Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πώς αποτιμά η ελληνική πλευρά τη συνάντηση Τσίπρα-Πούτιν

Δημοσιεύτηκε στις

«Μια βροχερή μέρα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε καλοκαίρι ή ότι δεν υπάρχει μπροστά μας καλός καιρός».
Αυτή ήταν μια από τις πιο χαρακτηριστικές φράσεις με τις οποίες ο Αλέξης Τσίπρας στη χθεσινή συνέντευξη Τύπου με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, θέλησε να επισημάνει τη σημασία που σταθερά αποδίδει η Αθήνα στις διαχρονικά καλές ελληνορωσικές σχέσεις, παρά τις δυσκολίες που καμιά φορά, όπως είπε, έχει αυτός ο διάλογος.
Πώς είδε λοιπόν η ελληνική πλευρά τις χθεσινές επαφές με τον Ρώσο Πρόεδρο; Η φράση «αποκατάσταση των σχέσεων σε νέα δεδομένα» συμπυκνώνει την εικόνα που μετέφερε η Αθήνα. Θέτοντας το πλαίσιο των νέων αυτών παραμέτρων, ο κ. Τσίπρας είπε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε μια νέα φάση σε σχέση με την περίοδο 2015-16 οπότε και υπήρξε η επανεκκίνηση των σχέσεων με τη Ρωσία.

Δηλαδή -όπως τονίζει η ελληνική πλευρά- την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση και το μνημόνιο και μαζί με αυτό τον πιο δυναμικό ρόλο της που δίνει νέες ευκαιρίες για ρωσικές επενδύσεις. Αφετέρου, το ολοένα και πιο ασταθές διεθνές και περιφερειακό περιβάλλον, με τον ρόλο όμως της Ελλάδας ολοένα και πιο ενισχυμένο από άποψη διπλωματικής ισχύος και στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο, και την ίδια στιγμή το ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον της Ρωσίας για την περιοχή. Υπό αυτό το πρίσμα για την ελληνική πλευρά διεξήχθησαν οι χθεσινές συζητήσεις, που ουσιαστικά αφορούσαν σε δύο βασικούς τομείς, τον οικονομικό, διμερείς οικονομικές σχέσεις και τον γεωπολιτικό.

Ο θετικός, και προσεκτικός την ίδια στιγμή, τόνος που κυριάρχησε στις δηλώσεις Τσίπρα-Πούτιν, ακόμα και τα όσα επέλεξε να μην πει ο Ρώσος Πρόεδρος, δείχνουν προς την κατεύθυνση της ομαλοποίησης των σχέσεων Αθήνας-Μόσχας.
Όπως παρατηρούσε η ελληνική πλευρά, ο πρωθυπουργός (πέραν των κατ΄ιδίαν συνομιλιών τους) εξήγησε και στις δηλώσεις του με τον Πρόεδρο Πούτιν τη σημασία που έχει για τη χώρα μας η Συμφωνία των Πρεσπών, ωστόσο ο Ρώσος Πρόεδρος -που διατηρεί τις θέσεις του- επέλεξε να μην τοποθετηθεί επ’ αυτού στην συνέντευξη Τύπου. Η ρωσική πλευρά επέλεξε στο υψηλότερο επίπεδο, να μην το αναδείξει ως θέμα στις ελληνορωσικές σχέσεις. Το ίδιο επέλεξε να κάνει και ως προς τα εκκλησιαστικά ζητήματα, παρότι θα μπορούσε να αξιοποιήσει την ευκαιρία από τις αναφορές του πρωθυπουργού στους θρησκευτικούς δεσμούς των δύο χωρών, προκειμένου να παρέμβει. Σε μια ακόμη περίπτωση ο Ρώσος Πρόεδρος επέλεξε το ίδιο. Όταν ο κ. Τσίπρας ερωτήθηκε για το αν οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις αποβαίνουν εις βάρος των ελληνορωσικών. Τη θετική προοπτική φάνηκε ότι αναζήτησε και ο κ. Πούτιν, ακόμα και στην περίπτωση της ερώτησης Ρωσίδας δημοσιογράφου για το «δύσκολο» θέμα των αμοιβαίων απελάσεων. Μπορεί να θέλησε να αποκρούσει όλο το σκεπτικό της επιλογής εκείνης της Αθήνας -η μοναδική περίπτωση που επέλεξε κατάτι πιο οξείες διπλωματικά φράσεις-, ωστόσο, εν κατακλείδι δήλωσε ότι «έκλεισε αυτή η σελίδα, περνάμε στην άλλη». Αλλά και ο Έλληνας πρωθυπουργός από την πλευρά του, αφού έδωσε απαντήσεις, κατέληξε: «κοιτάζουμε μπροστά και η υπόθεση αυτή έχει λήξει».
Ενδεικτική αναφορά του κ. Τσίπρα ήταν και η υπογράμμιση του πως «η επιθυμία μας να παραμείνουν οι σχέσεις αυτές στις σταθερές ράγες που από το 2015 οικοδομήσαμε με κόπο, μας βοηθά πάντα να ξεπερνάμε τις δυσκολίες και να επιστρέφουμε στον αναγκαίο αμοιβαίο σεβασμό και στην αλληλοκατανόηση». Ο πρωθυπουργός μίλησε για «εξαιρετικά εποικοδομητική» συνάντηση, που έγινε «στην κατάλληλη στιγμή». Ως «πολύ επίκαιρη» στη χαρακτήρισε ο κ. Πούτιν, επισημαίνοντας επιπλέον ότι η Ρωσία θεωρεί την Ελλάδα «ως ειδικό εταίρο μας, με τον οποίο μας ενώνουν δεσμοί αιώνων, κοινές σελίδες ιστορίας και πνευματική εγγύτητα». Δείγμα της θετικής διάθεσης και της προοπτικής, πέραν όλων των συζητήσεων στο πλαίσιο της διμερούς οικονομικής συνεργασίας, είναι και η απόφαση που έλαβαν το 2019 να είναι έτος γλώσσας και λογοτεχνίας Ελλάδας-Ρωσίας.
Έτσι, ο δίαυλος επικοινωνίας ανοίγει ξανά, σε μια περίοδο που, όπως είπε ο πρωθυπουργός, οι προκλήσεις δεν λιγοστεύουν. Στον διάλογο μπήκαν όλα τα θέματα ανοικτά, όπως μετέφερε η ελληνική πλευρά:
«Πρώτη φορά μπήκε τόσο ανοικτά θέμα Τουρκίας και εξοπλιστικών και έγινε ανταλλαγή απόψεων, κάτι που έθεσε ευθέως και ανέδειξε ο Έλληνας πρωθυπουργός και στις δηλώσεις του». Επίσης, τέθηκε και ευρύτερο θέμα ανατολικής Μεσογείου που άρχισε να συζητείται με αφορμή τις δηλώσεις Ζαχάροβα την Πέμπτη για στρατικοποίηση της Κύπρου. Οι απαντήσεις του κ. Τσίπρα στο ερώτημα του ΑΠΕ-ΜΠΕ επ’ αυτού ήταν σαφείς. Τόσο ο πρωθυπουργός όσο και η Κύπρος έδωσαν το μήνυμα ότι το θέμα αυτό πρέπει να λήξει. Όσον αφορά στο Κυπριακό διατυπώθηκε μια ξεκάθαρη δήλωση αρχών, με τις διακηρυκτικές αυτές θέσεις να έχουν αξία, δεδομένου ότι σε μια τόσο μεταβατική περίοδο, και στην περιοχή και στην Κύπρο και στην Ελλάδα, είναι σημαντικό να δίνεται το μήνυμα ότι η Ρωσία είναι μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Συζήτηση έγινε επίσης και για την Ουκρανία και τους ελληνικούς πληθυσμούς στην περιοχή, στη Μαριούπολη και στην Κριμαία. Μπήκε το θέμα της Λιβύης που για την Ελλάδα έχει αποκτήσει ακόμα μεγαλύτερη σημασία μετά την πρόσφατη Διάσκεψη του Παλέρμο αλλά και τη δραστηριοποίηση της Τουρκίας στη Λιβύη. Η ελληνική πλευρά επισημαίνει ότι συζήτηση έγινε και για τα Βαλκάνια, δεδομένων των εξελίξεων που φέρνει η Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά και η προσέγγιση με την Αλβανία με σκοπό την επίλυση θεμάτων, καθώς και οι εξελίξεις σε σχέση με το Κόσοβο και την Αλβανία. Ο Έλληνας πρωθυπουργός μίλησε στις δηλώσεις του για τη σημασία που έχει για τη χώρα μας η Συμφωνία των Πρεσπών, επισημαίνοντας ότι είχε την ευκαιρία να το εξηγήσει αυτό στον Πρόεδρο Πούτιν.
Σημαντικό κομμάτι της ατζέντας των συζητήσεων αποτέλεσε και το ενεργειακό. Η ενέργεια είναι ζήτημα με δύο πλευρές, το οικονομικό (εξ ου και η συμμετοχή στο επιτελείο του γγ Διεθνών Σχέσεων του ΥΠΕΞ, Ι. Μπράχου, αλλά και του Γιώργου Τσίπρα) και το γεωπολιτικό σκέλος. Το θέμα συζητήθηκε και από τις δύο πλευρές. Τόσο στην 11η Μεικτή Διυπουργική Επιτροπή Ελλάδας-Ρωσίας την Πέμπτη, όσο και στην γεωπολιτική του διάσταση. Συζητήθηκε όλος ο ενεργειακός χάρτης, από τη Βαλτική μέχρι την ανατολική Μεσόγειο, όλοι οι αγωγοί που βρίσκονται υπό σχεδιασμό ή υπό συζήτηση και όλες οι εκδοχές τους, σημειώνει η ελληνική πλευρά. Από τις δηλώσεις του πρωθυπουργού μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι η πρόοδος του NordStream δημιουργεί νέα δεδομένα και για τον Turkish Stream. «Υπάρχουν εντός της Ε.Ε δύο μέτρα και δύο σταθμά κυρίως όταν προωθεί τον North 2, αλλά διαρκώς υπάρχουν κωλύματα σε σχέση με την επέκταση του αγωγού Turkish Stream προς την Ε.Ε. δια μέσου της Ελλάδας και της Ιταλίας», ανέφερε ο κ. Τσίπρας στη συνέντευξη Τύπου. Πρόσθεσε ότι «εκεί με την Ιταλία κρατάμε μια σταθερή στάση εντός της Ε.Ε και θεωρούμε ότι στα ζητήματα αυτά στο μέλλον θα υπάρξει κατανόηση και από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι δεν μπορούν να υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά». Επισήμανε δε ότι «η Ελλάδα υποστηρίζει σταθερά την αρχή της διαφοροποίησης των πηγών και των διόδων ενέργειας, των πηγών προς την Ευρώπη και των διόδων», η οποία «όμως σημαίνει πολλαπλασιασμός των πιθανών πηγών και των διόδων και όχι αποκλεισμός κάποιων πηγών και κάποιων διόδων».
Όσον αφορά επίσης στο σκέλος της οικονομικής συνεργασίας, πληροφορίες αναφέρουν ότι βρίσκεται υπό συζήτηση η δημιουργία ενός ρωσικού fund στην Ελλάδα, στα πρότυπα του ρωσικού fund στην Ιταλία, με συγκεκριμένο ρόλο σε σχέση με τη χρηματοδότηση έργων και πρότζεκτ. Επίσης συζητήθηκαν και συγκεκριμένα πρότζεκτ που σχετίζονται με υποδομές, μεταφορές και ενέργεια.
Πηγή: ΑΠΕ, Καθημερινή

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις19 λεπτά πριν

Καλεντερίδης: «Παγίδα» η τουρκική άδεια για το καλώδιο – «Η Ελλάδα πού είναι στη Λιβύη;»

Προειδοποίηση για τους χειρισμούς στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, πρόταση για ευρωπαϊκές κυρώσεις και αιχμές για την ελληνική παρουσία στη Λιβύη...

GEOPOLITICO20 λεπτά πριν

«Αθηναϊκή δημοκρατία»: Κακομεταχειρισμένο ένδυμα ή πρόταγμα εθνικής κυριαρχίας;

Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, η επίκληση της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας από το βήμα της...

Αναλύσεις49 λεπτά πριν

Από Αυτοκρατορία… επαίτης των Ταλιμπάν: Το οικονομικό ναυάγιο του Ιράν

Πώς έφτασε το Ιράν στο σημείο όπου η προοπτική επενδύσεων από το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν θεωρείται επιτυχία;

Διεθνή1 ώρα πριν

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Le Figaro: Στο χείλος του γκρεμού η Γαλλία ετοιμάζεται για τον ερχομό της τρόικας

Η Γαλλία δεν ανήκει πλέον στον πυρήνα της ευρωζώνης, αλλά έχει μετατραπεί σε περιφερειακή χώρα που απειλεί τη σταθερότητά της....

Δημοφιλή