Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ανοιχτή πληγή τα δικαιώματα της μειονότητας στην Αλβανία – Ιστορική αναδρομή στις σχέσεις Αθήνας και Τιράνων

Δημοσιεύτηκε στις

Του Δημήτρη Η. Χατζηδημητρίου
Τέτοιες ημέρες, ακριβώς πριν από 31 χρόνια, ο Κάρολος Παπούλιας γινόταν ο πρώτος υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, ο οποίος επισκεπτόταν ποτέ κι ερχόταν σε φυσική επαφή με τους Έλληνες Βορειοηπειρώτες.
Επικεφαλής κυβερνητικού κλιμακίου, στο οποίο μετείχαν η υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη, οι υπουργοί ΠΕΧΩΔΕ και Εμπορίου Ευάγγελος Κουλουμπής και Παναγιώτης Ρουμελιώτης, ο γ.γ του υπουργείου Υγείας Νίκος Φαρμάκης, διπλωματικοί, κυβερνητικοί αξιωματούχοι και τουλάχιστον 40 δημοσιογράφοι, ο Κάρολος Παπούλιας έγινε δεκτός με ιδιαίτερες τιμές στο αποκαλούμενο «Διεθνές Αεροδρόμιο Τιράνων», το πρωΐ της 17ης Νοεμβρίου 1987.
Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, στις 28 Αυγούστου, το Υπουργικό Συμβούλιο, υπό την προεδρία του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου, είχε εγκρίνει και υιοθετήσει ομοφώνως την εισήγηση Παπούλια, για την άρση της εμπολέμου καταστάσεως μεταξύ Ελλάδας κι Αλβανίας, η οποία ίσχυε από τον Νοέμβριο του 1940, διακηρύσσοντας πως «ο χαρακτήρας της Αλβανίας ως εχθρικού κράτους έχει πάψει να υφίσταται». ( Η Αλβανία είχε συμμετάσχει με δύναμη 15 ταγμάτων στο πλευρό των Ιταλών εισβολέων την 28ηΟκτωβρίου, ενώ με διάταγμα του βασιλέα Ζώγου από το 1939, θεωρούσε «εχθρικές» χώρες όσες ήταν σε σύγκρουση με την Ιταλία).

Στην εισήγηση του, ο υπουργός Εξωτερικών αποσαφήνιζε ότι «… κυρίως η έλλειψη οποιασδήποτε επαφής με την Ελληνική μειονότητα στην Αλβανία…» ήταν στον πυρήνα της νέας πολιτικής προσέγγισης προς την Αλβανία, που πρότεινε.

Στην απόφαση μάλιστα, του Υπουργικού Συμβουλίου υπογραμμιζόταν: «Ο τερματισμός της προηγούμενης κατάστασης θα συμβάλλει την περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεων των δύο χωρών και την διεύρυνση της μεταξύ τους συνεργασίας. Ειδικότερα θα είναι προς όφελος της Ελληνικής μειονότητας, για την οποία το ενδιαφέρον της Ελληνικής Κυβέρνησης ήταν και θα παραμείνει αμέριστο και η οποία, καλλιεργώντας τις παραδόσεις και την εθνική της ταυτότητα, θα αποτελεί μια σταθερή γέφυρα φιλίας ανάμεσα στην ελληνικό και τον αλβανικό λαό».

Το χρονικό, η ιστορία των Ελληνο-αλβανικών σχέσεων, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την τύχη των Ελλήνων στην Βόρειο Ήπειρο.

Αυτό το στοιχείο βάρυνε πάντα στους χειρισμούς και τις αποφάσεις της Αθήνας έναντι των Τιράνων από την πρώτη ημέρα που, όπως γράφει ο Θάνος Βερέμης, «η αλβανική ανεξαρτησία κερδήθηκε με το αίμα των αντιπάλων-νικητών (σ.σ Ελλήνων, Σέρβων, Βουλγάρων κατά των Οθωμανών) και την υποστήριξη μεγάλων δυνάμεων που έμελλε σύντομα να βρεθούν αντιμέτωπες στον Α! Παγκόσμιο Πόλεμο».

Διπλωματικές σχέσεις

Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις δέκα χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου, στον οποίον η ανάμιξη της Αλβανίας του Ενβέρ Χότζα είναι αναμφισβήτητη, διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις επιδίωξαν να αποκαταστήσουν τις διπλωματικές σχέσεις με την γειτονική χώρα, επιζητώντας ακόμη και την μεσολάβηση χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας, όπως της Ρουμανίας.

Η προσπάθεια συνεχίσθηκε και από την δικτατορική κυβέρνηση της Αθήνας, η οποία βολιδοσκόπησε τα Τίρανα, στα τέλη του 1970, προκειμένου οι δύο χώρες να αποκαταστήσουν διπλωματικές σχέσεις, με βάση το υπάρχον Status Quo. Οι σχετικές επαφές έγιναν μέσω του Έλληνα μόνιμου αντιπροσώπου στον ΟΗΕ Δημητρίου Μπίτσιου, ο οποίος διαβίβασε την πρόταση της Αθήνας στον Αλβανό ομόλογό του Σαμί Μπαχόλι, στις 14 Δεκεμβρίου 1970.

Τον Απρίλιο του 1971 οι πρωθυπουργοί των δύο χωρών, ο δικτάτωρ Γεώργιος Παπαδόπουλος και ο Μεχμέτ Σέχου, αντάλλαξαν προφορικά μηνύματα (η Αλβανία δεν συναίνεσε να κοινολογηθούν εγγράφως), με τον δεύτερο να σημειώνει: «Κατ΄ έμμεσον τρόπον η Ελληνική Κυβέρνησις ζητεί διαβεβαιώσεις δια τους πολίτας, οι οποίοι αποτελούν την ελληνικήν μειονότητα εν Αλβανία. Η Αλβανική Κυβέρνησις θεωρεί ότι η επιμονή αυτή δεν πρέπει να προδικάση την ουσίαν του προβλήματος. Η ουσία του προβλήματος, και η οποία έχει πράγματι σημασίαν και αξίαν είναι η στάσις της Λαϊκής Δημοκρατίας της Αλβανίας έναντι της ελληνικής μειονότητος. Επί του πεδίου τούτου δυνάμεθα να διαβεβαιώσωμε την Ελληνικήν Κυβέρνησιν ότι ακόμη και κατά την διάρκειαν των πλέον σκοτεινών ημερών το Εργατικό Κόμμα της Αλβανίας ουδέποτε επέτρεψε ώστε τα δικαιώματα της μειονότητας να μην παραμείνουν σεβαστά. Το αυτό θα ισχύη πάντοτε και δια το μέλλον».

Στην προφορική απάντησή του ο Γ. Παπαδόπουλος, σημείωνε: «Η Αλβανική Κυβέρνησις ορθώς εξετίμησε την εμμονήν της Ελληνικής Κυβερνήσεως δια την παροχήν διαβεβαιώσεων, αφορωσών την ελληνική μειονότητα εν Αλβανία… Αποδίδει πραγματικήν σημασίαν εις την στάσιν της Λαϊκής Δημοκρατίας της Αλβανίας έναντι της ελληνικής μειονότητας. Σημειοί την δήλωσιν της Κυβερνήσεως της Λαϊκής Δημοκρατίας της Αλβανίας συμφώνως προς την οποίαν…» (επαναλαμβάνει το τελευταίο απόσπασμα της δήλωσης Σέχου).

Στην βάση αυτών των προφορικών δηλώσεων, η Αθήνα και τα Τίρανα ανακοινώνουν την 6η Μαΐου 1971 την αποκατάσταση των διπλωματικών τους σχέσεων και την ανταλλαγή πρεσβευτών.

Το Αλβανικό κράτος αντιμετώπισε πάντα, και υπό οποιοδήποτε καθεστώς, την Εθνική Ελληνική Μειονότητα (ΕΕΜ), με άκρα καχυποψία, κι όχι σπάνια με απροκάλυπτη εχθρότητα, αντιλαμβανόμενο τους Έλληνες Βορειοηπειρώτες ως το προγεφύρωμα της ελληνικής επέκτασης σε αλβανικά εδάφη.

Για την εδραίωση αυτής της αντίληψης και την μετατροπή της σε επίσημη πολιτική του Αλβανικού κράτους έναντι της ΕΕΜ, οι Αλβανοί αξιωματούχοι επικαλούνταν τόσο την προώθηση του Ελληνικού Στρατού και την απελευθέρωση της περιοχής από τους Οθωμανούς, την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων και του Α! Π.Π, όσο και την υποβολή στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων, το 1946, των ελληνικών αξιώσεων επί της Βορείου Ηπείρου, από τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Τσαλδάρη, ως εύλογη αναγνώριση του αγώνα και των θυσιών του Ελληνικού λαού στον Β! Π.Π κατά του φασισμού-ναζισμού.

Η καχυποψία αυτή έφθασε κάποιες φορές σε ύψη παράνοιας, με τον ίδιον τον Ενβέρ Χότζα να κάνει λόγο «για ελληνική κατοχή της Νότιας Αλβανίας το 1940», σε ομιλία του στους Αγίους Σαράντα, στις 17-11-1961.

Η ΕΕΜ χρησιμοποιήθηκε από τον Χότζα και ως πρόσχημα για να επισημοποιήσει την διάρρηξη των σχέσεων του με την ΕΣΣΔ. Εκμεταλλευόμενος μια συνάντηση του Σοβιετικού ηγέτη Νικήτα Χρουστσώφ, με τον Σοφοκλή Βενιζέλο, το καλοκαίρι του 1960, και την συζήτηση τους η οποία κατέληξε με τον πρώτο να διαβεβαιώνει τον δεύτερο ότι θα μεταφέρει «στους Αλβανούς συντρόφους», πως θα πρέπει να εξομαλύνουν τις σχέσεις τους με την Ελλάδα και να παραχωρήσουν αυτονομία στους Βορειοηπειρώτες, ο Αλβανός δικτάτορας οικοδόμησε μια ολόκληρη θεωρία συνωμοσίας με πρωταγωνιστές τον «ρεβιζιονιστή συμμορίτη Χρουστσώφ, την Τιτοϊκή κλίκα και τους Έλληνες μοναρχοφασίστες», με στόχο τον διαμελισμό της Αλβανίας.

Το τίμημα και το κόστος αυτής της θεωρίας τα κατέβαλαν στο ακέραιο τα μέλη της ελληνικής μειονότητας και η Εκκλησία της Αλβανίας, ως «κατασκοπευτική και προπαγανδιστική βάση της βορειοηπειρωτικής μεγαλοϊδέας και φωλιά της αντίδρασης σε ολόκληρη την χώρα».

Ο αλβανικός εθνικισμός

Η Αλβανία, κράτος που προέκυψε μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων (Πρωτόκολλα Λονδίνου, Φλωρεντίας 1913) και την οριστική απόσυρση των Οθωμανών από τα ευρωπαϊκά εδάφη της καταρρέουσας αυτοκρατορίας τους, υπήρξε πεδίο ανάπτυξης έντονων προπαγανδιστικών κινήσεων από Ιταλία, Αυστροουγγαρία, Σερβία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Ελλάδα.

Για την τελευταία, υπήρξε «ευχή και κατάρα» ότι, με δύο εξαιρέσεις, όλοι οι πρωτεργάτες του αλβανισμού και της αλβανικής εθνικής ιδέας ήταν ελληνικής παιδείας, ενώ τα ελληνικά ήταν η μόνη γραπτή γλώσσα σχεδόν στο σύνολο της γεωγραφικής περιοχής, η οποία αποτέλεσε το αλβανικό κράτος, και μάλιστα σε εποχές που «το μεγαλύτερον μέρος της τουρκοκρατούμενης Ελλάδος ήτο βυθισμένον εις την απόλυτον αγραμματείαν», όπως μαρτυρεί ο Κωνσταντίνος Κούμας.

Ο αλβανικός εθνικισμός, όπως αναδύθηκε το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, υποκινούμενος πρωτίστως από την ιταλο-αυστριακή πολιτική, εκδηλώθηκε κυρίως ως αντίδραση στην ελληνικότητα και τον ελληνισμό, με την τελική επιλογή-μετά από θυελλώδεις συζητήσεις στο Μοναστήρι, τον Νοέμβριο του 1908- του λατινικού, αντί του ελληνικού αλφάβητου, για την αλβανική γραπτή γλώσσα, αλλά και την πραξικοπηματική ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Αλβανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, τον Σεπτέμβριο του 1922.

Η ελληνική γλώσσα και το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν στην πρώτη γραμμή πυρός των Αλβανών εθνικιστών, ενώ κάποιες φορές δεν αποφεύχθηκαν και οι ιστορικές φαιδρότητες με την υποστήριξη της θεωρίας ότι οι Αλβανοί έλκουν την καταγωγή τους από τους Πελασγούς, η ελληνική είναι παρακλάδι της αλβανικής, τα ονόματα των θεών του Ολύμπου είναι αλβανικά, ο Φίλιππος, ο Αλέξανδρος, η Ολυμπιάδα και ο Πύρρος είναι Αλβανοί…

Κι όλα αυτά για να εφευρεθεί μια εθνική αφήγηση, που θα εγείρει τείχη μεταξύ των δύο γειτονικών λαών, αλλά και για να υποστηριχθεί ότι οι Έλληνες της Αλβανίας δεν είναι παρά εκχριστιανισμένοι Αλβανοί!

Με το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων 1912-13 και μετά την Συνθήκη των Βερσαλλιών, με την οποίαν έληξε ο Α! Π.Π, και παρ΄ότι ο Ελληνικός Στρατός είχε απελευθερώσει το σύνολο της Ηπείρου κατέχοντας δύο φορές την περιοχή που εκτείνεται από το ύψος των Πρεσπών, ανατολικά, έως και την Χειμάρρα, δυτικά, το τμήμα αυτό της ενιαίας Ηπείρου περιήλθε στο νεοσύστατο Αλβανικό κράτος. Ενώ και η εξέγερση των Ελλήνων το 1914, που οδήγησε στην δημιουργία της Αυτόνομης Πολιτείας της Βορείου Ηπείρου, υπό τον Γεώργιο Χρηστάκη Ζωγράφο, υπήρξε θνησιγενής, καθώς οι πολιτικές ανάγκες της Ελλάδας και οι πιέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, δεν της επέτρεψαν να επενδύσει διπλωματικό κεφάλαιο στην προσπάθεια για την ένωση, αφού προκρίθηκε η ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό της Θράκης και των νησιών του Β.Α Αιγαίου.

Στην Βόρειο Ήπειρο, σύμφωνα με την τελευταία επίσημη στατιστική της Οθωμανικής Διοίκησης του 1908, οι Έλληνες ήταν 128.000 και οι Αλβανοί 95.000. Η στατιστική που παρουσίασε ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1919, έκανε λόγο για 112.385 Έλληνες και 82.360 Αλβανούς, ενώ κατά την κυβέρνηση της Αυτόνομης Β. Ηπείρου, οι Έλληνες ήταν 120.209 και οι Αλβανοί 110.677. Τα στοιχεία της Κοινωνίας των Εθνών (Κ.Τ.Ε) το 1922 και μόνο για τις επαρχίες Κορυτσάς (χωρίς το Πόγραδετς), Αργυροκάστρου και Χειμάρρας αναφέρουν 114.078 μουσουλμάνους και 112.163 χριστιανούς ορθόδοξους.

Ο δυναμισμός του ελληνικού στοιχείου στην Ήπειρο προκύπτει ανάγλυφα από τα στοιχεία για την εκπαίδευση καθ΄όλη την διάρκεια της Οθωμανοκρατίας.

Είναι ενδεικτικό, ότι σε ολόκληρο το βιλαέτι Ιωαννίνων λειτουργούσαν, το 1878, 530 ελληνικά σχολεία με 20.000 μαθητές και πάνω από 800 δασκάλους. Το 1902 και μόνο στην περιοχή της μετέπειτα Βορείου Ηπείρου, όπως κατέγραψε ο Ιταλός Τζιοβάνι Αμαντόρε Βίργκιλι, τα ελληνικά σχολεία ήταν 373, με 16.391 μαθητές και 535 δασκάλους, ενώ την χρονιά ιδρύσεως του Αλβανικού κράτους, το 1913, λειτουργούν 409 ελληνικά σχολεία όλων των βαθμίδων, με πάνω από 22.000 μαθητές. Το πρώτο αλβανικό σχολείο λειτούργησε στο Αργυρόκαστρο το 1908, όταν στην ίδια πόλη το πρώτο ελληνικό σχολείο ιδρύθηκε και λειτούργησε το 1633.

Η ανάγκη για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της Ελληνικής μειονότητας στο νεοσύστατο Αλβανικό κράτος αναγνωρίσθηκε, εμμέσως, στην ιδρυτική Συνθήκη του Λονδίνου (17-5-1913), με ειδική αναφορά στο άρθρο 7, αλλά κυρίως με το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας της 17ης Μαΐου 1914, το οποίο συνομολογήθηκε μεταξύ της Διεθνούς Επιτροπής Ελέγχου της Αλβανίας και της κυβερνήσεως της Αυτονόμου Πολιτείας της Β. Ηπείρου.

Στο άρθρο 7 αναφέρεται ότι «αι Ορθόδοξοι Χριστιανικαί Κοινότητες αναγνωρίζονται Νομικά Πρόσωπα, επίσης ως και αι άλλαι. Διατηρούσι την περιουσίαν των και θα διαθέτουν αυτήν ελευθέρως».

Το άρθρο 8 ρητώς αναφέρει: «Σχολεία. Η εκπαίδευσις είναι ελευθέρα. Εις τα σχολεία των ορθοδόξων Κοινοτήτων η εκπαίδευσις γίνεται ελληνιστί. Εις τας τρείς τάξεις του Δημοτικού μετά της Ελληνικής θα διδάσκεται και η Αλβανική. Αλλ΄η θρησκευτική διδασκαλία θα γίνεται αποκλειστικώς ελληνιστί». Ενώ με το άρθρο 9 επιβάλλεται η ισότιμη χρήση «της Ελληνικής και της Αλβανικής γλώσσης ενώπιον όλων των αρχών, συμπεριλαμβανομένων των Δικαστηρίων, ως και των εκλεκτών Συμβουλίων».

Με το ίδιο Πρωτόκολλο αναγνωρίζεται στην Χειμάρρα ειδικό καθεστώς «ανεξαρτησίας», με Ολλανδό κυβερνήτη, για μια δεκαετία, καθώς οι Χειμαρριώτες είχαν επιτύχει προνόμια επί Οθωμανικής διοίκησης και είχαν αποτινάξει τον οθωμανικό ζυγό, διακηρύσσοντας την ένωση τους με την Ελλάδα, με δικές τους προσπάθειες και χωρίς την επέμβαση του Ελληνικού Στρατού.

Το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας «απεδέχθη εξ ολοκλήρου και άνευ όρων ο Ηγεμών της Αλβανίας και η Κυβέρνησις του» ενημέρωνε τον Γ.Χ Ζωγράφο η Διεθνής Επιτροπή Ελέγχου στις 12 Ιουνίου 1914.

Αλλά και με την διμερή Ελληνο-αλβανική συμφωνία της Καπεστίτσας (σ.σ πλησίον της Κρυσταλλοπηγής) στις 15-5-1920, αναγνωρίσθηκε ότι «το ελληνικό σχολείον και αι εκκλησίαι θα λειτουργήσουν ελευθέρως». (άρθρο 2).

Από τα δύο αυτά κείμενα προέκυψε το μειονοτικό ελληνικό ζήτημα στην Αλβανία, όπως και η ανάγκη προστασίας των Ελλήνων στην Βόρειο Ήπειρο με την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων-κανόνων του Διεθνούς Δικαίου.

Επιπροσθέτως, στις 2-10-1921, ο Αλβανός εθνικιστής ηγέτης (σ.σ πρωθυπουργός και Αρχιεπίσκοπος κατά διαστήματα) Θεοφάνης Στυλιανός Νόλλης, γνωστός ως Φαν Νόλι, αναγγέλλοντας την είσοδο της χώρας του στην Κ.τ.Ε, ανακοίνωσε και την επίσημη αναγνώριση των Ελλήνων, στον αλβανικό νότο, ως «εθνική και γλωσσική μειονότητα», αναλαμβάνοντας και την υποχρέωση να σεβαστεί ιδιαίτερα το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας και της δημιουργίας και συντήρησης σχολείων κι άλλων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, με ελεύθερη χρήση της γλώσσας τους.

Στις 17-2-1922 το Αλβανικό Κοινοβούλιο επικύρωσε την δήλωση Νόλι και στις 22-7-1922 ο υπουργός Εξωτερικών της Αλβανίας Τζαφέρ Ούπι, δήλωσε στην ΚτΕ, ότι οι μειονότητες στην Αλβανία θα απολαμβάνουν: α) Πλήρη ισότητα σε ό,τι αφορά τα πολιτικά, αστικά και κοινωνικά δικαιώματα, χωρίς διάκριση φυλής, γλώσσας ή θρησκείας, β) εκπαιδευτικά δικαιώματα και γ) ελευθερία στη θρησκεία και την άσκηση θρησκευτικής λατρείας, περιλαμβανομένης και της αλλαγής θρησκεύματος.

Πολιτική τρομοκράτησης

Ωστόσο, το Αλβανικό κράτος κατέστησε αμέσως σαφείς τις προθέσεις του περιορίζοντας την αναγνώριση μειονοτικών δικαιωμάτων μόνο σε όσους Έλληνες κατοικούσαν στις περιφέρειες Αργυροκάστρου, Αγίων Σαράντα και σε τρία χωριά της Χειμάρρας-Δρυμάδες, Χειμάρρα και Παλάσσα-αποκλείοντας όσους ζούσαν στην περιφέρεια της Κορυτσάς και τα άλλα τέσσερα χωριά της Χειμάρρας. Μάλιστα, έφθασε στο σημείο να δηλώσει ότι οι Έλληνες δεν ξεπερνούσαν τις 16.000!

Παράλληλα, ασκώντας πολιτική τρομοκράτησης των Ελλήνων επιδίωξε συστηματικά να καταργήσει το ειδικό καθεστώς που είχε αναγνωρισθεί στην Χειμάρρα, προκαλώντας την οργή του Έλληνα πρέσβη Πανουριά, ο οποίος σε τηλεγράφημα του προς το υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα, στις 5-9-1924, σημείωνε πως είναι τέτοιος «ο επικρατών άκρατος και παράφρων των εθνικιστών σωβινισμός προ του οποίου πάσα λογική και φρόνησις υποχωρεί».

Με διάφορα διοικητικά μέτρα και στο πλαίσιο μιας σχεδιασμένης πολιτικής αφελληνισμού και αφομοίωσης των Βορειοηπειρωτών Ελλήνων, το Αλβανικό κράτος δρομολόγησε και πέτυχε την δραματική μείωση των ελληνικών σχολείων. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που ετέθησαν υπ΄ όψη της ΚτΕ η εικόνα ήταν η εξής: 1926: 78 σχολεία, 1927: 68, 1928: 66, 1929: 60, 1930: 63, 1931: 64, 1932: 43, 1933: 10, 1934: 0. Οι δάσκαλοι από 113 το 1926 περιορίσθηκαν το 1933 σε μόλις 11.

Το Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης της Χάγης, στο οποίο παρέπεμψε ο Γ.Γ της ΚτΕ την προσφυγή των Ελλήνων της μειονότητας, με την απόφαση του στις 6 Απριλίου 1935, και με ψήφους 8-3, αναγνώρισε το βάσιμο των καταγγελιών και απορρίπτοντας τους αλβανικούς ισχυρισμούς, υποχρέωσε τα Τίρανα σε αλλαγή πολιτικής.

Την ίδια περίοδο, οι αναφορές των Ελλήνων διπλωματών στην Αλβανία βρίθουν περιγραφών για περιστατικά ωμής βίας, αναιτιολόγητων απολύσεων από την δημόσια υπηρεσία και επιβολής αναγκαστικής φορολογίας, με θύματα τους Βορειοηπειρώτες Έλληνες, ενώ το ίδιο συχνές είναι και οι διαβεβαιώσεις των Αλβανών αξιωματούχων, όλων των βαθμίδων, περί των «φιλελληνικών αισθημάτων τους» και της αντίληψης τους ότι η ΕΕΜ είναι παράγων σταθερής φιλίας μεταξύ των δύο χωρών και λαών…

Η ΕΕΜ ήταν η μοναδική εθνική μειονότητα στην Ευρώπη που όχι μόνο δεν συνεργάσθηκε με τους Ιταλούς φασίστες και τους Γερμανούς Ναζί, αλλά αντιθέτως συμμετείχε στα ένοπλα κινήματα αντίστασης της Αλβανίας, καταβάλλοντας βαρύ τίμημα. Οι ιταλο-γερμανικές δυνάμεις κατοχής εκτέλεσαν πάνω από 1.700 Βορειοηπειρώτες κι έκαψαν σχεδόν 6.500 σπίτια. Η προσδοκία των Βορειοηπειρωτών για αυτονομία, μετά το τέλος του Πολέμου, δεν δικαιώθηκε ποτέ, ενώ ακόμη και σήμερα παραμένουν αδιευκρίνιστες οι συνθήκες υπό τις οποίες σκοτώθηκε ο πρωτοκαπετάνιος της βορειοηπειρωτικής αντίστασης Λευτέρης Τάλλιος, ο θρύλος του οποίου έγινε τραγούδι στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν.

Η αξίωση της Ελλάδας επί της Βορείου Ηπείρου, το 1946 στην Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι, παραπέμφθηκε στο Συμβούλιο των Τεσσάρων (ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία, ΕΣΣΔ), για συζήτηση και λύση μετά την διευθέτηση, αρχικά, του αυστριακού ζητήματος (διευθετήθηκε το 1958) και κατόπιν του γερμανικού (έληξε με την επανένωση των Γερμανιών το 1989-1990).

Υπό το ακραία εθνικιστικό καθεστώς-ο κομμουνισμός ήταν μεταμφίεση- του Ενβέρ Χοτζά, η ΕΕΜ πέρασε του «λιναριού τα πάθη», όπως συνήθιζε να λέει ο ίδιος, για όσα υπέφεραν οι Αλβανοί με το προηγούμενο καθεστώς.

Η μειονοτική περιοχή συρρικνώθηκε, με πλήρη αποκλεισμό της Χειμάρρας, τα ελληνικά απαγορεύθηκε να ομιλούνται εκτός αυτής της περιοχής, στα σχολεία της μειονότητας διδάσκονταν μεταφράσεις μόνο της αλβανικής ιστορίας και πολιτισμού. Το 1945 οι λειτουργικά αναλφάβητοι στην Αλβανία προσέγγισαν το 90%, ενώ στη Βόρεια Ήπειρο μόλις 5%, αλλά η σχέση εισαγωγής στο Πανεπιστήμιο ήταν 1 προς 7 Αλβανούς.

Με διοικητικά μέτρα, πολλοί Βορειοηπειρώτες μεταφέρθηκαν βιαίως σε άλλες περιοχές της Αλβανίας, χάνοντας έτσι τα ‘μειονοτικά’ τους δικαιώματα, ενώ χιλιάδες γνώρισαν την φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσης-Σπάκ, Μπάλς, Μπουρέλ- και των γκουλάνγκ καταναγκαστικής εργασίας, διωκόμενοι για τα φρονήματα τους.

Παρακολουθήσεις

Σύμφωνα με στοιχεία της διαβόητης «Σιγκουρίμι», τουλάχιστον 4.000 Βορειοηπειρώτες ήταν μονίμως υπό παρακολούθηση, ως ύποπτοι για κατασκοπία υπέρ της Ελλάδας.

Με ειδική νομοθεσία επιβλήθηκε αλλαγή στα τοπωνύμια και τις ονομασίες των χωριών και απαγορεύθηκε να δίνονται στα παιδιά χριστιανικά ή ελληνοπρεπή ονόματα. Ενώ, το 1967 καταργήθηκαν επισήμως όλες οι θρησκείες και η Αλβανία κηρύχθηκε «άθεο κράτος», στο οποίο απαγορεύθηκε και η ιδιωτική εκδήλωση θρησκευτικής λατρείας.

Έναντι όλων αυτών, το καθεστώς επιδείκνυε τις μετρημένες στα δάχτυλα περιπτώσεις Ελλήνων της μειονότητας σε θέσεις του καθεστώτος και σε ρόλους διακοσμητικούς.

Την ίδια εποχή, ο Ενβέρ Χότζα γράφει: «Και ημείς έχομεν εις τον τόπον μας μίαν μικράν ελληνικήν Μειονότητα, αλλ΄αύτη χαίρει όλων των δικαιωμάτων… ενώ εις το Κόσοβον γίνονται χίλιαι και μία αθλιότητες».

Κι αυτά όταν το Κόσοβο ήταν αυτόνομη επαρχία στο πλαίσιο της Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας, στην Πρίστινα λειτουργούσε Πανεπιστήμιο με γλώσσα τα αλβανικά και οι Κοσοβάροι είχαν ελεύθερη επικοινωνία με την «Μάννα Αλβανία».

Δεν είναι υπερβολή ότι το επίσημο Αλβανικό κράτος σε σχέση με την ΕΕΜ ακολούθησε, πλην της ανοικτής σφαγής, με πλήρη πιστότητα το πρόγραμμα των Νεότουρκων για την εξάλειψη των μειονοτήτων.

Η πραγματικότητα στο «στρατόπεδο Αλβανία» επισημάνθηκε το 1984 από την Διεθνή Αμνηστία, ενώ τον Μάρτιο του 1987, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, σχεδόν ομοφώνως-και με τις ψήφους της Σοβιετικής Ένωσης, της Κίνας και της Βουλγαρίας- μετά από 3ετή ανακριτική διαδικασία και έρευνα, καταδίκασε την Αλβανία, για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Την εποχή εκείνη ο αριθμός των πολιτικών κρατουμένων υπολογιζόταν σε 10.000, εκ των οποίων το 40% ήταν Έλληνες.

Την φρίκη που βίωσαν οι Έλληνες της μειονότητας περιέγραψαν σε Υπόμνημα προς την ΔΑΣΕ (Διάσκεψη Μόσχας 10/9 – 4/10/1991) ο βουλευτής της ΟΜΟΝΟΙΑΣ Θωμάς Μήτσιος και ο Θωμάς Σιάρρας, καθηγητής αγγλικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο Τιράνων, οι οποίοι ως «εκπρόσωποι της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας της Αλβανίας, που αριθμεί σχεδόν 300.000 Αλβανούς υπηκόους» απηύθυναν έκκληση, για «… να διασφαλισθεί η φυσική και πολιτιστική επιβίωση της ΕΕΜ στην πατρώα της γή».

Η μετά Χότζα εποχή

Η πτώση του καθεστώτος Χότζα-Αλία, με μακρόσυρτη διαδικασία που διήρκεσε από το 1989 ως το 1992, η αποδοχή εκ μέρους της νέας Αλβανίας της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι κι όλων των ντοκουμέντων της ΔΑΣΕ/ΟΑΣΕ δημιούργησε την βάσιμη ελπίδα, για μια ραγδαία αλλαγή και βελτίωση των όρων διαβίωσης της ΕΕΜ στην γειτονική χώρα. Κι αυτό παρά τα καιρούς επεισόδια στις διμερείς σχέσεις, στην ομαλή εξέλιξη των οποίων παρεμβάλλονται εξωγενείς παράγοντες, αλλά και η αμφιθυμία της αλβανικής ηγεσίας που ταλαντεύεται μεταξύ της επιλογής να εντάξει την Αλβανία στους δυτικούς πολιτικο-οικονομικούς οργανισμούς ή στον Οργανισμό Ισλαμικής Διάσκεψης…

Η ΕΕΜ αναγνωρίζεται-φραστικά-ως «γέφυρα φιλίας και συνεργασίας» μεταξύ των δύο χωρών, αλλά στην πράξη είναι ο εύκολος αποδιοπομπαίος τράγος στον οποίον φορτώνονται όλες οι δυσκολίες της μετάβασης της Αλβανίας στην νέα εποχή. Ακόμη και «η κρίση των πυραμίδων» το 1997, που λίγο έλειψε να διαλύσει εντελώς την Αλβανία και να την βυθίσει σε έναν αιματηρό εμφύλιο, αποδόθηκε από τον Σάλι Μπερίσα σε «ελληνική συνωμοσία» με μοχλό την μειονότητα. Δεν λείπουν, ακόμη και σήμερα, τα επεισόδια αυταρχικής επιβολής πολιτικών αποφάσεων, με στόχο την διαρπαγή των περιουσιών Ελλήνων της μειονότητας, όπως συμβαίνει στους Αγίους Σαράντα, ενώ η Χειμάρρα εξαιρέθηκε από την επιστροφή των περιουσιών και της γής στους προ κομμουνιστικού καθεστώτος ιδιοκτήτες της.

Η αλλαγή των συνθηκών, με την απόκτηση της δυνατότητας των Βορειοηπειρωτών να εγκαθίστανται στην Ελλάδα έχει οδηγήσει σε δραματική μείωση του αριθμού όσων παραμένουν στην Αλβανία. Η τελευταία αλβανική απογραφή έδωσε έναν αριθμό περί τις 58.000 Ελλήνων, ενώ την ίδια στιγμή οι κάτοιχοι του Ειδικού Δελτίου Ταυτότητας Ομογενούς, με το οποίο το Ελληνικό κράτος εφοδιάζει τους εξ Αλβανίας ομογενείς ανέρχονται σε σχεδόν 240.000 άτομα.

Ελληνικό σύνδρομο «μεγάλου εξαδέλφου»

Η Ελλάδα, απέναντι στην Αλβανία συμπεριφέρεται με το σύνδρομο του «μεγάλου εξαδέλφου», ο οποίος ανέχεται τις παραξενιές του μικρότερου, γελάει με τις αδέξιες απόπειρες του να αποσπάσει την προσοχή του μεγαλύτερου, υποβαθμίζει τις προκλήσεις από πολιτικές καρικατούρες, τύπου Μπερίσα και Ράμα, που της κουνούν με αλαζονεία και θρασύτητα το δάχτυλο. Καμιά φορά θυμώνει, αλλά πάντα με μια «θεία αφέλεια» συγχωρεί και προτιμά να πείθεται από τις νέες υποσχέσεις, αγνοώντας το παλαιό αλβανικό ρητό, “Ku eshte shpata eshte feja».Δηλαδή, όπου «είναι η σπάθα (η δύναμη) είναι και η πίστη».

Η Ελληνική Εθνική Μειονότητα υπήρξε θύμα της σχεδιασμένης αφομοιωτικής πολιτικής του Αλβανικού κράτους, αλλά και της αδυναμίας της Αθήνας να χαράξει μια συνεπή και με διάρκεια πολιτική προστασίας της. Για πολλά χρόνια η τύχη της ΕΕΜ αφέθηκε να γίνει αντικείμενο της ενασχόλησης εξωθεσμικών κύκλων και παραγόντων, με οδυνηρές συνέπειες για τους Έλληνες της Αλβανίας, το καθεστώς της οποίας ερμήνευε κάθε κίνηση αυτών των παραγόντων ως εκδήλωση του «ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού» και αμφισβήτησης της εδαφικής ακεραιότητας της γειτονικής χώρας.

Είναι σαφές ότι στις σημερινές συνθήκες το «Βορειοηπειρωτικό», ως ζήτημα εδαφικής διεκδίκησης, δεν υφίσταται. Ωστόσο, δεν παύει να υφίσταται ως μείζον ζήτημα εφαρμογής, ισχύος και σεβασμού των δικαιωμάτων της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας στην Αλβανία.

Ίσως έτσι δικαιωθεί κι εκείνος ο, τόσο πρόωρα χαμένος, Βορειοηπειρώτης ποιητής, ο Σπύρος Λάγιος που στα πιο μαύρα χρόνια του αλβανικού καθεστώτος, έγραψε: «Δεν έχουμε χτίσει στους καιρούς /μνημεία βασιλιάδων / ούτε μνημεία αυτοκρατόρων. Εμείς οι αρχαίοι κι αι απλοί/ σηκώσαμε κάτι το δικό μας: σηκώσαμε όρθιο μόνο τον εαυτό μας». 

Βοηθήματα

Οι απαρχές του αλβανικού εθνικισμού (Nathalie Clayer).
Οι Αλβανοί (Miranda Vickers).
Όταν τέθηκαν τα θεμέλια της νέας Αλβανίας (Ενβέρ Χότζα).
Δύο φίλοι λαοί (Ενβέρ Χότζα).
Ο Ελληνισμός της Αλβανίας (συλλογικό, επιμέλεια Θάνος Βερέμης).
Η Εθνική Ελληνική Μειονότητα εις την Αλβανίαν και το σχολικόν αυτής ζήτημα (Γ.Χ Παπαδόπουλου).
Η πραγματική εικών της εν Αλβανία Εθνικής Ελληνικής Μειονότητος (Γ.Χ Παπαδόπουλος).
Histoire diplomatique de la question Nord Epirote (B. Papadakis).
Η εμπόλεμος κατάστασις μεταξύ της Ελλάδος και της Αλβανίας (Νικόλαος Αθ. Αντωνόπουλος).
Η Ελληνική Μειονότητα της Αλβανίας σήμερα (δρ. Λάμπρος Μπαλτσιώτης).
Το αυτοκέφαλον της εν Αλβανία Ορθοδόξου Εκκλησίας επί τη βάσει ανεκδότων εγγράφων (Απόστολος Γλαβίνας).
Ξένες προπαγάνδες και εθνική αλβανική κίνηση στις μητροπολιτικές επαρχίες Δυρραχίου και Βελεγράδων κατά τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα (Ελευθερία Ι. Νικολαΐδου).
Μειονότητες στα Βαλκάνια (Αρετή Τούντα-Φεργάδη).
Αλβανία. Ο τσακισμένος αετός των Βαλκανίων (Arnold Sherman).
Το Μεγάλο Άνοιγμα. Χρονικό των Ελληνο-αλβανικών σχέσεων στο δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα (Μενέλαος Β. Δαλιάνης).
Άπειρος Χώρα. Ο οικουμενικός Ελληνισμός και ο Αλβανικός εθνικισμός (Αλέκος Παπαδόπουλος).
Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και η πορεία εκδημοκρατισμού στην Αλβανία 1985-1999 (Βρισιήδα Νίνα).
Λόγια της Θάλασσας-ποιήματα (Σπύρος Λάγιος. Τίρανα 1986).
Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου και οι Ελληνοαλβανικές σχέσεις- Έγγραφα από το Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών (επιμέλεια Βασίλειος Κόντης, 4 τόμοι).
Βουλή των Ελλήνων (πρακτικά συνεδρίασης της 3ης Νοεμβρίου 1987).
Ελληνική Δημοκρατία. Γραμματεία Υπουργικού Συμβουλίου. Απόσπασμα πρακτικού συνεδρίασης Υπουργικού Συμβουλίου της 28ης Αυγούστου 1987.
Υπόμνημα προς την ΔΑΣΕ.(ΟΜΟΝΟΙΑ).
ZERI I POPULIT (Organ I Komitetit Qendror Te PPSH, φύλλα της 18ης και 19ης Νοεμβρίου 1987).
ΛΑΪΚΟ ΒΗΜΑ (φύλλο της 19ης Νοεμβρίου)

Πηγή: naftemporiki.gr, Himara.gr | Ειδήσεις απ’ την Βόρειο Ήπειρο

Διεθνή

Πεδίο μάχης η Γαλλία για την ακρίβεια – Έφοδοι, δακρυγόνα και εκατοντάδες συλλήψεις

Σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στον υπουργό Εσωτερικών Λοράν Νουνιές, μέχρι το μεσημέρι οι αρχές είχαν καταγράψει 140 διαδηλώσεις, με τη συμμετοχή 32.800 ανθρώπων στις περιφέρειες, ενώ οι συλλήψεις σε εθνικό επίπεδο είχαν φτάσει τις 166.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Με επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας γίνονται οι διαδηλώσεις στο Παρίσι όσο και σε άλλες πόλεις της Γαλλίας, στο πλαίσιο των κινητοποιήσεων κατά της ακρίβειας και της μείωσης της αγοραστικής δύναμης.

Εκτεταμένη χρήση δακρυγόνων έκανε η αστυνομία, που μέχρι το μεσημέρι προχώρησε σε 166 συλλήψεις, ενώ οι διαδηλωτές εισέβαλαν και στο λόμπι του δημαρχείου της Μασσαλίας, σπάζοντας την πόρτα.

Στις κινητοποιήσεις συμμετέχουν μαθητές λυκείου, αγρότες, ακτιβιστές για το κλίμα και υποστηρικτές του κινήματος των «Κίτρινων Γιλέκων».

166 συλλήψεις και 140 διαδηλώσεις μέχρι το μεσημέρι

Σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στον υπουργό Εσωτερικών Λοράν Νουνιές, μέχρι το μεσημέρι οι αρχές είχαν καταγράψει 140 διαδηλώσεις, με τη συμμετοχή 32.800 ανθρώπων στις περιφέρειες, ενώ οι συλλήψεις σε εθνικό επίπεδο είχαν φτάσει τις 166.

Δεκάδες συλλήψεις πραγματοποιήθηκαν από τις πρωινές ώρες στο Παρίσι, όπου η αστυνομική παρουσία ήταν ιδιαίτερα έντονη, κυρίως κοντά σε εμβληματικά σημεία της πρωτεύουσας, όπως η Λεωφόρος των Ηλυσίων Πεδίων και η Αψίδα του Θριάμβου.

Σύμφωνα με την αστυνομία του Παρισιού, περίπου 100 διαδηλωτές επιτέθηκαν στα κεντρικά γραφεία του τηλεοπτικού δικτύου CNews, που ανήκει στον όμιλο του συντηρητικού δισεκατομμυριούχου Βανσέν Μπολορέ, πετώντας αντικείμενα στα παράθυρα του κτιρίου.

Για το συγκεκριμένο περιστατικό οι αρχές ανακοίνωσαν 21 συλλήψεις, ενώ ακόμη 40 άτομα συνελήφθησαν στην πρωτεύουσα, κυρίως για κατοχή προστατευτικού εξοπλισμού ή απαγορευμένων όπλων.

Συγκρούσεις στη Μασσαλία, δακρυγόνα στη Λυών

Επεισόδια σημειώθηκαν και στη Μασσαλία, όπου διαδηλωτές εκτόξευσαν αντικείμενα και οι αστυνομικές δυνάμεις απάντησαν με χρήση δακρυγόνων. Στην ίδια πόλη, ένα τοπικό αστυνομικό τμήμα έγινε στόχος διαδηλωτών.

Νωρίτερα, η κεντρική λεωφόρος Πραντό είχε αποκλειστεί προσωρινά με κάδους απορριμμάτων και πατίνια, προτού η αστυνομία διαλύσει τους συγκεντρωμένους.

Στην πόλη, δεκάδες διαδηλωτές έκαναν έφοδο στο λόμπι του δημαρχείου, στο Παλιό Λιμάνι, σπάζοντας πρώτα την είσοδο και φωνάζοντας «Επανάσταση! Καταλαμβάνουμε τη Βαστίλη!». Οι διαδηλωτές παρέμειναν για λίγη ώρα στον χώρο, προτού απομακρυνθούν από τις αστυνομικές δυνάμεις.

Στη Λυών, αστυνομικοί χρησιμοποίησαν δακρυγόνα για να διαλύσουν περίπου 300 άτομα που είχαν συγκεντρωθεί μπροστά σε πανεπιστήμιο, σύμφωνα με το AFP.

Παράλληλα, περίπου 40 άτομα επιχείρησαν να διακόψουν την κυκλοφορία σε γέφυρα της πόλης, ενώ άλλοι διαδηλωτές προσπάθησαν να συγκεντρωθούν κοντά σε διυλιστήριο, σύμφωνα με τη νομαρχία.

Στην Τουλούζη, οι αστυνομικές δυνάμεις παρενέβησαν προκειμένου να αποτρέψουν αποκλεισμούς τρένων και ενός κυκλικού κόμβου.

Στη Ρεν της Βρετάνης, περίπου 20 άτομα έστησαν αυτοσχέδιο οδόφραγμα με κάδους απορριμμάτων κοντά σε μεγάλο εμπορικό κέντρο.

Στη Ρουέν της Νορμανδίας, πανεπιστημιακό κτίριο υπέστη ζημιές από φωτιά που εκδηλώθηκε νωρίς το πρωί και πιθανότατα οφείλεται σε εμπρησμό, σύμφωνα με πηγή κοντά στην έρευνα.

Πάντως, δημοσιογράφοι του AFP διαπίστωσαν ότι αρκετοί από τους αποκλεισμούς που είχαν προαναγγελθεί δεν πραγματοποιήθηκαν, όπως στον σταθμό διοδίων στη γέφυρα Ιλ ντε Ρε, στις ακτές του Ατλαντικού, και στο Μπορντό.

Στους δρόμους ξανά τα «Κίτρινα Γιλέκα»

Οι σημερινές κινητοποιήσεις πραγματοποιούνται με βασικό αίτημα την αντιμετώπιση της ακρίβειας, σε μια περίοδο κατά την οποία οι αυξημένες τιμές των καυσίμων και η μείωση της αγοραστικής δύναμης τροφοδοτούν την κοινωνική δυσαρέσκεια στη Γαλλία.

Στο επίκεντρο βρίσκεται και η επιστροφή υποστηρικτών του κινήματος των «Κίτρινων Γιλέκων», που είχε προκαλέσει μεγάλες κοινωνικές κινητοποιήσεις το 2018 και το 2019, κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Εμανουέλ Μακρόν.

Το κίνημα, που είχε ξεκινήσει με αφορμή τις αυξήσεις στους φόρους καυσίμων, είχε πραγματοποιήσει εκτεταμένες διαδηλώσεις, με ορισμένες να συνοδεύονται από σοβαρά επεισόδια, ιδιαίτερα στη Λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων.

Το νέο κάλεσμα για κινητοποιήσεις περιλαμβάνει αποκλεισμούς κυκλικών κόμβων και στρατηγικών σημείων, ενώ συμπίπτει με τις διαδηλώσεις μαθητών και φοιτητών που πραγματοποιούνται από τα μέσα Σεπτεμβρίου, με αιτήματα για καλύτερες συνθήκες σπουδών.

Για το Σάββατο είχαν ανακοινωθεί περίπου 1.500 δράσεις, διαδηλώσεις ή αποκλεισμοί σε ολόκληρη τη χώρα. Σύμφωνα με κύκλους του υπουργείου Εσωτερικών, αναμένονταν περίπου 500 προγραμματισμένες δράσεις και περισσότερες από 90 προγραμματισμένες διαδηλώσεις.

Πριν από την έναρξη των κινητοποιήσεων, αστυνομική πηγή είχε εκτιμήσει ότι θα μπορούσαν να συμμετάσχουν περίπου 150.000 διαδηλωτές εκτός της μητροπολιτικής περιοχής του Παρισιού και άλλοι 40.000 στην πρωτεύουσα.

Ωστόσο, η πραγματική έκταση των διαδηλώσεων παρέμενε δύσκολο να προβλεφθεί, καθώς η σημερινή ημέρα συμπίπτει με την έναρξη των σχολικών διακοπών.

Έκκληση Μακρόν για ηρεμία, καταγγελίες για αστυνομική βία

Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν, μιλώντας την Παρασκευή από τις Βρυξέλλες, απηύθυνε έκκληση για ηρεμία, υπογραμμίζοντας ότι το δικαίωμα στη διαδήλωση πρέπει να συνοδεύεται από σεβασμό, χωρίς προσβολές και βανδαλισμούς.

Οι σημερινές κινητοποιήσεις πραγματοποιούνται έπειτα από εβδομάδες κοινωνικών εντάσεων, κατά τις οποίες έχουν καταγραφεί σοβαροί τραυματισμοί διαδηλωτών και αστυνομικών.

Η γαλλική αστυνομία έχει δεχθεί επικρίσεις για τον τρόπο αντιμετώπισης προηγούμενων διαδηλώσεων, ενώ η αρμόδια υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου διερευνά τουλάχιστον 24 περιπτώσεις καταγγελιών για αστυνομική βία.

Μεταξύ των περιστατικών που έχουν προκαλέσει αντιδράσεις είναι ο τραυματισμός ενός 15χρονου, ο οποίος έχασε το χέρι του όταν εξερράγη στα χέρια του κροτίδα κρότου-λάμψης.

Μετά το περιστατικό, οι αρχές ανέστειλαν τη χρήση των συγκεκριμένων μέσων, ωστόσο ο υπουργός Εσωτερικών δήλωσε ότι ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν ξανά εφόσον χρειαστεί.

Από την πλευρά του, ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί ανέφερε ότι περισσότεροι από 900 αστυνομικοί έχουν τραυματιστεί κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων των τελευταίων εβδομάδων.

Πολιτική αντιπαράθεση έξι μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές

Οι κινητοποιήσεις πραγματοποιούνται περίπου έξι μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, σε μια περίοδο αυξημένων κοινωνικών και πολιτικών εντάσεων.

Η κυβέρνηση κατηγορεί την «Ανυπότακτη Γαλλία» (LFI) της ριζοσπαστικής Αριστεράς ότι υποδαυλίζει τις κινητοποιήσεις. Όμως, το κόμμα αρνείται τις κατηγορίες.

Από την πλευρά του, ο Ζερόμ Ροντρίγκες, μία από τις γνωστότερες προσωπικότητες των «Κίτρινων Γιλέκων», ο οποίος έχασε το ένα του μάτι κατά τη διάρκεια διαδήλωσης στο Παρίσι τον Ιανουάριο του 2019, υποστήριξε ότι οι κινητοποιήσεις πρέπει να συνεχιστούν.

Στο μεταξύ, συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν ήδη καλέσει εργαζομένους του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα σε νέα ημέρα διαδηλώσεων και απεργίας στις 5 Νοεμβρίου.

protothema.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις4 λεπτά πριν

Πρώην διπλωμάτης του Ηνωμένου Βασιλείου: «Με αντιμετώπισαν σαν απειλή επειδή επέστρεψα από τη Μόσχα»

Αυτή ήταν μια κράτηση «χωρίς υπόνοια» (suspicionless detention). Δεν ήμουν ύποπτος για τίποτα, κι όμως οι αστυνομικοί είχαν την εξουσία...

Διεθνή35 λεπτά πριν

Πεδίο μάχης η Γαλλία για την ακρίβεια – Έφοδοι, δακρυγόνα και εκατοντάδες συλλήψεις

Σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στον υπουργό Εσωτερικών Λοράν Νουνιές, μέχρι το μεσημέρι οι αρχές είχαν καταγράψει 140 διαδηλώσεις, με τη...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom2 ώρες πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Δημοφιλή