Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η Ελλάδα χάνει τον «πόλεμο της τσιπούρας» με την Τουρκία

Δημοσιεύτηκε στις

Η Ελλάδα είναι
πλεονασματική σε ψάρια ιχθυοκαλλιέργειας
και δη στα δύο βασικά είδη της μεσογειακής
ιχθυοκαλλιέργειας, την τσιπούρα και το
λαβράκι, κάτι που της επιτρέπει να εξάγει
το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας
παραγωγής. 
Ωστόσο, το 2018 η Ελλάδα εισήγαγε
από την Τουρκία 10.687 τόνους τσιπούρας
και λαβρακίου, ποσότητα υπερδιπλάσια
σε σύγκριση με το 2017. Μάλιστα, ήδη το α΄
δίμηνο του 2019 οι εισαγωγές των δύο αυτών
προϊόντων από την Τουρκία ήταν αυξημένες
κατά 40% και οι παράγοντες του κλάδου
εκτιμούν ότι συνολικά το τρέχον έτος
θα ανέλθουν σε περίπου 15.000 τόνους.

Υπάρχουν δύο λόγοι που
συμβαίνει το παραπάνω, οι οποίοι
παραπέμπουν στη γνωστή λαϊκή ρήση
«βάζουμε τα χέρια μας και βγάζουμε τα
μάτια μας», καθώς πρακτικές ελληνικών
εταιρειών είναι αυτές που εφαρμόζονται
εις βάρος του εγχώριου κλάδου
ιχθυοκαλλιέργειας και μάλιστα προς
όφελος, την ίδια ώρα, του κύριου ανταγωνιστή
της, που είναι η Τουρκία.

To 90%-95% των πωλήσεων
τουρκικών προϊόντων σε τσιπούρα και
λαβράκι στην ελληνική αγορά δεν παραμένει
στην Ελλάδα. Αυτό που κατά κόρον
παρατηρείται ειδικά την τελευταία
διετία είναι το εξής: η Ελλάδα
χρησιμοποιείται ως πύλη για τη διοχέτευση
των ποσοτήτων αυτών στις ευρωπαϊκές
αγορές από εταιρείες-brokers που έχουν
δημιουργήσει τουρκικές επιχειρήσεις
στη χώρα μας. Στις εταιρείες αυτές, καθ’
όλα νόμιμες, συμμετέχουν κυρίως άτομα
που παλαιότερα εργάζονταν στα εμπορικά
τμήματα ελληνικών εταιρειών του κλάδου
των ιχθυοκαλλιεργειών που έχουν πτωχεύσει
ή βρίσκονται υπό πτώχευση. Μέσω, λοιπόν,
του δικτύου διανομής που χρησιμοποιούν
οι ελληνικές επιχειρήσεις, προκειμένου
να φθάσουν τα ελληνικά ψάρια στις ξένες
αγορές, στα ίδια δηλαδή φορτηγά,
φορτώνονται και παλέτες με ψάρια που
έχουν εισαχθεί από την Τουρκία. Τα
προϊόντα αυτά πωλούνται ως τουρκικά με
όλα τα νόμιμα παραστατικά. Το πρόβλημα
για την ελληνική παραγωγή είναι ότι,
μέσω του δικτύου της Ελλάδας, φθάνουν
τα τουρκικά ψάρια σε ειδικό πελατολόγιο,
στο οποίο μέχρι τώρα είχαν πρόσβαση
μόνον τα ελληνικά προϊόντα.
Ας σημειωθεί δε ότι τα
τουρκικά προϊόντα πωλούνται στις
ευρωπαϊκές αγορές χωρίς να επιβαρύνονται
με δασμούς, κάτι που δεν ισχύει και
αντιστρόφως.
Το υπόλοιπο 5%-10% των
ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας που εισάγεται
από την Τουρκία καταναλώνεται στην
εγχώρια αγορά, και το τελευταίο διάστημα
έχει εντοπιστεί και σε αυτή την κατηγορία
προϊόντων το φαινόμενο των «ελληνοποιήσεων».
Το κόλπο εν προκειμένω γίνεται με δύο
τρόπους: είτε ανακατεύονται τα ελληνικά
με τα τουρκικά ψάρια, που όλως τυχαίως
μπορεί να βρίσκονται σε διπλανούς
πάγκους, είτε τα τουρκικά πωλούνται ως
ελληνικά. Σύμφωνα με παράγοντες της
αγοράς, τέτοια φαινόμενα –που για την
ώρα ευτυχώς δεν είναι ευρέως διαδεδομένα–
έχουν εντοπισθεί κυρίως σε ιχθυοπωλεία
της Βόρειας Ελλάδας, αλλά και στη
Βαρβάκειο Αγορά, στο κέντρο της Αθήνας.
Με άλλα λόγια, όπως
επισημαίνουν στελέχη των ελληνικών
εταιρειών που δραστηριοποιούνται στις
ιχθυοκαλλιέργειες, «η Τουρκία με την
ανοχή της Ελλάδας έχει καταφέρει να
εκμεταλλεύεται στο έπακρο τα ευεργετήματα
της Ευρωπαϊκής Ενωσης, χωρίς καν να
είναι κράτος-μέλος, και δεν υπόκειται
στους ελέγχους και στην τήρηση των
αυστηρών πρωτοκόλλων παραγωγής που
ισχύουν για την Ελλάδα στο πλαίσιο της
Ε.Ε.».
Τα δύο παραπάνω φαινόμενα
δεν είναι βεβαίως αυτά που έκαναν την
Ελλάδα να χάνει σταθερά τα τελευταία
χρόνια στον «πόλεμο της τσιπούρας»,
αλλά είναι σαφώς καταστάσεις που δεν
συμβάλλουν στο να ορθοποδήσει ο πολλά
υποσχόμενος αυτός κλάδος.
Οπως δείχνουν τα πλέον
επίσημα στοιχεία που προέρχονται από
τον Οργανισμό Τροφίμων του ΟΗΕ (FAO) και
στα οποία έχουν γίνει η διασταύρωση, η
επεξεργασία και η ανάλυση από την πλέον
αξιόπιστη εταιρεία παγκοσμίως, τη
νορβηγική Kontali, την ώρα που στην Ελλάδα
διαφωνούσαν για το εάν θα ενώσουν τις
δυνάμεις τους οι μεγάλες εταιρείες του
κλάδου, κουβαλώντας τεράστια δάνεια
που οδήγησαν στην ανάληψη του ελέγχου
τους από τις πιστώτριες τράπεζες, οι
γείτονες, στην απέναντι πλευρά του
Αιγαίου, αύξαναν διαρκώς την παραγωγή
τους. Ετσι, για παράδειγμα, ενώ το 2006 η
παραγωγή της Τουρκίας σε τσιπούρα και
λαβράκι ήταν 66.900 τόνοι και της Ελλάδας,
την ίδια χρονιά, 111.000 τόνοι, δέκα χρόνια
μετά, το 2016 η παραγωγή της Τουρκίας είχε
διπλασιασθεί, φθάνοντας τους 134.000 τόνους,
τη στιγμή που της Ελλάδας είχε υποχωρήσει
στους 100.000 τόνους.
Να σημειωθεί ότι το
2015 η παραγωγή στην Ελλάδα μειώθηκε κάτω
από τους 100.000 τόνους και διαμορφώθηκε
στους 99.000 τόνους. Ηταν η πρώτη χρονιά
που τα στοιχεία δείχνουν την Τουρκία
να εκθρονίζει την Ελλάδα από την πρώτη
θέση σε ό,τι αφορά την παραγωγή τσιπούρας
και λαβρακίου ιχθυοκαλλιέργειας.
Μείωση παραγωγής
Η τάση αυτή συνεχίστηκε
και τα επόμενα χρόνια, με την ελληνική
παραγωγή να διατηρείται περίπου στα
ίδια επίπεδα και την τουρκική να αυξάνεται
συνεχώς, αγγίζοντας τους 155.000 τόνους το
2018. Οι εκτιμήσεις που υπάρχουν για το
τρέχον έτος είναι ότι η ελληνική παραγωγή
θα διαμορφωθεί περίπου σε 118.000 τόνους,
σχεδόν στα ίδια επίπεδα με πέρυσι, και
η τουρκική σε 154.000 τόνους.
Οι έριδες μεταξύ των
εταιρειών του κλάδου, συχνά εις βάρος
των μικρομετόχων τους, ο υπερδανεισμός
τα προηγούμενα χρόνια, η απουσία κεντρικής
στρατηγικής από την πολιτεία για την
προώθηση των ελληνικών ψαριών και η
έλλειψη του αναγκαίου χωροταξικού
σχεδιασμού οδήγησαν έναν κλάδο, που
ξεκίνησε με πολλές προοπτικές τη δεκαετία
του ’80, να φτάσει τελικά πριν από λίγα
χρόνια στο χείλος του γκρεμού.
Στο επίπεδο των εξαγωγών,
η Ελλάδα εξακολουθεί να υπερτερεί της
Τουρκίας, αν και με βραχεία κεφαλή και
με ρυθμό ανάπτυξης εξαιρετικά χαμηλό.
Το 2018, οι εξαγωγές της Ελλάδας αυξήθηκαν
σε σύγκριση με το 2017 μόλις κατά 0,22%
–μάλιστα στο λαβράκι κατέγραψαν
υποχώρηση 1%– ενώ της Τουρκίας αυξήθηκαν
το ίδιο διάστημα κατά περίπου 20%.
Η πλεονασματική παραγωγή
στην Τουρκία, σε συνδυασμό με την
υποτίμηση της τουρκικής λίρας, οδηγεί
φέτος τις τιμές σε ιστορικό χαμηλό, κατά
10% κάτω σε σχέση με πέρυσι στο λαβράκι
και κατά 5% χαμηλότερα στην τσιπούρα. Η
τάση αυτή, μάλιστα, σύμφωνα με τους
αναλυτές του κλάδου, αναμένεται να
συνεχιστεί τουλάχιστον έως το προσεχές
φθινόπωρο.
Η τελευταία μεγάλη
ευκαιρία για την ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια
Μπορεί το 2019 να είναι
μια χρονιά που οι τιμές των ψαριών
μεσογειακής ιχθυοκαλλιέργειας βρίσκονται
σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, είναι όμως
και μια χρονιά-σταθμός για τον κλάδο
στην Ελλάδα. Και αυτό διότι, εκτός
απροόπτου, αναμένεται να ολοκληρωθεί
η πολυαναμενόμενη συμφωνία μεταβίβασης
των εταιρειών «Σελόντα» και «Νηρεύς»
στον όμιλο «Ανδρομέδα». Συμφωνία που
θα επιφέρει τη μεγάλη συγχώνευση στον
κλάδο, όραμα που υπήρχε εδώ και τουλάχιστον
μια δεκαετία, αλλά που τελικά βαίνει
προς επίτευξη στην ουσία εξ ανάγκης.
Οι έριδες μεταξύ των
εταιρειών του κλάδου, συχνά εις βάρος
των μικρομετόχων τους, ο υπερδανεισμός
τα προηγούμενα χρόνια, η απουσία κεντρικής
στρατηγικής από την πολιτεία για την
προώθηση των ελληνικών ψαριών και
μάλιστα με τη μορφή προϊόντων υψηλής
προστιθέμενης αξίας, αλλά ακόμη και η
έλλειψη του αναγκαίου χωροταξικού
σχεδιασμού, οδήγησαν έναν κλάδο που
ξεκίνησε με πολλές προοπτικές τη δεκαετία
του ’80 να φτάσει τελικά πριν από λίγα
χρόνια στο χείλος του γκρεμού.
Υπενθυμίζεται ότι προ
του 2014 είχαν προηγηθεί η μη πραγματοποιηθείσα
οραματική εξαγγελία του Γεωργιανού
Κάκχα Μπεντουκίτζε για τη μεγάλη
συγχώνευση στην ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια
υπό το fund Linnaeus Capital Partners και η
πρόταση-πρόσκληση του ιδρυτή της
«Σελόντα» Γιάννη Στεφανή προς τον ιδρυτή
της «Νηρεύς» Αριστείδη Μπελλέ για
συγχώνευση των δύο εταιρειών. Κανένα
από τα δύο σχέδια δεν είχε ευτυχή
κατάληξη. Τόσο η «Σελόντα» όσο και η
«Νηρεύς» οδηγήθηκαν η μία μετά την άλλη
σε κεφαλαιοποίηση των χρεών τους, στη
με επεισοδιακό τρόπο ανάληψη της
διοίκησης από τις τράπεζες και τελικά
στην πώληση της συμμετοχής των τελευταίων
στις εταιρείες Amerra Capital Management LLC και
Mubadala InvestmentCompany, μετόχους του ομίλου
Ανδρομέδα.
Στελέχη του κλάδου που
γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα εδώ και
χρόνια επισημαίνουν, πάντως, ότι κάποιοι
από τους παλιούς βασικούς μετόχους με
βαριές ευθύνες για την κακή πορεία των
εταιρειών τους επιμένουν σε πρακτικές
που δεν χαρακτηρίζονται ιδιαιτέρως
θεμιτές. Ενδεικτικό είναι το ακόλουθο
παράδειγμα: όταν εκδόθηκαν οι μελέτες
για τις Περιοχές Οργανωμένης Ανάπτυξης
Υδατοκαλλιεργειών (ΠΟΑΥ) και στις οποίες
προβλέπονταν και νέες θέσεις για νέες
μονάδες, εμφανίστηκαν κάποιες εταιρείες
με αιτήματα για να καταλάβουν τις θέσεις
και λαμβάνοντας προεγκρίσεις από τις
οικείες περιφέρειες. Πίσω από τις
εταιρείες αυτές φέρεται να βρίσκονται
άτομα με υψηλή θέση στις παλιές διοικήσεις
των μεγάλων εταιρειών του κλάδου και
πλέον επιδίδονταν σε μια εμπορία
προεγκρίσεων, έναντι φυσικά αντιτίμου.
Ευτυχώς, μπήκε τέλος στο ζήτημα αυτό,
καθώς αποφασίστηκε ότι δεν θα εκδίδεται
καμία άδεια μέχρι να ολοκληρωθεί η
χωροθέτηση των ΠΟΑΥ και έτσι μάλλον
τελείωσε άδοξα –το μέλλον θα δείξει
πιο καθαρά– αυτό το δείγμα της κακώς
εννοούμενης ελληνικής εφευρετικότητας.
Η ολοκλήρωση της
συγχώνευσης με τη δημιουργία του μεγάλου
σχήματος από τις εταιρείες «Νηρεύς» –
«Σελόντα» και «Ανδρομέδα» αναμένεται
ότι θα ευνοήσει συνολικά τον κλάδο, όπου
δραστηριοποιούνται δεκάδες ακόμη
εταιρείες. Αξίζει να σημειωθεί ότι από
το 1981, οπότε δημιουργήθηκαν οι πρώτες
πειραματικές μονάδες, ο κλάδος έφτασε
το 2017 να κατέχει μία από τις πρώτες
θέσεις παγκοσμίως στην εκτροφή μεσογειακών
ιχθύων. Το 2017, σύμφωνα με τα στοιχεία
του Συνδέσμου Ελληνικών Θαλασσοκαλλιεργειών
(ΣΕΘ), δραστηριοποιούνταν 62 επιχειρήσεις
με 318 μονάδες σε όλη την Ελλάδα. Κι αυτό
διότι ένα μεγάλο σχήμα αναμένεται να
ανοίξει περαιτέρω τους δρόμους των
εξαγωγών για τα ελληνικά ψάρια
ιχθυοτροφείου, ενώ ο ανταγωνισμός θα
δρομολογήσει, τουλάχιστον για μερίδα
των εταιρειών, επενδύσεις για τον
εκσυγχρονισμό της παραγωγής τους, χωρίς
να αποκλείονται και άλλες συγχωνεύσεις
ή στρατηγικές συνεργασίες.
Στο σχήμα που θα
δημιουργηθεί υπό την ομπρέλα της
«Ανδρομέδας», η έμφαση θα δοθεί αρχικά
στον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων
και του εξοπλισμού και στην ανάπτυξη
νέων στρατηγικών για την καλύτερη
προσέγγιση του τελικού καταναλωτή. Με
τον εκσυγχρονισμό και τη συγκέντρωση
μονάδων που σήμερα είναι διάσπαρτες θα
επιδιωχθεί η παραγωγή με πιο ανταγωνιστικό
κόστος, ενώ η βελτιστοποίηση της εμπορικής
πολιτικής μεταφράζεται στην παραγωγή
προϊόντων πιο κοντά στις ανάγκες του
καταναλωτή (φιλέτα ψαριών, έτοιμα προς
κατανάλωση ή προς μαγείρεμα γεύματα
κ.ο.κ.).
Οι παραπάνω κινήσεις
είναι εκ των ων ουκ άνευ. Αλλωστε, πέραν
της διαρκώς αυξανόμενης πίεσης που
ασκεί η Τουρκία στην ελληνική
ιχθυοκαλλιέργεια, κάνουν την εμφάνισή
τους και αναδυόμενες δυνάμεις στις
κατηγορίες της τσιπούρας και του
λαβρακίου. Πρόκειται για χώρες του
Κόλπου και της Μέσης Ανατολής, με πιο
χαρακτηριστική περίπτωση αυτή του Ομάν.
Οι προσφορές
Τρία επιχειρηματικά
σχήματα φέρεται να έχουν καταθέσει
δεσμευτικές προσφορές για την απόκτηση
περιουσιακών στοιχείων των εταιρειών
«Σελόντα» και «Νηρεύς», ενέργεια
απαραίτητη για να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση
των παραπάνω επιχειρήσεων στον όμιλο
«Ανδρομέδα». Μία προσφορά έχει κατατεθεί
από κοινού από τα Ιχθυοτροφεία Κεφαλονιάς
(συμφερόντων της οικογένειας Γερουλάνου)
και το fund Diorasis, μία από την καναδική
Cooke, που στη μεσογειακή ιχθυοκαλλιέργεια
(τσιπούρα και λαβράκι) έχει ήδη παρουσία
στην Ευρώπη μέσω του θυγατρικού της
ομίλου Culmarex στην Ισπανία, και μία από
fund του Ντουμπάι. Μάλιστα, η υποψηφιότητα
του ομίλου Cooke φέρεται να είναι η πιο
ισχυρή. Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με
την απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης
Ανταγωνισμού της Ε.Ε., πρέπει να εκποιηθούν
ιχθυοτροφεία που παράγουν 10.000 τόνους
μεσογειακών ιχθύων μαζί με τα σχετικά
συσκευαστήρια ίδιας δυναμικότητας και
εκκολαπτήρια που παράγουν 50 εκατομμύρια
τεμάχια γόνου. Μέχρι τα τέλη Ιουνίου
αναμένεται να υπάρχει απόφαση για τον
αγοραστή των περιουσιακών στοιχείων,
ενώ για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης
των δύο εταιρειών στο σχήμα του ομίλου
«Ανδρομέδα» εκτιμάται ότι θα χρειαστούν
ακόμη περίπου 60 ημέρες.
ΠΗΓΗ: Καθημερινή

Ο Σάββας Καλεντερίδης γεννήθηκε στη Βέργη Σερρών το 1960. Το 1977 εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1981, ως ανθυπίλαρχος. Υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες των τεθωρακισμένων και των καταδρομών και σε κρίσιμες θέσεις στο εξωτερικό. Το Μάρτιο του 2000, ενώ φοιτούσε στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου, παραιτήθηκε από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Από το φθινόπωρο του 2000 ίδρυσε και διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Ινφο-Γνώμων. Με το ψευδώνυμο Κώστας Νικοπολίδης μετέφρασε από τα τουρκικά και επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου "Κράτος συμμορία", Εκδόσεις Τουρίκη, ενώ μετέφρασε από τα τουρκικά και την "Έκθεση Σουσουρλούκ", που συμπεριλήφθηκε στο ομώνυμο βιβλίο των Εκδόσεων Α.Α. Λιβάνη. Σε συνεργασία με το ίδρυμα "Φίλοι Λαογραφικού Μουσείου Μέλπως Μερλιέ" συμμετείχε και προλόγισε την έκδοση του διπλού CD "Τραγούδια του Πόντου, Ηχογραφήσεις του 1930" και του CD "Τραγούδια από τις παράλιες πόλεις του Πόντου και της Μικράς Ασίας". Επιμελήθηκε επίσης της έκδοσης του δίτομου έργου "Ανάλυση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, Μύθος και πραγματικότητα", του βιβλίου "Οι μειονότητες στην Τουρκία" και των ιστορικών ταξιδιωτικών οδηγών "Κάτω Ιταλία - Μεγάλη Ελλάδα", "Σικελία", "Ρόδος - Σύμη - Καστελόριζο - Καρία - Λυκία", "Χίος - Σμύρνη", "Βουλγαρία - Ανατολική Ρωμυλία", "Καππαδοκία - Κεντρική Ανατολία" και "Κωνσταντινούπολη - Μαρμαράς". Έγραψε τους ιστορικούς ταξιδιωτικούς οδηγούς "Κοζάνη, στην αγκαλιά των βουνών", "Ιωνία, Σάμος - Έφεσος - Μίλητος - Πριήνη", "Δυτικός Πόντος, Βιθυνία - Παφλαγονία" και "Ανατολικός Πόντος, Κοτύωρα - Κερασούντα - Τραπεζούντα - Αργυρούπολη - Καρς". Αναλύσεις και άρθρα του Σάββα Καλεντερίδη, με κύριο θέμα την Τουρκία και άλλα περιφερειακά ζητήματα, έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" και "Παρόν" και στα περιοδικά "Άμυνα και διπλωματία", "Απόρρητο Δελτίο" και "Διπλωματία".

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO1 λεπτό πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO31 λεπτά πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

Δημοφιλή