Ακολουθήστε μας

Ιστορία - Πολιτισμός

Ο Ρόλος της Ηγεσίας στο Έπος του 1940

Δημοσιεύτηκε στις

Επετειακή εκδήλωση της ΕΑΑΣ: 27/10/14 στο Πολεμικό Μουσείο
Δρ. Ιωάννης Παρίσης
Υποστράτηγος ε.α., Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης
Το 1914, κατά τη διάρκεια του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γαλλικός Στρατός, με αρχιστράτηγο τον στρατηγό Ζόφρ, νίκησε του Γερμανούς στην πρώτη Μάχη του Μάρνη. Η γαλλική νίκη απεδόθη, κατά ένα μέρος, στην καθοριστική παρέμβαση, στην κρίσιμη στιγμή, του στρατιωτικού διοικητή των Παρισίων στρατηγού Γκαλενί. Μετά τον πόλεμο προκλήθηκε μεγάλη συζήτηση για το ποιος ήταν εκείνος που κέρδισε τη μάχη. Σε μια δημόσια παρουσία, όταν ρωτήθηκε ο Ζοφρ ποιος κέρδισε τη μάχη, ο ίδιος ή ο Γκαλενί, απάντησε: «Ακούστε να σας πω, δεν γνωρίζω ποιος κέρδισε τη μάχη. Μπορώ όμως μετά βεβαιότητος να σας πω, ότι αν την χάναμε, εκείνος που θα την έχανε θα ήμουν εγώ.»
Ο ρόλος της Ηγεσίας είναι σε κάθε περίπτωση, καθοριστικός. Κυρίως όμως σε καταστάσεις δύσκολες, όπως είναι ο πόλεμος, αφού δική της δουλειά είναι η προπαρασκευή λαού και στρατού, καθώς και η σχεδίαση και διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Οπωσδήποτε, το φρόνημα και ο ηρωισμός του μαχητή αποτελούν καταλυτικούς παράγοντες της νίκης. Όμως, η Ηγεσία είναι εκείνη που κερδίζει ή χάνει τον πόλεμο. Και φυσικά εκείνη έχει την ευθύνη σε περίπτωση αποτυχίας.

Ηθικό – Φρόνημα – Ηγεσία
Τον Οκτώβριο του 1940, όταν ξέσπασε ο πόλεμος, και ιδιαίτερα τον Νοέμβριο, μετά τις πρώτες πολεμικές επιτυχίες, η Ελλάδα ολόκληρη μέθυσε, ο αγώνας έλαβε μια διάσταση επική, χάρη στον ενθουσιασμό στρατού και λαού. Η 28η Οκτωβρίου έχει καταγραφεί στην εθνική συνείδηση και την εθνική μνήμη ως το νεότερο έπος του Ελληνισμού. Ωστόσο, στις ενθουσιώδεις περιγραφές παρεισέφρησαν και ανακρίβειες. Οι απλοί Έλληνες πίστεψαν, ότι οι φαντάροι μας κυνήγησαν τις «οκτώ εκατομμύρια λόγχες» των «δειλών» Ιταλών με… πέτρες και τσαρούχι! Όπως έλεγαν τα τραγούδια και όπως έδειχναν και οι γελοιογραφίες της εποχής.
Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, πολιτικές σκοπιμότητες ήρθαν να προσθέσουν αμφισβητήσεις και να προκαλέσουν σύγχυση, κυρίως στους νεωτέρους που δεν είχαν επαρκή γνώση των πραγματικών γεγονότων. Ειπώθηκε, επίσης, μεταξύ άλλων, ότι ο Μεταξάς είπε ένα «ψιθυριστό» ΟΧΙ, συρόμενος από τα γεγονότα, ότι η αμυντική προετοιμασία της χώρας ήταν ανεπαρκής, ότι η στρατιωτική ηγεσία ήταν ανίκανη ή διαβρωμένη από ηττοπαθείς, και τέλος, ότι εκείνο το οποίο απέκρουσε τους εισβολείς ήταν το «αντιφασιστικό μένος» του λαού! Είναι όμως αυτή η πραγματικότητα;
Πριν προχωρήσω, θεωρώ χρήσιμο να κάνω μια επισήμανση, που συνήθως διαφεύγει από πολλούς και προκαλεί κάποια σύγχυση. Κάθε χρόνο, κατά την επέτειο του ΟΧΙ, ακούμε να επαναλαμβάνεται από διαφόρους – εκ προθέσεως ή από αφέλεια– ότι «η Ελλάδα είπε ΟΧΙ στον φασισμό» ή ότι «οι Έλληνες πολέμησαν εναντίον του φασισμού». Τίθεται εν προκειμένω το εύλογο ερώτημα: δηλαδή αν ο εχθρός είχε δημοκρατικό πολίτευμα θα τον αφήναμε να περάσει; Λάθος λοιπόν! Η Ελλάδα το 1940 πολέμησε έναν εχθρό, έναν ξένο εισβολέα που της επιτέθηκε και απείλησε την εδαφική της ακεραιότητα, χωρίς να του ζητήσει… πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων!!! Θα έλεγε ΟΧΙ οποιοσδήποτε κι αν ήταν ο εισβολέας.
Σήμερα, εβδομήντα τέσσερα χρόνια μετά, θα ήταν χρήσιμο και σκόπιμο να προβούμε σε κάποιες εκτιμήσεις και επισημάνσεις για τον ρόλο της Ηγεσίας στη μεγάλη αυτή εθνική νίκη. Διότι «χωρίς ηγεσία δεν ευδοκιμεί η Πολιτεία» σημειώνει ο Κ. Τσάτσος. «Την πρώτη ευθύνη την έχει ο ηγέτης που πρέπει να οδηγήσει το λαό».
Μέχρι τον Οκτώβριο του 1940, οι Σύμμαχοι στην Ευρώπη είχαν γνωρίσει μόνο καταστροφές. Η ελληνική νίκη προκάλεσε παγκόσμια κατάπληξη. Πολλοί την αποκάλεσαν θαύμα. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι ο Ιταλικός Στρατός δεν ήταν εύκολος αντίπαλος. Προ πάντων δεν ήταν ένα στράτευμα «δηλών» και «φαιδρών» όπως τους παρουσίαζαν οι γελοιογραφίες της εποχής, ούτε φυσικά ήταν οι «γελοίοι» των τραγουδιών και των επιθεωρήσεων.
Αναμφισβήτητα, οι γελοιογραφίες, τα άσματα και οι θεατρικές παραστάσεις αποτέλεσαν χρήσιμα μέσα για την τόνωση του ηθικού των ημετέρων, και ορθότατα η τότε Ηγεσία τα χρησιμοποίησε στο πλαίσιο της δημιουργίας κλίματος ευφορίας, ενθουσιασμού, πίστης στη νίκη. Οφείλουμε όμως να επισημάνουμε ότι, και αυτές ακόμη οι ψυχολογικού τύπου δράσεις, εκτός από τον αυθορμητισμό κάποιων καλλιτεχνών, υλοποιούνταν στο πλαίσιο σχεδιασμού εκ μέρους της Ηγεσίας.
Από την πλευρά της, βεβαίως, η στρατιωτική Ηγεσία δεν μπορούσε να στηρίζεται σ’ αυτά, κατά την εκτίμηση της σχετικής μαχητικής ισχύος. Γνώριζε πολύ καλά τα πραγματικά στοιχεία ισχύος και με βάση αυτά σχεδίαζε. Διότι η νίκη είναι αποτέλεσμα ορθής, λεπτομερούς, επίπονης και δαπανηρής σχεδιάσεως και προετοιμασίας και μιας επιδέξιας διεξαγωγής των πολεμικών επιχειρήσεων, ή ορθότερα μιας περισσότερο επιδέξιας διεξαγωγής από εκείνην του αντιπάλου.
Επιπλέον το ηθικό και το φρόνημα δεν είναι έννοιες αυθύπαρκτες. Καλλιεργούνται, αναπτύσσονται και συντηρούνται ώστε να παραμένουν στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο. Είναι αποτέλεσμα συστηματικής προσπάθειας, επιτυχημένης κυβερνητικής πολιτικής, εσωτερικής συνοχής και καταλλήλων χειρισμών της στρατιωτικής Ηγεσίας. Αυτά όλα υπήρξαν το 1940 και συνετέλεσαν αποφασιστικά στην τόνωση του αναμφισβήτητου πατριωτισμού των Ελλήνων και στη δημιουργία του πραγματικά άφθαστου ηθικού του Λαού και του Στρατεύματος.
Από την άλλη, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η διεξαγωγή του πολέμου απαιτεί μέσα, υλικό, σχεδίαση, διοίκηση και κατεύθυνση. Όταν δεν υπάρχουν τα απαραίτητα μέσα και εμπιστοσύνη προς την ηγεσία, το ηθικό καταρρέει. Είναι πλέον αδιαμφισβήτητο, και απορρέει από επίσημα ιστορικά στοιχεία, ότι πίσω από την νίκη κατά των Ιταλών υπήρχε μια άριστη προετοιμασία από την πλευρά της ελληνικής κυβερνήσεως και της στρατιωτικής ηγεσίας.
Η πολεμική προπαρασκευή
Η εξοπλιστική και οχυρωματική προσπάθεια που ανέπτυξε η χώρα στα χρόνια που προηγήθηκαν έδωσε τη δυνατότητα προετοιμασίας και ισχυροποίησης, στο μέτρο του δυνατού, για την αναμενόμενη παγκόσμια σύρραξη. Η κήρυξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου βρήκε την Ελλάδα καλύτερα προετοιμασμένη από ό,τι εκτιμούσε η ιταλική ηγεσία.
Μέχρι το 1939 ο κύριος ορατός κίνδυνος κατά της χώρας προερχόταν από την βουλγαρική επεκτατικότητα. Είχαν άλλωστε παρέλθει μόλις δύο δεκαετίες από την μεγάλη σύγκρουση του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, στο Μακεδονικό Μέτωπο. Η Βουλγαρία, κατά συνέπεια, ήταν ο πλέον πιθανός αντίπαλος της Ελλάδος. Όπως ήταν φυσικό, λοιπόν, το σύνολο της ελληνικής πολεμικής προπαρασκευής ήταν στραμμένο προς τα ελληνο-βουλγαρικά σύνορα. Από την πλευρά της Γιουγκοσλαβίας και της Τουρκίας δεν αντιμετωπίζονταν απειλές, ενώ η Αλβανία ήταν, από απόψεως στρατιωτικής ισχύος, αμελητέα.
Έναντι της Αλβανίας ο Ελληνικός Στρατός είχε δύο Μεραρχίες οι οποίες θεωρούνταν υπεραρκετές: την VIII στην Ήπειρο και την IX στη Δυτική Μακεδονία. Η αποβίβαση, ωστόσο, των ιταλικών στρατευμάτων στην Αλβανία την άνοιξη του 1939 και η κατάληψη της χώρας αυτής, μετέβαλε τα δεδομένα και διαμόρφωσε νέα κατάσταση.
Ο Μεταξάς και το Γενικό Επιτελείο, παρακολουθώντας τη γενικότερη κατάσταση στην Ευρώπη, αντιλαμβάνονται τα σύννεφα του πολέμου που πλησιάζουν. Καλούνται πλέον να αντιμετωπίσουν, εκτός από τη Βουλγαρία, και μια αυτοκρατορία «οκτώ εκατομμυρίων λογχών», κατά την έκφραση του Μουσολίνι, της οποίας οι αδυναμίες δεν είχαν ακόμη εκδηλωθεί. Μια αυτοκρατορία που την εποχή εκείνη την υπολόγιζε ακόμα και η κραταιά Μεγάλη Βρετανία, αλλά και η Γαλλία. Η στάση της Γιουγκοσλαβίας, που απειλείτο πλέον τόσο από τον βορρά, όσο και από το νότο, αλλά και από την πλευρά της Βουλγαρίας, δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθεί δεδομένη.
Η διαμορφούμενη νέα κατάσταση στο ευρύτερο στρατηγικό περιβάλλον της χώρας οδήγησε το Γενικό Επιτελείο σε αναθεώρηση της αρχικής στρατηγικής σχεδιάσεως και στην αναζήτηση νέων λύσεων. Από την επομένη της ιταλικής εισβολής στην Αλβανία, η ανωτάτη στρατιωτική ηγεσία της χώρας αντέδρασε αμέσως και με ψυχραιμία.
Πολύ σύντομα, οι διοικητές των Σωμάτων Στρατού και των VIIIης και IXης Μεραρχιών, έλαβαν διαταγές για την αντιμετώπιση τυχόν ιταλικής επιθέσεως, οι οποίες κατέληγαν με την φράση:
«Εις τας παρούσας κρισίμους στιγμάς ο Βασιλεύς και η Κυβέρνησις έχουσι πλήρη εμπιστοσύνην εις υμάς και αναμένουσι την απολύτως ψύχραιμον εκτίμησιν της καταστάσεως καθώς και την μέχρις εσχάτων εκπλήρωσιν της αποστολής σας.»
Το Γενικό Επιτελείο δραστηριοποιείται για την αντιμετώπιση της καταστάσεως. Το σχέδιο επιστρατεύσεως αναθεωρείται ώστε να προσαρμοσθεί προς την κατάσταση που πλέον είχε διαμορφωθεί. Με προσεκτικές και μεθοδικές κινήσεις, εν πολλοίς μυστικές, καλύπτονται τα κενά των εμπρός μεραρχιών σε προσωπικό, προωθούνται εφόδια, ενεργοποιούνται επιστρατευόμενες μονάδες. Η 28η Οκτωβρίου 1940 βρήκε όλες τις έναντι της Αλβανίας μονάδες πλήρως επανδρωμένες, χωρίς να έχει κηρυχθεί επιστράτευση. Συμπληρώθηκαν επίσης οι αποθήκες επιστρατεύσεως με όλο το απαραίτητο υλικό.
Από την 28η Οκτωβρίου και εντός 16 ημερών, ο Ελληνικός Στρατός προσκάλεσε, έντυσε, εξόπλισε και κίνησε στις προβλεπόμενες θέσεις 300.000 άνδρες. Επίσης επίταξε και προώθησε στις μονάδες 120.000 κτήνη, τα οποία αποδείχθηκαν πολύτιμα στο ορεινό και χωρίς οδικό δίκτυο έδαφος της Βορείου Ηπείρου. Χάρις στην άρτια σχεδίαση, οργάνωση και προπαρασκευή, η επιστράτευση λειτούργησε κατά τρόπο υποδειγματικό και σε χρόνο μικρότερο του προβλεπομένου.
Αυτή η επιτυχής κινητοποίηση οφείλεται φυσικά στα σχέδια προπαρασκευής, τα οποία υλοποιήθηκαν με επιτυχία, από την ανωτάτη στρατιωτική ηγεσία μέχρι τον τελευταίο διοικητή τμήματος. Είναι κάτι που έχει επιβεβαιωθεί με αδιαμφισβήτητα ιστορικά ντοκουμέντα και είναι ενδεικτικό της σχεδιάσεως και της επιβλέψεως στην υλοποίηση, από μία Ηγεσία που είχε μεριμνήσει για όλα, χωρίς να παραλείψει την κατάλληλη εκπαίδευση του προσωπικού σε όλη την κλίμακα της ιεραρχίας.
Ενδεικτικά αναφέρεται ένα απόσπασμα από την Έκθεση Πεπραγμένων της Μεραρχίας Ιππικού που συνέταξε ο διοικητής της στρατηγός Στανωτάς: «…Ουδεμία πτυχή αφορώσα εντολήν επιστρατεύσεως δεν είχε αφεθεί χωρίς να μελετηθεί και εξονυχισθεί επαρκώς από τα εντεταλμένα όργανα και τούς μελλοντικούς εκτελεστάς. (…) Με την κήρυξιν της ἐπιστρατεύσεως η Μεραρχία ήτο ήσυχος ότι από τεχνικής τουλάχιστον πλευράς ουδεμία παράλειψις έμελε να παρουσιασθεί εις ότι εξηρτάτο από αυτήν».
Παρακάτω συνεχίζει: «Η πιθανότης πολέμου εναντίον ευρωπαϊκού στρατού διαθέτοντος μηχανοκινήτους μονάδας, ισχυράν αεροπορίαν, ενδεχομένως δε και αλεξιπτωτιστάς, ηνάγκασε την Μεραρχίαν να μελετήσει μακράν σειρά ασκήσεων διά την έξιν των στελεχών και οπλιτών εις τα νέα ταύατα μέσα.»
Το ζήτημα της αμυντικής σχεδιάσεως ήταν σημαντικό και με ιδιαιτερότητες, για τους εξής λόγους: Πρώτον: Οι Ιταλοί είχαν ήδη συγκεντρωμένες και ετοιμοπόλεμες τις δυνάμεις τους στην Αλβανία, και επειδή αυτοί θα είχαν την πρωτοβουλία ενάρξεως του πολέμου, θα μπορούσαν ασφαλώς να προηγηθούν ως προς την λήψη της διατάξεως και την εξαπόλυση της επιθέσεως, πριν προλάβει ο Ελληνικός Στρατός να συγκεντρωθεί στην Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονία. Δεύτερον: Στις εν λόγω περιοχές δεν υπήρχε οχύρωση που θα ισχυροποιούσε το έδαφος της αμυντικής διατάξεως και θα έδινε τον απαραίτητο χρόνο για την κινητοποίηση και την στρατηγική συγκέντρωση των δυνάμεων στην περιοχή του Θεάτρου Επιχειρήσεων. Τρίτον: Η ιταλική πλευρά διέθετε απόλυτη αεροπορική υπεροχή, με 400 αεροσκάφη στα αεροδρόμια Αργυροκάστρου, Κορυτσάς, Αυλώνος, Βερατίου, Δεβόλη και Δυρραχίου, ενώ κάποια εξ αυτών ευρίσκονταν στο Μπάρι και στον Τάραντα. Τέταρτον: Η γιουγκοσλαβική στάση δεν ήταν απολύτως σαφής. Εάν οι Ιταλοί, από την Αλβανία περνούσαν στο έδαφος της Γιουγκοσλαβίας, θα είχαν τη δυνατότητα να προσβάλλουν από βορρά το πλευρό των ελληνικών δυνάμεων της Δυτικής Μακεδονίας.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, από στρατηγικής απόψεως δεν έμενε άλλη λύση, παρά η παραχώρηση εδάφους με υποχωρητικό ελιγμό, μέχρι την τοποθεσία τελικής άμυνας προς κέρδος χρόνου και απόκτησης επιχειρησιακών πλεονεκτημάτων. Στη βάση αυτή, εκπονείται εντός 25 ημερών και κοινοποιείται στις 4 Μαΐου 1939 το Σχέδιο Επιχειρήσεων ΙΒ (από τα αρχικά Ιταλία – Βουλγαρία). Σύμφωνα με αυτό: 1ον Η αποφασιστική μάχη θα δινόταν επί μετώπου από το οποίο θα καλυπτόταν η Στερεά Ελλάδα, η Θεσσαλία και η Θεσσαλονίκη και στο οποίο θα ήταν δυνατόν να συγκεντρωθεί ο όγκος του Ελληνικού Στρατού. Τελική τοποθεσία άμυνας καθορίσθηκε η γραμμή Άραχθος – Μέτσοβο – καμπή Αλιάκμονος – όρος Βέρμιο – όρος Βόρας. 2ον Οι προωθημένες στα σύνορα Μεραρχίες θα ελίσσονταν επιβραδύνοντας τον εχθρό μέχρι την ανωτέρω γραμμή. Η Ήπειρος και ένα τμήμα της Δυτικής Μακεδονίας θα έπρεπε αναγκαστικά να εγκαταλειφθούν.
Ωστόσο, το ΓΕΣ δεν επαναπαύεται στο σχέδιο αυτό. Σε ολόκληρη την ελληνο-αλβανική μεθόριο αρχίζει ένας οργασμός οχυρώσεως με έργα εκστρατείας – μια και δεν υπάρχει χρόνος για μόνιμη οχύρωση – που προχωρεί με ταχύτατο ρυθμό. Με δεδομένο ότι τα χρήματα δεν επαρκούν, ο Διοικητής της VIII Μεραρχίας υποστράτηγος Κατσιμήτρος, ζητά την βοήθεια των κατοίκων, οι οποίοι ανταποκρίνονται με ενθουσιασμό.  Παράλληλα, ο διοικητής Πυροβολικού της Μεραρχίας συνταγματάρχης Μαυρογιάννης, περιέρχεται το μέτωπο και προβαίνει σε λεπτομερή και πλήρη οργάνωση πυροβολικού.
Όταν πλέον η οχύρωση είχε προχωρήσει και μπορούσε να θεωρηθεί σχετικά επαρκής, το σχέδιο επιστρατεύσεως είχε ανασυνταχθεί, η δε Γιουγκοσλαβία φαινόταν πλέον πως θα παραμείνει αυστηρά ουδέτερη, το Γενικό Επιτελείο τροποποίησε το αρχικό σχέδιο ΙΒ, και την 1η Σεπτεμβρίου 1939 – δηλαδή 4 μήνες μετά – κοινοποίησε νέο Σχέδιο Επιχειρήσεων με την ονομασία ΙΒα.
Το νέο σχέδιο προέβλεπε προωθημένη άμυνα, χωρίς παραχώρηση εθνικού εδάφους. Το σχέδιο αυτό απεδείχθη από το αποτέλεσμα επιτυχέστατο, διότι απέκρουσε τον εισβολέα κατά το δυνατό πλησιέστερα προς τα ελληνοαλβανικά σύνορα και κάλυψε πλήρως τη γενική επιστράτευση και τη στρατηγική συγκέντρωση των ελληνικών δυνάμεων.
Επιπλέον, το ΓΕΣ διέταξε, με οδηγίες που εξέδωσε, να εκτελεστούν αναγνωρίσεις προς την κατεύθυνση της Κορυτσάς, με σκοπό την ανάληψη επιθετικών επιχειρήσεων σε περίπτωση δημιουργίας ευνοϊκών συνθηκών, όπως και συνέβη εντός του Νοεμβρίου του 1940. Αυτό στη στρατηγική ονομάζεται «πρόβλεψη επί μελλοντικής δράσεως» και η στρατιωτική ηγεσία την εφήρμοσε πλήρως.
Η κατάσταση στην Ήπειρο εμφανίζεται δυσκολότερη διότι, εκτός των άλλων, υπήρχε και η από θαλάσσης απειλή, η οποία πιθανώς να ανάγκαζε την VIII Μεραρχία να αντιμετωπίσει τον εχθρό σε δύο μέτωπα. Στις 9 Αυγούστου 1940, αποστέλλονται στην Μεραρχία οδηγίες, στις οποίες επαναλαμβάνεται μεν η αποστολή της προωθημένης άμυνας, αλλά παρέχεται στον Μέραρχο η πρωτοβουλία να ελιχθεί επιβραδυντικώς αναλόγως της καταστάσεως.
Το ΓΕΣ, που παρακολουθεί συνεχώς την κατάσταση στην Αλβανία, εκτιμά – ορθώς – ότι η κυρία προσπάθεια των Ιταλών θα κατευθυνθεί προς την Ήπειρο και όχι προς τη Δυτική Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη. Ο Κατσιμήτρος λοιπόν και οι Ηπειρώτες του θα δεχθούν το κύριο βάρος της ιταλικής επιθέσεως.
Στις 24 Αυγούστου αποστέλλονται στον Κατσιμήτρο νέες οδηγίες επιχειρήσεων, στο τέλος των οποίων αναγράφεται:«Αναγνωρίζεται η δυσχερής θέσις εις την οποία ευρίσκεται η Μεραρχία. Η Κυβέρνησις δεν αναμένει βεβαίως παρά της Μεραρχίας νίκας, δεδομένης της αριθμητικής υπεροχής του αντιπάλου, αναμένει όμως εκ ταύτης να σώσει την τιμήν των ελληνικών όπλων. Και προς τούτο δύναται ο διοικητής της Μεραρχίας να θέσει τα δυνάμεις αυτής όπως αυτός νομίζει καλύτερον».
Η διαταγή αυτή πυροδότησε τις μετέπειτα επικρίσεις για «ηττοπαθή» Ηγεσία, η οποία ήθελε απλώς να «πέσουν μερικές τουφεκιές για την τιμή των όπλων». Πρόκειται όμως για προφανή διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Οι επικριτές της Ηγεσίας αποσιωπούν – προδήλως εσκεμμένως – ότι, προκειμένου να μην υπάρξουν αμφιβολίες, ο Παπάγος εξέδωσε στις 16 Σεπτεμβρίου 1940, διαταγή στην οποία, μεταξύ των άλλων, καθορίζει ότι: «Η τιμή των ελληνικών όπλων απαιτεί όπως οιονδήποτε τμήμα σε οιανδήποτε κατάστασιν και αν ευρεθεί, οφείλει να πολεμήσει μέχρι και του τελευταίου ανδρός και του τελευταίου φυσιγγίου».
Η φράση ότι δεν αναμένονται από την Μεραρχία νίκες, σε συνδυασμό με την πρωτοβουλία που εδόθη στον διοικητή της, κάλυπτε πλήρως τον Κατσιμήτρο ό,τι και αν έκανε. Αφέθηκε λοιπόν στον Μέραρχο η απόφαση, γιατί κανείς δεν γνώριζε τι γίνεται στον τομέα του καλύτερα από εκείνον. Ο Αρχιστράτηγος του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και αυτό προκύπτει από προσωπική επιστολή με ημερομηνία 22 Αυγούστου 1940, στην οποία του έγραφε: «Αγαπητέ Κατσιμήτρο, (…) Επιθυμώ να γνωρίζεις ότι τόσον η Κυβέρνησις όσον και εγώ σε περιβάλλομεν μετ’ απολύτου εμπιστοσύνης και πλήρους εκτιμήσεως. (…) Σε ασπάζομαι εγκαρδίως. Αλέξανδρος Παπάγος.»
Ο Κατσιμήτρος δεν ήταν απλώς ένας ικανός ηγήτορας. Ήταν δεμένος με τη Μεραρχία του αλλά και με τη γη της Ηπείρου, σαν ένα σώμα. Από το 1938, όταν ανέλαβε τη διοίκηση της VIII Μεραρχίας είχε αφιερωθεί στο να καταστήσει την Ήπειρο αληθινό προμαχώνα. Αποφασίζει λοιπόν, να δώσει τη μάχη στο Καλπάκι. Την απόφασή του αυτή την αναφέρει στο ΓΕΣ, κατά τα προβλεπόμενα, και εγκρίνεται.
Τις παραμονές της ιταλικής επιθέσεως τηλεφωνεί στον αρμόδιο επιτελή του ΓΕΣ, στον οποίο λέγει τα εξής:«Αναφέρατε παρακαλώ στον κ. Αρχηγόν του ΓΕΣ ότι, η προσωπική μου γνώμη είναι ότι αύριον την πρωίαν ή κατά τη διάρκεια της νυκτός 27 προς 28 Οκτωβρίου θα έχωμεν ιταλικήν επίθεσιν. Η Μεραρχία θα εκτελέσει το καθήκον της προς την πατρίδα, συμφώνως προς τας διαταγάς και οδηγίας του Γενικού Επιτελείου. Δύναμαι να βεβαιώσω υπευθύνως τον κ. Αρχηγόν ΓΕΣ – και τονίζω τούτο ιδιαιτέρως – ότι δεν θα περάσουν οι Ιταλοί από το Καλπάκι.»
Στο πλαίσιο της λεπτομερούς αμυντικής οργανώσεως, το Γενικό Επιτελείο εντοπίζει το κενό που υφίστατο στον ορεινό όγκο της Πίνδου, στα όρια μεταξύ της VIII Μεραρχίας και των σχηματισμών της Δυτικής Μακεδονίας. Παρακολουθώντας επί ένα και πλέον έτος τις κινήσεις των ιταλικών μονάδων εντός του αλβανικού εδάφους και συλλέγοντας πληροφορίες, ειδικώς για την Μεραρχία Αλπινιστών «ΤΖΟΥΛΙΑ», οδηγήθηκε στην απόφαση της συγκροτήσεως του Αποσπάσματος Πίνδου, αυτού που αργότερα ονομάσθηκε «Απόσπασμα Δαβάκη».
Το απόσπασμα αυτό, δυνάμεως 2.500 ανδρών που είχαν επιστρατευθεί δύο μήνες προ της ενάρξεως των επιχειρήσεων, ο δε διοικητής του είχε ανακληθεί από την εφεδρεία τον Αύγουστο του 1940, ανέπτυξε αμυντική διάταξη, επί της γραμμής Σμόλικας – Σταυρός – Γράμμος, μήκους 35 και βάθους 10-15 χιλιομέτρων. Αποστολή του ήταν η άμυνα επί της τοποθεσίας συνόρων, καθώς και ο σύνδεσμος των δυνάμεων της Ηπείρου και της Δυτ. Μακεδονίας.
Η απόφαση της Πολιτικής Ηγεσίας – Η ημέρα του «ΟΧΙ»
Μιλώντας για την Ηγεσία, οφείλουμε να αναφερθούμε και στη στάση της ανωτάτης πολιτικής ηγεσίας της χώρας την κρίσιμη στιγμή της πολιτικής αποφάσεως. Επί τεσσεράμισι χρόνια ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς, είχε την ευθύνη του υπουργείου στρατιωτικών. Αποτελεί ίσως ιστορικό παράδοξο και θα ακουστεί ίσως περίεργο το ότι ένας από εκείνους που, σε ανύποπτο χρόνο, εκτίμησε ως επιτυχή την ανάθεση του υπουργείου στρατιωτικών στον Μεταξά, ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Πράγματι, στις 9 Μαρτίου 1936, τέσσερις ημέρες μετά την ανάθεση του υπουργείου στρατιωτικών στον Μεταξά και εννέα ημέρες προ του θανάτου του, ο Βενιζέλος σε επιστολή του από το Παρίσι προς τον πρώην υπουργό-του Λουκά Ρούφο, γράφει μεταξύ άλλων: «Δεν είναι ανάγκη να σου είπω πόσο ζωηρά είναι η χαρά μου διότι ο Βασιλεύς απεφάσισε (…) να αναθέσει το υπουργείον των Στρατιωτικών εις τον Μεταξάν». Καταλήγει δε με την φράση: «Από μέσα από την καρδιά αναφωνώ: Ζήτω ο Βασιλεύς.»
Την ημέρα του ΟΧΙ θα αφήσουμε να μας την περιγράψει με την εξαίρετη πέννα του ο Γεώργιος Βλάχος, εκδότης και διευθυντής της εφημερίδας «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», παλιός πολέμιος του Ι. Μεταξά, που επανειλημμένως στο παρελθόν του είχε επιτεθεί σκληρά με την αρθρογραφία του: «Καὶ  ἔφθασε τότε  ἡ μεγάλη στιγμή. Εἴκοσι  ὀκτὼ Ὀκτωβρίου, Δευτέρα, τρεῖς τὸ πρωί. Ὁ  Μεταξᾶς, μόνος, κοιμᾶται. Τὸ τηλέφωνον. Μία  ὁμιλία. Ὁ  Γκράτσι. Γύρω του δὲν ἔχει κανένα. Δὲν  ἔχει κἂν τὸ γραφεῖον του, δὲν  ἔχει  ἕνα κλητῆρα. Κανένα. Ἡ  ὑπηρεσία, ὅπως  ὅλη  ἡ Ἑλλὰς τὴν  ὥραν  ἐκείνην, κοιμᾶται. Πρὸς στιγμήν, ἂς κρατήσωμεν τὴν  ἀναπνοήν μας, διότι  ἐδῶ πλησιάζομεν τὸν μεγαλύτερον σταθμὸν τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας. Ἡ Ἰταλικὴ Αὐτοκρατορία, μὲ τὰ σαράντα ὀκτώ της ἑκατομμύρια, μὲ τὸν πλοῦτον της, μὲ τοὺς στρατούς της, μὲ τὰ ἀεροπλάνα της, μὲ τὰ ἅρματά της, ἐξύπνησε αἰφνιδιαστικῶς  ἕνα  ἄνθρωπον καὶ  τοῦ  ἐζήτησε  ἐντὸς τριῶν  ὡρῶν τὴν  Ἑλλάδα. Καὶ  ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶπεν:  Ὄχι. Ἀμέσως,  ἄνευ συζητήσεως,  ἄνευ ἐνδοιασμοῦ. Δὲν εἶπεν «ὄχι»  ἁπλῶς.  Ἐντὸς λεπτοῦ,  ὅπως ἐξύπνησεν αὐτὸς,  ἐντὸς λεπτοῦ  ἐξύπνησε τὴν Ἑλλάδα. Διαταγαί, σχέδια, τηλεφωνήματα, γενικὴ  ἐπιστράτευσις, κήρυξις Στρατιωτικοῦ  Νόμου, ἐπιτάξεις, προκηρύξεις, ἀγγέλματα… ἔγιναν πρὶν ἀνατείλη ὁἥλιος καί, ὅταν ἀνέτειλε, ἤδη ἐμάχετο ἡ Ἑλλάς.»
Η εθνική ενότητα ήταν ένα κύριο στοιχείο εκείνες τις κρίσιμες στιγμές. Ολόκληρο το έθνος, ανεξαρτήτως ιδεολογίας, έδειξε ξεχωριστή εμπιστοσύνη στη ηγεσία του. Χαρακτηριστικό είναι το τηλεγράφημα που απέστειλε στις 12 Νοεμβρίου 1940, στην κυβέρνησή του ο Πρέσβης της Βρετανίας στην Αθήνα Μάικλ Πάλαιρετ: «Αν στη Βρετανία υφίσταται η εντύπωσις ότι δεν επικρατεί απόλυτη ενότητα στην Ελλάδα, η εντύπωσις αυτή πρέπει να διαλυθεί αμέσως. Ολόκληρο το έθνος έχει συνταχθεί με τον Μεταξά…»
Θα πρέπει, επίσης, να γίνει μια αναφορά στο ζήτημα που τίθεται σχεδόν κάθε χρόνο τις ημέρες της επετείου, σχετικά με το ποιος είπε το ΟΧΙ το 1940. Θα παραθέσουμε, αντί άλλων σχολίων, την άποψη του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, ενός πολιτικού, αλλά και βαθιά πνευματικού ανθρώπου, φυσικά κάθε άλλο παρά υποστηρικτή του τότε πρωθυπουργού Ι. Μεταξά. Γράφει ο Κανελλόπουλος στο βιβλίο του «ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ»:«Πρέπει να είμεθα χωρίς άλλο ευγνώμονες εις τον Ιωάννην Μεταξά διότι είπε ολομόναχος στο σκοτάδι της νυκτός το μέγα ΟΧΙ. Λέγουν όσοι αντιμετωπίζουν με εμπάθειαν και αυτά τα ανάγλυφα γεγονότα της Ιστορίας, ότι το ΟΧΙ δεν το είπεν ο Μεταξάς, ότι το είπεν ο λαός. Ναι, το είπεν ο λαός, αλλά αφού το είχεν ειπεί ο Μεταξάς. Ο ατυχής και συμπαθής Εμμανουέλε Γκράτσι εξύπνησε την 3ην πρωϊνήν τον Μεταξάν και όχι τον Ελληνικόν λαόν. Εάν έλεγεν ο Μεταξάς ΝΑΙ, πώς θα έλεγεν ΟΧΙ ο Ελληνικός λαός, που θα εξυπνούσε αργότερα; Θα το έλεγε βέβαια μέσα του και θα το εξεδήλωνε έμπρακτα, όταν θα οργάνωνε μυστικά την αντίστασή του. Αλλά το Βορειοηπειρωτικόν έπος δεν θα εγράφετο ποτέ. Ας είμεθα λοιπόν τίμιοι απέναντι της Ιστορίας. Το μεγάλο ΟΧΙ είναι πράξις του Ιωάννου Μεταξά».
Οι πολεμικές επιχειρήσεις
Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου οι δυνάμεις του στρατηγού Βισκόντι Πράσκα διέβαιναν την ελληνική μεθόριο με 4 μεραρχίες:
  • Ανατολικά η επίλεκτη Μεραρχία Αλπινιστών «ΤΖΟΥΛΙΑ», με κατεύθυνση το Μέτσοβο,
  • Στο κέντρο η Τεθωρακισμένη Μεραρχία «ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ»και η Μεραρχία Πεζικού «ΦΕΡΡΑΡΑ» με κατεύθυνση τα Ιωάννινα,
  • Δυτικά, επί του παραλιακού άξονα, η Μεραρχία Πεζικού «ΣΙΕΝΑ», με κατεύθυνση την Πρέβεζα, για την υπερκέραση των Ιωαννίνων.
Στη Δυτική Μακεδονία οι Ιταλοί τήρησαν αρχικά στάση αναμονής. Παρέμειναν εγκατεστημένοι αμυντικά με δύο Μεραρχίες στην περιοχή της Κορυτσάς, περιοριζόμενοι σε βομβαρδισμό των ελληνικών θέσεων και τοπικές επιθέσεις.
Στο αριστερό της ελληνικής αμυντικής διατάξεως, η VIII Μεραρχία έπειτα από επικό αγώνα που κράτησε μέχρι την 7η Νοεμβρίου, απέκρουσε την ιταλική επίθεση, στον κεντρικό και τον παραλιακό τομέα. Οι ιταλικές μηχανοκίνητες και τεθωρακισμένες δυνάμεις καθηλώθηκαν χάρη στην ετοιμότητα των ελληνικών μονάδων αλλά και στην κατάλληλη αμυντική οργάνωση που είχε προηγηθεί. Αυτή, μεταξύ των άλλων, περιλάμβανε την τοποθέτηση αντιαρματικών κωλυμάτων και την ματαίωση της προγραμματισμένης αποξήρανσης του έλους, στο οποίο εγκλωβίστηκε η Μεραρχία «ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ». Ο στρατηγός Κατσιμήτρος τήρησε την υπόσχεσή του: οι Ιταλοί δεν πέρασαν.
Πρόβλημα σοβαρό, ωστόσο, δημιουργήθηκε στον κεντρικό τομέα του μετώπου, στον ορεινό όγκο της Πίνδου, όπου η συντριπτική υπεροχή των Ιταλών, εξανάγκασε το Απόσπασμα Δαβάκησε σύμπτυξη , το οποίο, παρά τον ηρωικό του αγώνα, υποχώρησε, μέχρι το χωριό Βωβούσα. Οι Ιταλοί με την επίλεκτη Μεραρχία «ΤΖΟΥΛΙΑ», δυνάμεως σχεδόν 11.000 ανδρών, προχωρούσαν απειλητικά προς το Μέτσοβο. Τυχόν κατάληψη της διαβάσεως του Μετσόβου θα τους έδινε τη δυνατότητα να ελέγξουν την οδό ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ – ΚΑΛΑΜΠΑΚΑΣ και να κινηθούν προς την Αθήνα μέσω της θεσσαλικής πεδιάδας.
Προ της καταστάσεως αυτής το Γενικό Στρατηγείο αντέδρασε αμέσως και αποτελεσματικά:
  • Την 29η Οκτωβρίου προώθησε το Β’ Σώμα Στρατού, με την Ιη Μεραρχία Πεζικού, και την Vη Ταξιαρχία Πεζικού , από την περιοχή της Θεσσαλίας στη Δυτική Μακεδονία (περιοχή Πενταπόλεως-Επταχωρίου).
  • Την ίδια ημέρα προώθησε, την Μεραρχία Ιππικού, από την Θεσσαλονίκη στην περιοχή Μετσόβου, με αποστολή την εξασφάλιση του άξονα ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ – ΚΑΛΑΜΠΑΚΑΣ.
  • Την 31η Οκτωβρίου προώθησε την Ταξιαρχία Ιππικού, η οποία ανήκε στις εφεδρείες του Αρχιστρατήγου και την έθεσε υπό την διοίκηση του Β’ Σώματος Στρατού, βορειοανατολικά του Μετσόβου.
  • Προώθησε επίσης στην Ήπειρο το Α’ Σώμα Στρατού, από την Αθήνα, όπου ήταν η έδρα του, ενώ οι μονάδες του συμπληρώνονταν με επιστράτευση.
  • Προώθησε στο μέτωπο κάθε τμήμα που ολοκλήρωνε την επιστράτευσή του,σύμφωνα με τα σχέδια.
  • Τέλος, διέταξε την Αεροπορίανα βομβαρδίσει το αεροδρόμιο της Κορυτσάς, αποφεύγοντας να πλήξει κατοικημένες περιοχές.
Εξέδωσε, επίσης, αυστηρή διαταγή, ώστε να εμπνευσθεί σε όλους το απαιτούμενο πνεύμα θυσίας, «καθ’ όσον παρετηρήθησαν περιπτώσεις κατά τας οποίας μικραί μονάδες δεν επέδειξαν κατά τας πρώτας συγκρούσεις το επιβαλλόμενον πνεύμα σταθερότητος και θυσίας. Πάσα αδικαιολόγητος υποχώρησις δέον να επισύρει αυστηρά μέτρα.» Για να είμαστε ακριβείς, κατά τις πρώτες ημέρες λειτούργησαν επί τόπου και με συνοπτικές διαδικασίες, έκτακτα στρατοδικεία, κυρίως για περιπτώσεις λιποταξίας ενώπιον του εχθρού.
Το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ) που είχε έγκαιρα προϊδεασθεί με διαταγή του Γενικού Στρατηγείου, ήταν έτοιμο και κατάλληλα προσανατολισμένο.
Την 1η Νοεμβρίου, οι δυνάμεις του Β’ ΣΣ, υπό την διοίκηση του στρατηγού Δημητρίου Παπαδόπουλου, επιτίθενται κατά του αριστερού πλευρού του θύλακα που δημιούργησε η ΤΖΟΥΛΙΑ στην Πίνδο. Ειδικότερα:
  • Στο μέσον, στην περιοχή Σαμαρίνας, η Ι Μεραρχία, με διοικητή τον υποστράτηγο Βασίλειο Βραχνό,
  • Βορειότεραη Vη Ταξιαρχία Πεζικού, με διοικητή τον συνταγματάρχη Αναστάσιο Καλή, και
  • Nοτιότεραη Ταξιαρχία Ιππικού, η οποία, υπό την διοίκηση του συνταγματάρχη Σωκράτη Δημάρατου, ήταν η πρώτη που απέκοψε την προχώρηση των Ιταλών, καταλαμβάνοντας το Δίστρατο.
Εν τω μεταξύ, την ίδια ημέρα ο Δαβάκης τραυματίσθηκε σοβαρά και διακομίσθηκε. Την διοίκηση του Αποσπάσματος Πίνδου ανέλαβε ο επίσης άξιος ηγήτορας, ταγματάρχης Ιωάννης Καραβίας.
Από το νότο, η Μεραρχία Ιππικού, με διοικητή μια άλλη ηγετική μορφή, τον υποστράτηγο Γεώργιο Στανωτά, με υψηλό επιθετικό πνεύμα, εξόρμησε από την περιοχή του Μετσόβου προς βορρά, ανατρέπουσα τους ορμητικούς χιονοδρόμους των Ιταλών. Αποστολή της ήταν να εξασφαλίσει τον άξονα ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ – ΚΑΛΑΜΠΑΚΑΣ, να επιτεθεί στην κατεύθυνση Ελεύθερο – Κόνιτσα και να αποκαταστήσει σύνδεσμο με τη σκληρά δοκιμαζόμενη VIII Μεραρχία και το Β’ ΣΣ.
Η Μεραρχία «ΤΖΟΥΛΙΑ» συντρίβεται, και σε λίγες ημέρες οι Ιταλοί βρίσκονται πέραν των ελληνικών συνόρων.
 Στις 8 Νοεμβρίου 1940, ο κόσμος όλος μένει άναυδος, μη μπορώντας να πιστέψει ότι η πρώτη νίκη του ελευθέρου κόσμου ενάντια στις δυνάμεις του Άξονα ήταν γεγονός. Γράφει ο Ελβετός στρατιωτικός συγγραφέας Eddy Bayer, στο δίτομο έργο του «Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΤΕΘΩΡΑΚΙΣΜΕΝΩΝ»: «Ο στρατηγός Παπάγος ενισχύθη επί των κορυφογραμμών και από της 4ης μέχρι της 7ης Νοεμβρίου, προσέβαλε την δυστυχισμένην μεραρχία «ΤΖΟΥΛΙΑ» δια συγκεντρωτικής επιθέσεως εκ των άνω προς τα κάτω. Η συμφορά του στρατηγού Μάριο Τζιρότι δεν ήτο δυνατόν να γίνει περισσότερον πλήρης».
Γράφει, επίσης, ο στρατηγός Βισκόντι Πράσκα στο βιβλίο του: «Η αριστερή πτέρυγα στην ‘Hπειρο είχε συναντήσει ισχυρή εχθρική αντίσταση στη ζώνη του Καλπακίου…. Η θέση της Μεραρχίας «ΤΖΟΥΛΙΑ», με τη συνεχιζόμενη άφιξη ελληνικών δυνάμεων, κινδύνευσε να καταστεί επισφαλής. (…) Είναι πάντοτε μία οδυνηρή στιγμή για ένα Διοικητή, όταν είναι υποχρεωμένος να εκδώσει διαταγή συμπτύξεως, συνιστά όμως και καθήκον, το οποίο ο Διοικητής πρέπει να εκτελέσει με αποφασιστικότητα. Δεν μπορούσε κανείς να ζητήσει από τον γενναίο Τζιρόττι και τους αλπινιστές του τίποτε περισσότερο από αυτό που είχαν επιτελέσει. Διέταξα την «ΤΖΟΥΛΙΑ» να μετακινηθεί στην Κόνιτσα, έχοντας δεινοπαθήσει από τα πλήγματα που της κατάφεραν πολύ ευέλικτες μονάδες του εχθρού, από όλες τις κατευθύνσεις…»
Σημαντική υπήρξε η συμβολή του πυροβολικού, χάρις κυρίως στην κατάλληλη τάξη των πυροβόλων και την εξαίρετη οργάνωση στόχων που είχε προηγηθεί. Διότι, τα βλήματα δεν πηγαίνουν στον στόχο απλώς με… το ηθικό των πυροβολητών. Απαιτείται σχεδίαση, οργάνωση, εκπαίδευση και διοίκηση αλλά και μία καλώς λειτουργούσα επιμελητεία η οποία εξασφαλίζει ότι θα υπάρχουν βλήματα για τα πυροβόλα.
Ο στρατηγός Βισκόντι Πράσκα αναφέρει: «Πυροβολαρχίαι εντός σπηλαίων, τας οποίας δεν κατόρθωσε να ανακαλύψει ούτε η επίγειος ούτε η εναέριος παρατήρησις, έπληττον τα τμήματα εις τα σημεία της αναγκαστικής διαβάσεώς των ή επί των ακαλύπτων σημείων, τα οποία δεν ήτο δυνατόν να παρακαμφθούν και προεκάλουν πολλάς απωλείας, βάλλουσαι προς όλας τα κατευθύνσεις κατά του μετώπου και κατά των πλευρών των στρατευμάτων μας. Μεταξύ των εχθρικών πυροβολαρχιών υπήρχον και μερικαί μακρού βεληνεκούς, αι οποίαι, κείμεναι μακράν της ακτίνος δράσεως του ιδικού μας πυροβολικού, δεν ήτο δυνατόν να βληθώσιν.»
Προ της απροσδόκητης αυτής καταστάσεως, ο Ντούτσε αντικατέστησε στις 9 Νοεμβρίου τον στρατηγό Βισκόντι Πράσκα με τον στρατηγό Ουμπάλντο Σοντού, υφυπουργό των στρατιωτικών και υπαρχηγό του Γενικού Επιτελείου. Επιπλέον, απέστειλε στην Αυλώνα την Μεραρχία Πεζικού «ΜΠΑΡΙ», την οποία αρχικά προόριζε για απόβαση στη νήσο Κέρκυρα.
Εν τω μεταξύ, ελληνικές εφεδρείες άρχισαν να καταφθάνουν στο μέτωπο στις αρχές Νοεμβρίου. Έτσι, ο Παπάγος κατόρθωσε να πετύχει κατάλληλη συγκέντρωση δυνάμεων ως τα μέσα Νοεμβρίου, πριν εξαπολύσει αντεπίθεση. Η ελληνική στρατιωτική Ηγεσία είχε αντιμετωπίσει την κατάσταση κατά τρόπον ορθό και αποτελεσματικό.
Στις 13 Νοεμβρίου – μόλις 16 ημέρες μετά την ιταλική εισβολή – ο Ελληνικός Στρατός, πλήρως κινητοποιημένος και έχοντας αποκαταστήσει το εθνικό έδαφος, πέρασε στην αντεπίθεση, έχοντας πλέον την πρωτοβουλία. Ένδεκα Μεραρχίες Πεζικού, δύο Ταξιαρχίες Πεζικού, και η Μεραρχία Ιππικού, είχαν απέναντί τους δεκαπέντε ιταλικές Μεραρχίες Πεζικού και μία Τεθωρακισμένη.
Στον τομέα της Δυτικής Μακεδονίας, το ΤΣΔΜ, με το Γ’ ΣΣ από τη Θεσσαλονίκη και με την ενίσχυση μονάδων από ολόκληρη τη Βόρειο Ελλάδα, εξαπέλυσε στις 14 Νοεμβρίου επίθεση, από ανατολάς προς δυσμάς, με κατεύθυνση την Κορυτσά, η οποία κατελήφθη στις 22 Νοεμβρίου, με 2.000 αιχμαλώτους, 80 πυροβόλα, 55 αντιαρματικά και 300 πολυβόλα, προερχόμενα από τέσσερις ιταλικές μεραρχίες. Επρόκειτο για σημαντικότατο επίτευγμα του Ελληνικού Στρατού στη φάση αυτή του αγώνα και ταυτοχρόνως για τη «μαύρη ημέρα» του Ιταλικού Στρατού.
Είναι αλήθεια ότι οι Ιταλοί μαχόταν με πρωτόγνωρο πείσμα, η δε ηγεσία τους έστελνε νέες μεραρχίες στην Αλβανία. Ωστόσο, οι αλλεπάλληλες αποτυχίες προκάλεσαν σοβαρή κρίση στην ανωτάτη ιταλική ηγεσία που οδήγησε στην παραίτηση του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατάρχη Πιέτρο Μπαντόλιο, στις 26 Νοεμβρίου, τον οποίο αντικατέστησε ο στρατηγός Καβαλέρο, ο οποίος είχε παλιά αντιπάθεια με τον Μπαντόλιο.
Η επίθεση από τη Δυτική Μακεδονία συνδυάστηκε με γενική επίθεση σε ολόκληρο το μήκος του μετώπου. Τα Α’ και Β’ Σώματα Στρατού, ενισχυμένα με την ΙΙΙη Μεραρχία το πρώτο και με την ΧΙη και την Μεραρχία Ιππικού το δεύτερο, προέλασαν στη Βόρεια Ήπειρο, με ισχυρό και ασφαλή στροφέα το δεξιό της ελληνικής διατάξεως, δηλαδή το ΤΣΔΜ.
Μετά από σκληρές μάχες, κατέλαβαν την Πρεμετή, τους Αγίους Σαράντα και το Αργυρόκαστρο, μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου, και τη Χιμάρα τις παραμονές των Χριστουγέννων, εξασφαλίζοντας παράλληλα τη διάνοιξη της οδού προς Αυλώνα. Είχε πλέον καταληφθεί ουσιαστικά ολόκληρη η Βόρειος Ήπειρος.
Στις 9 Ιανουαρίου 1941, πριν την έλευση της βαρυχειμωνιάς, κατελήφθη από τις δυνάμεις του Β’ ΣΣ το στρατηγικής σημασίας οχυρωμένο πέρασμα της Κλεισούρας, στο κέντρο της ιταλικής διατάξεως. Επρόκειτο για νέο πλήγμα, το οποίο είχε ως επακόλουθο την δυσμένεια έναντι του στρατηγού Σοντού και την αντικατάστασή του από τον στρατηγό Καβαλέρο. Ο τελευταίος, ως επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου, είχε μεταβεί ήδη ένα μήνα πριν στην Αλβανία.
Το Β’ ΣΣ, αποτελώντας τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής προελάσεως στον κεντρικό τομέα, και εξασφαλίζοντας τον σύνδεσμο μεταξύ του Α’ΣΣ και του ΤΣΔΜ, έφθασε στην περιοχή Τεπελενίου, στα υψώματα της Τρεμπεσίνας, όπου ήταν και το μέγιστο όριο της ελληνικής προχωρήσεως. Εκεί αντιμετώπισε με επιτυχία την μεγάλη εαρινή ιταλική αντεπίθεση του Μαρτίου 1941.
Επίλογος
Είναι προφανές ότι οι Ιταλοί είχαν προετοιμασθεί για μία αποστολή «ειρηνικής κατοχής» ή το πολύ-πολύ να αντιμετωπίσουν κάποιους πυροβολισμούς για την «τιμή των όπλων». Αντί τούτου όμως βρέθηκαν έναντι αντιπάλων με πολύ υψηλό ηθικό, μεγάλη σωματική αντοχή, και καλά εκπαιδευμένων. Αλλά και έναντι μιας ηγεσίας που ήξερε καλά τη δουλειά της.
Από την εξέλιξη των επιχειρήσεων διαπιστώνουμε ότι, μετά την απόκρουση της εισβολής, η ελληνική ανωτάτη στρατιωτική ηγεσία πέρασε σε μια στρατηγική που την χαρακτήριζε ο επιθετικός ελιγμός, η αποφασιστικότητα και η ορμή. Ο επιθετικός ελιγμός αποτελεί προϋπόθεση κάθε επιτυχημένης πολεμικής ενέργειας, επιδιώκοντας όχι απλώς την απόκρουση του εχθρού αλλά και την απόκτηση εδάφους, τη συγκέντρωση δυνάμεων και ισχύος πυρός σε αποφασιστικό σημείο και τελικώς την καταστροφή των εχθρικών δυνάμεων. Δυστυχώς, ο Ελληνικός Στρατός δεν διέθετε τεθωρακισμένες ή μηχανοκίνητες δυνάμεις οι οποίες θα επέτρεπαν την εκμετάλλευση των επιτυχιών επί των εις το βάθος των κοιλάδων αξόνων, κάτι που θα το εξασφάλιζαν οι ελιγμοί και η επιτευχθείσα κατοχή των υψηλών σημείων.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ελληνικός Στρατός πολέμησε στον πόλεμο αυτό με άφθαστη ορμή και ηρωισμό. Πραγματικά ο Έλληνας μαχητής «τραβούσε μπροστά». Όμως αυτό δεν είναι αρκετό. Και ο πλέον αδαής αντιλαμβάνεται ότι και το καλύτερο στράτευμα δεν μπορεί να κάνει ούτε ένα βήμα χωρίς κατάλληλες διαταγές και αν δεν έχει προηγηθεί επίπονη και προσεκτική σχεδίαση και προπαρασκευή.
Το 1940, αυτός ο υπέροχος λαός ευτύχησε να έχει μια αντάξια Ηγεσία, σε όλη την κλίμακα της ιεραρχίας. Παράλληλα, υπήρξε καθοριστική η συμβολή του Πρωθυπουργού Ιωάννη Μεταξά και σ’ αυτό τούτο το καθαρά στρατιωτικό σκέλος. Επί έτη ολόκληρα υπήρξε ο επιμελητής και ακαταπόνητος οργανωτής αυτής της καταπληκτικής νίκης.
Για την επίτευξη της νίκης είναι απαραίτητη η ύπαρξη ισχύος σε όλες τις διατάσεις της και φυσικά η ύπαρξη στρατιωτικής ισχύος, η οποία είναι κάτι περισσότερο από απλή συγκέντρωση προσωπικού, υλικού και οπλικών συστημάτων. Το 1940, η σχέση ισχύος μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδος ήταν καταλυτική υπέρ της πρώτης σε όλα τα αντικειμενικά στοιχεία και παράγοντες ισχύος: οικονομία, πληθυσμός, αριθμός στρατευμάτων, βιομηχανική παραγωγή, οπλικά συστήματα. Και όμως, το αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν αντιστρόφως ανάλογο προς αυτά τα μεγέθη ισχύος. Τι ήταν εκείνο που συνέβαλε στην ανατροπή των δεδομένων;
Η πραγματική ισχύς δεν είναι πάντοτε εκείνη που προκύπτει από τη μέτρηση των συστατικών στοιχείων που προανέφερα. Το αν η ισχύς μιας χώρας θα έχει το αναμενόμενο αποτέλεσμα, εξαρτάται από μια επιτυχημένη ή όχι εθνική υψηλή στρατηγική, από την ηγεσία η οποία υλοποιεί την εθνική στρατηγική καθώς και από άλλους μη ορατούς παράγοντες ισχύος.
Η Ιταλία, παρά το γεγονός ότι υπερείχε από πλευράς αντικειμενικών στοιχείων ισχύος έναντι της Ελλάδας, δεν πέτυχε να υλοποιήσει τους στόχους της, καταβληθείσα από τον αντικειμενικά υποδεέστερο, από πλευράς μετρήσιμων στοιχείων ισχύος, Ελληνικό Στρατό. Ποιος ήταν ο παράγων που καθόρισε το αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής, ουσιαστικάστην ανατροπή των προβλέψεων στις οποίες οδηγούσε η ψυχρή λογική των αριθμών; Ικανότερη ηγεσία, υψηλότερο φρόνημα και ηθικό, αλλά και πολιτισμικά στοιχεία (αρχές, αξίες, ιστορία, παραδόσεις) τα οποία υπερίσχυσαν. Ειδικώς η ΗΓΕΣΙΑ, ως συντελεστής ισχύος, υπερίσχυσε εν προκειμένω και ανέτρεψε την υπεροχή ισχύος του αντιπάλου στα μετρήσιμα στοιχεία.
Χάρη στο ακατάβλητο θάρρος, στο υψηλό ηθικό στρατού και λαού, στο απαράμιλλο πνεύμα αυτοθυσίας των Ελλήνων, αλλά και στην άριστη προετοιμασία και διοίκηση της μάχης σε όλη την κλίμακα της ιεραρχίας, συνετρίβησαν τα σχέδια, αλλά και τα όνειρα των Ιταλών να καταγάγουν αποφασιστική νίκη, πριν από την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα.
Κλείνοντας αυτή την συνοπτική αναφορά στο Έπος του ’40, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, χωρίς αμφιβολία, την Ιστορία των εθνών την γράφουν οι ηγέτες, καθώς σύμφωνα και με τον Ξενοφώντα «άνευ αρχόντων ουδέν αν ούτε καλόν ούτε αγαθόν γένοιτο». Οι ηγέτες προπορεύονται, μελετούν, σχεδιάζουν, καθοδηγούν, κατευθύνουν και εμψυχώνουν. Οι λαοί ακολουθούν τους ικανούς ηγέτες, που τους εξασφαλίζουν ότι θα τους βγάλουν με ασφάλεια από δύσκολες καταστάσεις, αναδεικνύοντας παράλληλα τις δημιουργικές δυνάμεις που κρύβουν μέσα τους. Από την άποψη αυτή, είναι τυχερά τα έθνη που σε κρίσιμες στιγμές της ιστορικής τους πορείας ευτύχησαν να έχουν ηγέτες άξιους και ικανούς να διαχειριστούν τις κρίσεις και τις δυσκολίες και να οδηγήσουν τους λαούς τους σε ανάκαμψη και σε επιτυχίες.
Πηγή: Ενωμένη Ρωμηοσύνη

Ιστορία - Πολιτισμός

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Δημοσιεύτηκε

στις

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.

Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.

Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.

Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας

Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.

Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης

Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.

Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.

Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία

Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.

Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.

#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια

Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.

Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.

Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.

Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.

Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές

Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο

Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.

Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.

Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».

Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.

Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.

Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.

Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.

Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»

Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.

Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.

Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.

Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.

Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ιστορία των ελληνικών συναγωγών ζωντανεύει: Ένα μοναδικό αρχείο μνήμης παρουσιάζεται σε τέσσερις πόλεις της Βόρειας Ελλάδας

Οι Εκδόσεις Ινφογνώμων παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα, «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής». Ένα έργο 453 σελίδων, με 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια, που καταγράφει περισσότερες από 100 συναγωγές και διασώζει την ιστορία μνημείων που χάθηκαν ή κινδυνεύουν να ξεχαστούν.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Ένα σημαντικό οδοιπορικό στην ιστορία, την αρχιτεκτονική και την πολιτιστική κληρονομιά του ελληνικού εβραϊσμού ξεκινά στις 19 Οκτωβρίου από τα Ιωάννινα, με επόμενους σταθμούς τη Θεσσαλονίκη, την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Ο Δρ Ηλίας Β. Μεσσίνας παρουσιάζει το νέο του βιβλίο, καρπό πολυετούς επιτόπιας και αρχειακής έρευνας, αναδεικνύοντας συναγωγές που εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά και μνημεία που έχουν εξαφανιστεί από τον αστικό ιστό. Μέσα από σπάνιες φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά σχέδια και ιστορικά τεκμήρια, η έκδοση των Εκδόσεων Ινφογνώμων επιχειρεί να διασώσει ένα σημαντικό κομμάτι της συλλογικής μνήμης των ελληνικών πόλεων.

Ένα αρχείο για περισσότερες από 100 συναγωγές στην Ελλάδα

Η νέα έκδοση του Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα αποτελεί μια εκτενή καταγραφή της ιστορίας και της αρχιτεκτονικής των συναγωγών της Ελλάδας.

Σε 453 σελίδες παρουσιάζονται περισσότερες από 100 συναγωγές, με ιστορικές και αρχιτεκτονικές περιγραφές, σπάνιο φωτογραφικό υλικό, ψηφιακούς χάρτες, βιβλιογραφία και αρχειακές πηγές.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των μνημείων που τεκμηριώνονται δεν υπάρχει πλέον.

Ορισμένες συναγωγές κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, ενώ άλλες αλλοιώθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σταδιακά η παρουσία τους στη συλλογική μνήμη.

Η έρευνα του Μεσσίνα ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και συνδυάζει επιτόπιες επισκέψεις με ιστορική τεκμηρίωση από αρχεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Η έκδοση περιλαμβάνει 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια και διαγράμματα, προσφέροντας τη δυνατότητα στους αναγνώστες να γνωρίσουν μνημεία που συνδέονται με την παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο.

Το σπάνιο αρχείο του Σεμτώβ Σαμουήλ

Ιδιαίτερη σημασία για την ολοκλήρωση του βιβλίου είχε η αξιοποίηση του αρχείου του αρχιτέκτονα Σεμτώβ Σαμουήλ (1939–2009).

Το αρχείο παραδόθηκε στον Δρ Μεσσίνα από συγγενείς του Σαμουήλ και περιλαμβάνει πολύτιμο υλικό από έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1960–1961.

Εκείνη την περίοδο, ο νεαρός τότε φοιτητής αρχιτεκτονικής, με προτροπή του καθηγητή Νίκου Μουτσόπουλου, επισκέφθηκε συναγωγές σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.

Κατέγραψε φωτογραφικά και αρχιτεκτονικά κτίρια που βρίσκονταν σε λειτουργία, αλλά και συναγωγές που είχαν ήδη υποστεί σοβαρές φθορές.

Για ορισμένα από τα συγκεκριμένα μνημεία, τα οποία κατεδαφίστηκαν τα επόμενα χρόνια, το αρχείο Σαμουήλ αποτελεί σήμερα μοναδικό τεκμήριο της ύπαρξης και της αρχιτεκτονικής τους μορφής.

Το υλικό ψηφιοποιείται σταδιακά, ενώ προβλέπεται η δημιουργία τρισδιάστατων αναπαραστάσεων και ψηφιακών μοντέλων εικονικής πραγματικότητας.

Με τον τρόπο αυτό, η ιστορική έρευνα συνδυάζεται με τις σύγχρονες τεχνολογίες ψηφιακής αποκατάστασης, δημιουργώντας νέες δυνατότητες παρουσίασης της χαμένης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

Η σύνδεση με το Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο του υπουργείου Πολιτισμού

Το έργο αποκτά και θεσμική σημασία, καθώς συνδέεται με την ενσωμάτωση των εβραϊκών μνημείων της Ελλάδας στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα «Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο» του υπουργείου Πολιτισμού.

Ο Δρ Μεσσίνας συνεργάστηκε με τις αρμόδιες υπηρεσίες για τον εμπλουτισμό του συστήματος με στοιχεία σχετικά με την εβραϊκή πολιτιστική κληρονομιά.

Την έκδοση χαιρετίζουν η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και ο πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος, Δαυίδ Σαλτιέλ.

Τον πρόλογο υπογράφει ο ακαδημαϊκός, καθηγητής και αρχιτέκτονας Μανόλης Κορρές.

Η συμμετοχή των συγκεκριμένων προσωπικοτήτων αναδεικνύει τη σημασία της συστηματικής καταγραφής των ιστορικών μνημείων και της προστασίας τους από τη λήθη.

Οι παρουσιάσεις και οι ομιλητές

Στα Ιωάννινα, τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στις ιστορικές συναγωγές Γιασάν και Χαντάς.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο δικηγόρος και ερευνητής Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής, η επίκουρη καθηγήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ράνια Σταθοπούλου και ο οικονομολόγος Νίκος Καράμπελας. Χαιρετισμούς θα απευθύνουν ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Ιωαννίνων Μάρκος Μπατίνος και η πρόεδρος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών Κατερίνη Λιάμπη. Τον συντονισμό θα έχει η φιλόλογος Ανδρονίκη Ζούκη.

Στη Θεσσαλονίκη, την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου, το ενδιαφέρον θα στραφεί στη συναγωγή Μοναστηριωτών και στις εβραϊκές συναγωγές της πόλης πριν και μετά το Ολοκαύτωμα.

Στην παρουσίαση θα συμμετάσχουν η επιστημονική υπεύθυνη του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης, Δρ Ξένια Ελευθερίου, και ο Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής. Χαιρετισμό θα απευθύνει ο Δαυίδ Σαλτιέλ, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο αρχιτέκτονας Στέλιος Χριστάνης. Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων Θεσσαλονίκης.

Στην Ξάνθη, την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι καθηγητές του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Γιώργος Τσιγάρας και Δημήτρης Πολυχρονόπουλος, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο Νίκος Κοσμίδης.

Τελευταίος σταθμός θα είναι η Κομοτηνή, την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, όπου η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στην ιστορία της συναγωγής Μπεθ Ελ πριν από το Ολοκαύτωμα. Θα μιλήσουν ο Βασίλης Ριτζαλέος από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ο αρχιτέκτονας Γιώργος Ευφραιμίδης, με συντονίστρια την αρχιτέκτονα Αγγελική Κουγιουμτζόγλου.

Η αρχιτεκτονική ως μαρτυρία της ιστορίας

Η σημασία του βιβλίου δεν περιορίζεται στην αποτύπωση των κτιρίων.

Οι συναγωγές αποτελούσαν για αιώνες χώρους θρησκευτικής ζωής, κοινωνικής συνάντησης και διατήρησης της ταυτότητας των εβραϊκών κοινοτήτων.

Σε πολλές ελληνικές πόλεις, η καταστροφή των εβραϊκών πληθυσμών κατά το Ολοκαύτωμα συνοδεύτηκε από τη σταδιακή εξαφάνιση των χώρων που συνδέονταν με την καθημερινή τους ζωή.

Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση άλλαξε ακόμη περισσότερο τον αστικό ιστό, με αποτέλεσμα ορισμένα από αυτά τα κτίρια να έχουν χαθεί ολοκληρωτικά.

Η αρχιτεκτονική τεκμηρίωση προσφέρει τη δυνατότητα να ανασυσταθεί η μορφή τους και να διατηρηθεί η ιστορία τους για τις επόμενες γενιές.

Η συγκεκριμένη έκδοση φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για ιστορικούς, αρχιτέκτονες, ερευνητές και όσους ενδιαφέρονται για την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας.

Η αγγλική μετάφραση του βιβλίου αναμένεται στις αρχές του 2027, διευρύνοντας την πρόσβαση στο ερευνητικό υλικό και για το διεθνές κοινό.

Ένας ερευνητής αφιερωμένος στη διάσωση των συναγωγών

Ο Ηλίας Μεσσίνας γεννήθηκε το 1964 και είναι αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και σύμβουλος αειφορίας.

Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο Yale και στην Ακαδημία Bezalel, ενώ πραγματοποίησε διδακτορικές και μεταδιδακτορικές σπουδές σε θέματα χωροταξίας, αρχιτεκτονικής και περιβαλλοντικού σχεδιασμού.

Από το 1993 ασχολείται συστηματικά με την έρευνα και τεκμηρίωση των συναγωγών στην Ελλάδα.

Μεταξύ 1995 και 2023 συμμετείχε, μαζί με συνεργάτες του, σε μελέτες και έργα αποκατάστασης συναγωγών σε διάφορες ελληνικές πόλεις.

Έχει συγγράψει 16 βιβλία και δεκάδες άρθρα σχετικά με την πολιτιστική κληρονομιά, την αρχιτεκτονική και την αειφόρο ανάπτυξη.

Για τη συμβολή του στη διάσωση της εβραϊκής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς έχουν αναφερθεί θετικά επιστήμονες και ερευνητές, όπως ο Samuel D. Gruber, ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος και ο καθηγητής Γιώργος Τσιγάρας.

Μια παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές

Το βιβλίο «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής» αναδεικνύει μια συχνά παραγνωρισμένη διάσταση της ελληνικής ιστορίας.

Η παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής και πολιτιστικής διαδρομής πολλών ελληνικών πόλεων.

Η διατήρηση των μνημείων τους, ακόμη και μέσα από φωτογραφίες και αρχιτεκτονικά σχέδια όταν τα ίδια τα κτίρια έχουν χαθεί, συνδέεται άμεσα με την προστασία της ιστορικής μνήμης.

Οι τέσσερις παρουσιάσεις στη Βόρεια Ελλάδα αποτελούν μια ευκαιρία να γνωρίσει το κοινό όχι μόνο την αρχιτεκτονική των ελληνικών συναγωγών, αλλά και τις ιστορίες των ανθρώπων και των κοινοτήτων που συνδέθηκαν με αυτές.

Όλες οι εκδηλώσεις έχουν ελεύθερη είσοδο, με την επισήμανση ότι για την ξενάγηση στη συναγωγή Μοναστηριωτών της Θεσσαλονίκης απαιτείται προεγγραφή.

ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΑΓΓΕΙΛΕΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός13 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις13 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO13 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO13 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή