Η Λέσβος δέχεται τουρκική εισβολή και τίθεται υπό τουρκικό έλεγχο. Παρόλα αυτά, η μονάδα έτοιμου σκυροδέματος της ΑΓΕΤ/Ηρακλής, που είναι εξαγορασμένη από τη γαλλική Lafarge, συνεχίζει να συνεργάζεται με παραστρατιωτικές ομάδες των Γκρίζων Λύκων, συνεχίζοντας απρόσκοπτα την παραγωγή. Τυχόν Γάλλοι υπάλληλοι έχουν επαναπατρισθεί για να λόγους ασφαλείας, αλλά οι Έλληνες συνάδελφοί τους απειλούνται από τον CEO της εταιρείας να συνεχίσουν να δουλεύουν παρά την παράνομη εισβολή.
Για την Ελλάδα είναι ίσως ένα καλό σενάριο μυθιστορήματος.Τα γαλλικά δικαστήρια όμως είναι στο πόδι για να αντιμετωπίσουν μια τέτοια πραγματικότητα με την θυγατρική του κατασκευαστικού κολοσσού Lafarge στη Συρία. Στις 28 Ιουνίου οι Γάλλοι δικαστές άσκησαν ποινική δίωξη εναντίον της Lafarge για συνέργεια σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και έκθεση ανθρώπινων ζωών σε κίνδυνο.
Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι μια υπερ-πολυεθνική, που μετράει σχεδόν δύο αιώνες ζωής με 37.000 υπαλλήλους, με 149 εργοστάσια και με δηλωμένα ετήσια έσοδα άνω των 12 δισ. ευρώ (2015) θα στριμωχνόταν από μερικούς πρώην υπαλλήλους της στην κατεστραμμένη Συρία. Η ιστορία ξεκίνησε τo 2010 όταν ο πολυεθνικός κολοσσός -μέσω της θυγατρικής Lafarge Cement Syria- έθεσε σε λειτουργία εργοστάσιο παραγωγής τσιμέντου στην Jalabiya της νοτιοανατολικής Συρίας. Είχε προηγηθεί η εξαγορά τη εγχώριας τσιμεντοβιομηχανίας από την Lafarge.
Μετά το ξέσπασμα όμως των συγκρούσεων το 2011, έπεσε η παραγωγή του τσιμέντου εκτοξεύοντας τις τιμές στα ύψη. Ενώ οι υπόλοιπες εταιρείες της περιοχής σταμάτησαν την όποια δραστηριότητά τους λόγω του πολέμου, η Lafarge πήρε μια παράτολμη απόφαση: Να παραμείνει στην περιοχή ενώ πλησίαζαν οι ορδές του Ισλαμικού Κράτους. Μέχρι το 2013, το τελευταίο είχε θέσει υπό τον απόλυτο έλεγχό του όλες τις περιοχές γύρω, το εργοστάσιο το οποίο έδειχνε απόρθητο, απολαμβάνοντας μιας περίεργης ασυλίας. Οι πλησιέστερες πόλεις Ράκα και Μανμπίτζ, από όπου κατάγονταν οι υπάλληλοι της εταιρείας είχαν πέσει στα χέρια των τρομοκρατών μέχρι τον Μάρτιο του 2014.
Σύμφωνα με στοιχεία που κατέθεσαν οι καταγγέλοντες, η εταιρεία, έχοντας βάλει στο μάτι τις πρώτες ύλες των περιοχών του ISIS, ήρθε σε επαφή μαζί του μέσω πληρωμένων διαμεσολαβητών. Business us usual! Ποζολάνες και πετρέλαιο θα συνέρρεαν απρόσκοπτα στο εργοστάσιο, ενώ σύμφωνα με τα προσκομισθέντα στοιχεία, θα καταβάλλονταν ειδικά τέλη στο Ισλαμικό Κράτος για να εξασφαλιστεί ελεύθερη διέλευση από τα σημεία ελέγχου του ISIS. Θυμόμαστε εξάλλου ότι και οι τουρκικές υπηρεσίες μέσω του Anadolu έδωσαν στη δημοσιότηταεπιπλέον στοιχεία για την δραστηριότητα της γαλλικής πολυεθνικής στη Συρία. Παρακάτω είναι το αμαρτωλό χρονοδιάγραμμα της εταιρείας σύμφωνα με τις καταγγελίες.
Η σειρά των γεγονότων (πηγή: Sherpa)
Σύμφωνα με τα στοιχεία και τις μαρτυρίες των πρώην εργαζομένων, η Lafarge έδωσε εντολή να επαναπατρισθούν οι ξένοι υπάλληλοι το 2012 ενώ όσοι κατάγονταν από τη Συρία θα συνέχιζαν να εργάζονται αναγκαστικά. Αρκετοί εργάτες του εργοστασίου κατέθεσαν ότι εργάζονταν υπό την απειλή της διοίκησης, παρά το γεγονός ότι έπρεπε να περνούν επικίνδυνα σημεία ελέγχου εν μέσω έντονων συγκρούσεων ή έπρεπε να μείνουν στο εργοστάσιο τη νύχτα. Μερικοί μάλιστα εξ’ αυτών τιμωρήθηκαν με αναστολή της μισθοδοσίας ενώ ένας τουλάχιστον απολύθηκε. Αρκετοί υπάλληλοι, έπεσαν θύματα απαγωγής από τους τρομοκράτες δίχως η Lafarge να αντιδράσει!
Ενώ η ασφάλεια των υπαλλήλων βρισκόταν ολοένα και περισσότερο σε κίνδυνο, η Lafarge δεν έλαβε επαρκή μέτρα προφύλαξης για τους υπαλλήλους της και δεν είχε κανένα σχέδιο εκκένωσης των εγκαταστάσεων σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Όταν το εργοστάσιο δέχτηκε επίθεση και καταλήφθηκε από το Ισλαμικό Κράτος στις 19 Σεπτεμβρίου 2014, οι εργαζόμενοι επέζησαν χάρη στις ατομικές τους προσπάθειες. Για την υπόθεση είχε γράψει πρώτη η γαλλική Le Monde και μετά οι ελβετικές Justice Info και Neue Züricher Zeitung.
Αντιμέτωπη με τον γαλλικό νόμο
Μετά από κάτι παραπάνω από δύο χρόνια, ο κύβος ερρίφθη. Τo Νοέμβριο του 2016, 11 Σύριοι πρώην εργαζόμενοι της θυγατρικής της Lafarge χτύπησαν την πόρτα του ανακριτή στο Παρίσι. Υπέβαλαν κοινή καταγγελία κατά της ίδιας της Lafarge και της θυγατρικής της με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Συνταγματικών και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ECCHR) και τον οργανισμόSherpa. Τον Απρίλιο του 2017, η εταιρεία παραδέχτηκε ότι το 2013-14, η θυγατρική της χρηματοδοτούσε τακτικά ένοπλες τρομοκρατικές ομάδες, προκειμένου να συνεχίζει την λειτουργία του εργοστασίου.
Αρκετά στελέχη της Lafarge αλλά και η ίδια η εταιρεία αντιμετωπίζουν κατηγορίες για χρηματοδότηση τρομοκρατικής επιχείρησης, σκόπιμη απειλή για τους ανθρώπους και συνθήκες εργασίας ασυμβίβαστες με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Σύμφωνα με την αρχή του εταιρικού καθήκοντος που απορρέει από τις κατευθυντήριες αρχές του ΟΗΕ για τις επιχειρήσεις, οι τελευταίες είναι υποχρεωμένες να σέβονται τα εργασιακά δικαιώματα.
Αυτό σημαίνει ότι, στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους, οι εταιρείες πρέπει να αποτρέπουν ή τουλάχιστον να μετριάζουν τις αρνητικές επιπτώσεις των δραστηριοτήτων τους στα ανθρώπινα δικαιώματα. Τον Απρίλιο του 2017, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Lafarge παραιτήθηκε λόγω του σκανδάλου. Το Ιούνιο του 2017 ξεκίνησαν επίσημα οι δικαστικές έρευνες για τις δραστηριότητες της εταιρείας ενώ η ECCHR παρείχε νομική βοήθεια στους μάρτυρες κατηγορίας. Τον Δεκέμβριο του 2017 απαγγέλθηκαν κατηγορίες εναντίον έξι Γάλλων πρώην διευθυντών της Lafarge.
Αναβάθμιση του κατηγορητηρίου
Στις 9 Μαίου του 2018, οι ενάγοντες υπέβαλαν μνημόνιο στη δικαιοσύνη υποστηρίζοντας την αναγκαιότητα να επεκταθούν περαιτέρω οι κατηγορίες επιφορτίζοντας την εταιρεία με συνενοχή σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας! Εξήγησαν τους λόγους που οι δραστηριότητες τις εταιρείας με το Ισλαμικό Κράτος στη βορειοανατολική Συρία -την περίοδο 2013 και 2015- πρέπει να θεωρηθούν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Υποστήριξαν ότι η Lafarge ήταν συνεργός σε αυτά τα εγκλήματα αποτυγχάνοντας να διασφαλίσει την ασφάλεια των υπαλλήλων της.
To κατηγορητήριο έγινε εξαιρετικά βαρύ για την πολυεθνική, ενεργοποιώντας κόκκινα άρθρα του γαλλικού ποινικού κώδικα. Πλέον η ίδια εταιρεία, η θυγατρική της και οι διευθύνοντες σύμβουλοι της Bruno Lafont, Bruno Pescheux και Frédéric Jolibois είναι αντιμέτωποι με πέντε τρομερές κατηγορίες:
Χρηματοδότηση τρομοκρατικής επιχείρησης (άρθρο 421-2-2, του γαλλικού ποινικού κώδικα).
Συνενοχή σε εγκλήματα πολέμου (άρθρο 461-2).
Συνενοχή σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας (άρθρο 212-1).
Εκ προθέσεως διακινδύνευση της ασφάλειας προσώπων (άρθρο 223-1).
Εκμετάλλευση της εργασίας, άθλιες συνθήκες εργασίας και καταναγκαστική εργασία (Άρθρα 225-13, 225-14-1 και 225-14-2).
H εταιρεία από την πλευρά της ανακοίνωσε ότι το κεντρικό σύστημα εποπτείας δεν επέτρεψε να εντοπιστούν τυχόν παραβάσεις από τη θυγατρική. Προσέθεσε δε, ότι «θα ασκήσει έφεση εναντίον των κατηγοριών που δεν αντιπροσωπεύουν δίκαια τις ευθύνες της Lafarge SA«.
Πάντως οι ενάγοντες, λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό κατηγορητήριο αλλά και την πρόοδο στην δικαστική έρευνα, απαιτούν η Lafarge να ανοίξει ένα ταμείο αποζημίωσης για όλους τους πρώην εργαζόμενους και τις οικογένειες της Cement Syria της Lafarge. «Είτε παραμένουν στη Συρία είτε αναζητούν καταφύγιο σε άλλα μέρη του κόσμου, οι πρώην υπάλληλοι της θυγατρικής πρέπει να αποζημιωθούν για τις ηθικές και υλικές ζημίες που υπέστησαν. Αυτό το ταμείο αποζημίωσης θα πρέπει να διαχειρίζεται ανεξάρτητα και αμερόληπτα από διαφανή όργανα. Ωστόσο, τα πολιτικά κόμματα, μαζί με τις οργανώσεις μας, επιφυλάσσονται του δικαιώματος να συνεχίσουν τις νομικές διαδικασίες όσον αφορά τις κατηγορίες της καταγγελίας μας. Ζητάμε λοιπόν από τη Lafarge να εκπληρώσει τις ευθύνες της απέναντι στους πρώην υπαλλήλους της και να δημιουργήσει γρήγορα ένα ταμείο αποζημίωσης για αυτούς«.
Ένοπλος Αζέρος πέρασε στην Αρμενία και πυροβόλησε μητέρα μπροστά στα παιδιά της! Σε πόλη αδελφοποιημένη με τη Νέα Σμύρνη το περιστατικό
Απαγγέλθηκαν συνολικά πέντε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων παράνομη διέλευση των κρατικών συνόρων της Αρμενίας, λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, παράνομη διακίνηση όπλων και πυρομαχικών, παράνομη είσοδος σε κατοικία παρά τη θέληση του ιδιοκτήτη και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, μεταξύ άλλων με τη χρήση πυροβόλου όπλου.
Αρμενικό δικαστήριο διέταξε την προφυλάκιση, για διάστημα δύο μηνών, του Αζέρου στρατιωτικού Νασίμ Ογλού Ραχίμ Μουσάγιεβ, ο οποίος κατηγορείται ότι πέρασε παράνομα στην Αρμενία και πυροβόλησε μια γυναίκα μέσα στο σπίτι της, στον οικισμό Σάκι της επαρχίας Σιουνίκ. Η πόλη απέχει 15 χιλιόμετρα από τα σύνορα και 3 χιλιόμετρα από την πόλη Σισιάν που είναι πόλη αδελφοποιημένη με την Νέα Σμύρνη.
Σε βάρος του Μουσάγιεβ έχουν απαγγελθεί συνολικά πέντε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων παράνομη διέλευση των κρατικών συνόρων της Αρμενίας, λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, παράνομη διακίνηση όπλων και πυρομαχικών, παράνομη είσοδος σε κατοικία παρά τη θέληση του ιδιοκτήτη και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, μεταξύ άλλων με τη χρήση πυροβόλου όπλου.
Δύο από τις κατηγορίες προστέθηκαν την Παρασκευή. Αρχικά, η Γενική Εισαγγελία είχε ανακοινώσει κατηγορίες για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης με τη χρήση όπλου, παράνομη κατοχή πυροβόλου όπλου και παραβίαση του απαραβίαστου της κατοικίας. Η παράνομη διέλευση των συνόρων δεν περιλαμβανόταν αρχικά, παρά το γεγονός ότι το ίδιο το Αζερμπαϊτζάν είχε επιβεβαιώσει πως ο στρατιωτικός είχε περάσει στην Αρμενία.
Την Παρασκευή οι εισαγγελικές αρχές ξεκίνησαν ξεχωριστή ποινική διαδικασία για την παράνομη διέλευση των συνόρων και το λαθρεμπόριο όπλων, η οποία στη συνέχεια συγχωνεύθηκε με την κύρια υπόθεση.
Σύμφωνα με τις αρμενικές αρχές, ο Μουσάγιεβ πέρασε παράνομα τα σύνορα και εισήλθε σε κατοικία στον οικισμό Σάκι την Πέμπτη 1η Οκτωβρίου. Όταν έγινε αντιληπτός, άνοιξε πυρ. Η 39χρονη ιδιοκτήτρια του σπιτιού τραυματίστηκε από σφαίρα στο πόδι, μπροστά στα τρία παιδιά της. Η γυναίκα διακομίστηκε αρχικά στο Ιατρικό Κέντρο Σισιάν και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Γερεβάν. Η κατάστασή της είναι σταθερή και η ζωή της δεν διατρέχει κίνδυνο.
Κατά τη διάρκεια του περιστατικού τραυματίστηκαν επίσης δύο από τα παιδιά της. Σύμφωνα με το Armenpress, πρόκειται για ένα 15χρονο παιδί, το οποίο υπέστη κάταγμα στον δεξιό καρπό, και ένα 12χρονο, που υπέστη κάκωση μαλακών μορίων. Η κατάσταση της υγείας τους χαρακτηρίζεται ικανοποιητική, ενώ τα παιδιά έλαβαν ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη.
Μετά το περιστατικό, ο Μουσάγιεβ διέφυγε από το σπίτι. Εντοπίστηκε αργότερα σε άλλη διεύθυνση στον ίδιο οικισμό και συνελήφθη. Σύμφωνα με τις τοπικές αρχές, όταν εντοπίστηκε δεν φορούσε στρατιωτική στολή. Οι αστυνομικοί ακολούθησαν ίχνη αίματος που είχε αφήσει πίσω του, καθώς και ο ίδιος είχε τραυματιστεί. Μετά τη σύλληψή του μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο υπό αστυνομική φρουρά.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το περιστατικό σημειώθηκε μόλις δύο ημέρες μετά την επίσημη ενημέρωση της αρμενικής πλευράς από την Υπηρεσία Κρατικής Ασφάλειας του Αζερμπαϊτζάν. Στις 29 Σεπτεμβρίου, το Μπακού είχε ενημερώσει την Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας της Αρμενίας ότι ένας στρατιώτης είχε εγκαταλείψει τη μονάδα του υπό άγνωστες συνθήκες και ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να είχε περάσει στην Αρμενία.
Μετά την ενημέρωση αυτή, αρμενικές και αζερικές υπηρεσίες ξεκίνησαν επιχειρήσεις για τον εντοπισμό του. Ωστόσο, ο Μουσάγιεβ κατάφερε να φτάσει σε κατοικημένη περιοχή του Σιουνίκ και να εισέλθει σε σπίτι, όπου άνοιξε πυρ εναντίον μιας οικογένειας.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ερωτήματα για το πώς ένας ένοπλος στρατιωτικός, για την παρουσία του οποίου είχε ήδη ενημερωθεί το Γερεβάν, κατάφερε να φτάσει μέχρι κατοικημένη περιοχή χωρίς να εντοπιστεί. Παραμένει επίσης άγνωστο εάν οι κάτοικοι του Σάκι και των γειτονικών κοινοτήτων είχαν ενημερωθεί για την πιθανή παρουσία ένοπλου Αζέρου στρατιωτικού στην περιοχή.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει αντιδράσεις στην Αρμενία. Την Παρασκευή, η νεολαία της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας (ARF) πραγματοποίησε συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από το κτίριο της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφάλειας στο Γερεβάν. Οι διαδηλωτές ζήτησαν να μην παραδοθεί ο Μουσάγιεβ στο Αζερμπαϊτζάν χωρίς όρους και προϋποθέσεις και να εξεταστεί το ενδεχόμενο ανταλλαγής του με Αρμένιους που κρατούνται στο Αζερμπαϊτζάν.
Η Γενική Εισαγγελία του Αζερμπαϊτζάν ανακοίνωσε το βράδυ της Πέμπτης ότι ξεκίνησε δική της ποινική έρευνα σχετικά με την παράνομη είσοδο του στρατιωτικού στην Αρμενία. Το υπουργείο Άμυνας του Αζερμπαϊτζάν, ωστόσο, δεν έχει μέχρι στιγμής προβεί σε επίσημη δήλωση για την υπόθεση.
Το περιστατικό θυμίζει ανάλογη υπόθεση που σημειώθηκε στο Σιουνίκ τον Απρίλιο του 2023, όταν δύο Αζέροι στρατιωτικοί εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και πέρασαν στην Αρμενία. Ο ένας, ο Χουσεΐν Αχούντοφ, καταδικάστηκε αργότερα σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία Αρμένιου φρουρού ασφαλείας, ενώ ο δεύτερος καταδικάστηκε σε 11 χρόνια φυλάκισης. Τον Δεκέμβριο του 2023, και οι δύο επέστρεψαν στο Αζερμπαϊτζάν στο πλαίσιο ανταλλαγής κρατουμένων, κατά την οποία το Μπακού απελευθέρωσε 32 Αρμένιους κρατουμένους.
Ο Αλίγιεφ αποκαλεί τους πρώην ηγέτες της Αρμενίας και του Αρτσάχ «εγκληματίες πολέμου» και δηλώνει ότι το Αζερμπαϊτζάν πρέπει να είναι «δέκα φορές ισχυρότερο»
Ο Αλίγιεφ έχει δικαίωμα να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Αζερμπαϊτζάν. Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να μετατρέπει την ισχύ των όπλων σε μέτρο δικαιοσύνης, να αποδίδει συλλογική ενοχή σε έναν ολόκληρο λαό και ταυτόχρονα να ζητά από τον κόσμο να πιστέψει ότι η στρατιωτική υπεροχή αποτελεί εγγύηση ειρήνης.
Ενώ στην Αθήνα πραγματοποιούνταν η 6η Σύνοδος της Μικτής Διυπουργικής Επιτροπής Ελλάδας–Αζερμπαϊτζάν και το Επιχειρηματικό Συνέδριο Ελλάδας–Αζερμπαϊτζάν, με τη συμμετοχή του Χάρη Θεοχάρη και του Αζέρου υπουργού Ενέργειας για την διεύρυνση της διμερούς συνεργασίας, ο Αλίγιεφ την ίδια ημέρα εκφωνούσε μια ιδιαίτερα σκληρή ομιλία για την Αρμενία, μιλώντας για στρατιωτική υπεροχή «δέκα φορές μεγαλύτερη»
Σε μια ακόμη επιθετική και αποκαλυπτική ομιλία του, στις 2 Οκτωβρίου στο Μπακού, ο Ιλχάμ Αλίγιεφ αποκάλεσε συλλήβδην τους πρώην ηγέτες της Αρμενίας «εγκληματίες πολέμου» και δήλωσε ότι «πρέπει να εκτίσουν τις ποινές τους», χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένες δικαστικές καταδίκες ή να εξετάζει ατομικές ευθύνες.
Παράλληλα, παρουσίασε τον πόλεμο του 2020 και την επίθεση του Αζερμπαϊτζάν στο Αρτσάχ τον Σεπτέμβριο του 2023 ως «στρατιωτικές νίκες» και ως αποκατάσταση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας του. Ωστόσο, στην ίδια ομιλία παραδέχθηκε ότι το Μπακού πραγματοποίησε ενδιάμεσες στρατιωτικές επιχειρήσεις προκειμένου να αλλάξει τις συνθήκες επί του πεδίου και να προετοιμάσει την τελική επίθεση του 2023.
Η επίθεση της 19ης Σεπτεμβρίου 2023, μετά από εννέα μήνες αποκλεισμού του Αρτσάχ, κατέληξε στην κατάλυση της de facto αρμενικής διοίκησης και στη μαζική εκτόπιση του αρμενικού πληθυσμού. Ο Αλίγιεφ εξακολουθεί να την αποκαλεί «αντιτρομοκρατική επιχείρηση» και να πανηγυρίζει την έκβασή της.
Την ίδια στιγμή, ενώ δηλώνει ότι «δεν υπάρχει πλέον σύγκρουση» και ότι υπάρχει ειρήνη στα σύνορα, ανακοινώνει ότι το Αζερμπαϊτζάν πρέπει «πάντα να είναι δέκα φορές ισχυρότερο» από την Αρμενία. Περίπου 9 δισεκατομμύρια μανάτ, σύμφωνα με τον ίδιο, θα κατευθυνθούν σε ζητήματα άμυνας και ασφάλειας.
Ο Αλίγιεφ δεν περιορίστηκε στην αναφορά του παρελθόντος. Καθιέρωσε ουσιαστικά την 8η Νοεμβρίου 2020 και την 20ή Σεπτεμβρίου 2023 ως δύο κεντρικές ημερομηνίες της κρατικής αφήγησης του Αζερμπαϊτζάν. Την πρώτη ως «ημέρα νίκης» του πολέμου των 44 ημερών και τη δεύτερη ως την ημέρα κατά την οποία, σύμφωνα με την επίσημη αζερική αφήγηση, αποκαταστάθηκε πλήρως η κυριαρχία του Μπακού στο Αρτσάχ. Και ενώ μιλά για ειρήνη, ο ίδιος ο Αλίγιεφ δηλώνει ότι η χώρα του πρέπει να είναι «δέκα φορές ισχυρότερη» από την Αρμενία και αφήνει να εννοηθεί ότι, αν το Αζερμπαϊτζάν δεν είχε «σταματήσει εγκαίρως», μια τρίτη Αψίδα του Θριάμβου θα μπορούσε να βρίσκεται σήμερα στο κέντρο του Γερεβάν. Πρόκειται για μια ευθεία υπενθύμιση ότι, πίσω από τη σημερινή ρητορική περί ειρήνης, το Μπακού εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται τη στρατιωτική ισχύ και την επιβολή ως βασικά εργαλεία της πολιτικής του. Παράλληλα, κατηγόρησε τους Αρμενίους για «αχαριστία» και υποστήριξε ότι «μας μαχαίρωσαν πισώπλατα», επαναφέροντας γνωστά μοτίβα της τουρκοαζερικής ρητορικής περί αρμενικής «προδοσίας».
Οι δηλώσεις αυτές αποκαλύπτουν μια σοβαρή αντίφαση. Από τη μία πλευρά το Μπακού μιλά για ειρήνη, εμπόριο και τέλος της σύγκρουσης και από την άλλη, ο πρόεδρός του μιλά για μόνιμη στρατιωτική υπεροχή, χαρακτηρίζει ολόκληρες πολιτικές ηγεσίες «εγκληματίες πολέμου» και αφήνει ανοιχτές απειλητικές αναφορές ακόμη και για το Γερεβάν.
Η ειρήνη δεν οικοδομείται με το «να είμαστε δέκα φορές ισχυρότεροι», ούτε με απειλές, ιστορικούς συμψηφισμούς και συλλογικές κατηγορίες. Και ασφαλώς δεν οικοδομείται όταν η στρατιωτική κατάκτηση μιας περιοχής και η εκδίωξη του γηγενούς πληθυσμού παρουσιάζονται ως λόγος εθνικής υπερηφάνειας.
Ο Αλίγιεφ έχει δικαίωμα να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Αζερμπαϊτζάν. Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να μετατρέπει την ισχύ των όπλων σε μέτρο δικαιοσύνης, να αποδίδει συλλογική ενοχή σε έναν ολόκληρο λαό και ταυτόχρονα να ζητά από τον κόσμο να πιστέψει ότι η στρατιωτική υπεροχή αποτελεί εγγύηση ειρήνης.
Η πραγματική ειρήνη δεν χρειάζεται δέκα φορές περισσότερα όπλα. Χρειάζεται σεβασμό, αυτοσυγκράτηση, δικαιοσύνη και κυρίως εγκατάλειψη της λογικής ότι ο ισχυρότερος έχει πάντα δίκιο.
Και η Ελλάδα δεν πρέπει να είναι συμμέτοχη σε αυτή την λογική.
Οι πρέσβεις των χωρών της ΕΕ στο Σουνίκ της Αρμενίας
Σύμφωνα με την πρεσβεία της Ολλανδίας στην Αρμενία, «αυτές οι συναντήσεις αποτελούν μια σημαντική πλατφόρμα όχι μόνο για την αποτίμηση των αποτελεσμάτων, αλλά και για τον από κοινού καθορισμό των μελλοντικών κατευθύνσεων της συνεργασίας μας.
Οι πρέσβεις των κρατών μελών της ΕΕ με τον πρέσβη της ΕΕ στη Αρμενία Βασίλη Μαραγκό συνόψισαν τα αποτελέσματα του έργου που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Βιώσιμο Σουνίκ — Ομάδα της Ευρώπης» και συζήτησαν τις μελλοντικές προτεραιότητες της διοίκησης της περιφέρειας Σουνίκ.
Σύμφωνα με την πρεσβεία της Ολλανδίας στην Αρμενία, «αυτές οι συναντήσεις αποτελούν μια σημαντική πλατφόρμα όχι μόνο για την αποτίμηση των αποτελεσμάτων, αλλά και για τον από κοινού καθορισμό των μελλοντικών κατευθύνσεων της συνεργασίας μας.
Ήταν ιδιαίτερα πολύτιμο να ακούσουμε την άποψη της περιφερειακής διοίκησης σχετικά με αυτό το θέμα», σημείωσε η πρέσβης της Ολλανδίας Μαρίκε ΜονρόιΒίντερ.
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, τα μέλη της αντιπροσωπείας επισκέφθηκαν γαλακτοκομείο στο Καπάν, ενημερώθηκαν για τις εργασίες βελτίωσης της πρόσβασης σε πόσιμο νερό στο Λεχβάζ και επισκέφθηκαν την εταιρεία MeghriFruits.
Με την υποστήριξη του οργανισμού «Ομάδα Ευρώπη», η εταιρεία MeghriFruits επέκτεινε την παραγωγή της, δημιούργησε νέες θέσεις εργασίας και εισήλθε σε νέες εξαγωγικές αγορές.