Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η ιστορική ευκαιρία είναι εκπληκτική για την Ελλάδα αλλά μένει να δούμε αν έχουμε και ικανή πολιτική ηγεσία για να την εκμεταλλευτεί.

Δημοσιεύτηκε στις

Όποιος παρακολουθεί τη διπλωματική σύγκρουση Τουρκίας-ΗΠΑ σχετικά με την απόκτηση εκ μέρους των Τούρκων των ρωσικών πυραύλων εδάφους-αέρος S-400 και των αμερικανικών μαχητικών stealth F-35, δεν μπορεί παρά να αναρωτιέται ένα πράγμα: ΓΙΑΤΙ ο Ερντογάν επιμένει τόσο πολύ στην αγορά των S-400, ενός κατ’ εξοχήν αμυντικού όπλου, ρισκάροντας όχι μόνο να χάσει τα F-35 αλλά και να διαρρήξει τελείως τις σχέσεις της Τουρκίας με την αμερικανική υπερδύναμη, και να υποστούν οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις καθώς και η τουρκική πολεμική βιομηχανία ένα σοβαρότατο πλήγμα από πιθανές κυρώσεις; Τόσο ανόητος ή ξεροκέφαλος είναι ο Ερντογάν ώστε να επιμένει σ’ αυτή τη γραμμή απλώς και μόνο για ένα πείσμα ή για λόγους γοήτρου; Ασφαλώς και όχι. Προφανώς ιεραρχεί ως την υπ’ αριθμόν 1 μελλοντική απειλή για την Τουρκία το ενδεχόμενο μιας εχθρικής αεροπορικής ή πυραυλικής επίθεσης την οποία η τουρκική αεροπορία δεν θα μπορεί εκ των πραγμάτων να αναχαιτίσει. 

Η Τουρκία έχει πάει πλέον σε πολύ υψηλότερο επίπεδο το γεωστρατηγικό παιγνίδι της από ό,τι υποθέτουν οι κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου.

 Η στρατηγική στόχευση του Ερντογάν είναι να εξελιχθεί η Τουρκία σε περιφερειακή υπερδύναμη, προστάτιδα του απανταχού μουσουλμανικού κόσμου με ισχύ που θα φτάνει έως τον Ινδικό ωκεανό και θα θυμίζει εκείνη της πάλαι ποτέ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
 Αναγκαία προϋπόθεση για να το πετύχει αυτό η Τουρκία είναι να γίνει πυρηνική δύναμη διότι μόνο έτσι θα μπορεί να πάρει τη θέση που της αξίζει στον σύγχρονο κόσμο.
 Στον Ερντογάν δεν αρκεί μια θέση στους G20 που ήδη έχει. Θέλει να κάθεται στο ίδιο τραπέζι με τις πυρηνικές δυνάμεις που είναι μετρημένες στα δάχτυλα.
 Η ιστορική πείρα έχει δείξει ότι μόνο η κατοχή πυρηνικών όπλων μπορεί να εγγυηθεί πραγματικά την ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα μιας χώρας έναντι κάθε πιθανής απειλής.
 Αυτό είναι το συμπέρασμα που έβγαλαν οι Τούρκοι βλέποντας πώς αναβαθμίστηκε το διεθνές status του Ισραήλ, της Ινδίας, του Πακιστάν και της Βόρειας Κορέας από τη στιγμή που έκαναν την πρώτη πυρηνική δοκιμή τους και ότι δεν μπορεί να τους βάλει κανείς χέρι επειδή κατέχουν το απόλυτο όπλο αποτροπής.
Σίγουρα οι Τούρκοι θα ήθελαν να έχουν και τα μαχητικά stealth F-35 για να πραγματοποιήσουν τα ευρύτερα επεκτατικά σχέδιά τους στην περιοχή, αλλά βλέπουν πως ακόμα και μία πάμφτωχη χώρα 25 εκατομμυρίων κατοίκων όπως η Βόρεια Κορέα που έχει μία στρατιωτική μάζα εξοπλισμένη με ξεπερασμένα συμβατικά όπλα των δεκαετιών 1960 και 1970, έχει κάνει την πανίσχυρη Αμερική να τρέχει πίσω της παρακαλώντας για συνομιλίες χάρη στο πυρηνικό και βαλλιστικό οπλοστάσιο που κατέχει. 






Η μόνη χώρα που ήταν πρόθυμη να δώσει στους Τούρκους την απαραίτητη τεχνογνωσία αξιοποίησης της πυρηνικής ενέργειας ήταν η Ρωσία του Πούτιν. Έτσι από το 2015 έχει αρχίσει να κατασκευάζεται με ρωσική βοήθεια στο Ακουγιού στα παράλια της Κιλικίας ένας πυρηνικός αντιδραστήρας ισχύος 4.500 MW ο οποίος στοιχίζει 20 δις δολάρια και θα ξεκινήσει να λειτουργεί το 2023. Το γιατί η Ρωσία αποφάσισε να βοηθήσει έναν παραδοσιακό εχθρό της όπως η Τουρκία να γίνει πυρηνική δύναμη, έχει να κάνει με καθαρά γεωπολιτικά κριτήρια – ο Πούτιν επιδιώκει προφανώς να διασπάσει το ΝΑΤΟ αφαιρώντας τον ακρογωνιαίο λίθο του που είναι η Τουρκία. 






Υποτίθεται ότι οι Τούρκοι θέλουν τον πυρηνικό αντιδραστήρα για να παράγουν ηλεκτρικό ρεύμα με το οποίο θα τροφοδοτούν την κατεχόμενη βόρεια Κύπρο. Μαζί με το νερό που είναι επίσης έτοιμοι να δώσουν, φιλοδοξούν να αλλάξουν την όψη και την οικονομία της Κύπρου ώστε να πετύχουν την ήπια κατάκτησή της και την πλήρη εξάρτησή της από την Τουρκία.
Ωστόσο ένας πυρηνικός αντιδραστήρας κατά τη λειτουργία του παράγει πάντα πλουτώνιο, και αυτό αποτελεί την πρώτη ύλη για την κατασκευή πυρηνικού όπλου. Το μεγάλο πρόβλημα των Τούρκων είναι ότι στην ευρύτερη στρατηγική αρένα της Ανατολικής Μεσογείου δεν υπάρχει χώρος παρά για έναν μόνο γενικό κουμανταδόρο, και αυτός είναι το Ισραήλ, για την εξασφάλιση της Ποιοτικής Στρατιωτικής Υπεροχής του οποίου έναντι κάθε πιθανού αντιπάλου οι ΗΠΑ δεσμεύονται με νόμο από το 2008 – γι’ αυτό του δίνουν 3 δις δολάρια δωρεάν στρατιωτική βοήθεια κάθε χρόνο.
Το Ισραήλ παραδοσιακά δεν ανέχεται την ύπαρξη άλλης πυρηνικής δύναμης στην ευρύτερη γειτονιά του, ιδίως μάλιστα όταν αυτή διάκειται εχθρικά απέναντί του. Κι αυτό διότι λόγω μικρού γεωγραφικού και πληθυσμιακού μεγέθους είναι εξαιρετικά ευάλωτο σε μία επίθεση με όπλα μαζικής καταστροφής.
Τρεις ατομικές βόμβες μεγάλης ισχύος να εκραγούν στο Τελ Αβίβ, στην Ιερουσαλήμ και στη Χάιφα, η χώρα τελείωσε, σβήστηκε κυριολεκτικά από τον χάρτη. Ο Ερντογάν το γνωρίζει φυσικά αυτό και φοβάται (δικαιολογημένα) πως οι Ισραηλινοί θα χτυπήσουν κάποια στιγμή τον τουρκικό αντιδραστήρα, ας μην λένε κάτι προς το παρόν κι ας μη δείχνουν ότι ενοχλούνται.
 Το έχουν ξανακάνει άλλωστε με τον γαλλικής κατασκευής πυρηνικό αντιδραστήρα του Ιράκ το 1981 και με τον βορειοκορεατικής κατασκευής πυρηνικό αντιδραστήρα της Συρίας το 2007, ενώ έχουν απειλήσει επανειλημμένα ότι θα κάνουν το ίδιο και σε βάρος των ρωσικής κατασκευής πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν στο Μπουσέρ, στη Νατάνζ, στο Αράκ, στο Φορντό και στο Ισφαχάν. 






Με τον Ερντογάν και τις ηγεμονικές νεο-οθωμανικές φιλοδοξίες του έχουν πρόβλημα οι Ισραηλινοί και όχι με τους Τούρκους εν γένει. Αν βρισκόταν τρόπος να βγει από τη μέση ο Ερντογάν (όπως λίγο έλειψε να συμβεί τον Ιούλιο του 2016 με το πραξικόπημα), κατά πάσα πιθανότητα  το Ισραήλ και η Τουρκία θα ξαναγίνονταν εν μία νυκτί οι στενοί σύμμαχοι και εταίροι που ήταν επί δεκαετίες. Ο πόλεμος του Ισραήλ κατά του Ερντογάν είναι πολυμέτωπος και πολυεπίπεδος.
Προς το παρόν τον χτυπάει με τις περίφημες «αγορές» και τους τρεις αμερικανικούς οίκους αξιολόγησης οι οποίοι δολοφονούν οικονομικά ολόκληρα κράτη. Η τουρκική οικονομία δέχεται τρομακτική επίθεση επί χρόνια τώρα αλλά αυτό που φοβάται πραγματικά ο Ερντογάν είναι το ενδεχόμενο αεροπορικής ή πυραυλικής προσβολής του τουρκικού πυρηνικού αντιδραστήρα στο Ακουγιού. Για να εξασφαλιστεί απέναντι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο που θα θρυμματίσει το πολιτικό του κύρος, όφειλε να βρει αντίδοτο στην ασύδοτη δράση της ισραηλινής αεροπορίας, και ιδίως των νέων μαχητικών stealth τύπου F-35 που ήδη έχει αρχίσει να παραλαμβάνει το Ισραήλ (με στόχο να αποκτήσει τελικά περίπου 100). Με μαχητικά αεροσκάφη είναι σχεδόν αδύνατον να αναχαιτιστεί η ισραηλινή αεροπορία διότι υπερέχει συντριπτικά έναντι της τουρκικής αεροπορίας σε ποιότητα, εκπαίδευση και πολεμική πείρα και επιπλέον διαθέτει δικά της συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου.
 Να εκφοβιστεί το Ισραήλ με αντίποινα είναι επίσης αδύνατον διότι εκτός του ότι διαθέτει μία πολύ εξελιγμένη τριπλή αντιπυραυλική ομπρέλα, έχει και ένα τεράστιο πυρηνικό οπλοστάσιο το οποίο δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει αν κινδυνεύσουν σοβαρά τα αστικά του κέντρα. Άρα ήταν μονόδρομος για την Τουρκία να αποκτήσει ένα αμυντικό όπλο άγνωστο στους Ισραηλινούς το οποίο να τους αποτρέψει να χτυπήσουν τον αντιδραστήρα στο Ακουγιού ή να τους τσακίσει αν επιχειρήσουν να το κάνουν τελικά, χωρίς να παραστεί ανάγκη κλιμάκωσης της σύρραξης με πλήγματα βαλλιστικών πυραύλων κατά του Ισραήλ.  






Τη λύση έδωσαν στον Ερντογάν και πάλι οι Ρώσοι οι οποίοι έχουν αναπτύξει κατάλληλα αντιαεροπορικά και αντιβαλλιστικά όπλα «αντιπρόσβασης» (anti-access) που τους επιτρέπουν να επιβάλουν «άρνηση περιοχής» (area denial), δηλαδή να στερήσουν από τις δυτικές αεροπορίες την ελευθερία δράσης που συνήθως έχουν πάνω από μία εχθρική χώρα.
Οι S-400 είναι από τους πιο επίφοβους πυραύλους εδάφους-αέρος που υπάρχουν σήμερα στο παγκόσμιο οπλοστάσιο. Το σύστημα αυτό είναι κινητό (και συνεπώς πολύ δύσκολο να εντοπιστεί και να καταστραφεί), έχει τη δυνατότητα να ετοιμαστεί για βολή μέσα σε 5 λεπτά από μόνο 3 άτομα, χρησιμοποιεί έξι διαφορετικούς τύπους ραντάρ τα οποία εκπέμπουν σε διαφορετικές μπάντες συχνοτήτων, αξιοποιεί ακόμη και συστήματα παθητικής ανίχνευσης εκπομπών στο ηλεκτρομαγνητικό φάσμα εντοπίζοντας στόχους χωρίς να εκπέμπει το ίδιο, μπορεί να εγκλωβίζει στόχους ακόμη και μεγέθους μπάλας ποδοσφαίρου, έχει χρόνο αντίδρασης 9-10 δευτερολέπτων από τη στιγμή του εγκλωβισμού, και εκτοξεύει τέσσερα διαφορετικά είδη πυραύλων ανάλογα με τις εκάστοτε επιχειρησιακές ανάγκες, με βεληνεκές που κυμαίνεται θεωρητικά από 40 km έως 400 km.
Για να έχει κανείς μία συγκριτική εικόνα στο μυαλό του αρκεί να ξέρει ότι το αμερικανικό σύστημα Patriot υποστηρίζει μόνο έναν τύπο βλήματος με βεληνεκές 96 km.
 Το σύστημα S-400 είναι ικανό να αντεπεξέρχεται ακόμη και σε μαζικές επιθέσεις κορεσμού. Οι πύραυλοί του πετούν με ιλιγγιώδη ταχύτητα 14 Mach (δηλαδή περίπου 5.000 μέτρα το δευτερόλεπτο!), πράγμα που σημαίνει ότι είναι πρακτικά αόρατοι στον αέρα, και μπορούν να εμπλέξουν στόχους από ύψος 5 μέτρων από το έδαφος (ακόμα και αν αυτοί είναι πύραυλοι cruise) μέχρι ύψος 20 χιλιομέτρων.
 Λόγω των επιδόσεών τους οι S-400 δεν είναι απλώς σε θέση να πλήττουν μαχητικά αεροσκάφη και χαμηλά ιπτάμενους πυραύλους cruise αλλά και να απειλούν σοβαρά τους πολύτιμους πολλαπλασιαστές ισχύος του επιτιθέμενου όπως τα ιπτάμενα ραντάρ, τα ιπτάμενα τάνκερ και άλλους ευπαθείς στόχους οι οποίοι συνήθως παραμένουν μακριά από τη ζώνη των βομβαρδισμών για να υποστηρίζουν τα επιτιθέμενα αεροσκάφη.
Για τον λόγο αυτό οι S-400 αποτελούν ένα όπλο που μπορεί να ανατρέψει πλήρως τον σχεδιασμό μιας αντίπαλης αεροπορίας, ιδίως αν αποτελούν μέρος ενός αλληλοκαλυπτόμενου συστήματος αεράμυνας και επιχειρούν σε συνεργασία με άλλα όπλα εδάφους-αέρος μικρότερης εμβέλειας όπως οι Tor-M1 ή τα Pantsir.  






Αυτά ακριβώς τα τρομερά ρωσικά όπλα αντιπρόσβασης/άρνησης περιοχής (A2/AD) έχει σχεδιαστεί να αντιμετωπίζει το νέο αμερικανικό μαχητικό F-35. To αεροσκάφος αυτό ενσωματώνει μεταξύ άλλων την περίφημη τεχνολογία stealth που το καθιστά σχεδόν αόρατο στα ραντάρ υψηλής συχνότητας από τις περισσότερες γωνίες θέασης, εφόσον βέβαια δεν μεταφέρει εξωτερικά φορτία. Για τον λόγο αυτό όλα τα όπλα του F-35 έχουν σχεδιαστεί να φέρονται εντός της ατράκτου, και αυτό είχε ως τίμημα την κάπως ασουλούπωτη γεωμετρία του και την ελάττωση της μέγιστης ταχύτητας που μπορεί να αναπτύξει σε 1,6 Mach όταν σχεδόν όλα τα μαχητικά της προηγούμενης γενιάς μπορούν να υπερβούν τα 2 Mach.
 Η ιδιότητα stealth του F-35 όμως ισχύει υπό προϋποθέσεις. Το F-35 για να μείνει αόρατο στα ραντάρ βασίζεται περισσότερο στην απορροφητικότητα της ακτινοβολίας ραντάρ από το υλικό των επιφανειών του και λιγότερο στη γεωμετρία του. Μπορεί ωστόσο να πετάξει για περίπου 250 χιλιόμετρα με ταχύτητα 1,2 Mach χωρίς τη χρήση μετακαυστήρα, πράγμα ακατόρθωτο για μαχητικά προηγούμενης γενιάς.
Εκτός όμως από την τεχνολογία stealth το F-35 αξιοποιεί ένα σύστημα 6 προηγμένων αισθητήρων (DAS) τοποθετημένων περιμετρικά που δίνουν στον χειριστή του εκπληκτική επίγνωση κατάστασης, δηλαδή πλήρη εικόνα του τι συμβαίνει γύρω του σε τόξο 360 μοιρών, όχι μόνο ποια βλήματα κινούνται εναντίον του αλλά και από ποιο σημείο έχουν εκτοξευτεί, ενώ παράλληλα έχει και τη δυνατότητα να ανταλλάσσει πληροφορίες και δεδομένα με άλλα αεροσκάφη ή με το έδαφος χωρίς να γίνεται αντιληπτό από τους αισθητήρες του εχθρού. 






Οι πύραυλοι S-400 και τα αεροσκάφη F-35 έχουν σχεδιαστεί ουσιαστικά για να αντιμετωπίσουν το ένα το άλλο. Μόνο που ΔΕΝ μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιο από τα δύο όπλα υπερισχύει σε πραγματική αναμέτρηση.
 Είναι τέτοια η φύση αυτών των προηγμένων όπλων ώστε για να μπορέσει κανείς να τα αντιμετωπίσει αποτελεσματικά πρέπει υποχρεωτικά να ανακαλύψει τις αδυναμίες τους – και αυτό μπορεί να το κάνει μόνο αν τα διαθέτει και τα δύο και έχει άνεση χρόνου για να τα δοκιμάσει εξαντλητικά το ένα εναντίον του άλλου, διότι διαφορετικά θα διαπιστώσει την αλήθεια μόνο σε έναν πραγματικό πόλεμο, και αυτό μπορεί να αποβεί πολύ οδυνηρό έως καταστροφικό.
 Έτσι όπως πάνε μέχρι τώρα τα πράγματα, ούτε η Ρωσία μπορεί να είναι απολύτως βέβαιη για την αποτελεσματικότητα των S-400 αφού δεν έχει στη διάθεσή της τα F-35, αλλά ούτε και οι ΗΠΑ και το Ισραήλ μπορούν να είναι απολύτως βέβαιοι για την αποτελεσματικότητα του F-35 αφού δεν διαθέτουν τους S-400.  






Ο λόγος που η Τουρκία παρήγγειλε τους πυραύλους S-400 είναι κατά κύριο λόγο η προστασία του πυρηνικού αντιδραστήρα που κατασκευάζεται στο Ακουγιού.
 Γι’ αυτό και η τουρκική κυβέρνηση έχει ήδη δηλώσει ότι θα αναπτύξει ένα μέρος των S-400 στα νότια παράλια της χώρας ώστε να ελέγχει την Ανατολική Μεσόγειο και να προστατεύει τα πλωτά γεωτρύπανά της, τον πυρηνικό αντιδραστήρα και τις αεροναυτικές της δυνάμεις από τους Ισραηλινούς και τους Αμερικανούς.
 Βεβαίως οι Τούρκοι γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι Ρώσοι είναι τελείως αναξιόπιστοι στην υποστήριξη των όπλων που πουλάνε, αλλά υπολογίζουν ότι οι S-400 εφόσον είναι ολοκαίνουργοι δεν θα έχουν σοβαρό πρόβλημα συντήρησης για τα επόμενα 5 χρόνια μέχρι να ολοκληρωθεί ο πυρηνικός αντιδραστήρας.
Οι Ισραηλινοί θα πρέπει λογικά να χτυπήσουν πριν το 2023. Δεν έχει νόημα να χτυπήσουν τώρα, πριν αναπτυχθούν οι S-400, διότι στην τοποθεσία του αντιδραστήρα έχουν κατασκευαστεί μόνο οι τσιμεντένιες βάσεις και δεν έχει εγκατασταθεί ακόμα κανένα κρίσιμο εξάρτημα του μηχανολογικού εξοπλισμού. Άρα η ιδανική χρονική στιγμή για να χτυπήσουν θα είναι λίγο πριν ο αντιδραστήρας φορτωθεί με πυρηνικό καύσιμο και τεθεί σε λειτουργία, ώστε αφενός να προκληθεί η μέγιστη ζημιά, και αφετέρου να αποφευχθεί η έκλυση ραδιενέργειας στην ευρύτερη περιοχή. 



Η Τουρκία που έχει παραγγείλει και S-400 και F-35, αν τα παραλάβει θα είναι η μόνη χώρα στον κόσμο που θα γνωρίζει επακριβώς σε λίγο καρό τις αδυναμίες και τις τακτικές επιτυχούς αντιμετώπισης και των δύο αυτών όπλων – και κάτι τέτοιο δεν μπορούν να το επιτρέψουν να συμβεί οι Ισραηλινοί και οι Αμερικανοί διότι αυτή η γνώση θα αποτελεί τρομερό τακτικό πλεονέκτημα και διαπραγματευτικό ατού της Άγκυρας η οποία θα μπορεί να εκβιάζει ή να ζητά υπέρογκα ανταλλάγματα για να το μοιραστεί με άλλους.
 Γι’ αυτό οι Αμερικανοί απειλούν την Τουρκία με ακύρωση της παράδοσης των F-35 εφόσον ξεκίνησε να παραλαμβάνει τους S-400. Διότι πολύ απλά δεν είναι δυνατόν μία μικρή περιφερειακή δύναμη όπως είναι η Τουρκία να κατέχει κρίσιμες και άκρως απόρρητες πληροφορίες για τα πλεονεκτήματα και τις αδυναμίες των κορυφαίων όπλων παγκοσμίως, και να μην τις γνωρίζει η ισχυρότερη υπερδύναμη του πλανήτη – και κοντά σ’ αυτή βέβαια και το Ισραήλ το οποίο κάποια στιγμή πιθανώς να αποφασίσει να κάνει τον τουρκικό πυρηνικό αντιδραστήρα στάχτη.
Για τους παλαιότερους τύπους ρωσικών αντιαεροπορικών πυραύλων όπως οι S-300 οι Αμερικανοί και οι Ισραηλινοί δεν ανησυχούν διότι έχουν φροντίσει ήδη να τους «ξεψαχνίσουν» λεπτομερώς και γνωρίζουν πώς να τους αντιμετωπίσουν. 





Σκοπός των Αμερικανών είναι να εξυπηρετήσουν τα στρατηγικά συμφέροντα του Ισραήλ, που αυτή τη στιγμή έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με αυτά της Τουρκίας του Ερντογάν. Οι Αμερικανοί επιδιώκουν να φέρουν την Τουρκία πίσω στο δυτικό μαντρί, να την εξουδετερώσουν ως δυνητική απειλή κατά του Ισραήλ, και να της ψαλιδίσουν τις φιλοδοξίες που έχει να γίνει ανεξάρτητη περιφερειακή πυρηνική υπερδύναμη.
Το σίγουρο όμως είναι ότι οι Αμερικανοί δεν σκοπεύουν να χαρίσουν την Τουρκία στους Ρώσους. Έχουν επενδύσει υπερβολικά πολύ χρήμα καθώς και διπλωματικό και στρατιωτικό κεφάλαιο στην Τουρκία επί 65 χρόνια για να κατοχυρώσουν αυτόν τον σύμμαχο ο οποίος ελέγχει παραδοσιακά τον μεγάλης στρατηγικής αξίας δίαυλο Βόσπορος – Προποντίδα – Δαρδανέλια που είχε καταστήσει το Βυζάντιο παγκόσμια υπερδύναμη επί 1.100 χρόνια.
Συνεπώς, δεν πρόκειται να στείλουν την Τουρκία στις αγκάλες του Πούτιν, του πιο επικίνδυνου εχθρού τους.
Δεν θέλουν με τίποτα να επαναληφθεί η απώλεια του φιλοδυτικού Ιράν που έγινε το 1979 με την ανατροπή του Σάχη από τον Χομεϊνί. 


Ούτε όμως οι Τούρκοι είναι ηλίθιοι. Ξέρουν πως αν χαλάσουν τις σχέσεις τους με την Αμερική, τότε θα παραλύσει το 100% της αεροπορίας τους, το 70% του στρατού τους και το 50% του ναυτικού τους. Οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις μπορεί να τροφοδοτούνται όλο και περισσότερο από όπλα εγχώριας παραγωγής, αλλά δεν έχουν την πολυτέλεια να αποκοπούν πλήρως από τις ΗΠΑ. Μια τέτοια εξέλιξη θα απέβαινε καταστροφική για το αξιόμαχό τους. Επιπλέον, οι S-400 (κόστος 2,5 δις δολάρια για την Τουρκία) δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να μπουν στην ίδια ζυγαριά με τα μαχητικά αεροσκάφη F-35 (κόστος 10 δις δολάρια για την Τουρκία), διότι οι πρώτοι είναι απλώς ένα καλό αμυντικό όπλο ενώ τα δεύτερα είναι η επιτομή του πιο εξελιγμένου επιθετικού όπλου που υπάρχει σήμερα. Και ως γνωστόν, ποτέ κανείς δεν κέρδισε πόλεμο παραμένοντας μόνο σε άμυνα. 
Η Τουρκία είναι σαφώς αναθεωρητικό κράτος και οι στόχοι της είναι καθαρά επεκτατικοί και επιθετικοί. Χρειάζεται οπωσδήποτε τα F-35 για να μπορεί να χτυπήσει κρατικές οντότητες που αποτελούν υποψήφια θύματά της (κυρίως την Ελλάδα) με μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Επιπλέον, η πιθανή ακύρωση της παραλαβής των F-35 θα οδηγήσει σε ναυάγιο και την απόκτηση των δύο μίνι αεροπλανοφόρων που ναυπηγεί τώρα η Τουρκία, αφού έχουν σχεδιαστεί για χρήση από την ειδική έκδοση F-35B που είναι ικανή για κάθετη αποπροσνήωση, και δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή πουθενά διεθνώς κάποιος αντικαταστάτης τους. 

Αλλά ακόμη κι αν πάρει τελικά τα F-35 η Τουρκία (κατασκευάζει ήδη με πλειάδα δικών της εταιρειών 937 μέρη και εξαρτήματα του αεροσκάφους) δεν σημαίνει ότι ξεμπέρδεψε με την Αμερική και ότι θα μπορεί μετά να της βγάζει γλώσσα.
 Η ένταξη του F-35 στο οπλοστάσιο μιας χώρας σημαίνει στενή και πλήρη δέσμευση της χώρας αυτής στο αμερικανικό άρμα επί δεκαετίες, διότι αν το F-35 δεν υποστηριχθεί όπως πρέπει από πλευράς συντήρησης (που είναι πολύ δαπανηρή και εξειδικευμένη) θα καταστεί άχρηστο ως προς την ιδιότητα stealth μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα – λόγω αυτών των αναγκών εξειδικευμένης συντήρησης το κόστος μιας ώρας πτήσης του F-35 ανέρχεται σε 35.000 δολάρια όταν του F-16 δεν ξεπερνά τα 8.000 δολάρια.
Συνεπώς αν η Τουρκία θέλει πραγματικά τα F-35, τότε δεν έχει άλλη επιλογή από το να συνεχίσει να διατηρεί σταθερά καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ προκειμένου τα μαχητικά της αυτού του τύπου να παραμένουν επιχειρησιακά και να μην πάνε πεταμένα τα δισεκατομμύρια που θα δαπανήσει για την απόκτησή τους. 

Λογικά η κατάληξη του αμερικανοτουρκικού παζαριού δεν μπορεί να είναι άλλη από τη συμφωνία, αφού καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει συμφέρον να τεντώσει τόσο πολύ το σχοινί ώστε αυτό να σπάσει.
 Το Ισραήλ βεβαίως είναι ανελέητο και δεν αστειεύεται. Παράλληλα με τις διπλωματικές και στρατιωτικές πιέσεις μέσω ΗΠΑ, ασκεί στην Τουρκία και αφόρητη πίεση με επίθεση στην οικονομία της προκαλώντας ραγδαία πτώση της ισοτιμίας της τουρκικής λίρας και άνοδο των επιτοκίων δανεισμού της χώρας. Έχει στριμώξει στα σχοινιά του ρινγκ τον Ερντογάν και τον γρονθοκοπεί ανελέητα μέχρι να τον αναγκάσει να ρίξει λευκή πετσέτα και να εγκαταλείψει τις πυρηνικές του φιλοδοξίες.
 Η ιστορική ευκαιρία είναι εκπληκτική για την Ελλάδα αλλά μένει να δούμε αν έχουμε και ικανή πολιτική ηγεσία για να την εκμεταλλευτεί.

Ο Σάββας Καλεντερίδης γεννήθηκε στη Βέργη Σερρών το 1960. Το 1977 εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1981, ως ανθυπίλαρχος. Υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες των τεθωρακισμένων και των καταδρομών και σε κρίσιμες θέσεις στο εξωτερικό. Το Μάρτιο του 2000, ενώ φοιτούσε στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου, παραιτήθηκε από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Από το φθινόπωρο του 2000 ίδρυσε και διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Ινφο-Γνώμων. Με το ψευδώνυμο Κώστας Νικοπολίδης μετέφρασε από τα τουρκικά και επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου "Κράτος συμμορία", Εκδόσεις Τουρίκη, ενώ μετέφρασε από τα τουρκικά και την "Έκθεση Σουσουρλούκ", που συμπεριλήφθηκε στο ομώνυμο βιβλίο των Εκδόσεων Α.Α. Λιβάνη. Σε συνεργασία με το ίδρυμα "Φίλοι Λαογραφικού Μουσείου Μέλπως Μερλιέ" συμμετείχε και προλόγισε την έκδοση του διπλού CD "Τραγούδια του Πόντου, Ηχογραφήσεις του 1930" και του CD "Τραγούδια από τις παράλιες πόλεις του Πόντου και της Μικράς Ασίας". Επιμελήθηκε επίσης της έκδοσης του δίτομου έργου "Ανάλυση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, Μύθος και πραγματικότητα", του βιβλίου "Οι μειονότητες στην Τουρκία" και των ιστορικών ταξιδιωτικών οδηγών "Κάτω Ιταλία - Μεγάλη Ελλάδα", "Σικελία", "Ρόδος - Σύμη - Καστελόριζο - Καρία - Λυκία", "Χίος - Σμύρνη", "Βουλγαρία - Ανατολική Ρωμυλία", "Καππαδοκία - Κεντρική Ανατολία" και "Κωνσταντινούπολη - Μαρμαράς". Έγραψε τους ιστορικούς ταξιδιωτικούς οδηγούς "Κοζάνη, στην αγκαλιά των βουνών", "Ιωνία, Σάμος - Έφεσος - Μίλητος - Πριήνη", "Δυτικός Πόντος, Βιθυνία - Παφλαγονία" και "Ανατολικός Πόντος, Κοτύωρα - Κερασούντα - Τραπεζούντα - Αργυρούπολη - Καρς". Αναλύσεις και άρθρα του Σάββα Καλεντερίδη, με κύριο θέμα την Τουρκία και άλλα περιφερειακά ζητήματα, έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" και "Παρόν" και στα περιοδικά "Άμυνα και διπλωματία", "Απόρρητο Δελτίο" και "Διπλωματία".

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ιστορία - Πολιτισμός12 λεπτά πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις23 λεπτά πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO24 λεπτά πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO54 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

Δημοφιλή