Πολιτική
Αυτές τις αθλιότητες ανεχθήκαμε από την Τουρκία, γι’ αυτό τώρα διεκδικεί και τα νερά του… Καφηρέα – Μαύρη επέτειος απέλασης των Ελλήνων της Πόλης
Σαν Σήμερα 1965 – Τέσσερις και πλέον χιλιάδες Έλληνες της Κωνσταντινούπολης υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την Τουρκία το 1964 ανακοινώνεται επισήμως στην Αθήνα, με τη διευκρίνιση ότι μόνο οι 2.500 από αυτούς ήταν Έλληνες υπήκοοι.
Η κυβέρνηση του Ισμέτ Ινονού, τον Μάρτιο του 1964, έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο της διάλυσης της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης. Τα προηγούμενα σχέδια αφανισμού είχαν αποτύχει να εκριζώσουν στην ολότητα τον ελληνισμό της Πόλης, κορυφαία των οποίων ήταν η απαγόρευση πλήθους επαγγελμάτων (νόμος 2007/1932), η επιστράτευση το 1941 στα τάγματα εργασίας όλων των ανδρών 18-45 ετών της ελληνικής, της αρμενικής και της εβραϊκής μειονότητας, ο Φόρος Ευμάρειας (Βαρλίκι, 1942-44) με σκοπό την οικονομική καταστροφή των μειονοτήτων και ακόμα η Νύκτα Τρόμου της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955 κατά την οποία εφαρμόστηκε ένα κεραυνοβόλο σχέδιο καταστροφής του ελληνισμού της Πόλης, που προετοιμάστηκε από τη Διοίκηση Ανορθόδοξου Πολέμου της Τουρκίας με τη συνεργασία της τότε κυβέρνησης, όπως έχει αποδειχθεί πρόσφατα.
Τα ιστορικά στοιχεία που έχουν προκύψει με τη δημοσίευση των Πρακτικών της Δίκης των γεγονότων της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955, στη νήσο Πλάτη, εναντίον της ανατραπείσας κυβέρνησης Μεντερές με το στρατιωτικό κίνημα της 27ης Μαΐου 1960, δείχνουν ότι το σχέδιο της μαζικής απέλασης Ελλήνων υπηκόων που διέμεναν στην Κωνσταντινούπολη με το καθεστώς «Εταμπλί», είχε καταστρωθεί από το 1957. Κατά την κατάθεσή του ο μάρτυρας στρατηγός Ρεφίκ Τουλγκά, με την ιδιότητα του υπασπιστή του ανατραπέντος προέδρου της Τουρκίας Τζελάλ Μπαγιάρ, ανέφερε ότι ο τελευταίος τού αποκάλυψε ότι υπάρχει σχέδιο απέλασης των Ελλήνων υπηκόων και κατάσχεσης των περιουσιών τους. Τόσο ο Ινονού όσο και ο Μπαγιάρ, στρατιωτικός ο πρώτος και οικονομολόγος ο δεύτερος, έχουν προέλευση από το Κομιτάτο Ενωση και Πρόοδος του οποίου η ιδεολογία κυβέρνησε την Τουρκία από το 1908, χωρίς ουσιαστικά διαλείμματα, μέχρι τουλάχιστον το έτος 2004 και ακόμα αποτελεί ισχυρή ιδεολογία και έχει επιρροή στα σημερινά γεγονότα στην πολιτική σκηνή της Τουρκίας.
Ο Ινονού υπήρξε διοικητής στις αρμενικές επαρχίες την περίοδο 1915-17 των φοβερών εκτοπισμών αλλά και αρχιτέκτονας των διωγμών κατά των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων την περίοδο μετά το 1923 και ειδικότερα κατά της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Πόλης και των νησιών της Ιμβρου και της Τενέδου, που είχαν εξαιρεθεί της ανταλλαγής των πληθυσμών. Ο Μπαγιάρ υπήρξε εκτελεστικό στέλεχος του Κομιτάτου της περιοχής της Σμύρνης και ειδικότερα της Τεσκελάτι Μαχσουσά (Ειδική Υπηρεσία), του παραστρατιωτικού κλάδου του Κομιτάτου, την περίοδο 1914-18, κατά τη διάρκεια των μαζικών διωγμών των ελληνικών κοινοτήτων της δυτικής Μικράς Ασίας. Η αναφορά στα δύο αυτά ισχυρά άτομα –που υπήρξαν θανάσιμοι αντίπαλοι– του πολιτικού σκηνικού της Τουρκίας, δείχνει την αδιάκοπη πολιτική κατά των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων με σκοπό τον αφανισμό τους.
Το σχέδιο των διώξεων ήταν έτοιμο από το 1957
Αποτελεί μέγιστη πλάνη, που λέγεται εσκεμμένα ή όχι, ότι οι Ελληνες υπήκοοι στην Κωνσταντινούπολη υπάγονταν στη Συμφωνία της Αγκυρας της 30ής Οκτωβρίου 1930 και ότι η τουρκική κυβέρνηση καταγγέλλοντας μονομερώς τη Σύμβαση αυτή, είχε το δικαίωμα να απαγορεύσει τη διαμονή των Ελλήνων υπηκόων στην Κωνσταντινούπολη. H Σύμβαση «Περί της Ανταλλαγής των Ελληνικών και Μουσουλμανικών Πληθυσμών», που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Διεθνούς Συνθήκης της Λωζάννης, στο Αρθρο 2 όριζε τους εξαιρούμενους από την ανταλλαγή Ελληνες κατοίκους της Κωνσταντινούπολης ως εξής: «Θέλουσι θεωρηθή ως Ελληνες της Κωνσταντινουπόλεως, πάντες οι Ελληνες οι εγκατεστημένοι ήδη προ της 30ής Οκτωβρίου 1918, εν τη περιφέρεια της Νομαρχίας Κωνσταντινουπόλεως, ως αυτή καθορίζεται διά του νόμου του 1912». Πρέπει να σημειωθεί ότι στην επίσημη καταμέτρηση των πληθυσμών το 1927 σε σύνολο περίπου 120.000 Ελλήνων της Πόλης οι 26.000 ήταν Ελληνες υπήκοοι που υπάγονταν στο καθεστώς «Εταμπλί». Τον Ιούνιο του 1932, εν μέσω μιας ατμόσφαιρας ενθουσιασμού της «Ελληνοτουρκικής Φιλίας», που ακολούθησε την επίσκεψη του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου στην Αγκυρα το φθινόπωρο του 1930, η κυβέρνηση της Τουρκίας απαγόρευσε την άσκηση ενός μεγάλου συνόλου επαγγελμάτων στους Ελληνες υπηκόους, με αποτέλεσμα να εκπατριστούν περίπου 15.000 από αυτούς την περίοδο 1932-34. Το έτος 1964 ο αριθμός των Ελλήνων υπηκόων ήταν 12.000 σε σύνολο 90.000 ομογενών στην Πόλη.
Η προσεκτική ανάλυση των δεινών που υπέστη η ελληνορθόδοξη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης και των νησιών της Ιμβρου και Τενέδου δείχνει την εξής αλήθεια: ότι τα επιμέρους σχέδια των καταπιεστικών και διωκτικών μέτρων αποτελούν κεντρική κρατική πολιτική, σχεδιασμένα σε στρατηγικό επίπεδο ανεξάρτητα από την πορεία των διακρατικών σχέσεων μεταξύ της Ελλάδος και Τουρκίας, των οποίων η εφαρμογή γίνεται όταν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα είναι κατάλληλη. Η αρχή αυτή ισχύει και στην περίπτωση των απελάσεων του 1964. Ενώ το σχέδιο είναι έτοιμο τουλάχιστον από το 1957, μάλιστα σχεδιασμένο από το κόμμα του Αντνάν Μεντερές, εφαρμόζεται το 1964 από το αντίπαλο κόμμα με αφορμή τις διακοινοτικές συγκρούσεις στην Κύπρο που επαναλαμβάνονται με ένταση από τα Χριστούγεννα του 1963 και ενώ στην Ελλάδα επικρατεί πολιτική αστάθεια. Είναι σίγουρο ότι και να μη συνέβαινε η ελληνοτουρκική σύγκρουση στην Κύπρο, που υπήρξε εισαγόμενη από τον βρετανικό παράγοντα, η τύχη του Ελληνισμού της Πόλης και των νησιών της Ιμβρου και Τενέδου θα ήταν ίδια, με το δεδομένο της συνεχούς πολιτικής του κράτους της Τουρκίας κατά των «μη αφομοιώσιμων» πληθυσμών και της αδιάφορης στάσης των χωρών που είχαν συνυπογράψει τη Συνθήκη της Λωζάννης, και βέβαια πρώτης της Ελλάδος.
Αδιαμφισβήτητα η απέλαση των Ελλήνων υπηκόων το 1964-65 υπήρξε μια από τις πλέον βάναυσες παραβιάσεις της Συνθήκης της Λωζάννης. Η οποιαδήποτε επίλυση της Συμφωνίας της Αγκυρας του 1930 δεν ισχύει, αφού δεν μπορεί η διεθνής σύμβαση της Λωζάννης να αντικατασταθεί από μια διμερή σύμβαση. Επίσης, η απέλαση των περίπου 12.000 Ελλήνων της Πόλης υπήρξε μια πράξη μείζονος κλίμακας παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου όπως του Καταστατικού του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1950) που η Τουρκία είχε ενστερνιστεί από το 1954. Ο βάναυσος και βίαιος τρόπος με τον οποίον διενεργούνταν οι απελάσεις, με τη δέσμευση όλων των περιουσιακών στοιχείων των Ελλήνων υπηκόων για πολλές δεκαετίες –οι συνέπειες υφίστανται μέχρι σήμερα– κάτω από ένα έντονο κλίμα τρομοκράτησης του ελληνισμού της Πόλης την περίοδο 1964-65, με την παράλληλη εφαρμογή του προγράμματος διάλυσης των ελληνικών κοινοτήτων των νήσων της Ιμβρου και Τενέδου, αποτελούν μείζονος κλίμακας παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων με νομικές συνέπειες που δεν παραγράφονται.
Πολλαπλές ευθύνες
Πρέπει να τονιστεί ότι ευθύνη δεν έχει μόνο η τουρκική κυβέρνηση για τη θεραπεία και αποκατάσταση των θυμάτων, αλλά και οι κυβερνήσεις που έχουν συνυπογράψει τη Συνθήκη της Λωζάννης και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ρώμης (1950), επειδή καμία από αυτές δεν έχει προβεί μέχρι σήμερα σε ενέργειες προς τα διεθνή δικαστήρια για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης. Οι απελάσεις του 1964 επέφεραν καίριο πλήγμα για τον ελληνισμό της Πόλης, καθώς ο αριθμός των Ελλήνων της Πόλης μειώθηκε από 90.000 σε 30.000 σε διάστημα ενός έτους. Η ανακοίνωση της έναρξης των απελάσεων γίνεται τη 16η Μαρτίου 1964 και αρχίζει αμέσως η ανακοίνωση καταλόγων Ελλήνων υπηκόων και παράλληλα η πρόσκληση αυτών σε ατμόσφαιρα τρομοκρατίας στο 4ο Τμήμα Ασφαλείας Κωνσταντινουπόλεως με αντιμετώπιση αυτών ως εγκληματιών του ποινικού δικαίου. Κορυφαία πράξη βίας υπήρξε ο εξαναγκασμός να υπογράψουν δήλωση που δεν επιτρεπόταν να διαβάσουν ότι δήθεν είχαν διενεργήσει βλαβερές ενέργειες κατά της Τουρκίας. Παράλληλα τα καταπιεστικά μέτρα επεκτείνονταν σε όλα τα μέλη και ιδρύματα της ομογένειας.
Αρκεί να αναφέρουμε τον έντονο οικονομικό αποκλεισμό που οργανώθηκε με την ανοχή της κυβέρνησης της Τουρκίας από τις δεξιές και αριστερές εθνικιστικές φοιτητικές οργανώσεις, αρχίζοντας τον Απρίλιο του 1964, αλλά και την τρομοκράτηση γενικότερα του ελληνικού πληθυσμού περί επικείμενης βίας, συνεχή προπαγάνδα κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου με κυβερνητικές δηλώσεις και δημοσιεύσεις του κατευθυνόμενου Τύπου. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της ανακριτικής έρευνας κατά της διοίκησης του μείζονος Ιδρύματος Βαλουκλί, αρχές του 1964, με αφορμή τη δωρεά που είχε στείλει η Παγκόσμια Ενωση Εκκλησιών, μιας κεντρικής μονάδας θέρμανσης για το νοσοκομείο, με την κατηγορία ότι περιείχε οπλισμό. Ειδικός στόχος των διωγμών υπήρξαν τα σχολεία με τον διορισμό «υποδιευθυντών» με απόλυτες εξουσίες και αποστολή να καταστρέψουν τα σχολεία με προφανή σκοπό τη διάλυση του κοινωνικού ιστού της ομογένειας.
Ερασιτεχνική και αδιάφορη η αντίδραση της Αθήνας
Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι όλες αυτές οι ενέργειες ενορχηστρώνονταν από την Ειδική Επιτροπή Μειονοτήτων που είχε ιδρυθεί το φθινόπωρο του 1962 και λειτουργούσε στο πρωθυπουργικό γραφείο και της οποίας ο ρόλος αποκαλύφθηκε το 2004 όταν καταργήθηκε. Για πολλά χρόνια, στέλεχος της Επιτροπής αυτής ήταν ο Οκτάι Ενγκίν, ο προβοκάτορας που είχε τοποθετήσει τη νύκτα της 5ης Σεπτεμβρίου 1955 στο προξενείο της Τουρκίας την εκρηκτική ύλη που είχε αποτελέσει το σύνθημα για την έναρξη των επιθέσεων κατά του ελληνισμού της Πόλης.
Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι η αντίδραση των ελληνικών κυβερνήσεων της περιόδου 1964-74 υπήρξε από αδιάφορη μέχρι ερασιτεχνική, που πηγάζει από την αρχή ότι είναι καλό να ξεμπερδεύουμε από «πονοκεφάλους» της ύπαρξης μειονοτήτων, που πηγάζει από τη μυωπική αντίληψη έθνους κράτους, μια καταστροφική αρχή που εφαρμόστηκε και εφαρμόζεται όχι μόνο στην περίπτωση των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων της Τουρκίας, αλλά και της Βορείου Ηπείρου, χωρών της Παρευξείνιας Ζώνης και της Αιγύπτου.
Πολιτική
Στην Ελλάδα συνελήφθη καταζητούμενος για το σκάνδαλο στον Δήμο Κωνσταντινούπολης – Η Τουρκία ζητά την έκδοσή του
Νέα εξέλιξη στην πολύκροτη δικαστική υπόθεση που αφορά τον Μητροπολιτικό Δήμο Κωνσταντινούπολης και συνδέεται με τον Εκρέμ Ιμάμογλου. Σύμφωνα με τουρκικά δημοσιεύματα, ο επιχειρηματίας Μουράτ Γκιουλιμπραΐμογλου (Murat Gülibrahimoğlu), ο οποίος καταζητούνταν από τις τουρκικές αρχές, συνελήφθη στην Ελλάδα στις 2 Οκτωβρίου 2026. Η Άγκυρα έχει κινήσει τις διαδικασίες για την έκδοσή του, ζητώντας προσωρινή κράτηση διάρκειας έως 40 ημερών, προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαβίβαση του σχετικού δικαστικού φακέλου.
Στις ελληνικές δικαστικές αρχές μεταφέρεται πλέον ένα ακόμη επεισόδιο της ευρύτερης δικαστικής υπόθεσης που αφορά τον Μητροπολιτικό Δήμο Κωνσταντινούπολης (İBB), με επίκεντρο τον επιχειρηματία Μουράτ Γκιουλιμπραΐμογλου, ο οποίος περιλαμβάνεται στους κατηγορουμένους της έρευνας για φερόμενες οικονομικές παρατυπίες.
Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν στον τουρκικό Τύπο την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου, ο καταζητούμενος εντοπίστηκε στην Ελλάδα στις 2 Οκτωβρίου και τέθηκε υπό κράτηση.
Η υπόθεσή του σχετίζεται με την ευρύτερη δικαστική διαδικασία που έχει αναπτυχθεί γύρω από τη διοίκηση του Δήμου Κωνσταντινούπολης, στο πλαίσιο της οποίας έχουν απαγγελθεί κατηγορίες σε μεγάλο αριθμό προσώπων.
Το δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης αποφάσισε να ζητήσει από την Ελλάδα την έκδοση του επιχειρηματία, ενεργοποιώντας τις διαδικασίες διεθνούς δικαστικής συνεργασίας.
Αίτημα έκδοσης από το 33ο Κακουργιοδικείο Κωνσταντινούπολης
Σύμφωνα με τα τουρκικά δημοσιεύματα, το 33ο Κακουργιοδικείο Κωνσταντινούπολης αποφάσισε να κινηθεί η διαδικασία έκδοσης του Γκιουλιμπραΐμογλου στην Τουρκία.
Μετά τη σχετική απόφαση, η Γενική Διεύθυνση Εξωτερικών Σχέσεων και Υποθέσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης του τουρκικού υπουργείου Δικαιοσύνης απέστειλε έγγραφα στα υπουργεία Εσωτερικών και Εξωτερικών της χώρας.
Σκοπός είναι να προωθηθεί επίσημο αίτημα προς τις αρμόδιες ελληνικές αρχές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που μεταδίδονται από την Τουρκία, σε βάρος του επιχειρηματία εκκρεμούν εντάλματα σύλληψης για αδικήματα που περιλαμβάνουν τη συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση και την απόκρυψη της παράνομης προέλευσης περιουσιακών στοιχείων.
Ο ίδιος φέρεται να εμπλέκεται σε οικονομικές δραστηριότητες που αποτελούν αντικείμενο της έρευνας για τον Μητροπολιτικό Δήμο Κωνσταντινούπολης.
Πρόκειται για κατηγορίες που αποδίδονται από τις τουρκικές διωκτικές αρχές και δεν συνιστούν αποδεδειγμένη ενοχή.
Προσωρινή κράτηση 40 ημερών ζητά η Άγκυρα
Κεντρικό στοιχείο της διαδικασίας αποτελεί το τουρκικό αίτημα για προσωρινή κράτηση του Γκιουλιμπραΐμογλου για χρονικό διάστημα έως 40 ημερών.
Η τουρκική πλευρά επικαλείται το άρθρο 16, παράγραφος 4, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης.
Η συγκεκριμένη διαδικασία επιτρέπει, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, την προσωρινή κράτηση καταζητούμενου πριν από την παραλαβή του πλήρους φακέλου έκδοσης.
Στόχος είναι να εξασφαλιστεί η παρουσία του προσώπου έως την ολοκλήρωση των αναγκαίων διατυπώσεων.
Η Σύμβαση προβλέπει ότι η προσωρινή κράτηση μπορεί να παύσει εάν δεν υποβληθεί το αίτημα έκδοσης και τα απαιτούμενα έγγραφα εντός των σχετικών χρονικών ορίων, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να υπερβεί τις 40 ημέρες μόνο βάσει της συγκεκριμένης διάταξης.
Η υποβολή αιτήματος προσωρινής κράτησης δεν ισοδυναμεί με έγκριση της έκδοσης.
Η τελική κρίση θα γίνει με βάση την εφαρμοστέα νομοθεσία και τις προβλεπόμενες δικαστικές διαδικασίες στην Ελλάδα.
Έγγραφα μέσω διπλωματικών διαύλων και Ιντερπόλ
Οι τουρκικές αρχές προχωρούν παράλληλα στη συγκέντρωση και μετάφραση των εγγράφων που απαιτούνται για την υποβολή του αιτήματος έκδοσης.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, ο φάκελος προβλέπεται να διαβιβαστεί στις ελληνικές αρχές μέσω διπλωματικών διαύλων, με αξιοποίηση και της Ιντερπόλ.
Η σχετική διαδικασία περιλαμβάνει την αποστολή των δικαστικών αποφάσεων, των στοιχείων ταυτοποίησης και των πληροφοριών που τεκμηριώνουν το αίτημα της Τουρκίας.
Στη συνέχεια, η ελληνική Δικαιοσύνη θα εξετάσει εάν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις έκδοσης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η διάκριση μεταξύ του εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί στην Τουρκία και της απόφασης των ελληνικών δικαστικών αρχών επί του αιτήματος.
Η ύπαρξη του πρώτου δεν συνεπάγεται αυτόματη αποδοχή του δεύτερου.
Ποιος είναι ο Μουράτ Γκιουλιμπραΐμογλου
Ο Μουράτ Γκιουλιμπραΐμογλου είναι επιχειρηματίας που εμφανίζεται μεταξύ των κατηγορουμένων της υπόθεσης του Μητροπολιτικού Δήμου Κωνσταντινούπολης.
Σύμφωνα με το τουρκικό πρακτορείο ειδήσεων TRT Haber και άλλα δημοσιεύματα, οι εισαγγελικές αρχές τον συνδέουν με υποθέσεις διαχείρισης χώρων απόθεσης προϊόντων εκσκαφών στην περιοχή Τζεμπετζί (Cebeci) της Κωνσταντινούπολης.
Οι τουρκικές διωκτικές αρχές υποστηρίζουν ότι μέσω των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων προέκυψαν μεγάλης κλίμακας παράνομα οικονομικά οφέλη.
Σε ορισμένα τουρκικά δημοσιεύματα αναφέρονται ισχυρισμοί για οικονομικές παρατυπίες που φθάνουν συνολικά τα 180 δισ. τουρκικές λίρες.
Οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν μέρος του κατηγορητηρίου και δεν έχει αποδειχθεί δικαστικά ότι τα συγκεκριμένα ποσά συνιστούν παράνομο όφελος του επιχειρηματία.
Σύμφωνα με το Habertürk, ο Γκιουλιμπραΐμογλου βρισκόταν εκτός Τουρκίας από τον Μάρτιο του 2025 και καταζητούνταν επί περίπου ενάμιση χρόνο.
Η σύνδεση με την υπόθεση Εκρέμ Ιμάμογλου
Η εξέλιξη αποκτά πρόσθετη πολιτική σημασία επειδή αφορά τη μεγάλη δικαστική έρευνα γύρω από τη διοίκηση του Μητροπολιτικού Δήμου Κωνσταντινούπολης, υπόθεση με την οποία συνδέεται και ο Εκρέμ Ιμάμογλου.
Ο πρώην δήμαρχος Κωνσταντινούπολης αποτελεί μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της τουρκικής αντιπολίτευσης και βασικό πολιτικό αντίπαλο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Η δικαστική του περιπέτεια έχει αποτελέσει πεδίο έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ της τουρκικής κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης.
Οι κυβερνητικές αρχές υποστηρίζουν ότι οι διαδικασίες αφορούν ποινικές υποθέσεις και διεξάγονται από τη Δικαιοσύνη.
Η αντιπολίτευση, από την πλευρά της, έχει κατ’ επανάληψη καταγγείλει πολιτική σκοπιμότητα στην αντιμετώπιση του Ιμάμογλου και συνεργατών του.
Υπό αυτό το πρίσμα, η σύλληψη και η ενδεχόμενη έκδοση ενός προσώπου που περιλαμβάνεται στη συγκεκριμένη δικογραφία αναμένεται να συγκεντρώσει σημαντικό ενδιαφέρον στην Τουρκία.
Η ελληνική Δικαιοσύνη θα κρίνει το αίτημα
Από ελληνικής πλευράς, το βασικό ζήτημα αφορά την εφαρμογή των διεθνών συμβάσεων και των εγγυήσεων που διέπουν τις διαδικασίες έκδοσης.
Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι συμβαλλόμενα κράτη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης, η οποία προβλέπει μηχανισμούς συνεργασίας για την παράδοση προσώπων που καταζητούνται για ποινικά αδικήματα.
Παράλληλα, η εξέταση ενός αιτήματος έκδοσης περιλαμβάνει την αξιολόγηση των προβλεπόμενων νομικών προϋποθέσεων και τυχόν λόγων άρνησης.
Σε υποθέσεις με πιθανές πολιτικές προεκτάσεις, ιδιαίτερη σημασία μπορεί να αποκτήσουν ζητήματα όπως ο χαρακτήρας των αποδιδόμενων πράξεων και οι εγγυήσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Δεν προκύπτει, πάντως, από τις διαθέσιμες πληροφορίες ότι ο Γκιουλιμπραΐμογλου έχει ήδη προβάλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων ή ότι έχει ληφθεί οριστική απόφαση για την έκδοσή του.
Το επόμενο βήμα
Η σύλληψη του Μουράτ Γκιουλιμπραΐμογλου στην Ελλάδα, όπως αναφέρεται από τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης, δημιουργεί ένα νέο πεδίο δικαστικής συνεργασίας μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας.
Η Τουρκία επιδιώκει την ταχεία ολοκλήρωση της διαδικασίας, ενώ η ελληνική πλευρά καλείται να εξετάσει τον φάκελο με βάση το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Το κρίσιμο επόμενο βήμα είναι η επίσημη διαβίβαση του πλήρους αιτήματος έκδοσης και η απόφαση των αρμόδιων ελληνικών δικαστικών αρχών.
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη δημοσιότητα λόγω της σύνδεσής της με τις έρευνες για τον Δήμο Κωνσταντινούπολης και τον Εκρέμ Ιμάμογλου, χωρίς αυτό να προδικάζει τη δικαστική της κατάληξη στην Ελλάδα.
GEOPOLITICO
Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος: «Οι εξελίξεις στο Κυπριακό δεν οδηγούν πουθενά» – Ζητά αλλαγή στρατηγικής και αξιοποίηση της ΕΕ
Σαφές μήνυμα για την ανάγκη επαναξιολόγησης της στρατηγικής στο Κυπριακό έστειλε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, υποστηρίζοντας ότι οι μέχρι σήμερα υποχωρήσεις δεν έχουν αποφέρει ουσιαστικά αποτελέσματα. Μιλώντας στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ), εξέφρασε έντονο προβληματισμό για την πορεία των συνομιλιών, προειδοποίησε για τον κίνδυνο παγίωσης των τετελεσμένων της κατοχής και κάλεσε τον Ελληνισμό να αξιοποιήσει τις διεθνείς συμμαχίες και τη συμμετοχή Ελλάδας και Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, αναφέρθηκε στη σημασία της διπλωματικής στήριξης του Βατικανού, υπερασπίστηκε τον διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τοποθετήθηκε για την υπόθεση της Μονής Οσίου Αββακούμ.
Την ανάγκη αλλαγής πορείας στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας υπογράμμισε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι η σημερινή κατάσταση στο Κυπριακό δεν δημιουργεί προοπτικές ουσιαστικής προόδου.
Σε συνέντευξή του στο ραδιόφωνο του ΡΙΚ, ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στη μέχρι σήμερα διαχείριση του εθνικού ζητήματος, επισημαίνοντας ότι οι υποχωρήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς δεν έχουν οδηγήσει στην επιδιωκόμενη λύση.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι απαιτείται αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διεθνών συμμαχιών, της ευρωπαϊκής ιδιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και των δυνατοτήτων συντονισμένης δράσης του Ελληνισμού.
«Οι εξελίξεις δεν φαίνονται να οδηγούν πουθενά»
Ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος εξέφρασε την ανησυχία του για τη στασιμότητα στο Κυπριακό, εκτιμώντας ότι η συνέχιση της υφιστάμενης πολιτικής δεν φαίνεται να οδηγεί σε ουσιαστική αλλαγή.
Κατά την άποψή του, οι παραχωρήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της προσπάθειας επίτευξης συμφωνίας δεν απέδωσαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο ζήτημα της διάνοιξης νέων οδοφραγμάτων, υπογραμμίζοντας ότι η διευκόλυνση της μετακίνησης μεταξύ των ελεύθερων και των κατεχόμενων περιοχών δεν μπορεί να ταυτίζεται με την επίλυση του Κυπριακού.
Η τοποθέτησή του επικεντρώθηκε στην ανάγκη να μη μετατοπιστεί το ενδιαφέρον από τη βασική διάσταση του προβλήματος, την οποία προσδιόρισε ως ζήτημα εισβολής, κατοχής και παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ο Μακαριώτατος προειδοποίησε ότι η διατήρηση της σημερινής κατάστασης ενέχει τον κίνδυνο περαιτέρω παγίωσης των τετελεσμένων.
Κατά την εκτίμησή του, η παράταση της εκκρεμότητας μπορεί να δημιουργήσει ευνοϊκότερες συνθήκες για μελλοντικές τουρκικές ενέργειες.
Μήνυμα σε Αθήνα, Λευκωσία και Διασπορά: Συντονισμός και αξιοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Ο Προκαθήμενος της κυπριακής Εκκλησίας κάλεσε τον Ελληνισμό να αντιμετωπίσει το Κυπριακό μέσα από μια περισσότερο συντονισμένη προσπάθεια.
Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στη δυνατότητα κινητοποίησης της Ελλάδας, της Κύπρου και των ελληνικών κοινοτήτων του εξωτερικού, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν διπλωματικά και πολιτικά εργαλεία τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν.
Στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας του βρέθηκε η ιδιότητα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο Αρχιεπίσκοπος υποστήριξε ότι η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή οικογένεια πρέπει να μεταφράζεται σε ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων των Κυπρίων πολιτών.
«Ό,τι απολαμβάνουν οι άλλοι Ευρωπαίοι, να το απολαύσουμε και εμείς», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει την επιθυμία του να αναδειχθεί εντονότερα η ευρωπαϊκή διάσταση του Κυπριακού, με έμφαση στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην άρση των συνεπειών της τουρκικής εισβολής.
Κατεχόμενα: «Αποκαθιστούμε εκκλησίες, αλλά δεν επιστρέφουν στη λατρεία»
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε ο Αρχιεπίσκοπος στην προστασία της θρησκευτικής και πολιτιστικής κληρονομιάς στις κατεχόμενες περιοχές.
Αναφερόμενος στις προσπάθειες συντήρησης και αποκατάστασης εκκλησιαστικών μνημείων, σημείωσε ότι η Εκκλησία της Κύπρου στηρίζει τις σχετικές εργασίες, ώστε να αποφευχθεί η καταστροφή ιστορικών ναών.
Όπως εξήγησε, η χρηματοδότηση των παρεμβάσεων προέρχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, τόσο από την κυπριακή πλευρά όσο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ωστόσο, εξέφρασε προβληματισμό για το γεγονός ότι η αποκατάσταση ενός εκκλησιαστικού κτιρίου δεν συνεπάγεται απαραίτητα την επαναφορά του στην αρχική του θρησκευτική χρήση.
Υπάρχουν, όπως ανέφερε, περιπτώσεις ναών που εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται για διαφορετικούς σκοπούς, ακόμη και μετά την ολοκλήρωση των εργασιών συντήρησης.
Ο Αρχιεπίσκοπος ξεκαθάρισε ότι η διατήρηση των μνημείων είναι απαραίτητη, καθώς προστατεύει ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας και της ταυτότητας της Κύπρου για τις επόμενες γενιές.
Επισήμανε, ωστόσο, ότι ζητούμενο δεν πρέπει να είναι μόνο η διάσωση των κτιρίων, αλλά και η δυνατότητα να χρησιμοποιούνται εκ νέου για τη λατρεία για την οποία κατασκευάστηκαν.
Διπλωματική στήριξη από το Βατικανό στο Κυπριακό
Ξεχωριστή αναφορά έκανε ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος στον ρόλο της Αγίας Έδρας και στις δυνατότητες που δημιουργούν οι επαφές της Εκκλησίας της Κύπρου με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Ο ίδιος εξήγησε ότι ο διάλογος δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε θεολογικά και εκκλησιαστικά θέματα, αλλά συνδέεται και με την προσπάθεια διεθνούς προβολής του Κυπριακού.
«Και στο εθνικό θέμα ζητούμε συμπαράσταση της Αγίας Έδρας, η οποία έχει πολλούς πρέσβεις, νουντσίους, διαπιστευμένους σε όλο τον κόσμο», δήλωσε.
Η αναφορά αφορά το διεθνές διπλωματικό δίκτυο του Βατικανού, το οποίο διαθέτει αποστολικούς νουντσίους σε πολλές χώρες.
Σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο, το δίκτυο αυτό μπορεί να συμβάλει στην προβολή των κυπριακών θέσεων και στην ευαισθητοποίηση της διεθνούς κοινότητας.
Η επιδίωξη αυτή εντάσσεται στην ευρύτερη αντίληψή του ότι η επίλυση του Κυπριακού απαιτεί διεθνή κινητοποίηση και αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων διπλωματικών διαύλων.
«Δεν κάναμε καμία υποχώρηση, δεν κάναμε κανένα συλλείτουργο»
Ο Αρχιεπίσκοπος απάντησε και στις επικρίσεις που διατυπώθηκαν για τις επαφές με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Υπερασπίστηκε τον θεολογικό διάλογο, τονίζοντας ότι η επιδίωξη επικοινωνίας μεταξύ των Χριστιανικών Εκκλησιών δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη των ορθόδοξων δογματικών θέσεων.
«Δεν κάναμε καμία υποχώρηση. Δεν κάναμε κανένα συλλείτουργο», ανέφερε κατηγορηματικά.
Όπως εξήγησε, ο διάλογος αποσκοπεί στην αναζήτηση της κοινής χριστιανικής παράδοσης της πρώτης χιλιετίας, πριν από τη διάσπαση της εκκλησιαστικής ενότητας μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου υποστήριξε ότι οι θεολογικές διαφορές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με την άρνηση της επικοινωνίας.
Ερωτηθείς για τις αντιρρήσεις που διατυπώνονται ακόμη και στο εσωτερικό της Ιεράς Συνόδου, διερωτήθηκε πώς είναι δυνατόν να αναζητηθεί η αλήθεια χωρίς διάλογο.
Παράλληλα, επέκρινε τον θρησκευτικό φανατισμό, σημειώνοντας ότι τέτοιες συμπεριφορές στρέφονται όχι μόνο εναντίον ετεροδόξων, αλλά και εναντίον Ορθοδόξων.
Κατά τον Αρχιεπίσκοπο, οι Χριστιανοί οφείλουν να αναζητούν τρόπους συνεργασίας για την αντιμετώπιση σύγχρονων προκλήσεων, χωρίς να παραιτούνται από τις εκκλησιαστικές και δογματικές τους αρχές.
Ανησυχία για τους Χριστιανούς της Μέσης Ανατολής
Η συζήτηση για τη συνεργασία μεταξύ των Εκκλησιών επεκτάθηκε και στην κατάσταση των χριστιανικών κοινοτήτων στη Μέση Ανατολή.
Ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος εξέφρασε ανησυχία για τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν χριστιανικοί πληθυσμοί σε περιοχές οι οποίες έχουν πληγεί από πολεμικές συγκρούσεις, διώξεις και πολιτική αστάθεια.
Υποστήριξε ότι οι θρησκευτικοί ηγέτες έχουν ευθύνη να συνεργάζονται με τις πολιτικές αρχές, ώστε να εξασφαλίζονται συνθήκες ασφάλειας και αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Στόχος, όπως εξήγησε, πρέπει να είναι η δυνατότητα των Χριστιανών να παραμείνουν στις πατρογονικές τους εστίες.
Η τοποθέτησή του συνδέεται και με τον ιδιαίτερο ιστορικό ρόλο της Κύπρου ως σημείου επαφής μεταξύ της Ευρώπης και των χριστιανικών κοινοτήτων της Ανατολής.
Μονή Οσίου Αββακούμ: Προειδοποίηση προς τους πιστούς
Ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε, τέλος, στην υπόθεση της Μονής Οσίου Αββακούμ και στις εκκλησιαστικές αποφάσεις που έχουν ληφθεί.
Επανέλαβε τη θέση της Εκκλησίας της Κύπρου ότι η καθαίρεση κληρικών συνεπάγεται την απώλεια της δυνατότητάς τους να ασκούν ιερατικά καθήκοντα.
Σύμφωνα με όσα εξήγησε, οι καθαιρεθέντες δεν μπορούν πλέον να τελούν έγκυρες αγιαστικές πράξεις βάσει της εκκλησιαστικής διδασκαλίας και της κανονικής τάξης.
Ο Αρχιεπίσκοπος κάλεσε τους πιστούς να ενημερώνονται για το περιεχόμενο και τις συνέπειες των εκκλησιαστικών αποφάσεων και να μην παρασύρονται από πρόσωπα που έχουν απομακρυνθεί από την ιεροσύνη.
Η παρέμβασή του εντάσσεται στην προσπάθεια της εκκλησιαστικής ηγεσίας να αποσαφηνίσει τη θέση της γύρω από μια υπόθεση που έχει προκαλέσει έντονο δημόσιο ενδιαφέρον στην Κύπρο.
Το μήνυμα της παρέμβασης
Οι τοποθετήσεις του Αρχιεπισκόπου Γεωργίου ανέδειξαν δύο βασικές προτεραιότητες της Εκκλησίας της Κύπρου.
Η πρώτη αφορά τη διατήρηση ενεργού ρόλου στο Κυπριακό, με έμφαση στην ανάγκη αλλαγής στρατηγικής, στον συντονισμό Ελλάδας και Κύπρου και στην αξιοποίηση της διεθνούς διπλωματίας.
Η δεύτερη αφορά τη διατήρηση του θεολογικού διαλόγου και των διεθνών εκκλησιαστικών σχέσεων, τις οποίες ο Αρχιεπίσκοπος αντιμετωπίζει ως δυνατότητα συνεργασίας και υποστήριξης κοινών επιδιώξεων.
Το κεντρικό πολιτικό μήνυμα της συνέντευξης είναι ότι, κατά τον Αρχιεπίσκοπο, η διαχείριση του Κυπριακού δεν πρέπει να εξαντλείται σε επιμέρους κινήσεις, όπως το άνοιγμα οδοφραγμάτων, αλλά να επανέλθει στο επίκεντρο η ουσιαστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας και των πολιτών της.
Παράλληλα, η αναφορά στη διπλωματική επιρροή της Αγίας Έδρας αποτυπώνει την πρόθεση της Εκκλησίας της Κύπρου να αναζητήσει πρόσθετα διεθνή ερείσματα για την ανάδειξη του εθνικού ζητήματος.
GEOPOLITICO
Μαυρίδης: Ο Ερντογάν προστάτης των φονιάδων «Χαμάς» και «Αδελφών Μουσουλμάνων»
«Γνωρίζουμε ποιος στηρίζει και προωθεί τη Χαμάς και τη Μουσουλμανική Αδελφότητα», ανέφερε με νόημα στην ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου ο Κύπριος Ευρωβουλευτής.
Τη δράση της «Μουσουλμανικής Αδελφότητας» στην ΕΕ με την στήριξη της Τουρκίας και την ανάγκη για ευρωπαϊκή αντιμετώπισή της, ανέδειξε ο Ευρωβουλευτής Κώστας Μαυρίδης (ΔΗΚΟ – S&D) στην συζήτηση με θέμα την ανάγκη για μια στρατηγική της ΕΕ για την αντιμετώπιση της ισλαμιστικής επιρροής και του δικτύου της «Μουσουλμανικής Αδελφότητας», ενώπιον του αρμόδιου Ευρ. Επιτρόπου, στην ολομέλεια του Ευρ. Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο.
Στην παρέμβασή του ο κ. Μαυρίδης ανέφερε τα εξής: «Τέτοια μέρα πριν από τρία χρόνια, οι τρομοκράτες της Χαμάς διέπραξαν ανείπωτα εγκλήματα σε βάρος ανδρών, γυναικών και παιδιών. Κανένας πολιτισμένος άνθρωπος δεν μπορεί να παραμείνει σιωπηλός απέναντι σε τέτοιες φρικαλεότητες. Όσον αφορά, όμως, συγκεκριμένα τη «Μουσουλμανική Αδελφότητα», η δράση της δεν περιορίζεται πλέον στη βία ή σε εξτρεμιστικούς πυρήνες. Σήμερα χρηματοδοτεί τζαμιά, συλλόγους, σχολεία, φιλανθρωπικές οργανώσεις και δίκτυα, μέσω των οποίων προωθεί το ριζοσπαστικό πολιτικό Ισλάμ. Αυτό, κύριε Επίτροπε, δεν είναι ζήτημα ιδεολογίας, είναι μια πραγματικότητα.»
Στη συνέχεια αναφέρθηκε σε εκείνους που βρίσκονται πίσω από την δράση της τονίζοντας χαρακτηριστικά: «Ωστόσο, όλοι γνωρίζουμε ποιος είναι «ο ελέφαντας στο δωμάτιο». Γνωρίζουμε ποιος είναι το πραγματικό αφεντικό. Γνωρίζουμε ποιος στηρίζει και προωθεί τη Χαμάς και τη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Έχει όνομα. Είναι εκείνος που ορισμένοι στο Ευρωκοινοβούλιο, αλλά και εκτός αυτού -και ίσως, κύριε Επίτροπε, ακόμη και εσείς- θεωρούν σήμερα στρατηγικό εταίρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ποιος είναι αυτός ο επικεφαλής; Ο νέος σουλτάνος της Άγκυρας: ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.»
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας