Αναλύσεις
Σάββας Καλεντερίδης στο Best TV: Προτάσεις για τη λύση του μεταναστευτικού
GEOPOLITICO
Νέα πρόκληση από Τομ Μπάρακ! Ύμνοι στον Μωάμεθ τον Πορθητή και τον Μουσταφά Κεμάλ – Οι «Έλληνες άποικοι» και η εξιδανίκευση της τουρκικής ιστορίας
Ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα παρουσιάζει την Κωνσταντινούπολη ως διαχρονικό σύμβολο ειρήνης και διπλωματίας, αποθεώνοντας την οθωμανική αυτοκρατορική κληρονομιά και το κράτος που ίδρυσε ο Μουσταφά Κεμάλ. Πίσω από την ιστορική αναδρομή διακρίνεται η στρατηγική σημασία που αποδίδει η Ουάσιγκτον στην Τουρκία.
Αίσθηση προκαλεί η δημόσια τοποθέτηση του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, ο οποίος, με αφορμή τη συνάντησή του με τον υπουργό Εξωτερικών του Ιράκ, Φουάντ Χουσεΐν, στην Κωνσταντινούπολη, επιδόθηκε σε μια εξιδανικευμένη ιστορική αναδρομή για τον ρόλο της σημερινής Τουρκίας. Από τους «Έλληνες αποίκους» και τον Μέγα Κωνσταντίνο μέχρι τον Μωάμεθ τον Πορθητή και τον Μουσταφά Κεμάλ, ο Αμερικανός διπλωμάτης επιχείρησε να συνδέσει διαφορετικές ιστορικές περιόδους με τη σύγχρονη γεωπολιτική θέση της Άγκυρας, παρακάμπτοντας τις κατακτήσεις, τις διώξεις και τις τραγωδίες που σημάδεψαν την ιστορία του ελληνισμού.
Η συνάντηση στον Κεράτιο Κόλπο
Αφορμή για την παρέμβαση του Τομ Μπάρακ αποτέλεσε η συνάντησή του με τον Ιρακινό υπουργό Εξωτερικών Φουάντ Χουσεΐν, στις 10 Οκτωβρίου 2026, στον Κεράτιο Κόλπο της Κωνσταντινούπολης.
Ο Αμερικανός πρέσβης επέλεξε να παρουσιάσει τη συνάντηση όχι μόνο ως μια διπλωματική επαφή μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράκ, αλλά ως συνέχεια μιας ιστορικής παράδοσης που, κατά την άποψή του, καθιστά την Κωνσταντινούπολη σημείο συνάντησης της Ανατολής με τη Δύση.
Στην ανάρτησή του στο Χ ανέφερε ότι οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν στη συνεργασία Ιράκ, Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας, καθώς και στις κοινές περιφερειακές προκλήσεις.
Χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντική τη συνεργασία των τριών χωρών, επισημαίνοντας ότι οι δυσκολίες της περιοχής δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από κανένα κράτος μεμονωμένα.
Μέχρι εκεί, η παρέμβασή του κινούνταν στα αναμενόμενα όρια μιας διπλωματικής ανακοίνωσης.
Η συνέχεια, ωστόσο, απέκτησε έντονο ιστορικό και πολιτικό περιεχόμενο.
Privileged to welcome Iraqi Foreign Minister Fuad Hussein to the shore of the Golden Horn at Tersane. We spoke of the close and enduring alliance between Iraq, the United States, and Türkiye, and of the regional hurdles that confront us all—challenges no nation can clear alone. It was an honor to listen to, and take part in, the wisdom and elegance of one of the most respected diplomats in the region. Baghdad’s envoys have been sailing into this harbor since the days of the caliphs; it felt right to continue that conversation here.
This is the oldest harbor in continuous diplomatic use on earth. Greek colonists sheltered here around 660 BC, Constantine made it the port of his new Rome, and Fatih Sultan Mehmet made it the gateway to a world empire—launching his fleets from the very shipyard where we stood. For sixteen centuries every envoy to Byzantium and then to the Sublime Porte landed beneath these domes—the embassies on one bank, the sultan on the other, and the water between them the negotiating table. To stand here is to stand where East met West and chose, longer than almost anywhere else, to talk rather than fight. Atatürk’s Republic carried that inheritance forward, and Türkiye today remains what this harbor has always been—the place where the world still comes to find each other.
— Ambassador Tom Barrack (@USAMBTurkiye) October 10, 2026
Οι «Έλληνες άποικοι» και η Νέα Ρώμη
Ο Μπάρακ επιχείρησε να παρουσιάσει τον Κεράτιο Κόλπο ως ένα από τα αρχαιότερα διπλωματικά κέντρα του κόσμου.
Αναφερόμενος στην ιστορική διαδρομή της περιοχής, σημείωσε ότι Έλληνες άποικοι εγκαταστάθηκαν εκεί περίπου το 660 π.Χ., ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος την κατέστησε λιμάνι της Νέας Ρώμης και ότι ο Μωάμεθ Β΄ αξιοποίησε τον ίδιο χώρο ως πύλη για την ανάπτυξη της οθωμανικής αυτοκρατορικής ισχύος.
Η αναφορά στους Έλληνες αποίκους είναι ιστορικά θεμελιωμένη, καθώς το αρχαίο Βυζάντιο ιδρύθηκε από Έλληνες αποίκους, σύμφωνα με την παράδοση από τα Μέγαρα.
Ωστόσο, η ιστορία της Κωνσταντινούπολης δεν εξαντλείται σε μια σύντομη αναφορά στην αρχαία ελληνική εγκατάσταση.
Για περισσότερο από μία χιλιετία, η πόλη υπήρξε το πολιτικό, πολιτιστικό και θρησκευτικό κέντρο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με καθοριστική παρουσία της ελληνικής γλώσσας και παράδοσης.
Η Νέα Ρώμη του Μεγάλου Κωνσταντίνου εξελίχθηκε στην Κωνσταντινούπολη των αυτοκρατόρων, των Πατριαρχών, της Αγίας Σοφίας και μιας πολιτιστικής κληρονομιάς που επηρέασε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο.
Αυτή η ιστορική πραγματικότητα δεν εξαφανίζεται επειδή η πόλη κατακτήθηκε το 1453.
Ο Μωάμεθ ο Πορθητής και η αποσιώπηση της Άλωσης
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η αναφορά του Αμερικανού διπλωμάτη στον Μωάμεθ Β΄, τον οποίο παρουσιάζει ως ηγέτη που μετέτρεψε τον Κεράτιο Κόλπο σε πύλη μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας.
Η συγκεκριμένη διατύπωση αναδεικνύει την αυτοκρατορική ισχύ των Οθωμανών, αποφεύγοντας όμως να αναφερθεί στις συνθήκες υπό τις οποίες η Κωνσταντινούπολη πέρασε στην κυριαρχία τους.
Στις 29 Μαΐου 1453, η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε από τις οθωμανικές δυνάμεις έπειτα από πολιορκία.
Η πτώση της συνοδεύτηκε από θανάτους, αιχμαλωσίες, λεηλασίες και την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Η Άλωση αποτελεί καθοριστικό γεγονός για την ελληνική και ευρωπαϊκή ιστορία, αλλά και σημείο καμπής για την ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Επομένως, η περιγραφή του Μωάμεθ αποκλειστικά μέσα από τη δημιουργία αυτοκρατορικής ισχύος παρουσιάζει μόνο μία πλευρά της ιστορικής πραγματικότητας.
Το ζήτημα δεν είναι η αμφισβήτηση της σημασίας του Οθωμανού σουλτάνου στην παγκόσμια ιστορία. Είναι η επιλογή ενός εν ενεργεία Αμερικανού διπλωμάτη να χρησιμοποιήσει μια εξιδανικευμένη αφήγηση, χωρίς αναφορά στο κόστος της οθωμανικής κατάκτησης για τους κατακτημένους πληθυσμούς.
Η Κωνσταντινούπολη ως δήθεν διαχρονικός τόπος ειρήνης
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιγραφή της Κωνσταντινούπολης ως τόπου όπου η Ανατολή και η Δύση προτίμησαν επί αιώνες τη διαπραγμάτευση αντί της σύγκρουσης.
Ο Μπάρακ υποστήριξε ότι η περιοχή αποτέλεσε έναν διαρκή χώρο διπλωματικής συνεννόησης, με τις ξένες πρεσβείες και την οθωμανική εξουσία να βρίσκονται στις αντίθετες όχθες του Κερατίου.
Είναι γεγονός ότι η Κωνσταντινούπολη υπήρξε μεγάλο εμπορικό και διπλωματικό κέντρο.
Όμως η ιστορία της περιλαμβάνει πολιορκίες, πολέμους, κατακτήσεις και βαθιές θρησκευτικές και πολιτικές συγκρούσεις.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν επεκτάθηκε στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω ειρηνικών διαπραγματεύσεων, αλλά πρωτίστως μέσω στρατιωτικών εκστρατειών.
Παράλληλα, η μεταγενέστερη ιστορία της περιοχής συνδέεται με εκτοπισμούς, διώξεις και βίαιες πληθυσμιακές μεταβολές.
Η διπλωματία ασφαλώς αποτελούσε μέρος της οθωμανικής πολιτικής. Δεν μπορεί όμως να παρουσιάζεται ως το μοναδικό ή κυρίαρχο χαρακτηριστικό μιας αυτοκρατορικής ιστορίας που διαμορφώθηκε και μέσα από πολέμους.
Η αναφορά στον Μουσταφά Κεμάλ
Στο τέλος της ιστορικής του αναδρομής, ο Τομ Μπάρακ συνέδεσε την Οθωμανική Αυτοκρατορία με την Τουρκική Δημοκρατία που ίδρυσε ο Μουσταφά Κεμάλ.
Κατά τον Αμερικανό διπλωμάτη, το νέο τουρκικό κράτος συνέχισε την κληρονομιά του Κερατίου Κόλπου ως τόπου συνάντησης διαφορετικών λαών και πολιτισμών.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα επιλεκτική ιστορική αφήγηση.
Η συγκρότηση της σύγχρονης Τουρκίας πραγματοποιήθηκε μέσα στις δραματικές συνθήκες που ακολούθησαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Για τον ελληνισμό, η περίοδος αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη Μικρασιατική Καταστροφή, την καταστροφή της Σμύρνης, τον ξεριζωμό των ελληνικών πληθυσμών και την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών.
Η κεμαλική πολιτική οικοδόμησε επίσης ένα συγκεντρωτικό εθνικό κράτος, στο οποίο η μονοκομματική διακυβέρνηση αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό της πρώτης περιόδου.
Ο χαρακτηρισμός του συγκεκριμένου πολιτικού συστήματος ως πλήρως δημοκρατικού με τα σημερινά κριτήρια δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα.
Αξίζει πάντως να διευκρινιστεί ότι ο Μπάρακ δεν αποκάλεσε προσωπικά τον Κεμάλ «δημοκράτη». Αναφέρθηκε στην Τουρκική Δημοκρατία και στη συνέχιση μιας ιστορικής κληρονομιάς.
Αυτό που προκαλεί συζήτηση είναι η επιλογή του να παρουσιάσει τη μετάβαση από τη βυζαντινή στην οθωμανική και στη σύγχρονη τουρκική περίοδο ως μια σχεδόν αδιάκοπη παράδοση συνεννόησης.
Η Τουρκία στο επίκεντρο της αμερικανικής περιφερειακής στρατηγικής
Η ιστορική αναδρομή του Μπάρακ δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη σημερινή εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Αμερικανός διπλωμάτης δεν περιορίζεται πλέον στα καθήκοντα του πρέσβη στην Άγκυρα. Είναι παράλληλα ειδικός προεδρικός απεσταλμένος για τη Συρία και το Ιράκ, γεγονός που του επιτρέπει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις της Μέσης Ανατολής.
Η επιλογή αυτή αντανακλά τη σημασία που αποδίδει η κυβέρνηση Τραμπ στη συνεργασία με την Τουρκία για τη διαχείριση περιφερειακών κρίσεων.
Η Άγκυρα διαθέτει στρατιωτική παρουσία και ισχυρά συμφέροντα στη βόρεια Συρία, διατηρεί στενές οικονομικές σχέσεις με το Ιράκ και επιδιώκει να εδραιωθεί ως βασικός παράγοντας στις ενεργειακές και μεταφορικές διασυνδέσεις της περιοχής.
Αυτή η γεωπολιτική πραγματικότητα εξηγεί γιατί η Ουάσιγκτον επιδιώκει στενή συνεργασία με την τουρκική ηγεσία.
Δεν εξηγεί, ωστόσο, την ανάγκη υιοθέτησης μιας τόσο εξιδανικευμένης παρουσίασης της οθωμανικής και τουρκικής ιστορίας.
Η τουρκική δημοσιότητα και οι ύμνοι στον Πορθητή
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο υποδέχθηκαν τις δηλώσεις του Μπάρακ τουρκικά μέσα ενημέρωσης.
Η εφημερίδα Türkiye, σε δημοσίευμα της 10ης Οκτωβρίου, επέλεξε να αναδείξει τους ιστορικούς επαίνους του Αμερικανού πρέσβη, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αναφορά του στον Μωάμεθ τον Πορθητή.
Ανάλογη προβολή έδωσε και το Rûdaw, παραθέτοντας την ιστορική περιγραφή του Μπάρακ για τον Κεράτιο Κόλπο και τον σημερινό ρόλο της Τουρκίας.
Η θετική υποδοχή των δηλώσεων στον τουρκικό Τύπο δεν προκαλεί έκπληξη.
Η εικόνα της Τουρκίας ως ιστορικού κέντρου αυτοκρατορικής ισχύος και σύγχρονου διπλωματικού διαμεσολαβητή βρίσκεται κοντά στην αντίληψη που προβάλλει η Άγκυρα για τον διεθνή ρόλο της.
Το γεγονός ότι αυτή η αφήγηση προέρχεται από έναν υψηλόβαθμο Αμερικανό διπλωμάτη της προσδίδει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα
Η Αθήνα οφείλει να παρακολουθεί τις εξελίξεις με όρους στρατηγικής ανάλυσης.
Η Τουρκία είναι σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών στο ΝΑΤΟ, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί αναθεωρητικές διεκδικήσεις εις βάρος ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και αμφισβητεί πλευρές του υφιστάμενου καθεστώτος ασφαλείας στο Αιγαίο.
Η ανάδειξη της Άγκυρας ως κεντρικού παράγοντα στη Μέση Ανατολή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον θα διαχειρίζεται τις σχέσεις της με την Ελλάδα και την Τουρκία.
Από τις δηλώσεις του Μπάρακ δεν προκύπτει αυτομάτως αλλαγή της αμερικανικής στάσης στα ελληνοτουρκικά.
Είναι όμως σαφές ότι η κυβέρνηση Τραμπ προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στον περιφερειακό ρόλο της Τουρκίας, ειδικά στη Συρία και στο Ιράκ.
Η συγκεκριμένη πολιτική πρέπει να αξιολογείται με βάση τις αποφάσεις, τις στρατιωτικές συνεργασίες και τις διπλωματικές πρωτοβουλίες που τη συνοδεύουν.
Η ιστορία δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής εξιδανίκευσης
Η παρέμβαση του Τομ Μπάρακ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα χρησιμοποίησης της ιστορίας για την υποστήριξη σύγχρονων διπλωματικών επιδιώξεων.
Ο Αμερικανός πρέσβης συνέδεσε την αρχαία ελληνική παρουσία, τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, την οθωμανική κατάκτηση και το κράτος του Μουσταφά Κεμάλ σε μία ενιαία αφήγηση ιστορικής συνέχειας.
Όμως η Κωνσταντινούπολη δεν είναι απλώς ένα γεωγραφικό σημείο από το οποίο πέρασαν διαδοχικές αυτοκρατορίες.
Υπήρξε πρωτεύουσα ενός κράτους με βαθιά ελληνική πολιτιστική και γλωσσική ταυτότητα, κέντρο της ορθόδοξης χριστιανοσύνης και σημείο αναφοράς για τον ελληνισμό επί αιώνες.
Η οθωμανική κατάκτηση του 1453 δεν ήταν μια ειρηνική μεταβίβαση εξουσίας. Και η δημιουργία της σύγχρονης Τουρκίας δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τον ξεριζωμό των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας και την τραγωδία του 1922.
Η διπλωματία μπορεί να επιλέγει τους συμβολισμούς της. Η ιστορική έρευνα, όμως, οφείλει να αποτυπώνει και όσα δεν εξυπηρετούν τις σημερινές πολιτικές σκοπιμότητες.
Το ουσιαστικό μήνυμα της παρέμβασης Μπάρακ δεν βρίσκεται μόνο σε όσα είπε για τον Μωάμεθ τον Πορθητή και τον Μουσταφά Κεμάλ, αλλά κυρίως στην εικόνα που επιχειρεί να διαμορφώσει για τη σημερινή Τουρκία: ενός κράτους που η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει ως βασικό συνομιλητή για το μέλλον της Μέσης Ανατολής.
Και αυτή είναι μια γεωπολιτική εξέλιξη που η Ελλάδα δεν μπορεί να αγνοήσει.
GEOPOLITICO
Μελετόπουλος: «Η Ελλάδα βρίσκεται σε υπαρξιακή κρίση – Κλειδί η Ομογένεια»
Ο διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Μελέτης Μελετόπουλος προχωρά σε μια ηχηρή παρέμβαση για το μέλλον της Ελλάδας και του Ελληνισμού.
Μια ιδιαίτερα αιχμηρή παρέμβαση για το παρόν και το μέλλον του Ελληνισμού πραγματοποίησε ο διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Μελέτης Μελετόπουλος, μιλώντας στην εκπομπή του Greek News and Radio FL με θέμα την πορεία της Ελλάδας μετά την Επανάσταση του 1821.
Ο κ. Μελετόπουλος περιέγραψε την κατάσταση της χώρας ως «υπαρξιακή κρίση», υποστηρίζοντας ότι δεν είναι πλέον αυτονόητο πως η Ελλάδα θα εξέλθει από αυτήν ως συγκροτημένο και ακμαίο έθνος κατά τον επόμενο αιώνα.
«Διακόσια χρόνια μετά την Επανάσταση, η πατρίδα μας διέρχεται μια πολύ σοβαρή υπαρξιακή κρίση», ανέφερε χαρακτηριστικά. Ως βασικότερες απειλές κατονόμασε το δημογραφικό πρόβλημα, τη φυγή των νέων στο εξωτερικό, την εγκατάλειψη της υπαίθρου, την υποχώρηση της παραγωγής και την κρίση στην εκπαίδευση.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην οικονομία, επισημαίνοντας το μεγάλο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, καθώς και τη χαμηλή αγοραστική δύναμη των Ελλήνων. Κατά την εκτίμησή του, η χώρα βρίσκεται σε «ελεύθερη πτώση», χωρίς τις ηγετικές φυσιογνωμίες που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη και να προτείνουν ένα συνολικό σχέδιο εξόδου από την κρίση.
Από την εθνική ολοκλήρωση στην υποχώρηση
Κάνοντας μια ιστορική αναδρομή, ο Μελέτης Μελετόπουλος σημείωσε ότι το ελληνικό κράτος, από το 1830 και μετά, πέτυχε να ενσωματώσει σημαντικές ελληνικές περιοχές και πληθυσμούς. Αναφέρθηκε στη Θεσσαλία, στην Κρήτη, στη Μακεδονία, στην Ήπειρο, στη Θράκη και στα νησιά του Αιγαίου, χαρακτηρίζοντας τη συγκεκριμένη πορεία τεράστιο ιστορικό επίτευγμα.
Αντίθετα, για τη μεταπολιτευτική περίοδο υποστήριξε ότι η Ελλάδα έχει υποχωρήσει τόσο στο εσωτερικό όσο και στα εθνικά της μέτωπα. Μίλησε για κατάρρευση της παιδείας, αποδυνάμωση του πολιτισμού, πτώση του επιπέδου της δημόσιας ζωής και απουσία μακρόπνοης εθνικής στρατηγικής.
«Διακόσια χρόνια μετά την Επανάσταση κινδυνεύουμε να χάσουμε ακόμη και όσα κερδίσαμε με αυτήν», ήταν μία από τις πλέον ηχηρές αποστροφές της παρέμβασής του.
Προειδοποίηση για τις τουρκικές αγορές ακινήτων
Ο κ. Μελετόπουλος εξέφρασε επίσης έντονη ανησυχία για αγορές ακινήτων από τουρκικά συμφέροντα σε νησιά του Αιγαίου και σε παραμεθόριες περιοχές. Αναφέρθηκε ειδικά στη Χίο, στη Λέρο, στη Μυτιλήνη, στην Τήνο και στον Έβρο, υποστηρίζοντας ότι ολόκληρες εκτάσεις και περιουσίες περνούν σε ξένα χέρια χωρίς να υπάρχει επαρκής κρατική αντίδραση.
Παράλληλα, άσκησε σκληρή κριτική στην πολιτική κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία. Εκτίμησε ότι η Άγκυρα δεν θα επέλεγε εύκολα μια στρατιωτική επιχείρηση εναντίον της Ελλάδας, ακόμη και αν υπήρχε μικρή πιθανότητα αποτυχίας, και υπογράμμισε ότι η Αθήνα οφείλει να στηρίζεται με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στο διεθνές δίκαιο.
Κατά τον ίδιο, η έλλειψη εθνικής αυτοπεποίθησης και η υποχωρητική στάση δεν περιορίζουν τις τουρκικές διεκδικήσεις, αλλά τις ενθαρρύνουν.
«Η Ομογένεια είναι το κλειδί»
Κεντρική θέση στην παρέμβασή του είχε ο ρόλος των Ελλήνων του εξωτερικού. Ο Μελέτης Μελετόπουλος εξήρε την αγάπη των ομογενών για την πατρίδα, επισημαίνοντας ότι πολλές φορές είναι ισχυρότερη και πιο ανιδιοτελής από εκείνη που συναντά κανείς στο εσωτερικό της χώρας.
Κάλεσε την Ομογένεια να συμμετάσχει ενεργότερα στα ελληνικά πράγματα, είτε μέσω φυσικής παρουσίας και επενδύσεων είτε μέσω της πολιτικής και κοινωνικής της παρέμβασης. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ψήφο των αποδήμων, την οποία χαρακτήρισε κρίσιμο παράγοντα για την ανανέωση της πολιτικής ζωής.
«Πρέπει να ενδιαφερθείτε για την πατρίδα σας και να εμπλακείτε με κάποιον τρόπο», ήταν το μήνυμά του προς τους Έλληνες της Διασποράς.
Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι η Ελληνική Επανάσταση προετοιμάστηκε και κυοφορήθηκε στα μεγάλα κέντρα της Ομογένειας, όπως η Βιέννη, η Τεργέστη, η Οδησσός, η Αγία Πετρούπολη και το Παρίσι.
«Ένας λαός που δεν θέλει να σωθεί, δεν θα σωθεί»
Κλείνοντας, ο Μελέτης Μελετόπουλος τόνισε ότι κανένας ηγέτης δεν μπορεί να σώσει μόνος του τη χώρα. Όπως είπε, χρειάζεται μια συνολική αφύπνιση της ελληνικής κοινωνίας, η ανασυγκρότηση του εκπαιδευτικού συστήματος, η επανασύνδεση με τις ιστορικές ρίζες και η ανάκτηση της εθνικής αυτοπεποίθησης.
Η αλλαγή, προειδοποίησε, προϋποθέτει προσπάθεια, θυσίες και εγκατάλειψη χρόνιων ιδεοληψιών και βολεμάτων.
«Αν η ελληνική κοινωνία αντισταθεί σε ένα σχέδιο σωτηρίας της, τότε το τέλος της είναι προδιαγεγραμμένο», κατέληξε, συνοψίζοντας την παρέμβασή του με τη φράση: «Ένας λαός που δεν θέλει να σωθεί, δεν θα σωθεί».
GEOPOLITICO
Ο Αόρατος Πόλεμος της Πληροφορίας! Γιατί η Ελλάδα δεν κατάφερε ποτέ να αποκτήσει πραγματικά ισχυρές μυστικές υπηρεσίες πληροφοριών
Στους σύγχρονους πολέμους, η πρώτη μάχη δίνεται συχνά πολύ πριν ακουστεί ο πρώτος πυροβολισμός. Δίνεται στις μυστικές υπηρεσίες, στα δίκτυα κατασκοπείας και στα κέντρα στρατηγικής ανάλυσης. Γιατί, όμως, η Ελλάδα δεν επένδυσε διαχρονικά σε αυτό το κρίσιμο πεδίο ισχύος; Ο Θεόδωρος Ατματζίδης αναλύει τις ιστορικές εξαρτήσεις, την πολιτικοποίηση και τις θεσμικές αδυναμίες που, κατά την εκτίμησή του, περιόρισαν την ανάπτυξη των ελληνικών υπηρεσιών πληροφοριών.
Γιατί η Ελλάδα, παρά τη γεωστρατηγική της θέση και τις διαρκείς απειλές που αντιμετωπίζει, δεν κατάφερε να οικοδομήσει έναν ισχυρό και αυτόνομο μηχανισμό υπηρεσιών πληροφοριών; Από την ίδρυση της ΚΥΠ και την επιρροή ξένων υπηρεσιών μέχρι την τραγωδία της Κύπρου, την κρίση των Ιμίων και τους πολέμους των Βαλκανίων, ο Θεόδωρος Ατματζίδης αναζητά τις ιστορικές και θεσμικές ρίζες ενός διαχρονικού προβλήματος της ελληνικής εθνικής ασφάλειας. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί η Ελλάδα να αποκτήσει στρατηγική αυτονομία στον αθέατο πόλεμο των πληροφοριών;
Εισαγωγή – Όταν οι πόλεμοι κερδίζονται πριν αρχίσουν.
Οι σύγχρονοι πόλεμοι δεν ξεκινούν πλέον με την πρώτη στρατιωτική επίθεση. Στην πραγματικότητα, οι κρίσιμες μάχες συχνά δίνονται πολύ νωρίτερα — στο πεδίο της πληροφορίας, της ανάλυσης και των μυστικών επιχειρήσεων. Οι υπηρεσίες πληροφοριών αποτελούν σήμερα έναν από τους σημαντικότερους μηχανισμούς άσκησης κρατικής ισχύος, καθώς επιτρέπουν στα κράτη να προβλέπουν κρίσεις, να αποτρέπουν απειλές και να επηρεάζουν διεθνείς εξελίξεις πριν αυτές εκδηλωθούν δημόσια¹.
Οι πρόσφατες εντάσεις στη Μέση Ανατολή μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και του Ιράν δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι συγκρούσεις αυτές διεξάγονται σε μεγάλο βαθμό μέσα από επιχειρήσεις πληροφοριών, κυβερνοεπιθέσεις και μυστικές επιχειρήσεις δολιοφθοράς². Στις περιπτώσεις αυτές, οι μυστικές υπηρεσίες λειτουργούν ως βασικοί παράγοντες τόσο για την πλευρά που επιτίθεται, όσο και για την πλευρά που αμύνεται.
Σε αυτό το διεθνές περιβάλλον, η ύπαρξη αποτελεσματικών υπηρεσιών πληροφοριών αποτελεί βασικό στοιχείο της εθνικής ασφάλειας. Κράτη όπως το Ισραήλ, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν επενδύσει επί δεκαετίες στη δημιουργία ισχυρών οργανισμών πληροφοριών που επηρεάζουν, όχι μόνο στην ασφάλεια αλλά και στην εξωτερική πολιτική και στη στρατηγική τους σκέψη³.
Η Ελλάδα, ωστόσο, παρά τη γεωπολιτική της θέση σε μια περιοχή υψηλής αστάθειας, δεν ανέπτυξε ποτέ υπηρεσίες πληροφοριών με αντίστοιχη επιχειρησιακή ισχύ και στρατηγική επιρροή.
Το ερώτημα λοιπόν είναι σαφές:
γιατί ένα κράτος που βρίσκεται σε μια από τις πιο ευαίσθητες γεωπολιτικές περιοχές του κόσμου δεν ανέπτυξε ποτέ πραγματικά ισχυρές μυστικές υπηρεσίες;
Η απάντηση βρίσκεται σε έναν συνδυασμό ιστορικών, πολιτισμικών και θεσμικών παραγόντων που διαμόρφωσαν την εξέλιξη του ελληνικού κράτους.
Η ιστορική γέννηση ενός κράτους υπό εξωτερική επιρροή.
Το ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον ισχυρών γεωπολιτικών ανταγωνισμών. Η ανεξαρτησία της Ελλάδας τον 19ο αιώνα συνδέθηκε στενά με την παρέμβαση μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων.
Παρά το γεγονός ότι η Ελληνική Επανάσταση οργανώθηκε αρχικά μέσω μιας μυστικής επαναστατικής οργάνωσης, της Φιλικής Εταιρείας, η εμπειρία αυτή δεν μετατράπηκε ποτέ σε μόνιμη θεσμική παράδοση κρατικής μυστικής δράσης⁴.
Η Φιλική Εταιρεία λειτούργησε ως επαναστατικό δίκτυο και όχι ως οργανισμός κρατικής διοίκησης. Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, οι θεσμοί ασφάλειας αναπτύχθηκαν αποσπασματικά και συχνά υπό την επιρροή ξένων συμβούλων.
Αυτή η πραγματικότητα δημιούργησε μια πολιτική κουλτούρα, στην οποία η εθνική ασφάλεια θεωρούνταν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από ισχυρότερους συμμάχους.
Ο Εμφύλιος Πόλεμος και η μετατόπιση προς την εσωτερική ασφάλεια
Καθοριστικό γεγονός για τη διαμόρφωση των ελληνικών υπηρεσιών πληροφοριών υπήρξε ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος.
Ο εμφύλιος δημιούργησε βαθιά κοινωνική πόλωση και επηρέασε σημαντικά τη λειτουργία των θεσμών ασφαλείας⁵.
Οι υπηρεσίες πληροφοριών που δημιουργήθηκαν μετά τον πόλεμο επικεντρώθηκαν κυρίως στην παρακολούθηση εσωτερικών απειλών και όχι στην ανάπτυξη στρατηγικής ανάλυσης διεθνών εξελίξεων.
Το 1953 ιδρύθηκε η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών, πρόδρομος της σημερινής Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών.
Η δημιουργία της πραγματοποιήθηκε σε στενή συνεργασία με τη Central Intelligence Agency και τη βρετανική Secret Intelligence Service, στο πλαίσιο της δυτικής στρατηγικής του Ψυχρού Πολέμου⁶.
Παρότι αυτή η συνεργασία παρείχε τεχνογνωσία και επιχειρησιακή υποστήριξη, ενίσχυσε ταυτόχρονα μια δομική εξάρτηση από ξένες υπηρεσίες πληροφοριών.
Η κρίση της Κύπρου το 1974
Η κρίση που κορυφώθηκε με την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο αποκάλυψε σημαντικά προβλήματα στον ελληνικό μηχανισμό πληροφοριών.
Πολλές μελέτες στρατηγικής ανάλυσης έχουν επισημάνει ότι η ελληνική πλευρά δεν διέθετε επαρκείς μηχανισμούς έγκαιρης προειδοποίησης και στρατηγικής αξιολόγησης των εξελίξεων⁷.
Η κρίση ανέδειξε την ανάγκη για ισχυρότερο συντονισμό μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών θεσμών πληροφοριών.
Η κρίση των Ιμίων και τα όρια της στρατηγικής ανάλυσης.
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η Κρίση των Ιμίων.
Η κρίση αυτή ανέδειξε τη δυσκολία συντονισμού μεταξύ στρατιωτικών, διπλωματικών και πληροφοριακών μηχανισμών του κράτους. Πολλές αναλύσεις υποστηρίζουν ότι η έλλειψη ολοκληρωμένης στρατηγικής αξιολόγησης των εξελίξεων στο Αιγαίο συνέβαλε στην κλιμάκωση της κρίσης⁸.
Η κουλτούρα της πολιτικοποίησης
Ένα από τα πιο συχνά προβλήματα των ελληνικών υπηρεσιών πληροφοριών ήταν η πολιτικοποίηση της διοίκησής τους.
Η διεθνής βιβλιογραφία επισημαίνει ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών λειτουργούν αποτελεσματικά μόνο όταν διαθέτουν θεσμική συνέχεια και επαγγελματική αυτονομία.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, η διοίκηση των υπηρεσιών συχνά επηρεαζόταν και επηρεάζεται, από τις κυβερνητικές αλλαγές, τους πολιτικούς προϊσταμένους και κυρίως από το κόμμα που κυβερνά. Αυτό είχε και έχει ως αποτέλεσμα:
- περιορισμένη θεσμική μνήμη
- διακοπή επιχειρησιακών σχεδίων
- δυσκολία ανάπτυξης μακροχρόνιων στρατηγικών
Η πολιτισμική διάσταση της μυστικότητας
Ένας λιγότερο προφανής αλλά σημαντικός παράγοντας αφορά στην πολιτισμική διάσταση της μυστικότητας.
Η ελληνική κοινωνία χαρακτηρίζεται από έντονη προφορικότητα, ισχυρά προσωπικά δίκτυα και υψηλό επίπεδο δημόσιας συζήτησης.
Σύμφωνα με συγκριτικές μελέτες πολιτικής κουλτούρας, σε κοινωνίες όπου η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς είναι περιορισμένη, η λειτουργία μηχανισμών μυστικότητας γίνεται δυσκολότερη⁹.
Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε διαρροές πληροφοριών ή σε περιορισμένη κοινωνική αποδοχή των υπηρεσιών πληροφοριών.
Η εξάρτηση από συμμαχικές πληροφορίες
Η συμμετοχή της Ελλάδας στη North Atlantic Treaty Organization (NATO) ενίσχυσε τη συνεργασία με δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών.
Ωστόσο, η διεθνής βιβλιογραφία επισημαίνει ότι, η υπερβολική εξάρτηση από συμμαχικές πληροφορίες μπορεί να περιορίσει την ανάπτυξη εθνικών δυνατοτήτων ανάλυσης και συλλογής πληροφοριών¹⁰.
Σε αρκετές περιπτώσεις, μικρότερα κράτη λειτουργούν περισσότερο ως δέκτες πληροφοριών παρά ως παραγωγοί στρατηγικής γνώσης¹¹.
Το συγκριτικό παράδειγμα του Ισραήλ
Η περίπτωση του Ισραήλ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα διαφορετικής στρατηγικής προσέγγισης.
Το κράτος του Ισραήλ, αντιμετωπίζοντας από την ίδρυσή του σοβαρές απειλές ασφαλείας, επένδυσε συστηματικά στη δημιουργία ισχυρών υπηρεσιών πληροφοριών όπως η Mossad, η Aman και η Shin Bet.
Οι υπηρεσίες αυτές λειτουργούν ως βασικοί πυλώνες της εθνικής στρατηγικής και έχουν αναπτύξει ισχυρή κουλτούρα ανάλυσης πληροφοριών και μακροχρόνιου σχεδιασμού¹².
Η στρατηγική κουλτούρα και το βαθύτερο πρόβλημα των ελληνικών υπηρεσιών πληροφοριών
Πέρα από τους θεσμικούς και ιστορικούς παράγοντες, η εξέλιξη των ελληνικών υπηρεσιών πληροφοριών μπορεί να ερμηνευτεί και μέσα από το θεωρητικό πλαίσιο της Strategic Culture¹³.
Η έννοια της στρατηγικής κουλτούρας αναφέρεται στο σύνολο των ιστορικών εμπειριών, θεσμικών πρακτικών και συλλογικών αντιλήψεων που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο ένα κράτος αντιλαμβάνεται την ασφάλεια και χρησιμοποιεί τα μέσα ισχύος ¹4.
Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι στρατηγικές επιλογές ενός κράτους δεν καθορίζονται μόνο από τις υλικές του δυνατότητες αλλά και από τις βαθύτερες πολιτικές και πολιτισμικές παραδόσεις του.
Σε κράτη όπως το Ισραήλ, το Ηνωμένο Βασίλειο ή τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι υπηρεσίες πληροφοριών εντάχθηκαν νωρίς στον πυρήνα της εθνικής στρατηγικής. Οι οργανισμοί πληροφοριών λειτουργούν όχι μόνο ως εργαλεία συλλογής δεδομένων αλλά και ως βασικοί μηχανισμοί στρατηγικής ανάλυσης και χάραξης πολιτικής.
Στην ελληνική περίπτωση, αντίθετα, οι υπηρεσίες πληροφοριών παρέμειναν για μεγάλο χρονικό διάστημα στο περιθώριο της στρατηγικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων.
Η λειτουργία τους συνδέθηκε περισσότερο με ζητήματα εσωτερικής ασφάλειας παρά με τη διαμόρφωση μακροχρόνιας γεωπολιτικής στρατηγικής. Αυτή η ιδιαιτερότητα αντανακλά μια ευρύτερη στρατηγική κουλτούρα στην οποία η εξωτερική ασφάλεια αντιμετωπιζόταν κυρίως μέσα από τη διπλωματία και τις διεθνείς συμμαχίες και λιγότερο μέσα από την ανάπτυξη αυτόνομων μηχανισμών πληροφοριών.
Οι Βαλκανικοί πόλεμοι πληροφοριών της δεκαετίας του 1990
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα των περιορισμών της ελληνικής στρατηγικής στον τομέα των πληροφοριών εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων που ακολούθησαν τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.
Κατά τη δεκαετία του 1990, αυτή η περιοχή των Βαλκανίων μετατράπηκε σε ένα από τα πιο έντονα πεδία ανταγωνισμού υπηρεσιών πληροφοριών στην Ευρώπη. Δυνάμεις όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία, η Τουρκία και αρκετά ευρωπαϊκά κράτη ανέπτυξαν εκτεταμένα δίκτυα πληροφοριών στην περιοχή.
Οι συγκρούσεις στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη και αργότερα στο Κόσοβο συνοδεύτηκαν από έντονη δραστηριότητα υπηρεσιών πληροφοριών που περιελάμβανε:
- παρακολούθηση στρατιωτικών κινήσεων
- επιχειρήσεις επιρροής
- υποστήριξη τοπικών πολιτικών και στρατιωτικών δρώντων
- εκτεταμένη συλλογή πληροφοριών για τις πολιτικές εξελίξεις της περιοχής.
Η Ελλάδα, παρά τη γεωγραφική της εγγύτητα και τους ιστορικούς δεσμούς με τα Βαλκάνια, δεν αξιοποίησε πλήρως την ευκαιρία για την ανάπτυξη ισχυρών δικτύων πληροφοριών στην περιοχή.
Αντίθετα, πολλές αναλύσεις επισημαίνουν ότι άλλες περιφερειακές δυνάμεις, ιδιαίτερα η Τουρκία, ανέπτυξαν πιο συστηματική παρουσία πληροφοριών στα Βαλκάνια κατά την ίδια περίοδο 14.
Η περίοδος αυτή ανέδειξε ένα διαχρονικό χαρακτηριστικό της ελληνικής στρατηγικής: την περιορισμένη αξιοποίηση των υπηρεσιών πληροφοριών ως εργαλείου περιφερειακής επιρροής 15.
Συμπέρασμα
Η αδυναμία της Ελλάδας να αναπτύξει ισχυρές υπηρεσίες πληροφοριών δεν αποτελεί απλώς θεσμικό πρόβλημα.
Αντανακλά βαθύτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας: πολιτική αστάθεια, περιορισμένη στρατηγική σκέψη, θεσμική ασυνέχεια και ιστορική εξάρτηση από ισχυρότερες δυνάμεις.
Σε έναν κόσμο όπου οι συγκρούσεις διεξάγονται όλο και περισσότερο στο επίπεδο της πληροφορίας, η ανάπτυξη αποτελεσματικών υπηρεσιών πληροφοριών αποτελεί βασική προϋπόθεση εθνικής ασφάλειας.
Η εμπειρία των Βαλκανικών συγκρούσεων της δεκαετίας του 1990 δείχνει ότι ακόμη και σε περιόδους σημαντικών γεωπολιτικών μεταβολών στην άμεση γειτονιά της, η Ελλάδα δεν αξιοποίησε πλήρως τις υπηρεσίες πληροφοριών ως εργαλείο στρατηγικής επιρροής. Η περίπτωση αυτή επιβεβαιώνει ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο θεσμικές αδυναμίες αλλά και βαθύτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής στρατηγικής κουλτούρας.
Το πραγματικό ερώτημα για την Ελλάδα δεν είναι μόνο αν μπορεί να δημιουργήσει ισχυρότερους οργανισμούς πληροφοριών.
Είναι αν μπορεί να αναπτύξει μια μακροχρόνια στρατηγική κουλτούρα εθνικής ασφάλειας.
Πηγές– Βιβλιογραφία
- Christopher Andrew, The Secret World: A History of Intelligence, Yale University Press.
- Michael Herman, Intelligence Power in Peace and War, Cambridge University Press.
- Mark Lowenthal, Intelligence: From Secrets to Policy, CQ Press.
- Richard Clogg, A Concise History of Greece, Cambridge University Press.
- P. Dimitrakis, The Hidden Wars in China & Greece, Routledge.
- C. Capsaskis, British Intelligence Services in Greece 1940–47, Cambridge University Press.
- James Callaghan, The Cyprus Crisis and Intelligence Failures, Strategic Studies Journal.
- Thanos Dokos, Greek Security Policy and the Aegean Crisis.
- Richard Betts, Enemies of Intelligence, Columbia University Press.
- Francis Fukuyama, Trust: The Social Virtues and the Creation of Prosperity.
- Philip Davies & Kristian Gustafson, Intelligence Elsewhere: Spies and Espionage Outside the Anglosphere, Georgetown University Press.
- Ephraim Kahana, Historical Dictionary of Israeli Intelligence.
- Jack Snyder, The Soviet Strategic Culture: Implications for Nuclear Strategy.
- Alastair Johnston, Cultural Realism: Strategic Culture and Grand Strategy.
- Misha Glenny, The Balkans: Nationalism, War and the Great Powers.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
