Ακολουθήστε μας

Ιστορία - Πολιτισμός

Το Κυπριακό στον ΟΗΕ

Δημοσιεύτηκε στις

Στα πρώτα χρόνια μετά
το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι
διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις
απέφυγαν να εγείρουν δημόσια θέμα
απόδοσης της Κύπρου στην Ελλάδα. Η Κύπρος
δεν συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο με
τις ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις
που υποβλήθηκε στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης
των Παρισίων, όπως άλλωστε είχε συμβεί
και στην αντίστοιχη Συνδιάσκεψη που
ακολούθησε τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου
Πολέμου.

Αυτή η σταθερή επιλογή της
Αθήνας βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στις
διπλωματικές παρακαταθήκες του Ελευθέριου
Βενιζέλου και συνοψιζόταν στο αξίωμα
ότι η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα δεν
μπορούσε να επιτευχθεί παρά μόνο εάν
προηγουμένως είχε εξασφαλισθεί η
βρετανική συναίνεση. Σύμφωνα με την
ίδια αντίληψη, οι εγκάρδιες ελληνοβρετανικές
σχέσεις δεν θα έπρεπε να διαταραχθούν
στον βωμό της δημόσιας ανακίνησης του
Κυπριακού, από τη στιγμή μάλιστα που
μια τέτοια κίνηση ήταν αμφίβολο εάν
μπορούσε να αποδώσει τα επιθυμητά
αποτελέσματα.

Ολα αυτά άλλαξαν το
καλοκαίρι του 1954 όταν η κυβέρνηση του
Αλέξανδρου Παπάγου έλαβε την απόφαση
της διεθνοποίησης του Κυπριακού. Η έξαψη
της ελληνικής κοινής γνώμης, αλλά και
η διαπίστωση της βρετανικής αδιαλλαξίας
να συζητήσει το θέμα σε διμερές επίπεδο
ή έστω να αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο
μελλοντικής μεταβολής του καθεστώτος
του νησιού ασκούσαν ισχυρές πιέσεις
στην Αθήνα να εγκαταλείψει την τακτική
των ήπιων τόνων. Εξίσου καθοριστική
προς την ίδια κατεύθυνση ήταν η απειλή
του αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακάριου Γ΄
ότι σε περίπτωση που η Ελλάδα δεν έθετε
το Κυπριακό ενώπιον του ΟΗΕ, τότε ο ίδιος
θα αναζητούσε κυβέρνηση τρίτου κράτους
(αραβικού ή ανατολικού) που θα ήταν
πρόθυμη να το πράξει. Σημαντικός
παράγοντας, τέλος, στην τελική διαμόρφωση
της άποψης του Παπάγου υπέρ της
διεθνοποίησης υπήρξε ο κυπριακής
καταγωγής γενικός διευθυντής του
ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, πρέσβης
Αλέξης Κύρου, ο οποίος το 1931 ως γενικός
πρόξενος της Ελλάδας στη Λευκωσία,
παραβλέποντας τις κυβερνητικές οδηγίες,
είχε συμβάλει στην εξέγερση των Ελλήνων
της Κύπρου εναντίον των βρετανικών
αποικιακών αρχών.
Με αίτημα την αυτοδιάθεση
Η πρώτη ελληνική προσφυγή
στον ΟΗΕ για το Κυπριακό κατατέθηκε τον
Αύγουστο του 1954. Προκειμένου να αποφύγει
διπλωματικούς σκοπέλους, η Ελλάδα δεν
ζητούσε την ένωση της Κύπρου με τη μητέρα
πατρίδα, αλλά την παροχή στους κατοίκους
του νησιού του δικαιώματος της
αυτοδιάθεσης. Ωστόσο, ήταν φανερό ότι
η εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης
στην Κύπρο (π.χ. μέσω της διεξαγωγής ενός
δημοψηφίσματος) θα κατέληγε στην ένωση.
Η ελληνική πλευρά πέτυχε την εγγραφή
της προσφυγής στην ημερήσια διάταξη
της 9ης Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, όμως
οι αριθμητικοί συσχετισμοί δεν επέτρεπαν
τη λήψη μιας ευνοϊκής απόφασης. Ετσι,
τον Δεκέμβριο 1954 η ελληνική αντιπροσωπεία
συγκατένευσε στη λύση της μη συζήτησης
του θέματος «προς το παρόν», υποστηρίζοντας
ότι με αυτόν τον τρόπο γινόταν δεκτό
ότι το ζήτημα εξακολουθούσε να εκκρεμεί
ενώπιον του διεθνούς οργανισμού.
Ατελέσφορη τακτική,
διάψευση ελπίδων
Η ελληνική προσφυγή
δεν είχε στεφθεί με επιτυχία. Αντίθετα,
είχε αναδείξει όλα τα μειονεκτήματα
που αναπόφευκτα συνόδευαν την απόφαση
της διεθνοποίησης. Η σύνθεση των μελών
του ΟΗΕ δεν ήταν τέτοια που να διευκολύνει
την υιοθέτηση ψηφισμάτων σαφώς
υποστηρικτικών των ελληνικών θέσεων:
το παλιρροϊκό κύμα της αποαποικιοποίησης
δεν είχε ακόμα φουσκώσει αρκετά για να
επιτρέψει την ανεξαρτητοποίηση και τη
συνακόλουθη είσοδο των νέων κρατών στα
Ηνωμένα Εθνη έτσι ώστε οι δικές τους
ψήφοι να καταστούν πλειοψηφικές στη
Γενική Συνέλευση. Ανεξάρτητα από αυτό,
ο ίδιος ρόλος του Οργανισμού είχε
υπερτιμηθεί από ελληνικής πλευράς:
ακόμα κι αν είχε επιτευχθεί ο μέγιστος
στόχος της λήψης μιας απόφασης υπέρ της
αυτοδιάθεσης, δεν θα επρόκειτο για
τίποτα περισσότερο από μια (σημαντική
αλλά όχι αποφασιστική) ηθική νίκη, καθώς
η Γενική Συνέλευση δεν είχε τη δυνατότητα
παρά μόνο διατύπωσης συστάσεων και όχι
επιβολής δεσμευτικών όρων. Επιπλέον, η
μετακίνηση του Κυπριακού από το αυστηρά
διμερές στο διεθνές πεδίο ήταν ανεπιθύμητη
από το Λονδίνο, με άμεσο αποτέλεσμα την
επιδείνωση των ελληνοβρετανικών σχέσεων.
Η προκαταβολικά αρνητική τοποθέτηση
των Ηνωμένων Πολιτειών έναντι της
ελληνικής προσφυγής στερούσε από την
Αθήνα την πιθανότητα της υποστήριξης
της Ουάσιγκτον, η οποία θα μπορούσε να
αμβλύνει τη βρετανική αδιαλλαξία. Η
αδύναμη διπλωματική θέση της Ελλάδας
διαπιστώθηκε και εντός του ευρύτερου
συμμαχικού πλαισίου, καθώς τα υπόλοιπα
μέλη του ΝΑΤΟ μοιραία έτειναν να
ταυτίζονται με τον ισχυρότερο από τους
εμπλεκόμενους στην υπόθεση, δηλαδή στην
προκειμένη περίπτωση με τη Μεγάλη
Βρετανία. Το χειρότερο: η προσφυγή στον
ΟΗΕ έδωσε τη δυνατότητα στην Τουρκία
να εμφανιστεί ως ενδιαφερόμενο μέρος
στο Κυπριακό, το οποίο στα μάτια της
διεθνούς κοινής γνώμης αποκτούσε ολοένα
και περισσότερο τα χαρακτηριστικά μιας
διένεξης με απρόβλεπτες συνέπειες σε
περιφερειακό επίπεδο.
Η συνάρτηση αυτών των
παραγόντων επηρέασε καθοριστικά την
τύχη της δεύτερης ελληνικής προσφυγής,
η οποία υποβλήθηκε στον ΟΗΕ το 1955. Η
αποτυχία ήταν παταγώδης, καθώς δεν
επιτεύχθηκε καν η εγγραφή του αιτήματος
της Ελλάδας στην ημερήσια διάταξη της
Γενικής Συνέλευσης. Στο μεταξύ, η έναρξη
του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ και
το ναυάγιο της τριμερούς διάσκεψης
Μεγάλης Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας
για το Κυπριακό στο Λονδίνο, το οποίο
επισφραγίστηκε από τις –καθοδηγούμενες
από τις τουρκικές αρχές– βιαιότητες
σε βάρος των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης
(Σεπτεμβριανά 1955), είχαν ήδη προσθέσει
νέες παραμέτρους στην πολύπλοκη
διπλωματική εξίσωση. Μετά την επιδείνωση
των ελληνοβρετανικών είχε πλέον επέλθει
και ο καταποντισμός των ελληνοτουρκικών
σχέσεων.
Τον Μάρτιο του 1956 η
αιφνιδιαστική σύλληψη του Μακάριου από
τις βρετανικές αρχές και η εξορία του
στις Σεϋχέλλες εξώθησε την κυβέρνηση
του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος
μόλις τον προηγούμενο μήνα είχε
επικρατήσει στις εκλογές, να καταθέσει
την τρίτη κατά σειρά ελληνική προσφυγή
στα Ηνωμένα Εθνη. Τον χειρισμό ανέλαβε
από τον Μάιο του ίδιου έτους ο νέος
υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος
Αβέρωφ-Τοσίτσας, ο οποίος εφάρμοσε μια
πολυεπίπεδη στρατηγική για την
αποτελεσματική προώθηση των ελληνικών
θέσεων πριν από τη συζήτησή τους στον
ΟΗΕ: πρωτίστως την καλλιέργεια στενότερων
σχέσεων με χώρες του Τρίτου Κόσμου
(Γιουγκοσλαβία και αραβικά κράτη) με
σκοπό την αύξηση του αριθμού των ψήφων
υπέρ του αιτήματος για την αυτοδιάθεση
του κυπριακού λαού. Αυτή τη φορά η μάχη
στα Ηνωμένα Εθνη περιλάμβανε και την
αντίκρουση βρετανικής προσφυγής, με
την οποία το Λονδίνο κατηγορούσε την
Αθήνα ότι ενίσχυε την ΕΟΚΑ. Τελικά, ούτε
το ελληνικό ούτε το βρετανικό σχέδιο
απόφασης τέθηκαν σε ψηφοφορία, αλλά
αντίθετα υιοθετήθηκε ομόφωνα η γενικόλογη
πρόταση της Ινδίας, η οποία έκανε λόγο
για την ανάγκη εξεύρεσης ειρηνικής,
δημοκρατικής και δίκαιης λύσης του
Κυπριακού σύμφωνης με τις αρχές και
τους σκοπούς του Χάρτη του ΟΗΕ.
Στην πραγματικότητα,
η Ελλάδα ήταν εγκλωβισμένη σε έναν
πολιτικό και διπλωματικό λαβύρινθο,
τον οποίο η ίδια είχε κατασκευάσει. Η
τακτική των προσφυγών στα Ηνωμένα Εθνη
είχε αποδειχτεί ατελέσφορη. Ομως ήταν
πλέον σχεδόν αδύνατον να μη συνεχιστεί,
καθώς σε αυτή την περίπτωση η εκάστοτε
ελληνική κυβέρνηση θα ήταν εκτεθειμένη
στις αντιδράσεις τόσο της αντιπολίτευσης
όσο και του Μακάριου. Ετσι, έστω κι αν
γνώριζε εκ των προτέρων ότι οι πιθανότητες
επιτυχίας ήταν ελάχιστες, η Αθήνα
προσέφυγε ξανά στον ΟΗΕ το 1957. Προσεκτικά
διατυπωμένο, το ελληνικό σχέδιο ψηφίσματος
ζητούσε από τη Γενική Συνέλευση να
εκφράσει απλώς την ευχή της για την
εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης
στην Κύπρο. Το αποτέλεσμα ήταν καλύτερο
από κάθε άλλη φορά: η ελληνική πρόταση
υπερψηφίστηκε από την πλειοψηφία των
παρόντων μελών της Γενικής Συνέλευσης
(31 υπέρ, 23 εναντίον, 24 αποχές), δεν
εξασφάλισε όμως την πλειοψηφία των δύο
τρίτων που απαιτούνταν από τον κανονισμό
για τη λήψη απόφασης. Ηταν το μέγιστο
που μπορούσε να επιτευχθεί.
Στο παρά πέντε απεφεύχθη
η ήττα στην τελευταία προσφυγή
Η πέμπτη και τελευταία
ελληνική προσφυγή, η οποία κατατέθηκε
τον Αύγουστο του 1958 και συζητήθηκε στο
τέλος του ίδιου έτους, απέδειξε ότι η
συγκυρία ήταν δυνατόν να στρέψει ακόμα
και τις διαδικασίες των Ηνωμένων Εθνών
σε βάρος της κυπριακής υπόθεσης. Οι
διεργασίες έλαβαν χώρα κάτω από τη βαριά
σκιά του Σχεδίου Μακμίλαν, το οποίο είχε
εξαγγελθεί τον Ιούνιο του 1958 και λίγο
αργότερα είχε αρχίσει να εφαρμόζεται
από τη Μεγάλη Βρετανία και την Τουρκία
ερήμην της Ελλάδας, απειλώντας να
οδηγήσει σε διχοτομική λύση του Κυπριακού.
Η δημόσια πρόταση του Μακάριου για τη
δεσμευμένη ανεξαρτησία της Κύπρου
(Σεπτέμβριος 1958) αποσκοπούσε ακριβώς
στην αποφυγή ενός τέτοιου σκοπέλου:
μάλιστα η ελληνική αντιπροσωπεία στον
ΟΗΕ επιδίωξε τη λήψη απόφασης από τη
Γενική Συνέλευση, η οποία να προσανατολιζόταν
σε αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, κατά τη
συζήτηση στον Οργανισμό δημιουργήθηκε
πλειοψηφικό ρεύμα υπέρ σχεδίου ψηφίσματος
ανεπιθύμητου από την Αθήνα, το οποίο
καλούσε «τις τρεις ενδιαφερόμενες
κυβερνήσεις» (δηλαδή τη βρετανική, την
ελληνική και την τουρκική) σε απευθείας
μεταξύ τους διαπραγματεύσεις για την
οριστική διευθέτηση του μελλοντικού
καθεστώτος του νησιού. Η ελληνική ήττα
αποτράπηκε κυριολεκτικά την τελευταία
στιγμή, μέσω της ομόφωνης υιοθέτησης
συναινετικής απόφασης, η οποία, όπως
και εκείνη του 1956, αναφερόταν αόριστα
στη συνέχιση των προσπαθειών για την
εξεύρεση ειρηνικής, δημοκρατικής και
δίκαιης λύσης στο Κυπριακό ζήτημα.
Σχεδόν κανείς δεν
μπορούσε τότε να μαντέψει ότι παράλληλα
με τη λήψη της απόφασης, στο περιθώριο
των εργασιών της Γενικής Συνέλευσης οι
υπουργοί Εξωτερικών της Ελλάδας και
της Τουρκίας, Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας
και Φατίν Ζορλού αντίστοιχα, ξεκινούσαν
μυστικές συνομιλίες, οι οποίες θα έθεταν
τις βάσεις για τη συνομολόγηση μόλις
δύο μήνες αργότερα των Συμφωνιών της
Ζυρίχης και του Λονδίνου. Οι ελληνικές
προσφυγές στον ΟΗΕ δεν είχαν αποφέρει
–ούτε μπορούσαν από μόνες τους να
αποφέρουν– την επίλυση του Κυπριακού
στη βάση του δίκαιου αιτήματος των
Ελλήνων κατοίκων του νησιού για
αυτοδιάθεση. Η τελευταία όμως από αυτές
παρείχε την αφορμή για την κυοφορία της
δεσμευμένης ανεξαρτησίας της Κύπρου
μέσα από απευθείας ελληνοτουρκικές
διαπραγματεύσεις. Τα Ηνωμένα Εθνη, με
άλλα λόγια, δεν είχαν δώσει την πολυπόθητη
λύση, αλλά τον Δεκέμβριο του 1958 προσέφεραν
το κατάλληλο περιβάλλον για την απαρχή
γεφύρωσης του χάσματος ανάμεσα στην
Αθήνα και στην Αγκυρα, η οποία θα κατέληγε
στην ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
* Ο κ. Αντώνης Κλάψης
διδάσκει Ιστορία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
και στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου.
ΠΗΓΗ: Καθημερινή

Ο Σάββας Καλεντερίδης γεννήθηκε στη Βέργη Σερρών το 1960. Το 1977 εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1981, ως ανθυπίλαρχος. Υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες των τεθωρακισμένων και των καταδρομών και σε κρίσιμες θέσεις στο εξωτερικό. Το Μάρτιο του 2000, ενώ φοιτούσε στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου, παραιτήθηκε από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Από το φθινόπωρο του 2000 ίδρυσε και διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Ινφο-Γνώμων. Με το ψευδώνυμο Κώστας Νικοπολίδης μετέφρασε από τα τουρκικά και επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου "Κράτος συμμορία", Εκδόσεις Τουρίκη, ενώ μετέφρασε από τα τουρκικά και την "Έκθεση Σουσουρλούκ", που συμπεριλήφθηκε στο ομώνυμο βιβλίο των Εκδόσεων Α.Α. Λιβάνη. Σε συνεργασία με το ίδρυμα "Φίλοι Λαογραφικού Μουσείου Μέλπως Μερλιέ" συμμετείχε και προλόγισε την έκδοση του διπλού CD "Τραγούδια του Πόντου, Ηχογραφήσεις του 1930" και του CD "Τραγούδια από τις παράλιες πόλεις του Πόντου και της Μικράς Ασίας". Επιμελήθηκε επίσης της έκδοσης του δίτομου έργου "Ανάλυση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, Μύθος και πραγματικότητα", του βιβλίου "Οι μειονότητες στην Τουρκία" και των ιστορικών ταξιδιωτικών οδηγών "Κάτω Ιταλία - Μεγάλη Ελλάδα", "Σικελία", "Ρόδος - Σύμη - Καστελόριζο - Καρία - Λυκία", "Χίος - Σμύρνη", "Βουλγαρία - Ανατολική Ρωμυλία", "Καππαδοκία - Κεντρική Ανατολία" και "Κωνσταντινούπολη - Μαρμαράς". Έγραψε τους ιστορικούς ταξιδιωτικούς οδηγούς "Κοζάνη, στην αγκαλιά των βουνών", "Ιωνία, Σάμος - Έφεσος - Μίλητος - Πριήνη", "Δυτικός Πόντος, Βιθυνία - Παφλαγονία" και "Ανατολικός Πόντος, Κοτύωρα - Κερασούντα - Τραπεζούντα - Αργυρούπολη - Καρς". Αναλύσεις και άρθρα του Σάββα Καλεντερίδη, με κύριο θέμα την Τουρκία και άλλα περιφερειακά ζητήματα, έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" και "Παρόν" και στα περιοδικά "Άμυνα και διπλωματία", "Απόρρητο Δελτίο" και "Διπλωματία".

Αναλύσεις

Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο

Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.

Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.

Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».

Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.

Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.

Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.

Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.

Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»

Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.

Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.

Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.

Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.

Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ιστορία των ελληνικών συναγωγών ζωντανεύει: Ένα μοναδικό αρχείο μνήμης παρουσιάζεται σε τέσσερις πόλεις της Βόρειας Ελλάδας

Οι Εκδόσεις Ινφογνώμων παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα, «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής». Ένα έργο 453 σελίδων, με 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια, που καταγράφει περισσότερες από 100 συναγωγές και διασώζει την ιστορία μνημείων που χάθηκαν ή κινδυνεύουν να ξεχαστούν.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Ένα σημαντικό οδοιπορικό στην ιστορία, την αρχιτεκτονική και την πολιτιστική κληρονομιά του ελληνικού εβραϊσμού ξεκινά στις 19 Οκτωβρίου από τα Ιωάννινα, με επόμενους σταθμούς τη Θεσσαλονίκη, την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Ο Δρ Ηλίας Β. Μεσσίνας παρουσιάζει το νέο του βιβλίο, καρπό πολυετούς επιτόπιας και αρχειακής έρευνας, αναδεικνύοντας συναγωγές που εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά και μνημεία που έχουν εξαφανιστεί από τον αστικό ιστό. Μέσα από σπάνιες φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά σχέδια και ιστορικά τεκμήρια, η έκδοση των Εκδόσεων Ινφογνώμων επιχειρεί να διασώσει ένα σημαντικό κομμάτι της συλλογικής μνήμης των ελληνικών πόλεων.

Ένα αρχείο για περισσότερες από 100 συναγωγές στην Ελλάδα

Η νέα έκδοση του Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα αποτελεί μια εκτενή καταγραφή της ιστορίας και της αρχιτεκτονικής των συναγωγών της Ελλάδας.

Σε 453 σελίδες παρουσιάζονται περισσότερες από 100 συναγωγές, με ιστορικές και αρχιτεκτονικές περιγραφές, σπάνιο φωτογραφικό υλικό, ψηφιακούς χάρτες, βιβλιογραφία και αρχειακές πηγές.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των μνημείων που τεκμηριώνονται δεν υπάρχει πλέον.

Ορισμένες συναγωγές κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, ενώ άλλες αλλοιώθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σταδιακά η παρουσία τους στη συλλογική μνήμη.

Η έρευνα του Μεσσίνα ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και συνδυάζει επιτόπιες επισκέψεις με ιστορική τεκμηρίωση από αρχεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Η έκδοση περιλαμβάνει 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια και διαγράμματα, προσφέροντας τη δυνατότητα στους αναγνώστες να γνωρίσουν μνημεία που συνδέονται με την παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο.

Το σπάνιο αρχείο του Σεμτώβ Σαμουήλ

Ιδιαίτερη σημασία για την ολοκλήρωση του βιβλίου είχε η αξιοποίηση του αρχείου του αρχιτέκτονα Σεμτώβ Σαμουήλ (1939–2009).

Το αρχείο παραδόθηκε στον Δρ Μεσσίνα από συγγενείς του Σαμουήλ και περιλαμβάνει πολύτιμο υλικό από έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1960–1961.

Εκείνη την περίοδο, ο νεαρός τότε φοιτητής αρχιτεκτονικής, με προτροπή του καθηγητή Νίκου Μουτσόπουλου, επισκέφθηκε συναγωγές σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.

Κατέγραψε φωτογραφικά και αρχιτεκτονικά κτίρια που βρίσκονταν σε λειτουργία, αλλά και συναγωγές που είχαν ήδη υποστεί σοβαρές φθορές.

Για ορισμένα από τα συγκεκριμένα μνημεία, τα οποία κατεδαφίστηκαν τα επόμενα χρόνια, το αρχείο Σαμουήλ αποτελεί σήμερα μοναδικό τεκμήριο της ύπαρξης και της αρχιτεκτονικής τους μορφής.

Το υλικό ψηφιοποιείται σταδιακά, ενώ προβλέπεται η δημιουργία τρισδιάστατων αναπαραστάσεων και ψηφιακών μοντέλων εικονικής πραγματικότητας.

Με τον τρόπο αυτό, η ιστορική έρευνα συνδυάζεται με τις σύγχρονες τεχνολογίες ψηφιακής αποκατάστασης, δημιουργώντας νέες δυνατότητες παρουσίασης της χαμένης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

Η σύνδεση με το Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο του υπουργείου Πολιτισμού

Το έργο αποκτά και θεσμική σημασία, καθώς συνδέεται με την ενσωμάτωση των εβραϊκών μνημείων της Ελλάδας στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα «Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο» του υπουργείου Πολιτισμού.

Ο Δρ Μεσσίνας συνεργάστηκε με τις αρμόδιες υπηρεσίες για τον εμπλουτισμό του συστήματος με στοιχεία σχετικά με την εβραϊκή πολιτιστική κληρονομιά.

Την έκδοση χαιρετίζουν η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και ο πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος, Δαυίδ Σαλτιέλ.

Τον πρόλογο υπογράφει ο ακαδημαϊκός, καθηγητής και αρχιτέκτονας Μανόλης Κορρές.

Η συμμετοχή των συγκεκριμένων προσωπικοτήτων αναδεικνύει τη σημασία της συστηματικής καταγραφής των ιστορικών μνημείων και της προστασίας τους από τη λήθη.

Οι παρουσιάσεις και οι ομιλητές

Στα Ιωάννινα, τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στις ιστορικές συναγωγές Γιασάν και Χαντάς.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο δικηγόρος και ερευνητής Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής, η επίκουρη καθηγήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ράνια Σταθοπούλου και ο οικονομολόγος Νίκος Καράμπελας. Χαιρετισμούς θα απευθύνουν ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Ιωαννίνων Μάρκος Μπατίνος και η πρόεδρος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών Κατερίνη Λιάμπη. Τον συντονισμό θα έχει η φιλόλογος Ανδρονίκη Ζούκη.

Στη Θεσσαλονίκη, την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου, το ενδιαφέρον θα στραφεί στη συναγωγή Μοναστηριωτών και στις εβραϊκές συναγωγές της πόλης πριν και μετά το Ολοκαύτωμα.

Στην παρουσίαση θα συμμετάσχουν η επιστημονική υπεύθυνη του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης, Δρ Ξένια Ελευθερίου, και ο Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής. Χαιρετισμό θα απευθύνει ο Δαυίδ Σαλτιέλ, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο αρχιτέκτονας Στέλιος Χριστάνης. Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων Θεσσαλονίκης.

Στην Ξάνθη, την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι καθηγητές του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Γιώργος Τσιγάρας και Δημήτρης Πολυχρονόπουλος, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο Νίκος Κοσμίδης.

Τελευταίος σταθμός θα είναι η Κομοτηνή, την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, όπου η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στην ιστορία της συναγωγής Μπεθ Ελ πριν από το Ολοκαύτωμα. Θα μιλήσουν ο Βασίλης Ριτζαλέος από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ο αρχιτέκτονας Γιώργος Ευφραιμίδης, με συντονίστρια την αρχιτέκτονα Αγγελική Κουγιουμτζόγλου.

Η αρχιτεκτονική ως μαρτυρία της ιστορίας

Η σημασία του βιβλίου δεν περιορίζεται στην αποτύπωση των κτιρίων.

Οι συναγωγές αποτελούσαν για αιώνες χώρους θρησκευτικής ζωής, κοινωνικής συνάντησης και διατήρησης της ταυτότητας των εβραϊκών κοινοτήτων.

Σε πολλές ελληνικές πόλεις, η καταστροφή των εβραϊκών πληθυσμών κατά το Ολοκαύτωμα συνοδεύτηκε από τη σταδιακή εξαφάνιση των χώρων που συνδέονταν με την καθημερινή τους ζωή.

Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση άλλαξε ακόμη περισσότερο τον αστικό ιστό, με αποτέλεσμα ορισμένα από αυτά τα κτίρια να έχουν χαθεί ολοκληρωτικά.

Η αρχιτεκτονική τεκμηρίωση προσφέρει τη δυνατότητα να ανασυσταθεί η μορφή τους και να διατηρηθεί η ιστορία τους για τις επόμενες γενιές.

Η συγκεκριμένη έκδοση φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για ιστορικούς, αρχιτέκτονες, ερευνητές και όσους ενδιαφέρονται για την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας.

Η αγγλική μετάφραση του βιβλίου αναμένεται στις αρχές του 2027, διευρύνοντας την πρόσβαση στο ερευνητικό υλικό και για το διεθνές κοινό.

Ένας ερευνητής αφιερωμένος στη διάσωση των συναγωγών

Ο Ηλίας Μεσσίνας γεννήθηκε το 1964 και είναι αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και σύμβουλος αειφορίας.

Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο Yale και στην Ακαδημία Bezalel, ενώ πραγματοποίησε διδακτορικές και μεταδιδακτορικές σπουδές σε θέματα χωροταξίας, αρχιτεκτονικής και περιβαλλοντικού σχεδιασμού.

Από το 1993 ασχολείται συστηματικά με την έρευνα και τεκμηρίωση των συναγωγών στην Ελλάδα.

Μεταξύ 1995 και 2023 συμμετείχε, μαζί με συνεργάτες του, σε μελέτες και έργα αποκατάστασης συναγωγών σε διάφορες ελληνικές πόλεις.

Έχει συγγράψει 16 βιβλία και δεκάδες άρθρα σχετικά με την πολιτιστική κληρονομιά, την αρχιτεκτονική και την αειφόρο ανάπτυξη.

Για τη συμβολή του στη διάσωση της εβραϊκής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς έχουν αναφερθεί θετικά επιστήμονες και ερευνητές, όπως ο Samuel D. Gruber, ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος και ο καθηγητής Γιώργος Τσιγάρας.

Μια παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές

Το βιβλίο «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής» αναδεικνύει μια συχνά παραγνωρισμένη διάσταση της ελληνικής ιστορίας.

Η παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής και πολιτιστικής διαδρομής πολλών ελληνικών πόλεων.

Η διατήρηση των μνημείων τους, ακόμη και μέσα από φωτογραφίες και αρχιτεκτονικά σχέδια όταν τα ίδια τα κτίρια έχουν χαθεί, συνδέεται άμεσα με την προστασία της ιστορικής μνήμης.

Οι τέσσερις παρουσιάσεις στη Βόρεια Ελλάδα αποτελούν μια ευκαιρία να γνωρίσει το κοινό όχι μόνο την αρχιτεκτονική των ελληνικών συναγωγών, αλλά και τις ιστορίες των ανθρώπων και των κοινοτήτων που συνδέθηκαν με αυτές.

Όλες οι εκδηλώσεις έχουν ελεύθερη είσοδο, με την επισήμανση ότι για την ξενάγηση στη συναγωγή Μοναστηριωτών της Θεσσαλονίκης απαιτείται προεγγραφή.

ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΑΓΓΕΙΛΕΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Σάλος για έκθεση σχετικά με τη ναζιστική Κατοχή ανήμερα της Απελευθέρωσης της Αθήνας – Σφοδρή κριτική για τον τίτλο και τους συμβολισμούς

Η έκθεση «Διαιρεμένο παρελθόν» εγκαινιάζεται στις 12 Οκτωβρίου, ημέρα της 82ης επετείου από την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Έντονα ερωτήματα για τη διαχείριση της ιστορικής μνήμης και τον τρόπο παρουσίασης της ναζιστικής Κατοχής προκαλεί η επιλογή της 12ης Οκτωβρίου 2026, επετείου της Απελευθέρωσης της Αθήνας, για τα εγκαίνια έκθεσης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών. Η έκθεση, με τίτλο «Διαιρεμένο παρελθόν. Ελληνογερμανικές σχέσεις σε σκοτεινούς καιρούς», βρίσκεται στο επίκεντρο σφοδρής κριτικής από την εφημερίδα «δημοκρατία», η οποία θέτει ζήτημα ιστορικού αναθεωρητισμού και υποβάθμισης των εγκλημάτων της γερμανικής κατοχής.

Η 12η Οκτωβρίου και η ιστορική μνήμη

Στις 12 Οκτωβρίου 1944, τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής αποχώρησαν από την Αθήνα, βάζοντας τέλος σε μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

Ο λιμός, οι εκτελέσεις, τα ολοκαυτώματα ελληνικών κοινοτήτων, η εξόντωση των Ελλήνων Εβραίων και η οικονομική λεηλασία της χώρας αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της ιστορικής αποτίμησης της ναζιστικής κατοχής.

Ακριβώς 82 χρόνια αργότερα, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών επέλεξαν την ίδια ημερομηνία για τα εγκαίνια της κοινής τους έκθεσης.

Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του Μουσείου, η επιλογή της ημερομηνίας είναι συνειδητή και συνδέεται με την Απελευθέρωση της Αθήνας, καθώς και με το διεθνές συνέδριο για την αρχαιολογία κατά την περίοδο 1941–1944.

Οι καταγγελίες για ιστορικό αναθεωρητισμό

Με ιδιαίτερα επικριτικό δημοσίευμα στις 12 Οκτωβρίου, η εφημερίδα «δημοκρατία» καταγγέλλει ότι η έκθεση δημιουργεί σοβαρό ζήτημα ως προς τον τρόπο παρουσίασης της ιστορικής πραγματικότητας.

Στο επίκεντρο βρίσκεται ο τίτλος «Διαιρεμένο παρελθόν», τον οποίο η εφημερίδα θεωρεί προβληματικό, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να δημιουργήσει εντύπωση συμμετρίας ανάμεσα στη ναζιστική Γερμανία και την κατεχόμενη Ελλάδα.

Κατά το δημοσίευμα, η χρήση του όρου «διαίρεση» υποβαθμίζει την ιστορική πραγματικότητα μιας στρατιωτικής εισβολής και κατοχής, κατά την οποία η Ελλάδα υπέστη μαζικές εκτελέσεις, καταστροφές και συστηματική λεηλασία.

Η εφημερίδα ασκεί επίσης κριτική στην αξιοποίηση υλικού ναζιστικής προπαγάνδας για την προβολή του σχετικού συνεδρίου, υποστηρίζοντας ότι δημιουργούνται προβληματικοί συμβολισμοί.

Πρόκειται για καταγγελίες και αξιολογικές κρίσεις της εφημερίδας. Από τον τίτλο της έκθεσης και μόνο δεν τεκμηριώνεται ότι οι διοργανωτές επιδιώκουν την εξίσωση θυτών και θυμάτων.

Τι αναφέρει επισήμως το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

Η ανακοίνωση που δημοσιοποίησε το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στις 6 Οκτωβρίου δίνει διαφορετική εικόνα για τους στόχους της πρωτοβουλίας.

Σύμφωνα με το Μουσείο, η έκθεση παρουσιάζει τα προκαταρκτικά αποτελέσματα ερευνητικού προγράμματος που πραγματοποιήθηκε την περίοδο 2024–2026 και αφορά την κατάσχεση του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών μετά την Απελευθέρωση.

Παράλληλα, εξετάζει τις σχέσεις των δύο ιδρυμάτων από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, με ιδιαίτερη έμφαση στα γεγονότα πριν και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η έκθεση περιλαμβάνει αρχειακό και φωτογραφικό υλικό, επιλεγμένες αρχαιότητες και ιστορικά τεκμήρια.

Ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνει η απόκρυψη των αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου το 1940–1941, μια από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις προστασίας της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς από τους κινδύνους του πολέμου και της επικείμενης κατοχής.

Στο εκθεσιακό υλικό περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τη λειτουργία του Μουσείου κατά την Κατοχή και για τις αρχαιότητες που κατασχέθηκαν από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.

Η κατάσχεση του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου το 1944

Ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα ζητήματα της δημόσιας συζήτησης είναι η ανάδειξη της κατάσχεσης του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου αμέσως μετά την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων από την Αθήνα.

Η «δημοκρατία» διερωτάται γιατί η συγκεκριμένη ενέργεια αναδεικνύεται σε καθοριστικό σημείο της ιστορικής αφήγησης, τη στιγμή που η Ελλάδα είχε μόλις απελευθερωθεί από τον γερμανικό στρατό.

Το ερώτημα συνδέεται με τον ρόλο που διαδραμάτισαν γερμανικοί επιστημονικοί και αρχαιολογικοί φορείς κατά την περίοδο της ναζιστικής κατοχής.

Η επιστημονική διερεύνηση αυτού του ρόλου έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μπορεί να φωτίσει τη σχέση αρχαιολογικής έρευνας, κρατικής πολιτικής και μηχανισμών κατοχικής εξουσίας.

Ωστόσο, η ιστορική αποτίμηση της κατάσχεσης του Ινστιτούτου απαιτεί εξέταση των πραγματικών συνθηκών, του νομικού καθεστώτος και των δραστηριοτήτων του κατά την Κατοχή.

Δεν προκύπτει από την επίσημη ανακοίνωση ότι η έκθεση ζητά από την ελληνική πλευρά να απολογηθεί για την κατάσχεση. Η αναφορά στο γεγονός αποτελεί, σύμφωνα με τους διοργανωτές, μέρος της ιστορικής έρευνας.

Το συνέδριο για την αρχαιολογία στην Κατοχή

Η έκθεση συνδέεται με το διεθνές συνέδριο «Archaeology and Occupation. Greece 1941–1944», που έχει προγραμματιστεί για τις 15–17 Οκτωβρίου στην Αθήνα.

Στη διοργάνωση συμμετέχουν το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών, η Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών και το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, υπό την αιγίδα του ελληνικού υπουργείου Πολιτισμού.

Οι εργασίες θα πραγματοποιηθούν σε τρεις διαφορετικούς χώρους: την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή, το Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ και το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.

Το συνέδριο προσφέρει την ευκαιρία επιστημονικής εξέτασης μιας ιστορικής περιόδου κατά την οποία η πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας βρέθηκε αντιμέτωπη με την κατοχική εξουσία, τις λεηλασίες και την εργαλειοποίηση της αρχαιολογικής έρευνας.

Οι γερμανικές οφειλές στο φόντο της αντιπαράθεσης

Η κριτική αποκτά ευρύτερη πολιτική διάσταση εξαιτίας του ζητήματος των γερμανικών οφειλών.

Η Ελλάδα διατηρεί τις διεκδικήσεις της για πολεμικές επανορθώσεις, το κατοχικό δάνειο και την αποκατάσταση των συνεπειών της ναζιστικής κατοχής. Η γερμανική κυβέρνηση, αντιθέτως, υποστηρίζει ότι το ζήτημα των επανορθώσεων έχει νομικά διευθετηθεί.

Αυτή η διαφωνία εξακολουθεί να επηρεάζει τη δημόσια συζήτηση για την ιστορική ευθύνη της Γερμανίας.

Υπό αυτό το πρίσμα, οποιαδήποτε πρωτοβουλία σχετική με την Κατοχή αποκτά ιδιαίτερο συμβολικό βάρος, ειδικά όταν πραγματοποιείται με τη συνεργασία γερμανικών κρατικών επιστημονικών φορέων.

Η ιστορική έρευνα, όμως, δεν μπορεί να υποκαταστήσει ούτε να επιλύσει από μόνη της το ζήτημα των διακρατικών οφειλών.

Τα ερωτήματα προς το υπουργείο Πολιτισμού

Η αντιπαράθεση αναδεικνύει συγκεκριμένα ερωτήματα που μπορούν να απευθυνθούν στους διοργανωτές και στο υπουργείο Πολιτισμού.

Ποια ιστορική ερμηνεία επιχειρεί να αναδείξει ο τίτλος «Διαιρεμένο παρελθόν»; Πώς παρουσιάζεται η ευθύνη της ναζιστικής Γερμανίας για την Κατοχή; Ποια τεκμήρια αξιοποιούνται για τον ρόλο του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου την περίοδο 1941–1944; Και με ποιο σκεπτικό επιλέχθηκαν τα συγκεκριμένα ιστορικά τεκμήρια για την οπτική προβολή του συνεδρίου;

Οι απαντήσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία για την αξιολόγηση του περιεχομένου της έκθεσης, πέρα από τον τίτλο και τη συμβολική ημερομηνία των εγκαινίων.

Η ιστορική μνήμη απαιτεί τεκμηρίωση

Η 12η Οκτωβρίου αποτελεί ημερομηνία ιδιαίτερης σημασίας για την Αθήνα και ολόκληρη την Ελλάδα.

Η ιστορική πραγματικότητα της ναζιστικής κατοχής δεν επιδέχεται συμψηφισμούς ως προς την ευθύνη του κατακτητή για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν εις βάρος του ελληνικού πληθυσμού.

Παράλληλα, η επιστημονική διερεύνηση των ελληνογερμανικών σχέσεων κατά την περίοδο 1941–1944 μπορεί να συμβάλει στην πληρέστερη κατανόηση της ιστορίας, εφόσον βασίζεται σε τεκμήρια και αντιμετωπίζει με σαφήνεια τις ευθύνες των εμπλεκομένων.

Η ουσιαστική αξιολόγηση της έκθεσης θα εξαρτηθεί από το πραγματικό περιεχόμενό της και όχι αποκλειστικά από τη διατύπωση του τίτλου της.

Το γεγονός, πάντως, ότι τα εγκαίνια συμπίπτουν με την επέτειο της Απελευθέρωσης καθιστά τη δημόσια συζήτηση για την ιστορική μνήμη και την ευθύνη των θεσμών ιδιαίτερα επίκαιρη.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO9 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO39 λεπτά πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

Δημοφιλή