Διεθνή
Διαβάστε την συνέντευξη του εμπνευστή της θεωρίας των Δυόμιση Πολέμων – Τι λέει για ΗΠΑ, Ρωσία, F-35, S-400 και Κούρδους της Συρίας
Ο Σιουκρού Ελεκτνάγ (αριστερά) με τον δημοσιογράφο Ουγούρ Ντουντάρ
Τη δεκαετία του 1990, όταν κορυφώθηκε ο ένοπλος αγώνας των Κούρδων του ΡΚΚ, η Τουρκία ενστερνίστηκε το Δόγμα των Δυόμιση Πολέμων, σύμφωνα με το οποίο οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις (ΤΕΔ) θα έπρεπε να προετοιμάσουν επιχειρησιακά σχέδια και να αποκτήσουν τον κατάλληλο εξοπλισμό για να ανταπεξέλθουν σε έναν πόλεμο που θα μπορούσε να ξεσπάσει ταυτοχρόνως σε δυόμιση μέτωπα. Δηλαδή σε έναν ταυτόχρονο πόλεμο της Τουρκίας με την Ελλάδα, τη Συρία και τους αντάρτες του ΡΚΚ.
Ο εμπνευστής του δόγματος αυτού ήταν ο πρέσβης Σιουκρού Ελεκντάγ, ο οποίος μεταξύ άλλων υπηρέτησε και ως πρέσβης της Τουρκίας στην Ουάσιγκτον.
Ο Σιουκρού Ελεκντάγ έδωσε μια συνέντευξη στον παλαίμαχο δημοσιογράφο Ουγούρ Ντουντάρ, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Sözcü.
Τη μεταφράσαμε, γιατί θεωρούμε ότι είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα:
Οι ΗΠΑ μας ζητούν να επιλέξουμε μεταξύ Αμερικής και Ρωσίας
“Οι ΗΠΑ απειλούν την Τουρκία μέσω της οικονομίας”. Αυτό μας είπε ο έμπειρος διπλωμάτης, Πρέσβης ε.τ. Şükrü
Elekdağ, με τον οποίο συνομιλήσαμε για το θέμα των F-35 και των S-400.
Αγαπητοί μου αναγνώστες,
Η απόφαση της Τουρκίας να προμηθευτεί το σύστημα S-400 από τη Ρωσία, προκάλεσε μια βαθιά κρίση με τις ΗΠΑ. Ο Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Mike Pence μας απείλησε ευθέως λέγοντας “Η Τουρκία θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στην προμήθεια των S-400 από τη Ρωσία και τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ. Σε περίπτωση δε που επιμείνει στην προμήθεια των S-400, θα αποβληθεί από το πρόγραμμα παραγωγής των F-35”.
Ο Πρόεδρος Ερντογάν, απαντώντας στις εκβιαστικές απειλές του Αντιπροέδρου των ΗΠΑ, δήλωσε ότι “Στο θέμα των S-400 δεν θα κάνουμε βήμα πίσω”.
Η κατάσταση αυτή δείχνει πόσο έχουν ενταθεί οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις.
Για όλα αυτά επιλέξαμε να συζητήσουμε με έναν έμπειρο σοφό διπλωμάτη, οι εκτιμήσεις και προβλέψεις του οποίου πάντα επαληθεύονται από τα πράγματα.
Η συνέντευξη αποτελείται από δύο τμήματα.
Στο σημερινό θα αναλύσουμε τους όρους και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε η Τουρκία την απόφαση προμήθειας των S-400 και το πλέγμα των αμερικανοτουρκικών σχέσεων και στην αυριανό θα μιλήσουμε για τα αποτελέσματα που μπορεί να “γεννήσει” η κρίση των S-400 και των F-35 και το μέλλον της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ.
Ερώτηση: Πώς αξιολογείται αυτήν την άκρως επιθετική απειλή του Αντιπροέδρου των ΗΠΑ, Pence, απέναντι στην Τουρκία, που είναι η μεγαλύτερη χώρα του ΝΑΤΟ στην περιοχή;
Απάντηση: Πρώτα απ’ όλα θα ήθελα να τονίσω ότι η δήλωση Pence απεικονίζει την πραγματική εικόνα για την άποψη που έχει η Κυβέρνηση των ΗΠΑ για την Τουρκία. Στην πραγματικότητα, η κατάσταση αυτή αντικατοπτρίζεται και στο κοινό άρθρο που έγραψαν τέσσερις γερουσιαστές της Επιτροπής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων, δύο Ρεπουμπλικάνοι και δύο Δημοκράτες, μεταξύ των οποίων και πρόεδροι της ως άνω Επιτροπής, άρθρο που δημοσιεύθηκε τις 9 Απριλίου στους New York Times. Στο άρθρο εκείνο, που είχε τίτλο “Ή θα πάρετε αμερικάνικο αεροπλάνο ή ρωσικούς πυραύλους, και τα δύο δεν γίνεται”, τονίζονται τρία πράγματα:
1) Αν η Τουρκία τελικά παραλάβει τους S-400, θα ανοίξει ο δρόμος για την αποβολή της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35.
2) Σε περίπτωση που ο Πρόεδρος Ερντογάν επιμείνει στους S-400, θα επιβληθούν στην Τουρκία κυρώσεις του νόμου CAATSA.
3) Οι κυρώσεις αυτές θα επιφέρουν σοβαρό πλήγμα στην τουρκική οικονομία, θα επηρεάσουν αρνητικά τις διεθνείς αγορές και θα οδηγήσουν σε φυγή τα ξένα κεφάλαια και επενδύσεις.
Ερώτηση: Ποια είναι κατά την άποψή σας η επιρροή που ασκούν στην πολιτική των ΗΠΑ οι συγγραφείς του εν λόγω άρθρου;
Απάντηση: Η σίγουρη εκτίμησή μου είναι ότι το άρθρο αυτό γράφτηκε μετά από κοινή οδηγία και έγκριση της κυβέρνησης των ΗΠΑ και του Κογκρέσου. Σε περίπτωση που η Τουρκία δεν αξιολογήσει το άρθρο αυτό ως κοινή προειδοποίησης της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας των ΗΠΑ, θα κάνει μεγάλο λάθος. Μάλιστα, το πρόβλημα έχει πάρει άλλες διαστάσεις, ξεπέρασε αυτό της προμήθειας των S-400. Στην ουσία το μήνυμα της Ουάσιγκτον προς την Άγκυρα είναι ευρύτερο και λέει “Η Τουρκία πρέπει να επιλέξει μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας”.
Κοιτάξτε, στο σύνοδο του ΝΑΤΟ που έγινε τις 4-5 Απριλίου στην Ουάσιγκτον, με την ευκαιρία των 70 χρόνων από την ίδρυση του ΝΑΤΟ, η Ρωσία χαρακτηρίστηκε ως ο νούμερο ένα εχθρός και συμφωνήθηκε ένα σχέδιο αντιμετώπισης της επιθετικότητας της Ρωσίας. 29 χώρες μέλη του ΝΑΤΟ δέχτηκαν τις αποφάσεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η Τουρκία. Τώρα, λοιπόν, οι ΗΠΑ, που ταυτίζουν τον εαυτό τους με το ΝΑΤΟ, ρωτουν την Άγκυρα:
“Με ποιον θα κάνεις συμμαχία; Με μένα, όπως έχεις αποφασίσει, ή με τη Ρωσία; Στο ζήτημα αυτό πρέπει να λάβεις ξεκάθαρες συγκεκριμένες αποφάσεις.
Ερώτηση: Την ίδια στιγμή μας απειλούν ανοιχτά λέγοντας ότι “Αν επιμείνει ο Ερντογάν για τους S-400, θα καταστρέψουμε την οικονομία σας”. Και σαν να μην έφταναν αυτές οι ατιμωτικές απειλές, υποβλήθηκε στη Γερουσία και ένα νομοσχέδιο για την Αν. Μεσόγειο!
Απάντηση: Μάλιστα, πρόκειται για το νομοσχέδιο “Νόμος Ασφάλειας και Ενεργειακής Συνεργασίας Αν. Μεσογείου – 2019”, το οποίο συμπεριλαμβάνει ενέργειες που αφορούν τη συμμετοχή των ΗΠΑ στη συμμαχία που έχουν συμπήξει το Ισραήλ, η Κύπρος και η Ελλάδα, για τη μεταφορά των αποθεμάτων φυσικού αερίου της περιοχής στην Ευρώπη. Το νομοσχέδιο αυτό προβλέπει πιέσεις, απειλές και μέτρα με τα οποία θα παρεμποδιστεί η συμμετοχή της Τουρκίας στην εκμετάλλευση των κοιτασμάτων της Αν. Μεσογείου, με βάση τα νόμιμα δικαιώματά της. Επίσης, προτείνει την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση που η Τουρκία παραλάβει τους S-400.
Ερώτηση: Καλά, η Ουάσιγκτον πού βρίσκει αυτό το θάρρος;
Απάντηση: Οι ΗΠΑ τολμούν κάτι τέτοιο εναντίον της Τουρκίας, λόγω της κακής κατάστασης της οικονομίας μας, που είναι από τις πιο ευπαθείς οικονομίες του πλανήτη. Η κατάσταση αυτή, επιτρέπει στους ιθύνοντες στην Ουάσιγκτον να λένε: “Η Άγκυρα στο τέλος θα αναγκαστεί να χτυπήσει την πόρτα μας. Γι’ αυτό δεν μπορεί να αντισταθεί στις πιέσεις μας και στο τέλος θα κάνει αυτό που λέμε εμείς”.
Η συμπεριφορά των Αμερικανών από τη μια πλευρά οφείλεται στην κατάσταση της οικονομίας μας και από την άλλη στις τεχνικού χαρακτήρα ενστάσεις που έχουν πάνω στο θέμα των S-400.
Ερώτηση: Ποιες είναι αυτές οι ενστάσεις;
Απάντηση: Η Ουάσιγκτον επιμένει ότι αν εγκατασταθούν οι S400 στην Τουρκία, οι Ρώσοι μέσω αυτών θα υποκλέψουν τα δεδομένα των συστημάτων των F-35 και αυτό είναι για τις ΗΠΑ θέμα εθνικής ασφάλειας. Το Πεντάγωνο ισχυρίζεται ότι οι S- 400 είναι ένα εξαιρετικά εξελιγμένο σύστημα, το οποίο θα διεισδύσει στα συστήματα των F-35 και θα τα υποκλέψει και αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο για τα συμφέροντα των ΗΠΑ.
Ερώτηση: Τώρα ας δούμε πώς πήρε η Τουρκία την απόφαση για τους S-400.
Απάντηση: Όταν το 2012 τα αντιαεροπορικά του Άσαντ κατέρριψαν ένα αεροσκάφος της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας, η κυβέρνηση μελέτησε την απάντηση και τα μέτρα που θα μπορούσε να πάρει εναντίον της Συρίας. Τότε αποκαλύφθηκε ότι η Συρία διέθετε ένα μεγάλο αριθμό πυραύλων, με τους οποίους θα μπορούσε να πλήξει πολλούς στόχους στην Τουρκία, σε περίπτωση που απαντούσαμε στην κατάρριψη του αεροσκάφους μας.
Κυρίως οι πύραυλοι Scud-C μπορούσαν πλήξουν την Άγκυρα και ένα μεγάλο μέρος της Ανατολίας. Μετά από αίτημα της Τουρκίας το ΝΑΤΟ έστειλε στα Άδανα συστοιχίες Patriot και στο Kahramanmaraş αντιαεροπορικά συστήματα Sampt-T. Μετά από αυτό, η κυβέρνηση του AKP, το 2013, ζήτησε να προμηθευτεί τους Patriot από τις ΗΠΑ. Ζητούσε όμως και τη μεταφορά τεχνολογίας, κάτι που απέρριψαν οι ΗΠΑ.
Μετά από αυτό η Τουρκία στράφηκε στην Κίνα, χωρίς αποτέλεσμα.
Ερώτηση: Τότε ο τύπος έγραψε ότι η Κίνα δέχτηκε την παραγωγή του συστήματος αεράμυνας στην Τουρκία.
Απάντηση: Η Κίνα δεν δέχτηκε την μεταφορά τεχνολογίας και τη συμπαραγωγή. Μετά είχαμε την απόπειρα πραξικοπήματος τις 15 Ιουλίου 2016. Τότε η Τουρκία άρχισε να βλέπει με καχυποψία τις ΗΠΑ και τα κράτη της Ευρώπης και ζητώντας συγνώμη για το ρωσικό Σουχόι που είχε καταρρίψει τις 24 Νοεμβρίου 2015, στράφηκε προς τη Ρωσία. Όσο η Τουρκία προσέγγιζε τη Ρωσία, οι ΗΠΑ εξόπλιζαν με σύγχρονα οπλικά συστήματα το PKK/PYD και προχωρούσε στην ίδρυση ενός αυτόνομου κουρδικού κράτους στη βόρεια Συρία. Σε ένα τέτοιο κλίμα η Άγκυρα αποφάσισε να πάρει τους S-400.
Όμως, θα πρέπει να πούμε ότι αυτή ήταν μια απόφαση που δεν την έλαβε το κράτος αλλά ένα άτομο, ήταν μια πολιτική απόφαση. Άλλωστε, μπορεί οι S-400 να είναι ένα αποτελεσματικό σύστημα εναντίον αεροσκαφών, όμως είναι ακατάλληλο για την αντιμετώπιση πυραυλικών απειλών.
Αυτή είναι η ιστορία των S-400, που εξελίχθηκε σε ένα μεγάλο πρόβλημα για την Τουρκία.
Ερώτηση: Ορισμένοι ειδικοί λένε ότι οι S-400 είναι καλύτεροι από τους Patriot.
Απάντηση: Είναι μια λανθασμένη άποψη. Οι S-400 είναι ένα πολύ καλό αντιαεροπορικό σύστημα, όμως αν δεν συνδεθεί με το δίκτυο ραντάρ και δορυφόρων του ΝΑΤΟ, μόνο με τα δικά του ραντάρ, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις πυραλυικές απειλές, όπως οι Patriot, που λειτουργούν διασυνδεδεμένοι με τα ραντάρ μεγάλης εμβέλειας του ΝΑΤΟ, με τους κατασκοπευτικούς δορυφόρους των ΗΠΑ, με τα πλοία AEGİS και με το παγκόσμιο σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης του ΝΑΤΟ. Αυτό το σύστημα εντοπίζει τον πύραυλο την ώρα που πυροδοτείται και στη συνέχεια μεταφέρει τις πληροφορίες στα κατά τόπους αντιπυραυλικά συστήματα. Οι S-400 δεν είναι δυνατόν να διασυνδεθούν με το σύστημα αυτό και αυτό είναι η αδυναμία τους.
Γι΄αυτό είχα πει σε συνέντευξή μας που δημοσιεύθηκε και πάλι στην εφημερίδα SÖZCÜ (06.09.2017) με τίτλο “Η Συμφωνία με τη Ρωσία για τους S-400 είναι ανάπηρη”, προτείνοντας από τότε ορισμένα πράγματα.
Ερώτηση: Η τελευταία μου ερώτηση για σήμερα. Η Ρωσία δήλωσε ότι δέχτηκε τη μεταφορά τεχνολογίας στην Τουρκία.
Απάντηση: Αυτό σίγουρα δεν είναι αλήθεια. Ο εκπρόσωπος του Πούτιν, Dimitri Peskov, δήλωσε ότι η Ρωσία δεν θα προχωρήσει σε μεταφορά τεχνολογίας και σε συμπαραγωγή των S-400.
Η συνέχεια της συνέντευξης αύριο.
Μετάφραση: Σάββας Καλεντερίδης
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

