Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Μήπως Ακυρώθηκαν από το Λόμπυ του Ισραήλ τα Δικαιώματα της 1ης Τροπολογίας του Συντάγματος των ΗΠΑ;*

Δημοσιεύτηκε στις

Paul Craig Roberts
 «Είναι ανειλικρίνεια να αρνούνται την επιρροή
αυτής της μικρής μειονότητας στην αμερικανική ζωή. Αυτή η επιρροή γίνεται
πρόβλημα όταν χρησιμοποιείται για την φίμωση του ελεύθερου λόγου»
 [Το κατωτέρω άρθρο
του διεθνώς διάσημου Αμερικανού καθηγητή, συγγραφέα, τέως υπουργού και τέως
αρχισυντάκτη της 
Wall Street Journal, πραγματεύεται ένα
θέμα ταμπού, που διεθνώς αποφεύγεται με φόβο, αλλά είναι ωστόσο πολύ υπαρκτό,
υποκαίον  και απειλητικά διογκούμενο. 
Το θέμα-ταμπού με το οποίο καταπιάνεται εδώ ο Δρ. Ρόμπερτς
αφορά στο μοναδικό προνόμιο του ακαταδίωκτου και της πλήρους ασυλίας και από
την απλή κριτική που έχει κατορθώσει να επιβάλει ευρύτατα ένα έθνος, χάρις στην
οικονομική και πολιτικήν ισχύ των 
ομογενειακών δορυφόρων του σε διάφορες χώρες της Δύσης και κυρίως στις
ΗΠΑ. Οποιαδήποτε κριτική ενεργειών αυτού του κράτους ή ομοεθνών του σε ξένη
χώρα στιγματίζεται άμεσα, από συγχορδία οργάνων, ως βαρύτατο ηθικό αμάρτημα και
επισύρει συντριπτικές κοινωνικές, οικονομικές και ποινικές ενίοτε κυρώσεις.
Το κατωτέρω άρθρο αποτελεί κρούσμα των αυξανομένων εκρήξεων  μιας καταπιεσμένης δυσφορίας  για τον 
ακρωτηριασμό της ελευθερίας του λόγου -αισθήματος  που παροξύνεται τώρα με την εμπρηστική
εκστρατεία  του προέδρου Τραμπ εναντίον
του Ιράν και της διεθνούς πυρηνικής συμφωνίας με την Τεχεράνη
Παρουσίαση: Μιχαήλ Στυλιανού

Το κατά πολύ ισχυρότερο συγκρότημα άσκησης πίεσης στην Αμερική

Το Λόμπυ του Ισραήλ έδειξε την δύναμή του,
πάνω στις αντιλήψεις και την ικανότητα άσκησης της ελευθερίας του λόγου, μέσω
της επιρροής του στα ΜΜΕ, την Ψυχαγωγία και την ικανότητα να εμποδίζει
διορισμούς στα πανεπιστήμια, όπως των καθηγητών Νorman Finkelstein και Steven Salaita.
Πράγματι η ισχύς του Ισραηλινού Λόμπυ είναι
τόσο ευρύτατα αναγνωρισμένη και εμπνέουσα φόβο, ώστε εκδότες, παραγωγοί
(ταινιών) και επιτροπές προσλήψεων στα πανεπιστήμια προδικάζουν τις αντιρρήσεις
του λόμπυ και αποφεύγουν συγγραφείς, θέματα (βιβλίων ή ταινιών) και καθηγητών
που είναι απαράδεκτοι σ’ αυτό το συγκρότημα πίεσης.
Το τελευταίο παράδειγμα είναι της επιθεώρησης
«Αμερικανός Συντηρητικός» που απέλυσε τον πρώην αξιωματικό της CIA Phillip Giraldi, ο οποίος είχε
γράψει ένα άρθρο στην ιστοσελίδα Unz Revιew για την επιρροή του Ισραήλ στην
διαμόρφωση της αμερικανικής πολιτικής στην Μέση Ανατολή. Το άρθρο δεν έλεγε
τίποτα περισσότερο από αυτά που είχε γράψει προηγουμένως η ισραηλινή εφημερίδα  Haaretz.
Ο 
εκδότης του περιοδικού, του οποίου ο Τζιράλντι ήταν τακτικός συνεργάτης
από δεκαπενταετίας, τρομοκρατήθηκε ότι το περιοδικό του συνεργαζόταν με έναν
επικριτή του Ισραήλ και γρήγορα έβαλε τέρμα στην συνεργασία.
Η
εξευτελιστική δειλία που επέδειξε ο εκδότης του American Conservative δίνει το
ακριβές μέτρο της ισχύος του Ισραηλινού Λόμπυ.
Πολλοί ψημένοι εμπειρογνώμονες πιστεύουν ότι
χωρίς την επιρροή του Ισραηλινού Λόμπυ, ιδιαίτερα όπως ασκείται από τους  Ισραηλίτες Νέο-συντηρητικούς, οι ΗΠΑ δεν θα
βρίσκονταν σε πόλεμο στην Μέση Ανατολή και στην Αφρική τα τελευταία 16 χρόνια.
Αυτοί οι πόλεμοι δεν έκαναν στις ΗΠΑ τίποτα εκτός από ζημιά: κόστισαν στους
φορολογουμένους τρισεκατομμύρια δολάρια και προκάλεσαν μεγάλην έκταση θανάτου
και καταστροφής και ένα τεράστιο κύμα προσφύγων στην Ευρώπη.
Για μιαν υπερδύναμη όπως οι ΗΠΑ  το να μην ελέγχει την εξωτερική πολιτική της
είναι ένα σοβαρό πρόβλημα. Ο Τζιράλντι έχει δίκιο και ενήργησε πατριωτικά
εκφράζοντας αυτή την ανησυχία.

Ο Τζιράλντι προβαίνει σε σώφρονες υποδείξεις
για την διόρθωση της απουσίας ελέγχου της Ουάσιγκτον στην ίδια την πολιτική
της. Αλλά αντί ανάλυσης και συζήτησης των προτάσεων του Τζιράλντι, το
αποτέλεσμα ήταν η τιμωρία του από τον εκδότη ενός συντηρητικού οργάνου που πρόλαβε
τις επιθυμίες του Ισραηλινού Λόμπυ.

Οι Αμερικανοί θα πρέπει να αναλογιστούν πως το
Ισραήλ είναι η μόνη χώρα στη γη που απαγορεύεται να επικρίνεις. Οποιοδήποτε επικρίνει την πολιτική του Ισραήλ,
ειδικότερα με τους Παλαιστινίους, ή σχολιάζει την επιρροή του Ισραήλ,
στιγματίζεται ως «αντί-σημίτης». Ακόμη και ήπιοι επικριτές, που  προσπαθούν να οδηγήσουν το Ισραήλ μακριά από
την διάπραξη σφαλμάτων, όπως ο πρώην Πρόεδρος Τζίμη Κάρτερ, στιγματίζονται ως
«αντί-σημίτες». Με τον χαρακτηρισμό «αντί-σημίτης» αυτό που
επιδιώκει το Ισραηλινό Λόμπυ είναι να στιγματίσει την κριτική σαν μιαν εκδήλωση
απέχθειας ή μίσους για τους Εβραίους. Με άλλα λόγια η κριτική παρουσιάζεται ως
απλή έκφραση της προσωπικής αποστροφής προς τον Εβραϊσμό. ΄Ενας επίμονος κριτής
θα κατηγορηθεί πιθανότατα ότι προσπαθεί να προκαλέσει ένα νέο ολοκαύτωμα.
Μπορείτε να επικρίνετε την πολιτική της
Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας, της Βρετανίας, της Ιταλίας, της
Βραζιλίας, του Μεξικού, της Ρωσίας, της Κίνας, του Ιράν, των ΗΠΑ και
οποιασδήποτε άλλης χώρας, χωρίς να χαρακτηριστείτε αντί-Γερμανός, αντί-Γάλλος,
αντί-Βρετανός, αντί-Αμερικανός  κοκ.. -αν
και η αμερικανική πολιτική στην Μέση Ανατολή είναι τόσο πιστά ευθυγραμμισμένη
με του Ισραήλ ώστε το Ισραηλινό Λόμπυ θεωρεί τους επικριτές της αμερικανικής
πολιτικής στην Μέση Ανατολή ως εχθρούς του Ισραήλ.
Παρά τις αποτυχίες της αμερικανικής πολιτικής
στην Μέση Ανατολή, γίνεται ολοένα πιο δύσκολο να την επικρίνεις, χωρίς να
κατηγορηθείς για έλλειψη πατριωτισμού ή ως «ισλαμόφιλος» και «αντί-σημίτης».
Η δύναμη του Ισραηλινού Λόμπυ φαίνεται σε
πολλές εκδηλώσεις. Για παράδειγμα, το αμερικανικό Κογκρέσο ζητεί το τηλεοπτικό
δίκτυο R T (Russia Today), μια ειδησεογραφική υπηρεσία, να καταγραφεί ως
πράκτορας (εντολοδόχος) της Ρωσίας, αλλά η AIPAC (American Israel Public Affairs Committee), προ της οποίας
κάθε χρόνο το Αμερικανικό Κογκρέσο ομνύει πίστη και υποταγή, δεν έχει
καταγραφεί ως πράκτορας του Ισραήλ.
Οι πολλές ανωμαλίες στην εξουσία του
Ισραηλινού Λόμπυ περνούν απαρατήρητες. Για παράδειγμα ο Αντιδυσφημιστικός
Σύνδεσμος (ADL) ορίζει την
επίκριση των πολιτικών ενεργειών του Ισραήλ ως δυσφήμηση και στιγματίζει τους
επικριτές ως «αντί-σημίτες». Με άλλα λόγια ο ίδιος ο αντιδυσφημιστικός
σύνδεσμος επιδίδεται συστηματικά στο έργο της δυσφήμησης και της εξύβρισης. Το
οξύμωρο ενός οργανισμού που συστήθηκε για την καταπολέμηση της δυσφήμησης και
ωστόσο έχει την άσκηση της δυσφήμησης ως αποκλειστικό έργο του περνά ωστόσο
απαρατήρητο.

Το Ισραήλ είναι πολύ υπερήφανο για την εξουσία
του πάνω στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Ισραηλινοί πολιτικοί ηγέτες έχουν μιαν
ιστορία κομπασμών για την εξουσία τους επί της Αμερικής. Αλλά εάν ένας
Αμερικανός διαμαρτυρηθεί γι’ αυτό, είναι «εχθρός των Εβραίων». Ο μόνος ασφαλής
τρόπος για έναν Αμερικανό να επισύρει την προσοχή στην εξουσία του Ισραήλ πάνω
στις ΗΠΑ είναι να καυχηθεί γι’ αυτό. Είναι εντάξει να αναγνωρίζεις την ισχύ
επιρροής του Ισραήλ επί των ΗΠΑ, εάν το παρουσιάσεις υπό θετικό φωτισμό, αλλά
όχι αν διαμαρτύρεσαι γι’ αυτό.
΄Ετσι, ας το θέσω με την ακόλουθη διατύπωση: Η
μοναδική ικανότητα του Ισραήλ να στιγματίζει κάθε επίκριση της πολιτικής του ως
μια ωμή έκφραση αντί-εβραϊκού αισθήματος είναι η μεγίστη επιτυχία της τεχνικής
των δημοσίων σχέσεων στην ιστορία των δημοσίων σχέσεων. Η βλακεία του «γκόυ»
(μη Εβραίου) εύκολα υποτάσσεται από τον ικανότερο. Μπράβο στο Ισραήλ για το
περδίκλωμα των χοντροκέφαλων Αμερικάνων και την υφαρπαγή της εξωτερικής
πολιτικής τους.
΄Ισως θα έπρεπε το Ισραήλ να αναλάβει και την
εσωτερική αμερικανική πολιτική. ΄Η μήπως το έχει ήδη κάνει;  ΄Εχουν περάσει τριάντα χρόνια από τότε που η
Ομοσπονδιακή Τράπεζα είχε ένα μη-Ισραηλίτη διοικητή και κατά τελευταία τρία
χρόνια ο Στάνλεϋ Φίσερ, πρώην πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας του Ισραήλ είναι
υποδιοικητής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ.
Από την περίοδο του καθεστώτος Κλίντον, οι
υπουργοί Οικονομικών κατά πλειονότητα Ισραηλίτες. Μπορούμε να πούμε ότι το
χρηματιστηριακό ταλέντο τους τούς καθιστά φυσικούς υποψηφίους γι’ αυτές τις
θέσεις, αλλά θα ήταν ανειλικρίνεια να αρνηθεί κανείς την επιρροή αυτής της
μικρής μειονότητας στη ζωή της Αμερικής. Και αυτή η επιρροή γίνεται πρόβλημα
όταν χρησιμοποιείται για την φίμωση του ελεύθερου λόγου.
Και ιδού του άρθρο του Τζιράλντι «Πως με απέλυσαν»:

*Η Πρώτη τροπολογία του Αμερικανικού
Συντάγματος κατοχυρώνει τα Δικαιώματα της Ελευθερίας του Λόγου, του Τύπου και
του Θρησκεύματος.

Has the Israel Lobby Destroyed Americans’ First Amendment Rights?

The most powerful lobby group in America, by far
“Israel’s unique ability to discredit all criticism of its policies as a mere expression of anti-Jewish sentiment is the greatest public relations success in the history of PR”   
“It is disingenuous to deny the influence of this small minority in American life. This influence becomes a problem when it is used to silence free speech.”
The Israel Lobby has shown its power over Americans’ perceptions and ability to exercise free speech via its influence in media, entertainment and ability to block university tenure appointments, such as those of Norman Finkelstein and Steven Salaita .
Indeed, the power of the Israel Lobby is today so widely recognized and feared that editors, producers, and tenure committees anticipate the lobby’s objections in advance and avoid writers, subjects, and professors judged unacceptable to the lobby.
The latest example is The American Conservative’s firing of former CIA officer Philip Giraldi. http://www.informationclearinghouse.info/47942.htm Giraldi wrote an article for the Unz Review about Israel’s influence over American foreign policy in the Middle East.http://www.unz.com/pgiraldi/americas-jews-are-driving-americas-wars/ The article didn’t say anything that the Israeli newspaper Haaretz hadn’t said already.
The editor of The American Conservative, where Giraldi had been a contrubutor for a decade and a half, was terrified that the magazine was associated with a critic of Israel and quickly terminated the relationship. Such abject cowardice as the editor of The American Conservative showed is a true measure of the power of the Israel Lobby.
These wars have done nothing for the US but harm, and they have cost taxpayers trillions of dollars and caused extensive death and destruction in seven countries and a massive refugee flow into Europe.
For a superpower such as the United States not to be in control of its own foreign policy is a serious matter. Giraldi is correct and patriotic to raise this concern.
Giraldi makes sensible recommendations for correcting Washington’s lack of control over its own policy. But instead of analysis and debate of Giraldi’s proposals, the result is Giraldi’s punishment by an editor of a conservative publication anticipating the Israel Lobby’s wishes.
Americans should think about the fact that Israel is the only country on earth that it is impermissible to criticize.
Anyone who criticizes Israeli policy, especially toward the Palestinians, or remarks on Israel’s influence, is branded an “anti-semite.” Even mild critics who are trying to steer Israel away from making mistakes, such as former President Jimmy Carter, are branded “anti-semites.”
The Israel Lobby’s purpose in labeling a critic an “anti-semite” is to discredit the criticism as an expression of dislike or hatred of Jews. In other words, the criticism is presented as merely an expression of the person’s aversion to Jewishness. A persistent critic is likely to be charged with trying to incite a new holocaust.
image
It is possible to criticize the policy of Germany, France, Spain, UK, Italy, Brazil, Mexico, Russia, China, Iran, the US, indeed, every other country without being called anti-German, Anti-French, Anti-British, Anti-American, etc., although US policy in the Middle East is so closely aligned with Israel’s that the Israel Lobby regards critics of US Middle East policy as hostile to Israel.
Despite the failures of US policy, it is getting more and more difficult to criticize it without the risk of being branded “unpatriotic,” and possibly even a “Muslim sympathizer” and “anti-semite.”

The power of the Israel Lobby is seen in many places. For example, the US Congress demands that RT, a news service, register as a Russian agent, but AIPAC, before whom every year the US Congress pays its homage and submission, does not have to register as an Israeli agent.

The many anomalies in the Israel Lobby’s power pass unremarked. For example, the Anti-Defamation League (ADL) defines criticism of Israeli policies as defamation and brands critics “anti-semites.” In other words, the ADL itself is set up in the business of defamation or name-calling. The incongriuty of an organization created to oppose defamation engaging in defamation as its sole purpose passes unremarked.
Israel is very proud of its power over the United States. Israeli political leaders have a history of bragging about their power over America. But if an American complains about it, he is a Jew-hater.
The only safe way for an American to call attention to the power Israel has over the US is to brag about it. It is OK to acknowledge Israel’s power if you put it in a good light, but not if you complain about it.
So, let me put it this way: Israel’s unique ability to discredit all criticism of its policies as a mere expression of anti-Jewish sentiment is the greatest public relations success in the history of PR. The stupidity of the goy is easily overcome by the more capable Jew. Hats off to Israel for outwitting the dumbshit Americans and taking over their foreign policy.

Perhaps Israel should take over US domestic policy as well. Or have they already? It has been 30 years since the Federal Reserve has had a non-Jewish Chairman, and for the past three years Stanley Fischer, the former chairman of the Central Bank of Israel, has been Vice Chairman of the Federal Reserve.

Since the Clinton regime, the Treasury Secretaries have been predominately Jewish. We can say that their financial talent makes them natural candidates for these positions, but it is disingenuous to deny the influence of this small minority in American life. This influence becomes a problem when it is used to silence free speech.
Here is Giraldi:
Source: The Unz

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις11 λεπτά πριν

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα,...

Ιστορία - Πολιτισμός41 λεπτά πριν

Σήμερα γιορτάζουν τα Σέρβια της Μακεδονίας!

Μετά τη νίκη στο Σαραντάπορο και στα Στενά Πόρτας, η απελευθέρωσή των Σερβίων στις 10 Οκτωβρίου άνοιξε τον δρόμο για...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Συρία: Μυστικές υπηρεσίες και διπλωματία στο προσκήνιο – Η Τουρκία επιχειρεί να εδραιώσει τον ρόλο της απέναντι στο Ισραήλ

Σημαντική διπλωματική κινητικότητα καταγράφεται στον άξονα Άγκυρας–Δαμασκού, με τον υπουργό Εξωτερικών της Συρίας Ασάαντ αλ Σαϊμπάνι να πραγματοποιεί διαδοχικές επαφές...

Διεθνή2 ώρες πριν

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον...

Πολιτική2 ώρες πριν

Ευρωκοινοβούλιο: Σφοδρές καταγγελίες κατά της Τουρκίας για Αιγαίο, Κύπρο και «Γαλάζια Πατρίδα» – Στο επίκεντρο ο GSI

Στο επίκεντρο της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου βρέθηκαν στις 8 Οκτωβρίου οι τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο,...

Δημοφιλή