Διεθνή
Το πρωτόκολλο της Κέρκυρας (Μάιος 1914) και οι παραβιάσεις του από τους Αλβανούς
Το πλήρες κείμενο του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας – Η κατάσταση στην Αλβανία μετά το 1920 – Ο Αχμέτ Ζώγου και οι διώξεις σε βάρος της ελληνικής μειονότητας – Η στάση της αλβανικής κυβέρνησης απέναντι στην Εκκλησία – Μια συγκλονιστική επιστολή από τον Γιαννάκη Σπύρο προς τον υπουργό Εξωτερικών Λ. Κανακάρη-Ρούφο
Οι ελληνοαλβανικές σχέσεις είναι τις τελευταίες μέρες στο προσκήνιο μετά την άνανδρη δολοφονία του ομογενή Κωνσταντίνου Κατσίφα στους Βουλιαράτες (να σημειώσουμε εδώ ότι οι Βουλιαράτες στην απογραφή του 1914, είχαν 865 κατοίκους οι οποίοι ήταν όλοι Έλληνες).
Και δυστυχώς οι αλβανικές προκλήσεις συνεχίζονται είτε με δηλώσεις αξιωματούχων, όπως του πρωθυπουργού Έντι Ράμα, που δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει υβριστικούς χαρακτηρισμούς για τον νεκρό Κ. Κατσίφα είτε με ενέργειες από τις επίσημες Αρχές, όπως η απαγόρευση εισόδου στην Αλβανία σε 52 Έλληνες οι οποίοι παραβρέθηκαν στην κηδεία του Κ. Κατσίφα.


Το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας
Ένα από τα κείμενα όπου, θεωρητικά τουλάχιστον, αναγνωρίζεται η πολιτικοκοινωνική αυτονομία του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού, είναι το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας που υπογράφτηκε στις 4 (17) Μαΐου 1914, ανάμεσα στους εκπροσώπους της προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου, που υπολογίζεται ότι τότε έφταναν τις 250.000 και του νεοσύστατου αλβανικού κράτους, με τη μεσολάβηση της Διεθνούς Επιτροπής των έξι Μεγάλων Δυνάμεων που έδρευε στην Αλβανία. Παραθέτουμε ολόκληρο το κείμενο του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας για να μπορέσουν οι αναγνώστες του protothema.gr να έχουν σαφή εικόνα για τα όσα προβλέπει.
Δυστυχώς, το Πρωτόκολλο αυτό, ουσιαστικά δεν εφαρμόστηκε ποτέ στην πράξη και επιπλέον, πολλές από τις διατάξεις του καταργήθηκαν ή καταστρατηγήθηκαν από την αλβανική πλευρά τα επόμενα χρόνια.
Η Αλβανία μετά το 1920
Στα πρώτα χρόνια της ύπαρξης του αλβανικού κράτους επικρατούσε πραγματικό χάος. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, εκδηλώθηκε το αποσχιστικό κίνημα των Μιρδιτών και εμφανίστηκε στα Τίρανα ο φύλαρχος Αχμέτ Ζώγου, που κατέλυσε την αντιβασιλεία του Ακίφ πασά. Τον επόμενο χρόνο ο Ζώγου έγινε πρωθυπουργός και αντιμετώπισε με επιτυχία την εξέγερση των Μπαϊράμ Τσούρη και Χαμίτ Τοπτάν. Μετά την καταστολή του κινήματος αυτού, ξέσπασε νέο στο Δυρράχιο το οποίο απέτυχε μετά από παρέμβαση του Βρετανού πρέσβη, ο οποίος έπεισε τον επικεφαλής του να επιστρέψει σπίτι του!
Το 1923, ο Μπαϊράμ Τσούρη εξεγέρθηκε εκ νέου, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στη συνέχεια, έγιναν εκλογές που έφεραν στην ηγεσία της Αλβανίας τους Σεφκέτ Βαρλάτση και Βρυώνη. Ο Αχμέτ Ζώγου κατέφυγε στη Σερβία, αλλά επέστρεψε τον επόμενο χρόνο επικεφαλής ενός ετερόκλητου απελευθερωτικού στρατού. Τον Ζώγου ενίσχυσε η Σερβία. Οι 2.500 στρατιώτες του, επιβλήθηκαν στις δυνάμεις του τότε ισχυρού άνδρα της Αλβανίας, Φαν Νόλι.
Ο Ζώγου επέβαλε ένα στυγνό απολυταρχικό καθεστώς, εξόντωσε τους πολιτικούς του αντιπάλους και το 1925 αυτοανακηρύχθηκε πρόεδρος της χώρας. Αν και υποστηρίχθηκε στην «πορεία» του αυτή από τους ορθόδοξους χριστιανούς της Αλβανίας, ο Ζώγου μόλις έγινε πρόεδρος της χώρας προσεταιρίστηκε το μουσουλμανικό στοιχείο, με αποτέλεσμα να διαταραχθεί σοβαρά η εύθραυστη ισορροπία μεταξύ των διάφορων θρησκευτικών και φυλετικών ομάδων.
Σύντομα, η οικονομική δυσπραγία της Αλβανίας τη μετέτρεψε σε δορυφόρο της Ιταλίας καθώς ήταν η μόνη χώρα που δεχόταν να δανείζει το κράτος του Ζώγου. Η στενή σχέση μεταξύ των δύο χωρών επικυρώθηκε με τη Συνθήκη των Τιράνων (27/11/1926).
Τα επόμενα χρόνια, η Αλβανία υποχρεώθηκε να παίρνει νέα δάνεια για να εξυπηρετήσει τα παλιά. Το 1928, ο Ζώγου αυτοανακηρύχθηκε «Βασιλεύς της Αλβανίας» και προσπάθησε να απογαλακτιστεί από την Ιταλία του Μουσολίνι.
Αργότερα όμως στράφηκε και πάλι προς τη Ρώμη, παίρνοντας το μέρος της στην κρίση της Αιθιοπίας (1935-1936), που τερματίσθηκε τον Μάιο του 1936 με την κατάληψη μεγάλου μέρους της Αιθιοπίας (γνωστής παλαιότερα και ως Αβησσυνίας) από τα ιταλικά στρατεύματα. Επίσης, ο Ζώγου εκδίωξε τους Βρετανούς αξιωματικούς που εκπαίδευαν τους Αλβανούς χωροφύλακες και ανέθεσε τον έλεγχο του λιμανιού του Δυρραχίου σε ιταλικές εταιρείες, πιστεύοντας ότι έτσι θα ικανοποιούσε τη Ρώμη και θα την απέτρεπε από την υποβολή νέων αξιώσεων. Φυσικά, έκανε τεράστιο λάθος καθώς τον Απρίλιο του 1939, οι Ιταλοί κατέλαβαν στρατιωτικά την Αλβανία.
Το εντυπωσιακό, και μάλλον άγνωστο σε πολλούς γεγονός, είναι ότι ο Αχμέτ Ζώγου, ο οποίος όπως θα δούμε υπήρξε απηνής διώκτης των Βορειοηπειρωτών, ζήτησε και έλαβε (!) άσυλο από την Ελλάδα καθώς η τότε κυβέρνηση Μεταξά άνοιξε τα σύνορα και επέτρεψε στον Ζώγου, την οικογένειά του και την ακολουθία του να μείνουν για μερικές μέρες στη Θεσσαλονίκη.
Επειδή όμως ο Μεταξάς δεν ήθελε να δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα στις σχέσεις της χώρας μας με την Ιταλία, φρόντισε ο Ζώγου και η συνοδεία του να μεταβούν ατμοπλοϊκώς στην Αγγλία και στη συνέχεια στο Παρίσι.
Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι όταν ο Ζώγου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αλβανία, η σύζυγός του Γεραλδίνη, είχε στην αγκαλιά της το μόλις δύο ημερών νεογέννητο βρέφος της…



Οι διώξεις σε βάρος της μειονότητας
Τον Οκτώβριο του 1921, τα Τίρανα προέβησαν σε επίσημη δήλωση, με βάση την οποία η ελληνική μειονότητα αναγνωρίστηκε επίσημα ως εθνική και γλωσσική και τέθηκε υπό την προστασία της Κοινωνίας των Εθνών (προδρόμου του Ο.Η.Ε.). Όμως η αλβανική κυβέρνηση αναγνώρισε μια πολύ περιορισμένη έκταση ως μειονοτική, αποκλείοντας τους κατοίκους των Αγίων Σαράντα, του Αργυροκάστρου, της Κορυτσάς και των περισσότερων χωριών της Χιμάρας.
Τον Ιούνιο του 1921 τα Τίρανα απάντησαν θετικά στα αιτήματα της Μόνιμης Ελληνικής Γραμματείας στην ΚτΕ σχετικά με «τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για ανοικοδόμηση και συντήρηση ακινήτων χριστιανικής λατρείας, σχολείων και αγαθοεργίας, καθώς και για ίση μεταχείριση και ασφάλεια στο νόμο και στην πράξη των Αλβανών υπηκόων που ανήκουν στις φυλετικές, γλωσσικές και θρησκευτικές μειονότητες με τους υπόλοιπους Αλβανούς», έναν χρόνο αργότερα ο Αλβανός Υπουργός Εξωτερικών έκανε λόγο για μόλις 16.000 ”ελληνόφωνους Ορθόδοξους χριστιανούς” που διαβιούσαν στην Αλβανία. Από τότε αυτή είναι η επίσημη ονομασία που χρησιμοποιούν τα Τίρανα για τους Βορειοηπειρώτες!
Το 1933 η αλβανική κυβέρνηση τροποποίησε τα άρθρα 206 και 207 του Συντάγματος του 1928 και το αλβανικό Δημόσιο έγινε αποκλειστικά υπεύθυνο για την εκπαίδευση όλων των Αλβανών υπηκόων. Έτσι έκλεισαν όλα τα ιδιωτικά και μειονοτικά σχολεία. Σύμφωνα με τους όρους του Πρωτοκόλλου της Χιμάρας που υπογράφτηκε το 1921 η αλβανική ήταν η υποχρεωτική γλώσσα διδασκαλίας για όλα τα σχολεία και όλα τα μαθήματα. Όπως γράφει ο Δρ Ιωάννης Παπαφλωράτος στο βιβλίο του ” Ο Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου μέσα από Άγνωστα Ντοκουμέντα” ,απ’ όπου αντλήσαμε τα περισσότερα στοιχεία για το κεφάλαιο αυτό, το 1902 λειτουργούσαν (κατά τον G. A. Virgili) 373 ελληνικά σχολεία, το 1925 μειώθηκαν σε 70 ενώ το 1933 λειτουργούσαν μόλις 10.
Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στον βορειοηπειρωτικό ελληνισμό και οδήγησε στην ίδρυση της ”Νέας Φιλικής Εταιρείας” από τους Β. Σαχίνη, Γ. Χ. Παπαδόπουλο και τον υποπρόξενο Μηλιαρέση.


Παράλληλα οι Βορειοηπειρώτες αρνούνταν να στείλουν τα παιδιά τους σε αλβανικά σχολεία. Η αλβανική κυβέρνηση προχώρησε σε αντίποινα, που προκάλεσαν τη γενική εξέγερση των Βορειοηπειρωτών. Οι Αλβανοί συνέλαβαν επιφανή στελέχη της ελληνικής μειονότητας, τα οποία και εξόρισε στο Πεκίνι της περιφέρειας του Ελβασάν. Αυτό προκάλεσε οργή και πολύ έντονες αντιδράσεις στην Ελλάδα. Ογκώδη συλλαλητήρια έγιναν σε πολλές πόλεις (Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Δράμα, Αγρίνιο, Κέρκυρα κλπ). Τον επόμενο χρόνο συγκεντρώθηκαν 30.000 υπογραφές διαμαρτυρίας από τους Βορειοηπειρώτες για την απαράδεκτη κατάσταση που επικρατούσε στην Αλβανία και στάλθηκαν στο Δικαστήριο της Χάγης.
Η Αθήνα προσέφυγε στην Κοινωνία των Εθνών. Ο Αλβανός υπουργός Εξωτερικών Τζιαφέρε, στις 23/7/1934 συνέταξε μια επιστολή η οποία κατατέθηκε στα τέλη του ίδιου μήνα στο Τμήμα Προστασίας των μειονοτήτων της ΚτΕ από τον ιταλικής καταγωγής Αλβανό αντιπρόσωπο Λετς Κούρτι και σύμφωνα με την οποία το κλείσιμο των βορειοηπειρωτικών σχολείων ήταν μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής που αφορούσε ολόκληρη την αλβανική επικράτεια. Οι εξηγήσεις αυτές δεν έπεισαν την ΚτΕ, η οποία συνέστησε μια επιτροπή από τον Βρετανό sir Herbert William Malking, τον Πορτογάλο Jose Lobo d’ Arila Lima και τον Μεξικανό Francisco Castillo Majera, οι οποίοι έκριναν ότι η υπόθεση έπρεπε να παραπεμφθεί στο Συμβούλιο του διεθνούς Οργανισμού.
Το Συμβούλιο ζήτησε τη γνωμοδότηση του Δικαστηρίου της Χάγης, το οποίο στις 6 Απριλίου 1935 αποφάνθηκε υπέρ των ελληνικών απόψεων.
Τα Τίρανα έθεσαν σε λειτουργία ελάχιστα ελληνικά σχολεία στη Χιμάρα, τους Δρυμάδες και την Παλάσα από το 1937 ως το 1940 και ισχυρίστηκαν ότι λειτουργούσαν 74 ελληνικά σχολεία με 5.254 μαθητές και 141 εκπαιδευτικούς το 1939.
Ωστόσο οι ανθελληνικές ενέργειες της αλβανικής κυβέρνησης συνεχίζονταν. Η περιοχή της Βορείου Ηπείρου μετονομάστηκε σε Νότιο Αλβανία. Με διάταγμα του 1938 τα ελληνικά τοπωνύμια αντικαταστάθηκαν, ενώ δεν συνέβηκε το ίδιο με τα ιταλικά και τα σλαβικά.
Πολλοί Βορειοηπειρώτες την περίοδο αυτή αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα, την Αίγυπτο, την Κωνσταντινούπολη και τη Αμερική (πάνω από 20.000, κυρίως από τα χωριά της Δρόπολης).

Η στάση της Αλβανίας απέναντι στην Εκκλησία
Η Βόρειος Ήπειρος, παραχωρήθηκε οριστικά στην Αλβανία από την Πρεσβευτική Διάσκεψη των Παρισίων το 1921, χωρίς καμία εγγύηση για τον ελληνικό πληθυσμό της.
Με τη βοήθεια της Ιταλίας, ως ανεξάρτητο κράτος πλέον, η Αλβανία επιδίωξε να γίνει μέλος της Κοινωνίας των Εθνών. Της ζητήθηκε δήλωση σεβασμού της ελληνικής μειονότητας την οποία η Αλβανία χορήγησε στις 2/10/1921 μέσω του αντιπροσώπου της στη Γενεύη (και μετέπειτα πρωθυπουργού της) Φαν Νόλι.
Ωστόσο, ποτέ δεν σεβάστηκε την υπογραφή της.
Τα πρώτα θύματά της, ήταν οι μητροπολίτες Αργυρόκαστρου Βασίλειος και Κορυτσάς Ιάκωβος οι οποίοι εξορίστηκαν. Οργανώθηκε συνέδριο ορθόδοξων από κληρικούς και λαϊκούς κατώτερης μόρφωσης, χωρίς τη γνώμη των κανονικών μητροπολιτών και χωρίς την άδεια του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Στο συνέδριο αυτό που συγκλήθηκε στην Κορυτσά το 1922, ανακηρύχθηκε η Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία της Αλβανίας, Αυτοκέφαλη.
Τον επόμενο χρόνο, συνήλθε στο Μπεράτι άλλο συνέδριο, το οποίο εξέλεξε προσωρινό αρχηγό της Εκκλησίας των Ελλήνων στην Αλβανία τον έγγαμο κληρικό Βασίλειο Μάρκου με καταγωγή από την Κορυτσά, άτομο χωρίς μόρφωση και συνείδηση εθνική ή φυλετική. Στις 26/1/1922 ψηφίζεται ο καταστατικός χάρτης της αλβανικής Εκκλησίας, τον οποίο η αλβανική κυβέρνηση δημοσίευσε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντέδρασε αρχικά, αλλά αργότερα διαβλέποντας τον κίνδυνο της διείσδυσης της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και την ανακήρυξη Σέρβου επισκόπου στη Σκόδρα, στις αρχές Φεβρουαρίου 1923 παραχώρησε το «αυτοδιοίκητο» στην Αλβανική Εκκλησία.
Η αλβανική κυβέρνηση όμως, συνέχισε τις διώξεις σε βάρος των Ελλήνων Βορειοηπειρωτών κληρικών που αντιδρούσαν στις αυθαιρεσίες της.
Ένα από τα θύματα των διώξεων, ήταν ο Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως (Οικονόμος ιερέας) Αθανάσιος Γεωργιάδης, που φυλακίστηκε γιατί δεν δέχτηκε να αποκηρύξει τον νόμιμο μητροπολίτη Κορυτσάς Βασίλειο και δεν μνημόνευσε το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Αλβανίας.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγκάστηκε μετά την αποτυχία των συνομιλιών του 1923, να διακόψει κάθε δεσμό με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας προς την οποία έπαψε να στέλνει ιεράρχες.
Ο Φαν Νόλι (το πραγματικό ονοματεπώνυμο του οποίου ήταν Θεοφάνης Μαυρομμάτης), προσπάθησε να συγκροτήσει Σύνοδο και αφού απέτυχε, αναγκάστηκε να ζητήσει από το Πατριαρχείο την έκδοση Τόμου με τον οποίο θα αναγνωριζόταν η ανεξαρτησία της αλβανικής Εκκλησίας.
Το 1926 και το 1927, έγιναν διαπραγματεύσεις μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και αλβανικής κυβέρνησης, που κατέληξαν σε συμφωνία την οποία όμως αθέτησαν οι Αλβανοί.
Στις αρχές του 1929, η κυβέρνηση Ζώγου, συγκρότησε «Ιερά Σύνοδο», επιστρατεύοντας τον τέως επίσκοπο, τυχοδιώκτη κληρικό Βησσαρίωνα Τζοβάνι και τον Σέρβο επίσκοπο Βίκτορα Μιχαίλοβιτς που έμενε στη Σκόδρα. Αυτοί με τη σειρά τους, χειροτόνησαν τρεις ακόμα ελληνικής καταγωγής αρχιερείς.
Τον αρχιμανδρίτη Αγαθάγγελο Τσάμτονε από την Κορυτσά, ως Μητροπολίτη Βελεγράδων, τον κατώτερης μόρφωσης ιερέα Αθανάσιο από το Ελβασάν ως Μητροπολίτη Δρυϊνοπόλεως (ο Αθανάσιος πήρε το όνομα Αμβρόσιος) και τέλος, τον ιερέα Ευθύμιο Κουστέα από τη Χοστέβα Αργυροκάστρου ως βοηθό επίσκοπο του Τζοβάνι, ο οποίος ονομάστηκε Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας και τοποτηρητής της Μητροπόλεως Κορυτσάς.
Στις 18/2/1929, η παραπάνω αντικανονική Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας, συνεδρίασε και απένειμε στον, Έλληνα εξωμότη, ιερέα Βασίλειο Μάρκου τον τίτλο του Μεγάλου Οικονόμου μιτροφόρου, με το δικαίωμα να παρίσταται στη Σύνοδο ως ισότιμο μέλος. Μετά τις πραξικοπηματικές αυτές ενέργειες των Αλβανών, το Οικουμενικό Πατριαρχείο διέκοψε κάθε συνομιλία μαζί τους. Έντονη υπήρξε και η αντίδραση των Ορθοδόξων στην Αλβανία.
Ο ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου με πρωτοπόρους τους κατοίκους της Κορυτσάς, αξίωσε και πέτυχε την παραίτηση του Βησσαρίωνα Τζοβάνι ως αντικανονικού και ανεπιθύμητου (25/5/1936).
Τέλη του 1936, μετά την παρέμβαση και της ελληνικής κυβέρνησης, ξανάρχισαν διαπραγματεύσεις μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των Αλβανών.
Τελικά στις 2/4/1937, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βενιαμίν σε πανηγυρική συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου, κήρυξε και ευλόγησε το αυτοκέφαλο και αυτοδιοίκητο της αλβανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Για τον σκοπό αυτό εκδόθηκε και παραδόθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη ο υπ’ αριθμ. 609 Συνοδικός Τόμος, που παραδόθηκε στο Μητροπολίτη Τιράνων,Δυρραχίου και Ελβασανίου Χριστόφορο, παρουσία και των δύο χειροτονηθέντων επισκόπων: Αργυροκάστρου Παντελεήμονα και Κορυτσάς Ευλόγιου.
Μια συγκλονιστική επιστολή στον Έλληνα ΥΠΕΞ
Κλείνουμε το άρθρο αυτό, με αποσπάσματα από μια επιστολή του Βορειοηπειρώτη Γιαννάκη Σπύρου προς τον Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών Λουκά Κανακάρη-Ρούφο. Η επιστολή έφτασε στον υφυπουργό του Υπουργικού Συμβουλίου Β. Μακρή, στις 12 Αυγούστου 1926 και την δημοσίευσε για πρώτη φορά ο Δρ Ιωάννης Παπαφλωράτος στο βιβλίο του «Ο Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου μέσα από Άγνωστα Ντοκουμέντα». Θα παραθέσουμε μερικά αποσπάσματά της, θυμίζοντας απλά ότι εκείνη την εποχή την εξουσία κατείχε ο Θ. Πάγκαλος, ενώ προκάτοχός του ήταν ο Α. Μιχαλακόπουλος.
«Από της αναλήψεως παρ’ ημών του Υπουργείου των Εξωτερικών ηκολουθήθη εις το Ηπειρωτικόν ζήτημα μία πολιτική υπερφιλαλβανική. Παρητήθητε της ανταλλαγής των Τσάμηδων – και όμως εκείνοι δια τηλεγραφημάτων των προς τον Μουσταφά Κεμάλ και δι’ αντιπροσωπειών παρουσιασθεισών ενώπιον του Σουκρή Σαράτσογλου ζητούν να γίνουν δεκτοί εις την Τουρκίαν.
Διελύσατε τους Βορειοηπειρωτικούς συλλόγους και εφιμώσατε την φωνήν τόσων Βορειοηπειρωτών πατριωτών, δια να πείσητε τους μετημφιεσμένους εις Αλβανούς Τούρκους των Τιράνων, ότι η Ελλάς είναι ειλικρινής προς την Αλβανίαν. Δια των δηλώσεων Υμών προς τον αλβανικόν Τύπον διεκηρύξατε την αμετάτρεπτον απόφασιν ότι θεωρείτε Αλβανούς πολίτας όλους τους Ελληνορθοδόξου, στερήσαντες τούτους των δικαιωμάτων της μειοψηφίας.
Η πόλις του Δελβίνου η διατηρήσασα επί πεντακόσια έτη Τουρκοκρατίας αδάμαστον τον ελληνικόν της χαρακτήρα και αμείωτον σήμερον δια της μεταγγίσεως εν αυτή Τούρκω κομισθέντων εκ της Ανατολής είναι πλέον μία τουρκόπολις καθαρά…
Ήδη ήρχισε το έργον του εκτουρκισμού των Αγίων 40, της ελληνικοτάτης ταύτης πόλεως, του επινείου της αγωνισθείσης Βορείου Ηπείρου και ο εκτουρκισμός της είναι βέβαιος εάν εντεύθεν συνεχισθεί η αδιαφορία.
Είναι αναρίθμητοι οι βιασμοί οι διωγμοί, (αι) λεηλασίαι κλπ. εις τα οποία προέβησαν και προβαίνουν εις βάρος του ελληνορθοδόξου πληθυσμού της Αλβανίας οι βασιβουζούκοι του Χουσνί Ντέμα του και δικαίως επονομασθέντος Σουλτάνου της Νοτίου Αλβανίας…».
Και κλείνει την επιστολή του ο Γιαννάκης Σπύρος ως εξής:
«Η συνδρομή ην παρέσχεν η κυβέρνησις του κ. Μιχαλακόπουλου εις του Αχμέτ Ζώνου και Μουφήτ Λυμπαχόβαν να υποδουλώσουν τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Αλβανίας εις τους μισθοφόρους του Πάσιτς, γεννά αυτοδικαίως ευθύνας και υποχρεώσεις δια πάσαν ελληνικήν κυβέρνησιν προς ενίσχυσιν τούτων δια ν’ αποτινάξουν τον ζυγόν.
Πάσα περί τούτου άρνησις δεν απαλλάσσει της υποχρεώσεως, γεννά μόνον ευθύνας ιστορικάς και βαρύτατας, εύχομαι όπως η Υμετέρα κυβέρνησις υιοθετήσει την ανάγκην ταύτην και πράξει το επιβαλλόμενον υπό της ελληνικής τιμής και του ελληνικού συμφέροντος…».
Πηγές: Δρ. ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΠΑΠΑΦΛΩΡΑΤΟΣ, «Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΓΝΩΣΤΑ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ, 2018.
Ευχαριστούμε τον Ι. Παπαφλωράτο που μας επέτρεψε να χρησιμοποιήσουμε στοιχεία από το έργο του.
ΒΑΣ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ «ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ η συνεχιζόμενη ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ», εκδόσεις Ε.ΡΗΓΑ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, «ΑΠΕΙΡΟΣ ΧΩΡΑ», ΕΚΔΌΣΕΙΣ ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ-Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ.
Πρώτο Θέμα
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

