκαιότητας και αναλογικότητας

• αξιολόγηση του κατά πόσο διερευνήθηκαν επαρκώς εναλλακτικά μέτρα για την αντιμετώπιση της σοβαρής απειλής.

Επαναφορά ελέγχου στα κοινά της χερσαία (εσωτερικά) σύνορα της Γερμανίας

Από το Σεπτέμβριο 2024, η Γερμανία επανέφερε τους ελέγχους στα κοινά της χερσαία (εσωτερικά) σύνορα με Γαλλία, Λουξεμβούργο, Βέλγιο, Ολλανδία, Δανία, Ελβετία, Αυστρία, Τσεχία και Πολωνία και τους διατήρησε με διαδοχικές εξάμηνες παρατάσεις, λόγω μεταναστευτικών πιέσεων, πίεσης στο σύστημα υποδοχής ασύλου, λαθρεμπορίου και πιέσεων στη δημόσια ασφάλεια.

Στις 02 Ιουνίου 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε γνώμες για εννέα χώρες, μεταξύ αυτών και για τη Γερμανία [έγγραφο C (2026) 3557], με τις οποίες είχε εκφράσει επιφυλάξεις για την αναγκαιότητα και αναλογικότητα των ελέγχων σ’ όλα τα εσωτερικά σύνορα χωρίς διάκριση, συστήνοντας τη σταδιακή κατάργησή τους.

Ειδικά για τη Γερμανία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ότι οι κοινοποιήσεις (παράτασης επαναφοράς ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα) δεν τεκμηριώνουν επαρκώς γιατί χρειάζονται έλεγχοι σ’ όλα τα κοινά χερσαία σύνορα χωρίς διάκριση, γιατί επιλέγονται εξάμηνες περίοδοι κι όχι συντομότερες, ούτε γιατί δεν αρκούν εναλλακτικά μέτρα (π.χ. στοχευμένοι αστυνομικοί έλεγχοι). Συνέστησε σταδιακή κατάργηση των εσωτερικών ελέγχων, ωστόσο δεν διαπίστωσε ρητά ότι οι έλεγχοι αυτοί είναι ασύμβατοι με το δίκαιο της Ένωσης και, συνεπώς, δεν τους σταμάτησε.

Η τελευταία παράταση (16/09/2026 – 15/03/2027), κοινοποιήθηκε τον Αύγουστο 2026 στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στ’ άλλα Κράτη-Μέλη από το Γερμανό Υπουργό Εσωτερικών Alexander Dobrindt, μ’ επίσημη αιτιολογία τις συνεχιζόμενες σοβαρές απειλές για τη δημόσια ασφάλεια και τάξη, λόγω: υψηλών επιπέδων παράνομης μετανάστευσης, πίεσης στο σύστημα υποδοχής ασύλου, καθώς και της επίδρασης της διεθνούς κατάστασης ασφαλείας (πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας, κατάσταση στη Μέση Ανατολή και στην Κεντρική Ασία).

Η παράταση αυτή καταχωρήθηκε στο Μητρώο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ισχύει. Η διατύπωση «ισχύει αν δεν αντιταχθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή» είναι δημοσιογραφική.
Νομικά, το μέτρο ενεργοποιείται με την κοινοποίηση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί ν’ ασκήσει διαδικασία παράβασης, αλλά ως τώρα δεν έχει μπλοκάρει τις παρατάσεις της επαναφοράς ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα της Γερμανίας.

Με αφορμή τις διαδοχικές παρατάσεις που έχουν σημειωθεί στην επαναφορά ελέγχων στα εσωτερικά (κοινά χερσαία) σύνορα της Γερμανίας με τις εννέα γειτονικές της χώρες, εγείρονται γενικοί και σοβαροί προβληματισμοί:

• Αρχικά, οι συνεχείς παρατάσεις επαναφοράς των εσωτερικών ελέγχων και, συνεπώς της αναστολής λειτουργίας του Σένγκεν στο συγκεκριμένο είδος συνόρων (εν προκειμένω στα χερσαία σύνορα) για διάστημα δύο ετών, με πιθανότητα να διευρυνθεί συνολικά σε 3 έτη (ήδη το Μάρτιο 2027 θα είναι 2,5 χρόνια επαναφοράς εσωτερικών ελέγχων) εγείρουν θεμελιώδεις και σοβαρές αιτιάσεις αμφισβήτησης της ομαλής κι εύρυθμης λειτουργίας του χώρου Σένγκεν, καθώς και της βασικής φιλοσοφίας του χώρου Σένγκεν «ως χώρου ελευθερίας ασφάλειας και δικαιοσύνης», λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι Γερμανικές Αρχές δεν αιτιολόγησαν επαρκώς: την ανάγκη ελέγχων στα κοινά χερσαία σύνορα της Γερμανίας μ’ όλες τις γειτονικές της χώρες, χωρίς διάκριση, γιατί επέλεξαν εξάμηνες κι όχι συντομότερες περιόδους, καθώς και γιατί δεν αρκούν εναλλακτικά μέτρα αντί για συνεχόμενες παρατάσεις επαναφοράς των εσωτερικών ελέγχων

• Αν «οποιεσδήποτε σοβαρές απειλές στα σύνορα» δεν αιτιολογούνται κατάλληλα ή δεν είναι δυνατό ν’ αντιμετωπιστούν σε διάστημα έξι μηνών ή ενός έτους, από τις αρχές μίας χώρας όπως η Γερμανία των 85 εκατ. κατοίκων, η οποία διαθέτει επαρκή αριθμό αστυνομικών και συνοριοφυλάκων σ’ όλα τα σύνορά της (εξωτερικά κι εσωτερικά), τότε τίθενται στο τραπέζι γενικοί προβληματισμοί για τη συνολική κι εύρυθμη λειτουργία του χώρου Σένγκεν, ειδικά όσον αφορά μικρότερα Κράτη-Μέλη σε πληθυσμό, υποδομές/δυνατότητες/μέσα και προσωπικό επιβολής του νόμου

• Ενώ η Γερμανία διατηρεί, από το Σεπτέμβριο 2024, την επαναφορά ελέγχων στα κοινά χερσαία της (εσωτερικά) σύνορα με γειτονικά Κράτη – Μέλη, λόγω μεταναστευτικών πιέσεων, πίεσης στο σύστημα υποδοχής ασύλου, λαθρεμπορίου και πιέσεων στη δημόσια ασφάλεια, η Ελλάδα, παρότι τη θερινή περίοδο 2025 επικαλέστηκε «κατάσταση ανωτέρας βίας», λόγω των αυξημένων προσφυγικών – μεταναστευτικών ροών δια θαλάσσης, από την Ανατολική Λιβύη στα νησιά Γαύδο και Κρήτη, καθώς και της συνακόλουθης μεγάλης πίεσης στο εθνικό μας σύστημα υποδοχής και ασύλου (με την πίεση αυτή στο σύστημα υποδοχής και ασύλου μάλιστα να εκδηλώνεται και φέτος κατά τη θερινή περίοδο 2026), δεν αιτήθηκε την επαναφορά ελέγχων στα εσωτερικά της σύνορα

• Με βάση πρόσφατα περιστατικά επιθέσεων, από υπηκόους τρίτων χωρών, στη Γερμανία αλλά και σε άλλα Κράτη – Μέλη ΕΕ, σε ανυποψίαστους πολίτες, η παραβατικότητα κάποιων από τους οποίους ήταν ήδη γνωστή στις αρχές επιβολής του νόμου, είναι προφανές ότι η αποτελεσματικότητα των ελέγχων στα σύνορα συνδέεται άμεσα με το επίπεδο και την ποιότητα της εσωτερικής ασφάλειας των Κρατών – Μελών ΕΕ, ενώ εγείρονται επίσης ερωτήματα γιατί αυτοί κυκλοφορούσαν ελεύθεροι ή γιατί δεν είχαν απελαθεί από την ΕΕ.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Το καλωσόρισμα της Γκίλφοϊλ στον Ρούμπιο και το like στην παρέμβαση Σαμαρά

Η Αμερικανίδα πρέσβης προβάλλει άμυνα, ενέργεια και επενδύσεις ως προτεραιότητες της επίσκεψης Ρούμπιο. Εντύπωση προκάλεσε η διαδικτυακή αντίδρασή της σε ανάρτηση με την κριτική του πρώην πρωθυπουργού.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τη στρατηγική σημασία της επίσκεψης του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα υπογράμμισε η πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκιλφόιλ, συνδέοντας τον 6ο Στρατηγικό Διάλογο των δύο χωρών με την αμυντική συνεργασία, την ενέργεια, το εμπόριο και τις επενδύσεις.

Σε ανάρτησή της το βράδυ της Τρίτης 6 Οκτωβρίου, η Αμερικανίδα πρέσβης καλωσόρισε τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, ο οποίος ηγείται της αμερικανικής αντιπροσωπείας, και χαρακτήρισε την επίσκεψη ένδειξη της ισχύος της διμερούς συμμαχίας.

«Η εταιρική σχέση ΗΠΑ–Ελλάδας δεν ήταν ποτέ ισχυρότερη», ανέφερε, τονίζοντας ότι οι δύο χώρες εργάζονται για ένα ασφαλέστερο και ευημερούν μέλλον, τόσο για τις ίδιες όσο και για την περιοχή.

Οι προτεραιότητες της Ουάσιγκτον

Η Γκιλφόιλ ενέταξε την επίσκεψη Ρούμπιο στην προώθηση των προτεραιοτήτων του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, κατονομάζοντας τρεις βασικούς τομείς: την αμυντική συνεργασία, το εμπόριο και τις επενδύσεις, καθώς και την ενεργειακή συνεργασία.

Η αναφορά της αποτυπώνει το εύρος της ατζέντας του Στρατηγικού Διαλόγου. Πέρα από τις διπλωματικές επαφές, η αμερικανική πλευρά δίνει έμφαση στις οικονομικές και ενεργειακές σχέσεις, παράλληλα με τη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας.

Η ίδια σημείωσε ότι η παρουσία του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών υπογραμμίζει τη δύναμη της συμμαχίας και την κοινή δέσμευση για την περαιτέρω ανάπτυξή της.

Το like στην ανάρτηση για τον Σαμαρά

Παράλληλα, ενδιαφέρον προκάλεσε μια διαφορετική κίνηση της πρέσβεως στα κοινωνικά δίκτυα: το like σε ανάρτηση που παρουσίαζε την κριτική του Αντώνη Σαμαρά για τη Βόρεια Μακεδονία και τις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις.

Στην ανάρτηση περιλαμβάνονταν οι θέσεις του πρώην πρωθυπουργού για τις δηλώσεις της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σχετικά με την ταυτότητα, τη γλώσσα και τον πολιτισμό της Βόρειας Μακεδονίας.

Ο Αντώνης Σαμαράς είχε επίσης επικρίνει τη συμφωνία που συνέδεσε την επιστροφή 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων στην Ελλάδα με την παράδοση των λειψάνων του τσάρου Σαμουήλ στη Βουλγαρία. Υποστήριξε ότι η Αθήνα όφειλε να διεκδικήσει το σύνολο των θρησκευτικών θησαυρών που αφαιρέθηκαν κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κάνοντας λόγο για υποχώρηση της ελληνικής πλευράς.

Η Γκιλφόιλ ακολουθεί, μεταξύ άλλων πολιτικών προσώπων, και τον λογαριασμό του πρώην πρωθυπουργού. Ο λόγος του συγκεκριμένου like, ωστόσο, δεν έχει διευκρινιστεί. Η διαδικτυακή αντίδραση δεν αρκεί για να συναχθεί ότι η πρέσβης υιοθετεί το σύνολο των θέσεων της ανάρτησης ή ότι αυτές εκφράζουν την επίσημη αμερικανική πολιτική.

Το σαφές δημόσιο μήνυμά της αφορά την ενίσχυση της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας. Η επίσκεψη Ρούμπιο και οι εργασίες του Στρατηγικού Διαλόγου αποτελούν το πεδίο στο οποίο αυτό το μήνυμα καλείται να αποκτήσει συγκεκριμένο περιεχόμενο.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Συμπτώματα Παρακμής…

Η Τουρκία διεκδικεί ξανά πρόσβαση στη δυτική αμυντική αγορά, ενώ η Ελλάδα καλείται να μετατρέψει τους εξοπλισμούς και τις συμμαχίες...

Αναλύσεις3 ώρες πριν

Επιπτώσεις συνεχών παρατάσεων επαναφοράς ελέγχου εσωτερικών συνόρων στη λειτουργία του Σένγκεν

Οι διαδοχικές παρατάσεις των γερμανικών συνοριακών ελέγχων δοκιμάζουν στην πράξη την ελεύθερη κυκλοφορία στον χώρο Σένγκεν. Με το Βερολίνο να...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Παρουσίαση του βιβλίου «Στέλιος Καζαντζίδης: Δεν με σβήνει κανένας» στη Βέροια την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου

Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί στην Αντωνιάδειο Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, στη Σκηνή «Οδυσσέας Γωνιάδης», με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Ελληνική NAVTEX για αεροναυτική άσκηση στη θάλασσα του Καστελλόριζου

Αεροναυτική άσκηση χωρίς πυρά, νοτιοανατολικά της Ρόδου και στις θαλάσσιες προσβάσεις του συμπλέγματος του Καστελλόριζου

Πολιτική8 ώρες πριν

Η αναφορά του Γεραπετρίτη στην Κύπρο μπροστά στον Ρούμπιο! “Αναγκαία η λύση επανένωσης”

Ο κ. Γεραπετρίτης υπογράμμισε ιδιαίτερα τη σημασία της Κύπρου για την περιφερειακή ασφάλεια, τονίζοντας την ανάγκη επανένωσης της νήσου με...

Δημοφιλή