Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Οι επιπτώσεις στον ελληνικό εφοπλισμό από τις κυρώσεις των ΗΠΑ λόγω Βενεζουέλας

Δημοσιεύτηκε στις

Αρκετοί Έλληνες πλοιοκτήτες κάποια Παρασκευή απόγευμα είδαν μέσω διαδικτυακής ενημέρωσης τα πλοία και τις διαχειρίστριες εταιρείες τους να τίθενται απρόσμενα και απροειδοποίητα κάτω από το καθεστώς των αμερικανικών κυρώσεων.
Του Νίκου Γ. Γερασίμου
δικηγόρος LL.M. (Soton), μέλος Δ.Σ. της Ελληνικής Ένωσης Ναυτικού Δικαίου και μέλος Δ.Σ. της Ελληνικής Ένωσης Ναυτιλιακών Δικηγόρων  
Την 1η Νοεμβρίου 2018 ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump εξέδωσε την Εκτελεστική Οδηγία (Executive Order) Νο.13850 («Ε.Ο.»), με την οποία επιβλήθηκαν κυρώσεις κατά οποιουδήποτε προσώπου που επιχειρούσε δραστηριότητες στον τομέα αγοραπωλησίας χρυσού και αφορούσε την οικονομία της Βενεζουέλας ή και οποιοδήποτε άλλο τομέα της οικονομίας της χώρας αυτής, όπως θα καθοριζόταν από το Υπουργείο  Οικονομικών των ΗΠΑ. Σύμφωνα με την παραπάνω Εκτελεστική Οδηγία, το Αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών θα μπορούσε να επιβάλει κυρώσεις τόσο σε φυσικά, όσο και σε νομικά πρόσωπα που είχαν παράσχει την οποιαδήποτε πράξη βοήθειας ή υπηρεσίας στην οικονομία της Βενεζουέλας  και τα οποία ανήκαν ή ελέγχονταν  από φυσικά πρόσωπα στα οποία είχαν επιβληθεί κυρώσεις [βλ. Ε.Ο. 13850, παρ.1 (α) ii].

Την 28η Ιανουαρίου 2019 ο Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ αποφάσισε ότι οι παραπάνω κυρώσεις θα επεκτείνονταν και στις δραστηριότητες αγοραπωλησίας και μεταφοράς πετρελαίου της Βενεζουέλας. Κατά συνέπεια, δυνάμει της παραπάνω απόφασης, ο αρμόδιος δημόσιος οργανισμός με τίτλο «Γραφείο Ελέγχου Αλλοδαπής Περιουσίας» («Office Foreign Assets Control» και κατά συντομογραφία «OFAC»), επέβαλε κυρώσεις και έθεσε σε «μαύρη λίστα» την κρατική εταιρεία της Βενεζουέλας «PDVSA», η οποία διαχειρίζεται την εμπορία και μεταφορά των πετρελαϊκών προϊόντων της Βενεζουέλας. Κυρώσεις, όμως, επιβλήθηκαν και κατά άλλων φυσικών και νομικών προσώπων, τα οποία παρείχαν την οποιαδήποτε βοήθεια ή υπηρεσία τους στην PDVSA. Αρχικά, οι κυρώσεις αφορούσαν τα φυσικά πρόσωπα Αμερικανικής υπηκοότητας ή τα νομικά πρόσωπα που είχαν την έδρα τους στο Αμερικανικό έδαφος. Γρήγορα όμως επεκτάθηκαν και σε οποιαδήποτε άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία κατά την κρίση του OFAC είτε παρείχαν βοήθεια ή διευκόλυνση με τον οποιοδήποτε τρόπο ή προσέφεραν υπηρεσίες παντοιοτρόπως στην PDVSA και γενικότερα στην εξυπηρέτηση της οικονομίας της  Βενεζουέλας. Δικαιολογητικός λόγος της επιβολής των κυρώσεων από το Αμερικανικό κράτος ήταν η αναγκαιότητα επιβολής περιορισμών στην εξυπηρέτηση της κυβέρνησης Μαδούρο για την προστασία του λαού της Βενεζουέλας από την άφρονα εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων της χώρας από τον Δικτάτορα Μαδούρο.

Ακόμα και πριν από την επιβολή των παραπάνω Αμερικανικών κυρώσεων στις 28 Ιανουαρίου 2019, πολλοί Έλληνες πλοιοκτήτες με πλοία, είτε υπό Ελληνική είτε υπό αλλοδαπή σημαία (ελληνόκτητα), δραστηριοποιούνταν στις μεταφορές πετρελαϊκών προϊόντων μεταξύ Κούβας και Βενεζουέλας δυνάμει χρονοναυλοσυμφώνων (time charterparties) ή ναυλοσυμφώνων κατά ταξίδι (voyage charterparties) που είχαν κυρίως συναφθεί με την κρατική εταιρεία πετρελαίου της Κούβας Empresa Cubana Importadores de Combustibles y Lubricantes με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να εμπλακούν στο καθεστώς των κυρώσεων αυτό χωρίς να έχουν καμία ευθύνη γι’ αυτό, δεδομένου ότι η εμπορική τους δραστηριότητα είχε ήδη ξεκινήσει και λειτουργούσε ακόμα και αρκετά χρόνια πριν και φυσικά δεν μπορούσε να λήξει αζημίως.
Το χειρότερο, όμως, απ’ όλα ήταν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις προνοητικοί Έλληνες πλοιοκτήτες προτού ακόμα επιβληθούν οι κυρώσεις, απευθύνθηκαν σε πολύ γνωστό Αμερικανικό δικηγορικό γραφείο (και μάλιστα κατά σύσταση των αλληλοασφαλιστικών τους οργανισμών – P&I Clubs) και έλαβαν επίσημες γνωμοδοτήσεις σύμφωνα με τις οποίες επιβεβαιωνόταν ότι η παραπάνω εμπορική τους δραστηριοποίηση ήταν άμεμπτη, απόλυτα σύννομη με το Αμερικανικό δίκαιο και ότι πράγματι τίποτα το παράνομο δεν έπρατταν με το να πλέουν τα πλοία τους στην περιοχή εκείνη. Ήταν, δηλαδή, μία καθόλα νόμιμη δραστηριότητα. Πλην όμως, κατά ατυχή συγκυρία, αρκετοί Έλληνες πλοιοκτήτες κάποια Παρασκευή απόγευμα είδαν μέσω διαδικτυακής ενημέρωσης τόσο τα πλοία τους όσο και τις διαχειρίστριες εταιρείες τους να τίθενται εντελώς απρόσμενα και απροειδοποίητα κάτω από το καθεστώς των Αμερικανικών κυρώσεων.
Το τραγικό αποτέλεσμα για τους προνοητικούς αυτούς Έλληνες πλοιοκτήτες ήταν ότι αλλοδαπές πλοιοκτήτριες εταιρείες (Παναμαϊκές, Νήσων Marshall Islands, Λιβερίας κλπ.) με καταστατικές έδρες τους σε διαφορετικές δικαιοδοσίες τέθηκαν σε άμεση αναγκαστική εκκαθάριση από τα μητρώα τους, οι τραπεζικοί λογαριασμοί που τηρούντο στο όνομα των πλοιοκτητριών αυτών εταιρειών, σε Ελληνικές και ξένες τράπεζες ξαφνικά «πάγωσαν» ως συνέπεια της παραπάνω κατάστασης, τα τυχόν δάνεια σε ενυπόθηκες δανείστριες τράπεζες τίθεντο σε κατάσταση εμπλοκής, απαγορευόταν η προσέγγιση των πλοίων αυτών σε οποιοδήποτε λιμάνι εκφόρτωσης, με συνέπεια να μην μπορούν να εκφορτώσουν το (τυχόν) μεταφερόμενο φορτίο τους. Το χειρότερο, όμως, ήταν ότι τα πλοία εθεωρούντο ως «τοξικά» πλοία, έπαυε αυτοδικαίως η ασφαλιστική τους κάλυψη τόσο από τους ασφαλιστές σκάφους και μηχανής (H&M Underwriters), όσο και από τους ασφαλιστές αστικής ευθύνης προς τρίτους (P&I Clubs). Ακόμη, απαγορευόταν η οποιαδήποτε παροχή τροφοεφοδίων, λιπαντικών και καυσίμων στα πλοία, όπως ήταν αδύνατη και η καταβολή μισθών στους αξιωματικούς και τα πληρώματα, που ως γνωστό, διεθνώς, καταβάλλονται σε Δολάρια ΗΠΑ, ενώ, όπως γίνεται αντιληπτό, με την οικονομική απομόνωση των πλοίων δημιουργήθηκε ένα τεράστιο δυνητικό περιβαλλοντικό πρόβλημα σε περίπτωση που θα προκαλείτο ρύπανση στη θάλασσα και κατά συνέπεια ανάγκη για άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπισή της. Είναι αυτονόητο ότι κάθε μεταβολή της κυριότητας ή της σημαίας του πλοίου (με πώληση, χαριστική αιτία ή άλλο τρόπο) ή αλλαγή της πλοιοκτησίας ή της διαχείρισης των πλοίων αυτών ήταν απόλυτα απαγορευμένη. Με άλλα λόγια, τα πλοία αυτά εθεωρούντο ως μία «διεθνής λέπρα» με απρόσμενα και αβέβαια αποτελέσματα με κίνδυνο την ολοκληρωτική καταστροφή των Ελλήνων πλοιοκτητών που άθελά τους είχαν εμπλακεί στις κυρώσεις αυτές.  
Το ερώτημα, λοιπόν, το οποίο πιεστικά και αδήριτα αντιμετωπίζουν οι Έλληνες αυτοί πλοιοκτήτες, τα πλοία των οποίων και οι διαχειρίστριες αυτών έχουν τεθεί σε καθεστώς κυρώσεων, είναι ποιες νομικές ή επιχειρηματικές ενέργειες ενδείκνυται να λάβουν απέναντι στη νέα αυτή Αμερικανική πρόκληση.
Καταρχάς, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι σύμφωνα με το Αμερικανικό δίκαιο, υπάρχει δυνατότητα κατόπιν αιτήσεως ο OFAC να προβεί σε πλήρη άρση (δηλαδή ανάκληση) των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί.  Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 31 C.F.R., κεφ. 5, του Αμερικανικού Νόμου οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εναντίον του οποίου έχουν επιβληθεί κυρώσεις μπορεί να ζητήσει την επανεξέταση της υπόθεσής του, να προβάλει και να ισχυρισθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά τα οποία οδήγησαν τον OFAC στην επιβολή των κυρώσεων αυτών δεν υφίστανται πλέον και κατά συνέπεια θα πρέπει να αρθούν. Για το σκοπό αυτό τα πρόσωπα αυτά μπορούν να παράσχουν επαρκείς αποδείξεις και ικανή επιχειρηματολογία που να στηρίζει το αίτημά τους αυτό με σκοπό την πλήρη άρση των εναντίον τους κυρώσεων. Είναι προφανές ότι όλη η επιχειρηματολογία τους θα πρέπει να στηρίζεται στην παροχή και προβολή «νέων στοιχείων» που να δικαιολογείται από τις Αμερικανικές Αρχές και ειδικότερα τον OFAC η πλήρης παύση (ανάκληση) των κυρώσεων (Delisting Procedure). Τα νέα αυτά στοιχεία θα πρέπει να έχουν αναφυεί μετά την ημερομηνία της επιβολής των κυρώσεων στη βάση της «μεταβολής των συνθηκών» («change of circumstances») που δημιουργήθηκαν μετά την κύρωση. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί α) με την υποβολή νέων αποδεικτικών στοιχείων ότι έληξε η παράτυπη ή παράνομη κατά τον OFAC επιχειρηματική δραστηριότητα μεταφοράς πετρελαιοειδών από και προς Βενεζουέλα ή ακόμα β) ότι δεν υφίσταται πλέον περίπτωση επανάληψης μιας τέτοιας δραστηριότητας. Το αίτημα αυτό των πλοιοκτητών υποβάλλεται εγγράφως και συνοδεύεται από το οποιοδήποτε απτό και κρίσιμο αποδεικτικό υλικό, περιλαμβανομένων ενόρκων βεβαιώσεων των πλοιοκτητών και των αξιωματούχων της εκάστοτε πλοιοκτήτριας ή της διαχειρίστριας των πλοίων, ημερολογίων πλοίων, αλληλογραφίας κλπ.  
Σύμφωνα με την Ε.Ο. 13850 ο OFAC επιβάλλει κυρώσεις σε πρόσωπα που «λειτουργούν στον τομέα του πετρελαίου της Βενεζουέλας» («OFAC is authorized to designate parties that operate in the oil sector of Venezuela»). Όμως, στην παραπάνω Ε.Ο. 13850 δεν καθορίζεται επακριβώς η έννοια του όρου «λειτουργούν» («operate»), συνεπώς ισχυρό επιχείρημα αποτελεί το γεγονός ότι η απλή μεταφορά πετρελαιοειδών δυνάμει ναυλοσυμφώνου από και προς Βενεζουέλα, σε καμία περίπτωση δεν συνιστά «λειτουργία» στον τομέα των πετρελαιοειδών της χώρας. Το επιχείρημα αυτό ενισχύεται περαιτέρω στις περιπτώσεις που τα δεσμευμένα με κυρώσεις πλοία ήταν ναυλωμένα σε τρίτες εταιρείες (δηλαδή εκτός Βενεζουέλας, π.χ. εταιρείες της Κούβας), έτσι ώστε να μην είναι δυνατόν η δραστηριότητα αυτή να εμπίπτει στον όρο «λειτουργία» που προβλέπεται από τον OFAC.
Παράλληλα, και μέχρι την πλήρη άρση των κυρώσεων, οι πλοιοκτήτες μπορούν να ζητήσουν εγγράφως από τον OFAC την παροχή Ειδικής Άδειας (Specific License) που θα επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να προβούν σε ορισμένες συγκεκριμένες και πλήρως οριοθετημένες δραστηριότητες, όπως είναι η πραγματοποίηση ενός πλου του πλοίου σε ασφαλές λιμάνι, προκειμένου το πλοίο νόμιμα να παροπλιστεί μέχρις ότου περατωθούν όλες οι διαδικασίες για ανάκληση των κυρώσεων. Είναι αυτονόητο ότι στην περίπτωση αυτή απαιτείται και η ενεργής συνεργασία της χώρας της σημαίας του πλοίου, η οποία και θα πρέπει να μεριμνήσει ώστε το πλοίο να παραμείνει εγγεγραμμένο στο νηολόγιο της χώρας αυτής και όλα τα κυβερνητικά πιστοποιητικά του πλοίου (Statutory Certificates) και η Μπλε Κάρτα (Blue Card) σύμφωνα με τις προβλέψεις της σύμβασης για πρόληψη ρύπανσης να παραμένουν σε ισχύ για όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, έτσι ώστε το πλοίο κατά τον παροπλισμό του να μπορεί να επιτύχει την πλήρη ασφαλιστική του κάλυψη (H&M και P&I), που αποτελεί – μεταξύ άλλων – αναγκαίο όρο και προϋπόθεση του κράτους υποδοχής για να παράσχει την άδεια παροπλισμού.
Άλλη, εμφανής, συγκεκριμένη και πλήρως οριοθετημένη δυνατότητα αποτελεί και η εκ μέρους του OFAC παροχή Ειδικής Άδειας για διενέργεια δικαιοπραξιών για την προστασία της ανθρώπινης ζωής, δηλαδή των αξιωματικών και του πληρώματος του πλοίου (π.χ. δυνατότητα ανεφοδιασμού του πλοίου με τροφοεφόδια και νερό, καταβολή μισθοδοσίας κλπ.) ή την προστασία απέναντι σε άμεσο και επικείμενο κίνδυνο πρόκλησης ρύπανσης και επομένως καταστροφή του περιβάλλοντος.
Ακόμη, παρέχεται η δυνατότητα να ζητηθεί από τον OFAC να παράσχει Ειδική Άδεια για την πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας του πλοίου, υπό τον όρο όμως ότι το τίμημα θα κατατίθεται σε ένα δεσμευμένο και τοκοφόρο τραπεζικό λογαριασμό σε Αμερικανική τράπεζα και θα παραμένει εκεί μέχρι την πλήρη άρση και ανάκληση των κυρώσεων. Σε αυτήν την αίτηση ο OFAC υποχρεώνεται να απαντήσει εγγράφως [31 C.F.R., παρ.501.807 (d)]. Ακόμα, ο OFAC έχει αναρτήσει στο διαδίκτυο κατάλογο με ερωτήσεις που συχνά υποβάλλονται (Frequently Asked Questions – FAQs) από τα ενδιαφερόμενα μέρη αποσκοπώντας στην άρση των κυρώσεων. Στην κρίση του αυτή για πλήρη άρση και ανάκληση των κυρώσεων ο OFAC λαμβάνει υπόψη την αλλαγή της επιχειρηματικής συμπεριφοράς του πλοιοκτήτη, εφόσον αποδεικνύεται: α) ότι έχει πλέον λήξει η εμπορική του δραστηριότητα στη μεταφορά πετρελαιοειδών από και προς Βενεζουέλα, β) ότι ο δικαιολογητικός λόγος της επιβολής των κυρώσεων δεν υφίσταται πλέον ή γ) ότι η επιβολή των κυρώσεων έγινε εσφαλμένα ή χωρίς επαρκείς ενδείξεις. Μάλιστα, ο OFAC, στις περιπτώσεις αυτές, παρέχει τη δυνατότητα στους πλοιοκτήτες να απαντήσουν σε ένα αναλυτικό ερωτηματολόγιο συνήθως μέσα σε προθεσμία ενενήντα (90) ημερών από την ημέρα της υποβολής της αίτησης του δεσμευμένου προσώπου για περαιτέρω κρίση από τον OFAC.
Ερώτημα, επίσης, τίθεται σχετικά με τη δυνατότητα των πλοιοκτητών και διαχειριστών του πλοίου να στραφούν κατά του Αμερικανικού Δημοσίου, επιζητώντας αποζημίωση για τυχόν άδικες ή παράνομες πράξεις των οργάνων τους. Πράγματι, στις περιπτώσεις αυτές, υπάρχει αξίωση του θιγομένου κατά του Δημοσίου, στη βάση όμως της ύπαρξης δόλου των οργάνων του σύμφωνα με το Νόμο περί Αδικοπραξιών του Ομοσπονδιακού Κράτους [Federal Tort Claims Act («FTCA»)]. Πλην, όμως, από την Αμερικανική νομολογία και πρακτική κρίνεται ότι πέραν της χρονοβόρου διαδικασίας, είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποδειχθεί «δόλος» των οργάνων αυτών, δεδομένου ότι γίνεται δεκτό από το Αμερικανικό Δημόσιο Δίκαιο ότι οι ενέργειες αυτές των δημοσίων οργάνων της πολιτείας περιλαμβάνουν και την οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη κατά τη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης ή του καθήκοντος του δημοσίου οργάνου, ακόμα και αν αυτά έγιναν καταχρηστικά. Πέρα βέβαια, των υπέρογκων νομικών και δικαστικών εξόδων στις διαδικασίες ενώπιον των Αμερικανικών Δικαστηρίων. Για τους λόγους αυτούς δεν προκρίνεται η προσπάθεια αυτή των πλοιοκτητών και διαχειριστών πλοίων κυρίως λόγω υπερβολικού κόστους και μάλλον μικρής πιθανότητας ευόδωσης μιας τέτοιας απαίτησης. 
Ναυτεμπορική

Ο Σάββας Καλεντερίδης γεννήθηκε στη Βέργη Σερρών το 1960. Το 1977 εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1981, ως ανθυπίλαρχος. Υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες των τεθωρακισμένων και των καταδρομών και σε κρίσιμες θέσεις στο εξωτερικό. Το Μάρτιο του 2000, ενώ φοιτούσε στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου, παραιτήθηκε από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Από το φθινόπωρο του 2000 ίδρυσε και διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Ινφο-Γνώμων. Με το ψευδώνυμο Κώστας Νικοπολίδης μετέφρασε από τα τουρκικά και επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου "Κράτος συμμορία", Εκδόσεις Τουρίκη, ενώ μετέφρασε από τα τουρκικά και την "Έκθεση Σουσουρλούκ", που συμπεριλήφθηκε στο ομώνυμο βιβλίο των Εκδόσεων Α.Α. Λιβάνη. Σε συνεργασία με το ίδρυμα "Φίλοι Λαογραφικού Μουσείου Μέλπως Μερλιέ" συμμετείχε και προλόγισε την έκδοση του διπλού CD "Τραγούδια του Πόντου, Ηχογραφήσεις του 1930" και του CD "Τραγούδια από τις παράλιες πόλεις του Πόντου και της Μικράς Ασίας". Επιμελήθηκε επίσης της έκδοσης του δίτομου έργου "Ανάλυση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, Μύθος και πραγματικότητα", του βιβλίου "Οι μειονότητες στην Τουρκία" και των ιστορικών ταξιδιωτικών οδηγών "Κάτω Ιταλία - Μεγάλη Ελλάδα", "Σικελία", "Ρόδος - Σύμη - Καστελόριζο - Καρία - Λυκία", "Χίος - Σμύρνη", "Βουλγαρία - Ανατολική Ρωμυλία", "Καππαδοκία - Κεντρική Ανατολία" και "Κωνσταντινούπολη - Μαρμαράς". Έγραψε τους ιστορικούς ταξιδιωτικούς οδηγούς "Κοζάνη, στην αγκαλιά των βουνών", "Ιωνία, Σάμος - Έφεσος - Μίλητος - Πριήνη", "Δυτικός Πόντος, Βιθυνία - Παφλαγονία" και "Ανατολικός Πόντος, Κοτύωρα - Κερασούντα - Τραπεζούντα - Αργυρούπολη - Καρς". Αναλύσεις και άρθρα του Σάββα Καλεντερίδη, με κύριο θέμα την Τουρκία και άλλα περιφερειακά ζητήματα, έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" και "Παρόν" και στα περιοδικά "Άμυνα και διπλωματία", "Απόρρητο Δελτίο" και "Διπλωματία".

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO35 λεπτά πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

Δημοφιλή