Διεθνή
Τζεγκίζ Ακτάρ: «Φεύγουμε κυνηγημένοι από την Τουρκία όπως οι μη-Μουσουλμάνοι πριν 100 χρόνια».
Ο γνωστός Τούρκος πανεπιστημιακός και δημοσιογράφος, Τζεγκίζ Ακτάρ, που ζει εδώ και δύο χρόνια στην Αθήνα, υποστηρίζει σε συνέντευξη στον Αλέξανδρο Μασσαβέτα (inside story), μιλά για “μαζική έξοδο (brain drain) των προοδευτικών Τούρκων”, καθώς αποτελούν σήμερα τον υπό διωγμό «άλλο», όπως ήταν στις αρχές του 20ου αιώνα οι μη-Μουσουλμάνοι. Για την αξιωματική αντιπολίτευση στην Τουρκία ο Ακτάρ λέει ότι «Οι ψηφοφόροι του CHP παραμένουν σκληροπυρηνικά εθνικιστές και αντι-Κούρδοι» . Επίσης, ο Τούρκος πανεπιστημιακός και δημοσιογράφος σημειώνει:
*«Η ευρωπαϊκή δυναμική άρχισε να φθίνει καθώς το AKP εδραίωνε σταδιακά την εξουσία του, αποκτώντας τον έλεγχο των κρατικών μηχανισμών»
*«Είναι προφανές πως ο Έρντογαν και τα στελέχη του δεν είναι διατεθειμένοι να αφήσουν την εξουσία με ελεύθερες εκλογές»
*«Ακόμα κι αν κερδίσει ο Ιμάμογλου δεν θα υπάρξουν σημαντικές αλλαγές – στην Τουρκία οι αιρετοί δήμαρχοι δεν έχουν εξουσία»
*«Η Ελλάδα είναι ό,τι ονειρευθήκαμε οι Τούρκοι σαν εμένα, αλλά δεν πετύχαμε»
*«Σε σχέση με την Τουρκία, στην Ελλάδα δεν υπάρχει βία – έχω την αίσθηση πως οι Έλληνες δεν το έχουν συνειδητοποιήσει αυτό!”.
*«Η επανεξέταση της ιστορίας προκάλεσε μεγάλη αντίδραση από τους εθνικιστές αλλά και το παρακράτος»
*«Οι Τούρκοι δεν ξέρουν τι θέλουν να είναι – έχουν τρομερό πρόβλημα ταυτότητας και τρώγονται με τα ρούχα τους».
Παραθέτουμε το πλήρες κείμενο της συνέντευξης
Του Αλέξανδρου Μασσαβέτα*

Τζ. Α.: Παρότι οι κόρες μου ζουν στην Γαλλία και έχω εκεί πολλούς φίλους και μνήμες, τόσο στο Παρίσι όσο και στην Haute Savoie, προτίμησα να εγκατασταθώ εδώ. Στην Ελλάδα αισθάνομαι εντελώς στο σπίτι μου. Η χώρα μού ήταν οικεία καθώς έρχομαι εδώ για διακοπές από το 2005. Το 2014 αγόρασα σπίτι σε ένα νησί του Αιγαίου. Εδώ και δύο χρόνια αγόρασα αυτό το διαμέρισμα και εγκαταστάθηκα μόνιμα. Περνώ τον μισό χρόνο στην Αθήνα και τον μισό στο νησί. Η Αθήνα μου θυμίζει πάρα πολύ την ασιατική πλευρά της Πόλης. Αγαπώ εδώ τα μπαλκόνια – που δεν υπάρχουν στην ευρωπαϊκή Πόλη αλλά χαρακτηρίζουν τα άλλοτε προάστια παραθερισμού της ασιατικής.
Ο καιρός της Αθήνας είναι πολύ καλύτερος από της Πόλης – λείπουν οι ατέλειωτοι γκρίζοι χειμώνες της. Ο κόσμος είναι άνετος και φιλικός. Μου αρέσει το ότι η Αθήνα είναι μια μεγαλούπολη μεσαίου μεγέθους, όχι τερατώδης μητρόπολη σαν την Πόλη με τα 17 εκατομμύρια. Μου αρέσει η έννοια της γειτονιάς. Στην Πόλη έμενα στο Τζιχάγκιρ, που διατηρούσε τον χαρακτήρα της γειτονιάς, αλλά σιγά σιγά τον χάνει εκεί. Εδώ έχω τον μπακάλη μου, το κουρείο μου, τα μαγαζιά και τα εστιατόρια που συχνάζω. Η Αθήνα έχει κάτι το γλυκό και το ήρεμο σε σχέση με την Τουρκία.
Α.Μ.: Είστε γέννημα θρέμμα της Πόλης, αλλά και γαλλομαθής, καθόσον γνωρίζω…
Τζ. Α.: Είμαι γέννημα θρέμμα της Πόλης, αλλά θεωρώ πως το Παρίσι ήταν αυτό που με καθόρισε. Γεννήθηκα στην Πόλη το 1955. Μεγάλωσα στο Οσμάνμπεη (σ.σ.: συνοικία βόρεια του Πέρα). Τα καλοκαίρια τα περνούσαμε στην Σουάντιε της ασιατικής Πόλης, που τότε ήταν ακόμη περιοχή παραθερισμού. Φοίτησα στο γαλλόφωνο Λύκειο Γκαλατάσαραϊ. Στα δεκαοκτώ μου έφυγα για το Παρίσι, όπου έζησα 12 χρόνια. Παντρεύθηκα Γαλλίδα –έχουμε διαζευχθεί– και οι δύο κόρες μου ζουν στην Γαλλία. Από το 1984 ως το 1999 εργάσθηκα για τα Ηνωμένα Έθνη σε διάφορες χώρες. Δεν επέστρεψα στην Πόλη παρά το 1999, για να εργασθώ προωθώντας την ενταξιακή πορεία της χώρας. Δίδασκα σε δύο πανεπιστήμια, ζητήματα για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Α.Μ.: Τότε ακόμη η ένταξη στην ΕΕ ήταν η κορυφαία «εθνική προτεραιότητα» στην Τουρκία…
Τζ. Α.: Ξέρω, η Τουρκία έχει αλλάξει τόσο πολύ έκτοτε που ακούγεται σαν να μιλάμε για άλλη χώρα. Κι όμως, τότε ήταν μία εποχή γεμάτη ελπίδα. Ονειρευθήκαμε κάτι καινούριο, κάτι που θα έσπαγε την παπαγαλία των κεμαλιστών από την μία πλευρά και των ισλαμιστών από την άλλη. Τα όνειρά μας ήταν αναπόσπαστα δεμένα με την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, η εκκίνηση της οποίας έγινε το 1999-2000. Τα πρώτα χρόνια διακυβέρνησής του, το ΑΚΡ (σημ.: το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Έρντογαν) αποτέλεσε εκείνη την πολιτική δύναμη που προωθούσε με ζήλο τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις και περνούσε τις απαραίτητες για αυτές πολιτικές μεταρρυθμίσεις.

Α.Μ.: Ανήκετε ακριβώς στην ομάδα των φιλελεύθερων διανοουμένων που κατηγορήθηκαν από κάποιους κύκλους ως «συνοδοιπόροι» του ΑΚΡ. Υπήρξε τέτοια συμπόρευση;
Τζ. Α.: Δεν μπορώ να μιλήσω εξ ονόματος των φίλων μου, αλλά για όσο διάστημα το ΑΚΡ ήταν αφοσιωμένο στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, εγώ προσωπικά το στήριζα. Μιλάμε για την πρώτη πενταετία, 2002-2007. Η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας άλλαξε ριζικά τους όρους του πολιτικού παιγνιδιού στην χώρα: οδήγησε σε συνέργειες μεταξύ όλων εκείνων των φορέων που επιθυμούσαν την αλλαγή. Τα πρώτα χρόνια έγιναν θαύματα. Ήμασταν όμως πολύ λίγοι όσοι σπρώχναμε για τις αλλαγές. Ούτε το CHP ούτε καν το κουρδικό κόμμα είχαν δείξει ενδιαφέρον για τον ευρωπαϊκό δρόμο της χώρας. Δεν είχαμε την στήριξη κάποιου πολιτικού φορέα. Η μόνη επιρροή που μπορούσαμε να ασκήσουμε ήταν στην κοινή γνώμη, μέσω της αρθρογραφίας μας στον τύπο και της δουλειάς μας στα πανεπιστήμια. Για τον λόγο αυτό προσπαθήσαμε να καλλιεργήσουμε τις σχέσεις μας με το ΑΚΡ και να το σπρώξουμε στον δρόμο των μεταρρυθμίσεων, που το ίδιο φαινόταν να θέλει να προωθήσει.
Α.Μ.: Πολλοί πλέον αναφέρονται στην κυβέρνηση Έρντογαν ως «καθεστώς», λέξη που περιγράφει μη δημοκρατικά πολιτεύματα. Πόσο ορθή είναι αυτή η περιγραφή;
Ο Τζ. Ακτάρ γράφει μαζί με άλλους διανοούμενους και δημοσιογράφους στον συλλογικό τόμο “¨Η Νέα Τουρκία¨ εκ των έσω”. Είναι προφανές –και από την πρόσφατη ακύρωση των αποτελεσμάτων των δημοτικών εκλογών στην Πόλη– πως ο Έρντογαν και τα στελέχη του καθεστώτος δεν είναι διατεθειμένοι να αφήσουν την εξουσία με ελεύθερες εκλογές. Εγώ προσωπικά πιστεύω πως νοθεία λαμβάνει χώρα στην Τουρκία. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι εκλογές δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ελεύθερες και δίκαιες για τους λόγους που προανέφερα.
Α.Μ.: Το 2008 πρωτοστατήσατε στην σύνταξη ανοικτής επιστολής, με την οποία χιλιάδες Τούρκοι ζητούσαν συγγνώμη από τους Αρμενίους για την Γενοκτονία. Γιατί είναι σημαντική η διαχείριση της μνήμης;
Τζ. Α.: Έχει καθοριστική σημασία για το μέλλον μιας χώρας. Χωρίς αυτήν μια κοινωνία δεν μπορεί να ξεπεράσει τα φαντάσματα του παρελθόντος της και να προχωρήσει. Η Τουρκία έχει μακρά ιστορία βίας και καταδίωξης ολόκληρων ομάδων, που σταμπάρονται ως «οι άλλοι». Η «πολιτική των ταυτοτήτων», για την οποία γίνεται πολύς λόγος τελευταία στην Ευρώπη, είχε ξεκινήσει ήδη την οθωμανική περίοδο στην Τουρκία. Οι (σουνίτες) Μουσουλμάνοι αναγνωρίζονταν ως το «κυρίαρχο έθνος» (millet-i hakime) της αυτοκρατορίας, με τους μη-Μουσουλμάνους να υφίστανται τις σημαντικές διακρίσεις που τους επιβάλλει η σαρία. Όταν, με τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ οι μη-Μουσουλμάνοι εξισώθηκαν νομικά με το «κυρίαρχο έθνος», τα μέλη του τελευταίου βίωσαν την απώλεια της προνομιακής θέσης τους ως βαθύτατο σοκ. «Τι είναι το Τανζιμάτ;» ρωτούσαν, και η εύκολη απάντηση ήταν «δεν μπορείς πια να πεις τον γκιαούρη γκιαούρη!
Οι Μουσουλμάνοι βίωσαν αυτήν την εξίσωση με τον «άλλον» και την απώλεια των νομικών προνομίων τους ως τραυματική εμπειρία, που σφράγισε τα συλλογικά αντανακλαστικά τους. Οι Τούρκοι-σουνίτες Μουσουλμάνοι δεν μπορούν να δεχθούν μία οποιαδήποτε άλλη ομάδα να μοιράζεται μαζί τους την εξουσία, ούτε καν τον δημόσιο χώρο. Έκτοτε η «πολιτική των ταυτοτήτων» αποτελεί πληγή για την Τουρκία, χρόνια ασθένεια της πολιτικής ζωής της. Η ανάγκη στοχοποίησης ενός «άλλου» φαίνεται πως είναι υπαρξιακή. Οι μη-Μουσουλμάνοι εξοντώθηκαν την περίοδο 1913-1923. Δύο μεγάλες ομάδες απέμειναν – Τούρκοι Σουνίτες Μουσουλμάνοι και Κούρδοι. Και για τις δύο υπήρχαν κόκκινες γραμμές, τις οποίες δεν μπορούσαν να διαβούν, προκειμένου να μην γίνουν «άλλοι» υπό διωγμό. Για τους μεν Σουνίτες το όριο ήταν η έκφραση αντιδραστικών θέσεων, όπως π.χ. αιτημάτων για επαναφορά της σαρία και του χαλιφάτου, για τους δε Κούρδους η έκφραση αποσχιστικών αιτημάτων. Μέχρι την εποχή του Οζάλ, οι θρήσκοι Μουσουλμάνοι δεν επιτρεπόταν να συμπεριφέρονται ως τέτοιοι στον δημόσιο χώρο, ενώ το κράτος αρνείτο την ίδια την ύπαρξη των Κούρδων!
Οι μεν θρήσκοι εισήλθαν στον δημόσιο χώρο και ενδυναμώθηκαν ως κοινότητα, οι δε Κούρδοι έπρεπε να καταφύγουν στον ένοπλο αγώνα προκειμένου να αναγνωρισθεί η ύπαρξή τους από το κράτος. Ο αγώνας αυτός διέλυσε το τουρκικό εθνικό αφήγημα περί ενός μονολιθικού έθνους, στο οποίο δεν αναγνωρίζονταν θρησκευτικές, εθνικές, γλωσσικές διαφορές. Με την άφιξη του ΑΚΡ στην εξουσία το 2002 και την ενταξιακή πορεία της χώρας, άρχισε να δημιουργείται –για πρώτη φορά στην Τουρκία– μία κοινωνία των πολιτών, ανεξάρτητη και πέρα από τους κρατικούς θεσμούς. Πολλοί αισθάνθηκαν πια την ελευθερία να επανεξετάσουν τα μεγάλα ταμπού του παρελθόντος, την Αρμενική Γενοκτονία (1915), την Γενοκτονία των Ποντίων (1914–1922), τις σφαγές των Κούρδων Αλεβιτών στο Ντέρσιμ, τα Σεπτεμβριανά (1955), τις Απελάσεις (1964), τις σφαγές των Αλεβιτών από τους ακροδεξιούς την δεκαετία του 1970. Πάνω από τριάντα χιλιάδες πολίτες και δημόσια πρόσωπα υπέγραψαν την ανοικτή επιστολή συγγνώμης προς τους Αρμενίους, την οποία συντάξαμε μία ομάδα φίλοι.

Η Τουρκία, βεβαίως, δεν είναι η μόνη κοινωνία που αρνείται πεισματικά να αντιμετωπίσει το ένοχο παρελθόν της. Το ίδιο ισχύει σε πολλές άλλες. Στην Γαλλία, για παράδειγμα, δεν συζητήθηκε ποτέ επαρκώς το αποικιακό παρελθόν ή η συνεργασία με τους Ναζί κατά την Κατοχή. Η σιωπή αυτή συνέβαλε, πιστεύω, στην άνοδο της Λε Πεν και τα σαρωτικά ποσοστά που παίρνει σήμερα. Στην Τουρκία, η μη καταδίκη –ή άρνηση– της βίας που ασκήθηκε στους μη-Μουσουλμάνους στις αρχές του 20ου αιώνα, η λήθη ή το «ξέπλυμά» της, ενθαρρύνει την άσκηση βίας σήμερα, αυτήν την φορά εναντίον των Κούρδων και όλων των αντιφρονούντων. Η αδυναμία μιας κοινωνίας να αντιμετωπίσει τις σκοτεινές σελίδες της ιστορίας της εγγυάται πως η βία θα επαναλαμβάνεται περιοδικά, βρίσκοντας νέο, κάθε φορά, στόχο.
Α.Μ.: Μπορούμε να πούμε πως οι «άλλοι», ο στόχος του τελευταίου κύκλου βίας, είναι οι διαφωνούντες με το καθεστώς;
Τζ. Α.: Οι Τούρκοι που έχουν τις δικές μου ιδέες, αλλά και πολλοί άλλοι που διαφωνούν με το καθεστώς. Πολύ πριν την γεμάτη ερωτηματικά απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, μια φίλη μου είχε πει: «μας πετάνε έξω απ’ την Τουρκία». Το κλίμα δεν μας σήκωνε πια. Τόσοι φίλοι και γνωστοί μου βρίσκονται στην φυλακή με τις πλέον εξωφρενικές κατηγορίες για συμμετοχή σε τρομοκρατικές οργανώσεις (των γκιουλενιστών ή το ΡΚΚ) ή τα μάζεψαν και έφυγαν κακήν κακώς. Πολύ περισσότεροι απολύθηκαν κατά τις μαζικές «εκκαθαρίσεις» του Τύπου και των πανεπιστημίων μετά την απόπειρα του 2016. Δεν είχαν καμία σχέση με τον Φετουλλάχ Γκιουλέν: οι θέσεις που εξέφραζαν δεν ήταν αρεστές στον Έρντογαν και την αυλή του. Έγιναν παρίες, τους είναι αδύνατον να βρουν απασχόληση.
H Τουρκία σήμερα θυμίζει κάπως το Ιράν του 1979-1980 και την μαζική έξοδο των Ιρανών που δεν ήθελαν να ζήσουν υπό την θεοκρατία. Φεύγουμε, φεύγουμε από την Τουρκία κυνηγημένοι όπως οι μη-Μουσουλμάνοι έναν αιώνα πριν. Φυσικά, δεν υπάρχουν σήμερα σφαγές όπως τότε, αλλά εκκαθαρίσεις και ιδεολογική τρομοκρατία: η χώρα μάς ξερνά. Οι μη-Μουσουλμάνοι εκδιώχθηκαν ή έφυγαν, ακολούθησαν άλλες ομάδες και τώρα ήλθε η σειρά μας. Ιδίως μεταξύ των νέων, οι καλύτεροι φεύγουν. Πρόκειται για ένα τεράστιο brain drain που η κοινωνία δεν θα μπορέσει να αναπληρώσει.
Α.Μ.: Υπάρχουν στιγμές που αισθάνεσθε πως οι φιλελεύθεροι διανοούμενοι, αγωνιζόμενοι για τα δικαιώματα των ισλαμιστών, υποσκάψατε τις δικές σας ελευθερίες;
Τζ. Α.: Ομολογουμένως, παίζαμε με την φωτιά. Οι ισλαμιστές δεν ήταν έτοιμοι να χωνέψουν τόση ελευθερία – αποκτώντας σιγά σιγά τον έλεγχο όλων των θεσμών, την ανέτρεψαν προς ένα ολοκληρωτικό σύστημα. Ωστόσο, δεν ήταν νοητή μια κοινωνία με ελευθερίες για όλους τους άλλους πλην εκείνων. Στην δημοκρατία δεν χωρούν ημίμετρα. Πρέπει να διαχειρισθείς την σύγκρουση συμφερόντων κατά τέτοιον τρόπο, ώστε όλες οι ομάδες να συμβιώσουν ειρηνικά. Είναι πολύ παλιά συζήτηση το αν πρέπει να δώσεις ελευθερίες στους εχθρούς της ελευθερίας. Η τέχνη της πολιτικής είναι να μπορέσεις να εξασφαλίσεις ότι ακόμη κι εκείνοι θα έχουν τις βασικές τους ελευθερίες κατοχυρωμένες.
Α.Μ.: Πιστεύετε πως ο Ιμάμογλου θα τα καταφέρει στις επαναληπτικές δημοτικές εκλογές στην Πόλη, παρόλο που, όπως εξηγείτε, οι εκλογές δεν είναι ούτε ελεύθερες ούτε δίκαιες;
Τζ. Α.: Το σημαντικό είναι να συνειδητοποιήσουμε τα εξής. Ακόμη και αν ο Ιμάμογλου κερδίσει εκ νέου και ο Έρντογαν δεχθεί αυτή την φορά το αποτέλεσμα, δεν θα υπάρξουν σημαντικές αλλαγές. Στην Τουρκία οι αιρετοί δήμαρχοι δεν έχουν εξουσία. Τους περιορίζουν οι νομάρχες, διορισμένοι από το κράτος. Όποιο πάντως κι αν είναι το αποτέλεσμα, το καθεστώς θα παραμείνει μέχρι η κρίση στην οικονομία και τις διεθνείς σχέσεις της χώρας να χτυπήσει κόκκινο. Ο Έρντογαν αποκλείεται να προσφύγει σε πρόωρες εκλογές, όπως ο Αλέξης Τσίπρας εδώ. Τόσο εκείνος όσο και τα πρωτοκλασάτα στελέχη του είναι εγκληματίες. Έχουν διαπράξει τόσες παρανομίες, έχουν παραβιάσει το Σύνταγμα και τον νόμο τόσες φορές, που ξέρουν πως μόλις χάσουν την εξουσία θα καταλήξουν στην φυλακή. Δίνουν πλέον μάχη επιβίωσης και θα χρησιμοποιήσουν κάθε θεσμό και δυνατότητα καταστολής για να παραμείνουν στην εξουσία.
Τζ. Α.: Οι κεμαλιστές ήταν πολύ δυσαρεστημένοι με όσες πρωτοβουλίες αναλαμβάναμε για τον εξευρωπαϊσμό και τον εκδημοκρατισμό της τουρκικής κοινωνίας. Μας κατηγορούσαν ότι ήμαστε πιόνια του πολιτικού Ισλάμ και δυναμιτίζαμε τα θεμέλια του κράτους. Οι κεμαλιστές εθνικιστές ειδικότερα μας απεχθάνονταν, γιατί θεωρούσαν πως προσδίδαμε νομιμοποίηση στο ΑΚΡ. Ταυτόχρονα, πρέπει να σημειωθεί πως οι κεμαλιστές, οι φορείς του δυτικότροπου εκσυγχρονισμού, ήταν και οι πλέον επιφυλακτικοί και φοβικοί απέναντι στην Δύση. Έβλεπαν την ΕΕ και την Δύση συλλήβδην με καχυποψία, διαιωνίζοντας μία αντι-ιμπεριαλιστική ρητορική του 1920.
Ακόμη και σήμερα, οι περισσότεροι κεμαλιστές ζουν στην δεκαετία εκείνη και παπαγαλίζουν τα τότε συνθήματα. Υπάρχουν άτομα στο CHP με προοδευτικές αντιλήψεις, αλλά κάποιοι κούκοι δεν φέρνουν την άνοιξη. Οι ψηφοφόροι του παραμένουν σκληροπυρηνικά εθνικιστές και αντι-Κούρδοι. Σήμερα, αυτό που δεν είναι ευρέως γνωστό, είναι πως οι πλέον εθνικιστές του κεμαλικού χώρου (ulusalci) βρήκαν δίοδο να επανέλθουν στα πράγματα, ιδίως στο παρακράτος. Μετά την απόπειρα του 2016, έχει οικοδομηθεί μία συμμαχία των κεμαλιστών εθνικιστών με το πολιτικό Ισλάμ.
Τζ. Α.: Οι Τούρκοι δεν ξέρουν τι θέλουν να είναι, δεν έχουν αποφασίσει. Έχουν τρομερό πρόβλημα ταυτότητας και τρώγονται με τα ρούχα τους. Η φοβία των δυτικότροπων απέναντι στην Δύση είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της σχιζοφρένειας. Παράλληλα, η τουρκική κοινωνία βρίσκεται σε αρρωστημένη ένταση – όλοι έχουν πρόβλημα με όλους και κυρίως με τον εαυτό τους. Με την οικογένεια, το κοινωνικό τους περιβάλλον, την εξουσία. Αισθάνονται μεγάλη καταπίεση πανταχόθεν, αλλά γίνονται οι ίδιοι πολύ καταπιεστικοί και επικριτικοί προς τους άλλους. Με το που σε συναντούν, χρειάζονται να σε βάλουν σε μία κατηγορία. Έτσι αισθάνονται πιο ασφαλείς, ότι ξέρουν πώς να συμπεριφερθούν απέναντί σου. Οι περισσότεροι Τούρκοι αισθάνονται πάρα πολύ άβολα με ό,τι τους είναι ξένο – ό,τι προέρχεται από διαφορετική κοινωνική και ιδεολογική ομάδα του πληθυσμού.
Τζ. Α.: Για να είμαι ειλικρινής για εμένα προσωπικά δεν ήταν καθόλου δύσκολο. Είμαι τόσο κοσμοπολίτης, έχω ζήσει σε τόσα μέρη και αλλάξει τόσα επαγγέλματα, που μία ακόμη μετοικεσία δεν με δυσκόλεψε. Αναγνωρίζω όμως ότι για πολλούς πανεπιστημιακούς και δημοσιογράφους που γνωρίζω υπήρξε πολύ δύσκολος ο αποχωρισμός. Κάποιοι φίλοι μου τον βίωσαν ως συμφορά, κυρίως γιατί δεν μπορούν –όπως κι εγώ– να επιστρέψουν. Εκκρεμούν δικαστικές διώξεις εναντίον τους. Εγώ, πάλι, αισθάνομαι εντελώς στο σπίτι μου στην Ελλάδα.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

