Ακολουθήστε μας

GEOPOLITICO

Ψευδαίσθηση οι εγγυήσεις από τις ΗΠΑ – Η αποτροπή απαιτεί αποφασιστικότητα

Ο αντιστράτηγος ε.α., μιλώντας στον Θήτα FM και τη Βασιλική Πολίτου, απορρίπτει τις θριαμβολογίες για την επίσκεψη Ρούμπιο, προειδοποιεί για τη στάση της Ουάσιγκτον στο καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου και αναδεικνύει τα προβλήματα στελέχωσης των Ενόπλων Δυνάμεων.

Δημοσιεύτηκε στις

Σαφείς αποστάσεις από τις θριαμβολογίες που συνόδευσαν την επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα κράτησε ο αντιστράτηγος ε.α. και γεωστρατηγικός αναλυτής Λάμπρος Τζούμης. Στην παρέμβασή του στον Θήτα FM, στη συζήτηση με τη Βασιλική Πολίτου, υποστήριξε ότι η Ελλάδα οφείλει να στηρίξει την ασφάλειά της στην ισχύ και την αποφασιστικότητά της, χωρίς να θεωρεί δεδομένο ότι η Ουάσιγκτον θα αντιμετωπίσει τις τουρκικές διεκδικήσεις με τον τρόπο που επιθυμεί η Αθήνα.

«Αν περιμέναμε ότι θα πάρουμε εγγυήσεις ασφαλείας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, νομίζω θα ήταν μια ψευδαίσθηση», ανέφερε χαρακτηριστικά. Αναγνώρισε τη σημασία της επίσκεψης του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών και χαρακτήρισε εξαιρετική την ομιλία του στην Πνύκα. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι η επίσκεψη «δεν προσφέρεται για χειροκροτήματα και για θριαμβολογίες».

Το καλώδιο και τα περιθώρια που βλέπει να αφήνονται στην Τουρκία

Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε για την αμερικανική στάση στο ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης. Σχολιάζοντας την απάντηση Ρούμπιο, όπως αυτή συζητήθηκε στην εκπομπή, επισήμανε ότι δεν υπήρξε ρητή δημόσια δέσμευση πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποτρέψουν τουρκική παρεμπόδιση του έργου.

Κατά την εκτίμησή του, η αναφορά σε λεπτές ισορροπίες και διπλωματικές συνεννοήσεις αφήνει χώρο στην Άγκυρα να συνεχίσει τις πιέσεις της.

«Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες ήθελαν να πάρουν μια στάση υπέρ της Αθήνας, θα μπορούσε να πει ότι δεν θα επιτρέψουμε στην Τουρκία να δημιουργήσει πρόβλημα στην ηλεκτρική διασύνδεση. Δεν είπε κάτι τέτοιο», σημείωσε.

Ο κ. Τζούμης διατύπωσε την πρόβλεψη ότι η Ουάσιγκτον ενδέχεται να προστατεύσει τις ενεργειακές έρευνες νότια και νοτιοδυτικά της Κρήτης, λόγω των αμερικανικών επιχειρηματικών συμφερόντων, χωρίς να επιδείξει αντίστοιχη στάση ανατολικότερα.

Εστιάζοντας στην περιοχή ανατολικά του 28ου μεσημβρινού και στο σύμπλεγμα της Μεγίστης, εξέφρασε την ανησυχία ότι θα παραμείνουν περιθώρια για τουρκικές προκλήσεις. Με αυτή την εκτίμηση εξήγησε γιατί δεν συμμερίζεται την αισιοδοξία για την αμερικανική στάση στο καλώδιο.

Η Ουάσιγκτον χρειάζεται και την Τουρκία

Στον πυρήνα της ανάλυσής του βρίσκεται η θέση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν Ελλάδα και Τουρκία ως δύο γεωπολιτικούς πόλους που χρειάζονται ταυτόχρονα.

Όπως υποστήριξε, η γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας και η στρατιωτική της χρησιμότητα καθιστούν μη ρεαλιστική την προσδοκία ότι η Ουάσιγκτον θα την εγκαταλείψει, ακόμη και όταν η Άγκυρα απομακρύνεται από δυτικές επιλογές.

Στο ίδιο πλαίσιο, σχολίασε ότι η αμερικανική επιθυμία να αποφευχθεί μια ελληνοτουρκική σύγκρουση δεν απαντά στο κρίσιμο ερώτημα: με ποιους όρους θα επιτευχθεί η αποκλιμάκωση και τι θα σημαίνει για τα ελληνικά συμφέροντα.

Επικαλέστηκε την κρίση των Ιμίων το 1996, υποστηρίζοντας ότι η αμερικανική παρέμβαση, μολονότι συνέβαλε στη λήξη της κρίσης, δεν ικανοποίησε την ελληνική πλευρά και ευνόησε, κατά την ανάγνωσή του, την τουρκική αμφισβήτηση. Με αυτή την ιστορική αναφορά αιτιολόγησε την επιφύλαξή του απέναντι στις προσδοκίες μιας παρέμβασης αποκλειστικά υπέρ της Αθήνας.

«Αυτά τα όπλα κάποιος πρέπει να τα υπηρετήσει»

Ο αντιστράτηγος ε.α. τάχθηκε υπέρ της ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων, επισημαίνοντας ότι «η ελευθερία πληρώνεται ακριβά». Υπογράμμισε, παράλληλα, την ανάγκη αποφυγής σπατάλης, καθώς οι αμυντικές δαπάνες προέρχονται από το υστέρημα του ελληνικού λαού.

Για τα F-35, ανέφερε ότι η εξασφάλιση των κατάλληλων όπλων αέρος–εδάφους θα έπρεπε να έχει προηγηθεί νέων οικονομικών δεσμεύσεων. Διευκρίνισε, πάντως, ότι δεν γνώριζε εάν αυτά περιλαμβάνονταν στο πρόσθετο εξοπλιστικό πακέτο που τέθηκε στη συζήτηση.

Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο προσωπικό, αναφερόμενος σε παραιτήσεις, μειωμένη προσέλευση υποψηφίων στις στρατιωτικές σχολές και χαμηλή στελέχωση μονάδων.

«Αυτά τα όπλα κάποιος πρέπει να τα υπηρετήσει», τόνισε, ζητώντας να δοθεί βάρος στον ανθρώπινο παράγοντα.

Το βασικό του επιχείρημα ήταν ότι οι αγορές οπλικών συστημάτων δεν εξασφαλίζουν από μόνες τους αποτροπή. Απαιτείται να πείθεται η άλλη πλευρά ότι υπάρχει πρόθεση αξιοποίησης των Ενόπλων Δυνάμεων για την υπεράσπιση των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Η Κάσος και το μήνυμα προς την Άγκυρα

Σχολιάζοντας τις εξελίξεις στην Κάσο και τη δραστηριότητα του Oruç Reis κοντά στο Καστελλόριζο, ο κ. Τζούμης υποστήριξε ότι οι ελληνικές αντιδράσεις έστειλαν μήνυμα περιορισμένης βούλησης χρήσης της στρατιωτικής ισχύος.

Επισήμανε ότι η απαίτηση για αποφασιστικότητα δεν ισοδυναμεί με επιδίωξη πολέμου.

«Κανένας δεν θέλει τον πόλεμο. Κανείς δεν θέλει τη σύγκρουση», ανέφερε, εξηγώντας ότι η αξιόπιστη ετοιμότητα αποτελεί στοιχείο της αποτροπής. Κατά την ανάλυσή του, όταν η Τουρκία διαπιστώνει απροθυμία αντίδρασης, αποκτά περιθώρια να αυξάνει την πίεση και να επιδιώκει διαπραγμάτευση επί ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Το μάθημα του 1987

Ως παραδείγματα αποτελεσματικής ελληνικής αντίδρασης παρουσίασε την αντιμετώπιση της τουρκικής NOTAM το 1974 και την κρίση του 1987.

Για τη δεύτερη περίπτωση, στάθηκε στον συνδυασμό διπλωματικών κινήσεων και στρατιωτικής προετοιμασίας. Μετέφερε, μάλιστα, την προσωπική του εμπειρία από τη Ρόδο, όπου υπηρετούσε τότε, περιγράφοντας την άφιξη επιστράτων και την ανάπτυξη ναρκοπεδίων ως ενδείξεις πραγματικής ετοιμότητας.

Κατά την εκτίμησή του, η Τουρκία αναδιπλώθηκε όταν αντιμετώπισε αποφασιστική αντίδραση και συγκεκριμένο κόστος. Αναφέρθηκε, ωστόσο, και στις μεταγενέστερες εξελίξεις στο Νταβός, αναδεικνύοντας ότι η διαχείριση των ελληνοτουρκικών δεν εξαντλείται στη στιγμή μιας κρίσης.

Κλείνοντας, απέδωσε το πρόβλημα σε μια διαχρονική πολιτική φοβικότητας, υποχωρητικότητας και κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία. Διευκρίνισε ότι η κριτική του αφορά περισσότερες από μία κυβερνήσεις. Το μήνυμά του προς την Αθήνα ήταν σαφές: ενίσχυση της άμυνας, μέριμνα για το προσωπικό και αποφασιστικότητα που να φαίνεται στην πράξη.

Είναι αντιστράτηγος ε.α. Απόφοιτος της Σχολής Διοίκησης Επιτελών του Στρατού Ξηράς, της Ανωτάτης Διακλαδικής Σχολής Πολέμου και της Σχολής Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε στο ΓΕΣ και στο ΓΕΕΘΑ ως επιτελής και σε διευθυντικές θέσεις. Σε εθνικό επίπεδο, τμηματάρχης Συνδρομής στην Αντιμετώπιση Καταστροφών. Στο ΝΑΤΟ εθνικός αντιπρόσωπος της Ελλάδας στις επιτροπές Civil Emergency Planning και Senior Civil Emergency Planning Committee. Διοικητής του 286ου Τάγματος Πεζικού στη Λήμνο, του 38ου Συντάγματος Πεζικού στη Ρόδο της Ελληνικής Δύναμης Κοσσυφοπεδίου και της 88ης ΣΔΙ (Ταξιαρχίας Λήμνου). Υποδιοικητής της ΧVI Mηχανοκίνητης Mεραρχίας Πεζικού (Διδυμότειχο).

GEOPOLITICO

Κυριάκος Μητσοτάκης σε μοναστήρια: Πολιτική συνέπεια ή μια νέα Βαβέλ της εποχής μας;

Χριστιανική γραμματεία, ιεροί κανόνες, κανονικό δίκαιο, γεωπολιτική και βιο-ηθική. Άρθρο γνώμης του Δρ. Αλέξιου Παναγόπουλου.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Γράφει ο Ακαδημαϊκός και Καθηγητής DDDr. Dr.Habil  Alexios P. Panagopoulos.
Η πρόσφατη παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη σε ορθόδοξες μονές επαναφέρει ένα ουσιώδες ζήτημα πολιτικής και κοινωνικής συνέπειας: ποια είναι η οριακή σχέση των πολιτικών, μεταξύ της δημόσιας παρουσίας των πολιτικών, σε εκκλησιαστικούς χώρους και των πολιτικών και νομοθετικών επιλογών τους;
Στις 2 Οκτωβρίου 2026, ο πρωθυπουργός επισκέφθηκε την Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου στον Όλυμπο, όπου τον υποδέχθηκαν ο Μητροπολίτης Κίτρους Γεώργιος και ο καθηγούμενος Μάξιμος. Στις 8 Οκτωβρίου επισκέφθηκε την Ιερά Μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Ορμύλια Χαλκιδικής, όπου έγινε δεκτός από τον Γέροντα Ελισαίοτης Σίμωνος Πέτρα Αγίου Όρους, την ηγουμένη Γερόντισσα Νικοδήμη και μέλη της μοναστικής κοινότητας. Οι επισκέψεις καταγράφηκαν στις επίσημες ανακοινώσεις της πρωθυπουργικής ιστοσελίδας.
Οι επισκέψεις αυτές είναι δημόσια γεγονότα. Η ερμηνεία των πολιτικών τους κινήτρων, όμως, απαιτεί προσοχή. Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν ένας πρωθυπουργός δικαιούται να επισκέπτεται μοναστήρια — ασφαλώς δικαιούται — αλλά αν οι δημόσιες επιλογές του και οι νόμοι που ψηφίζει ανταποκρίνονται στις χριστιανικές αξίες που επικαλείται, στο κανονικό δίκαιο και στο άρθρο 3 του ελληνικού Συντάγματος.
Ο Ν. 5089/2024 και η πολιτική λογοδοσία. Επί πρωθυπουργίας Κυριάκου Μητσοτάκη ψηφίστηκε ο Ν. 5089/2024, ο οποίος καθιέρωσε τον πολιτικό γάμο ομόφυλων ζευγαριών και επέκτεινε τη δυνατότητα υιοθεσίας από ομόφυλους συμβίους/συζύγους. Η νομοθετική μεταβολή προκάλεσε ισχυρή έντονη αντιπαράθεση, ιδίως μεταξύ της μοντέρνας κρατικής νομοθεσίας και της ορθόδοξης εκκλησιαστικής αντίληψης περί γάμου και οικογένειας σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο.
Η κριτική μας εστιάζει στην μεγάλη πολιτική ευθύνη, για το πώς συμβιβάζεται με το κανονικό δίκαιο η επίκληση της ελληνικής ιστορικής και χριστιανικής παράδοσης, με μια μοντέρνα νομοθεσία και πολιτική επιλογή που σημαντικό μέρος των Ελλήνων ορθοδόξων πιστών την θεωρεί αντίθετη προς αυτήν;
Η επίσκεψη σε μια μονή δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη μεταμέλειας, ούτε μετανοίας, ούτε αλλαγή πολιτικής νοοτροπίας, όπως ούτε δικαιολογεί τον ισχυρισμό ότι υπάρχει πρόθεση εξαπάτησης. Η συνέπεια κρίνεται από τις πράξεις, τις δημόσιες εξηγήσεις και την ανάληψη πολιτικής ευθύνης. Μάλιστα ενόσω αρχιερέας, έχει διαβάσει και αφορισμό που δεν έχει ανακληθεί!
Από το κανονικό δίκαιο στη βιοπολιτική. Η χριστιανική γραμματεία, οι ιεροί κανόνες και το κανονικό δίκαιο εκφράζουν την εκκλησιαστική παράδοση. Δεν ταυτίζονται με το κάθε νέο κρατικό δίκαιο, αλλά αποτελούν ουσιώδη σημεία αναφοράς για τους πιστούς που διαμορφώνουν τη δημόσια θέση τους βάσει αυτών και του προοιμίου και των άρθρων του ελληνικού Συντάγματος που θεμελιώνουν το κανονικό δίκαιο.
Η γεωπολιτική αφορά επίσης την πολιτισμική συνέχεια και την κοινωνική συνοχή. Η βιοπολιτική εξετάζει τη σχέση εξουσίας και ανθρώπινης ζωής, ενώ η βιοηθική απαιτεί τεκμηριωμένη εξέταση της αξιοπρέπειας και του βέλτιστου συμφέροντος κάθε παιδιού από το ελληνικό συνταγματικό πλαίσιο.
Η «Νέα Βαβέλ» και ο οργουελικός κόσμος λειτουργούν ως προειδοποιητικά σύμβολα μιας κοινωνίας στην οποία η πολιτική επικοινωνία μπορεί να επισκιάσει τον ουσιαστικό διάλογο. Το αίτημα προς τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη είναι να τοποθετηθεί με σαφήνεια απέναντι στις αντιρρήσεις των πολιτών που θεωρούν ότι ο Ν. 5089/2024 συγκρούεται με τη χριστιανική τους συνείδηση και το κανονικό δίκαιο. Η δημόσια αυτοκριτική, η ειλικρινής εξήγηση και η πολιτική λογοδοσία αποτελούν θεμιτές απαιτήσεις σε μια αληθινή δημοκρατία.
Η Ελλάδα χρειάζεται το σεβασμό της Ορθοδοξίας και της θρησκευτικής ελευθερίας, της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, επιστημονική τεκμηρίωση και ουσιαστικό διάλογο για το μέλλον της οικογένειας και της κοινωνίας. Η παρουσία σε ένα μοναστήρι μπορεί να είναι προσωπική στιγμή περισυλλογής. Η πολιτική συνέπεια, όμως, αποδεικνύεται στον δημόσιο βίο με έργα και πράξεις εκ των νόμων και της ανάκλησης αντιχρίστου νόμων ή κατάργησης αυτών. Αυτά θα περιμέναμε να ακούσουμε να τα λένε οι σεβαστοί ηγούμενοι, καθηγούμενος, μητροπολίτες, κληρικοί και μοναχοί, που έχουν δώσει όρκο στο κανονικό δίκαιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η Ελλάδα χρειάζεται εθνική στρατηγική για να επιβιώσει

Το εθνικό κράτος εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό πλαίσιο πολιτικής προστασίας και συλλογικής επιβίωσης. Το τελευταίο μέρος καταλήγει στο ελληνικό ζητούμενο: μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική, θεσμούς που προστατεύουν τα εθνικά θέματα από την κομματική εκμετάλλευση και σοβαρή προετοιμασία για όλα τα ενδεχόμενα.

Δημοσιεύτηκε

στις

Στο πρώτο μέρος αναδείξαμε τις εσωτερικές βάσεις της εθνικής ισχύος, στο δεύτερο τις αυταπάτες απέναντι στην Τουρκία και στο τρίτο τις αντιφάσεις των οικουμενικών διακηρύξεων και του παγκόσμιου κράτους. Το τελευταίο μέρος συνδέει αυτά τα συμπεράσματα με το μέλλον της Ελλάδας. Το ερώτημα πλέον αφορά τις προϋποθέσεις μιας εθνικής πολιτικής που θα εξασφαλίζει την κυριαρχία της χώρας και θα δίνει περιεχόμενο στο όραμα μιας ισχυρής και δημοκρατικής πατρίδας.

Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου

Στον αιώνα, κατά τον οποίο διανύουμε, τον 21ο, στεκόμαστε μπροστά σε μία πολιτική διελκυστίνδα ανάμεσα σε έναν ανέφικτο οικουμενισμό και σε μία υπεράσπιση συλλογικών συμφερόντων που αναπόφευκτα οργανώνεται σε στενότερη τοπική και πληθυσμιακή βάση. Σ’ αυτή τη συγκυρία, το κρατικά οργανωμένο έθνος δεν τείνει να διαλύεται σε υπερεθνικά μορφώματα αλλά βρίσκεται αντιμέτωπο με τον νέο ιστορικό του ρόλο. Στην ιστορική πορεία που διένυσε το έθνος, σταθμοί του οποίου ήταν το αστικό έθνος του 19ου αιώνα και εκδοχές του κομμουνιστικού εθνικισμού του 20ου αιώνα, τώρα καλείται να εξασφαλίσει μία θέση σε μία πυκνή και έντονα ανταγωνιστική παγκόσμια κοινωνία∙ αίτημα που όλο και πιο στενά συναρθρώνεται με το αίτημα της στοιχειώδους διαβίωσης του πληθυσμού.

Τα σοβαρά πολιτικά ερωτήματα, στα οποία κάθε έθνος καλείται να απαντήσει είναι ο προσδιορισμός των προϋποθέσεων για την άσκηση μακρόπνοης και επιτυχούς εθνικής πολιτικής και ο τρόπος, με τον οποίο είναι δομημένο ένα έθνος ικανό να αντιμετωπίσει, στο πλαίσιο του δυνατού, οποιαδήποτε ενδεχόμενα, ακόμα και απότομες αλλαγές στην πολιτική συγκυρία.

Το έθνος ως βασική μονάδα πολιτικής συνομάδωσης και η συνακόλουθη πολιτική επιβίωσή του ως εγγύηση της φυσικής και πολιτικοοικονομικής επιβίωσης συγκεκριμένων ανθρώπων δεν έχουν καθόλου ξεπεραστεί πρακτικά ούτε σε ευρωπαϊκό ούτε σε διεθνές επίπεδο. Η άποψη ότι οι οικονομικές συγχωνεύσεις και οι διεθνείς τυποποιήσεις του δικαίου και της ηθικής θα μπορούσαν αφεαυτού τους να δημιουργήσουν υπερεθνικές οντότητες είναι ολότελα εσφαλμένη και δεν διαθέτει κανένα πολιτικό ή ιστορικό έρεισμα. Μάλιστα, η ίδια η ιστορική εμπειρία έχει αποδείξει το αντίθετο: η ίδια η πολιτική συμπεριφορά των Μεγάλων Δυνάμεων (ευρωπαϊκών και εξωευρωπαϊκών) μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου αποδεικνύει ότι καθόλου δεν θεωρούν πως η συγχώνευση των οικονομιών θα καταλύσει τα εθνικά οικονομικά και άλλα συμφέροντα ή ότι η μετατόπιση του κέντρου βάρους προς τα ζητήματα της οικονομίας θα εξαλείψει οριστικά τους εθνικούς ανταγωνισμούς [21].

Το έθνος λοιπόν, όχι απλώς δεν έχει ξεπεραστεί αλλά θα κληθεί να ανταποκριθεί στα αιτήματα των νέων καιρών υπό τη μορφή του κυρίαρχου κράτους. Η κρατική οργάνωση αποτελεί, και στο μέλλον θα ενταθεί η λειτουργία του αυτή, το καταφύγιο τόσο των μεγάλων όσο και των μικρών εθνών εν όψει της διαρκούς πολιτικής αβεβαιότητας που θα επιφέρει η επίκληση των αρχών της «οικουμενικής ηθικής» και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Το έθνος μόνο ως κράτος, δηλαδή ως οργανωμένη κρατική ισχύς μπορεί να επιτελέσει τις παρακάτω τρεις θεμελιώδεις λειτουργίες του:

ως μικρό ή μεγάλο έθνος να αντισταθεί στις ερμηνείες οικουμενικών αρχών, τις οποίες θεωρεί προκάλυμμα για επεκτατικές ορέξεις ξένων ισχυρών εθνών

ως μεγάλο έθνος να αντιμετωπίσει σε περίπτωση ανάγκης ακόμα και το σύνολο της διεθνούς κοινότητας

ως μικρό έθνος να μιλήσει ως ίσος προς ίσον μ’ ένα ισχυρό έθνος εφόσον και τα δύο αποτελούν, το καθένα για τον εαυτό του, ένα κράτος [22]

Καταλήγοντας στα καθ’ ημάς, η Ελλάδα οφείλει να αντιμετωπίσει πρωτίστως το έλλειμα μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής, οι βασικές αιτίες του οποίου εντοπίζονται στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος και την εμπλοκή σε ανεδαφικά ιδεολογήματα. Ο πολιτικός κόσμος απέτυχε να θωρακίσει το πολιτικό σύστημα θεσμικά ώστε τα εθνικά θέματα να μην υπόκεινται στην αήθη κομματική εκμετάλλευση και το εθνικό μας κράτος, εξαρχής ακρωτηριασμένο εδαφικά σε σχέση με το σύνολο του έθνους, προσπάθησε να αναπληρώσει την ιστορική, θεσμική και πολιτική του καχεξία με αυτάρεσκους μύθους.

Κάθε ουσιαστική στρατηγική συζήτηση οφείλει να παραμερίσει οποιουδήποτε είδους ιδεολογήματα και να μην υιοθετεί άκριτα συνθήματα∙ για παράδειγμα, να μην ταυτίζει τη «Δύση» με την «τεχνική» και τη «λατρεία της ύλης», στην οποία αντιπαρατίθεται το «πνεύμα» και «η ψυχή» της «ορθόδοξης Ανατολής». Ούτε και θα πρέπει να ταυτίζει τη Δύση με όλες εκείνες τις αξίες, με τις οποίες η ίδια θέλει αυτάρεσκα να ταυτίζεται: τον «ορθολογισμό», τον «διάλογο», τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Η Ελλάδα θα όφειλε να παραδειγματιστεί από τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι στρατηγικές συζητήσεις στη Γαλλία, την Αγγλία ή τις ΗΠΑ, όπου όλα τα σενάρια του πολέμου, ακόμα και τα πιο απίθανα, τίθενται στο τραπέζι των συζητήσεων και αποτελούν αντικείμενο ενδελεχούς εξέτασης και στάθμισης [23].

Η εποχή μας λοιπόν είναι μία εποχή εθνικής μοναξιάς, κατά την οποία οι ιδεολογικές μάσκες των «φίλων» και «συμμάχων» έχουν πέσει και έχουν αποκαλυφθεί οι πραγματικοί εχθροί πίσω από κίβδηλες «υπερεθνικές» διακηρύξεις. Καθώς κάθε φορά πεθαίνει ΜΙΑ μεμονωμένη ουτοπία και όχι Η Ουτοπία [24], είναι πια ώριμο αίτημα η διατύπωση του δικού μας οράματος για τη σύγχρονη ηθική ουτοπία: μία ισχυρή, κυρίαρχη και δημοκρατική πατρίδα.

Σημειώσεις και παραπομπές

[21] Παναγιώτης Κονδύλης, «Προϋποθέσεις, παράμετροι και ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής» στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 151 – 179.

[22] Παναγιώτης Κονδύλης, «Τέλος του κυρίαρχου κράτους ή αλλαγή της λειτουργίας του;», στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 39 – 48.

[23] Παναγιώτης Κονδύλης, «Ιδεολογίες και ελληνική εθνική στρατηγική», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 181 – 187.

[24] Παναγιώτης Κονδύλης, «Τι ήταν ο κομμουνισμός;», στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σελ. 149.

Βιβλιογραφία

Παναγιώτης Κονδύλης, Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 1998.

Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, Αθήνα: Θεμέλιο, 2007.

Παναγιώτης Κονδύλης, Θεωρία του Πολέμου. Πόλεμος και Πολιτική. Πόλεμος, Οικονομία και Κοινωνία. Πόλεμος και Επανάσταση. Ο Θερμός Πόλεμος μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ελληνοτουρκικός Πόλεμος, Αθήνα: Θεμέλιο, 2004.

Παναγιώτης Κονδύλης, Ισχύς και Απόφαση. Η διαμόρφωση των κοσμοεικόνων και το πρόβλημα των αξιών, Αθήνα: Στιγμή, 2012.

Παναγιώτης Κονδύλης, Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011.

Zygmunt Bauman, Και πάλι μόνοι: Η Ηθική μετά τη βεβαιότητα, Αθήνα: Έρασμος, 1998.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Και πάλι μόνοι: Η Τουρκία και οι ελληνικές αυταπάτες για την αποτροπή

Η οικονομική συνεργασία, η αλλαγή κυβέρνησης στην Άγκυρα και η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας παρουσιάζονται συχνά ως δρόμοι εξουδετέρωσης της απειλής. Η ανάλυση αμφισβητεί αυτές τις προσδοκίες και εξετάζει γιατί η αποτροπή απαιτεί εκτίμηση του συσχετισμού ισχύος και κατανόηση της σχέσης οικονομίας και πολιτικής.

Δημοσιεύτηκε

στις

Στο πρώτο μέρος εξετάσαμε τις εσωτερικές προϋποθέσεις της εθνικής ισχύος και τον τρόπο με τον οποίο το δημογραφικό, η οικονομία και το πελατειακό κράτος περιορίζουν τις δυνατότητες της Ελλάδας. Το δεύτερο μέρος στρέφεται στην εξωτερική απειλή. Εξετάζει τις αντιλήψεις που θολώνουν την εκτίμηση του τουρκικού επεκτατισμού και συνδέει το ζήτημα της αποτροπής με τη διαρκή επιδίωξη ισχύος, ακόμη και μέσα από την οικονομία.

Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου

Στη σφαίρα της γεωπολιτικής και των διεθνών σχέσεων, η αναφορά σε «εχθρούς» παραπέμπει σε ένα ξένο κράτος με επεκτατικές και αναθεωρητικές τάσεις. Ωστόσο, η θωράκιση του κάθε κράτους διασφαλίζεται πρώτα και κύρια εσωτερικά, με την κατάλληλη ιδεολογική σκευή των πολιτών που ειδικότερα αφορά την λεγόμενη «κουλτούρα ασφάλειας», την αντίληψη δηλαδή που θα έπρεπε να διαποτίζει το σύνολο των πολιτών σχετικά με την ασφάλεια του κράτους. Δυστυχώς, οι επικρατούσες «ειρηνιστικές» θεωρίες διέπονται από μία σύγχυση βούλησης και πραγματικότητας: αγνοώντας την (θλιβερή μα υπαρκτή) πραγματικότητα ότι ο πόλεμος εμφανίστηκε πριν από την ειρήνη [12], θεωρούν πως ξορκίζουν το κακό του πολέμου μέσα από την άρνηση της ύπαρξής του τη στιγμή που μαίνονται άπειρες πολεμικές συγκρούσεις στον πλανήτη, και μάλιστα τα τελευταία χρόνια και στη γειτονιά μας.

Αν αποφασίζαμε να εστιάσουμε στους κύριους άξονες, γύρω από τους οποίους εντοπίζεται η σύγχυση που αφορά στα εθνικά ζητήματα, μπορούμε να πούμε πως βασικά αφορούν δύο βασικά ζητήματα :

α. τη σύγχυση των επιπέδων της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής αναφορικά με την ορθή πρόσληψη του εχθρού και

β. τον ρόλο του εθνικού κράτους στον 21ο αιώνα, κατά τον οποίο διακηρύσσεται διαρκώς η « συγχώνευση της οικονομίας με την πολιτική» και ο «οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, η ηγεσία της χώρας (πολιτική και στρατιωτική) οφείλει πρωτίστως να συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα της αποτροπής, δηλαδή να έχει διαγνώσει ορθά τον χαρακτήρα και την έκταση της επαπειλούμενης σύγκρουσης. Ειδικότερα, σε σχέση με την Τουρκία, που αποτελεί και τον βασικό εχθρό της χώρας, αντί να αποτελεί βασική πολιτική θέση ότι η αύξουσα τουρκική πίεση οφείλεται στην αυξανόμενη διαφορά του γεωπολιτικού δυναμικού μεταξύ των χωρών, η προσέγγιση του ζητήματος αποκλίνει προς άλλες ιδεολογικές παραμέτρους.

Μία πρώτη λάθος εκτίμηση εκκινεί από τις φιλελεύθερες αυταπάτες και ιδεοληψίες που εδράζονται στην αντίληψη ότι η οικονομική ανάπτυξη και συνεργασία θα αμβλύνουν τις διαφορές και θα αποτρέψουν τον πόλεμο. Ακολουθώντας αυτή τη γραμμή σκέψης, ο τουρκικός επεκτατισμός αποδίδεται στον «οθωμανισμό» και τον «ασιατικό χαρακτήρα» της Τουρκίας και συνεπώς εξάγεται το συμπέρασμα ότι μόλις η Τουρκία ακολουθήσει το δυτικό φωτισμένο παράδειγμα, θα υπερβεί τους «εθνικιστικούς αταβισμούς» [13], θα υποκαταστήσει τις στρατιωτικές από τις οικονομικές δραστηριότητες και τότε θα πάψει να αποτελεί απειλή.

Μία δεύτερη – εξίσου άστοχη – εκτίμηση αποτελεί η αριστερή παραλλαγή της πρώτης, δηλαδή του οικουμενικού οικονομισμού. Σύμφωνα με αυτήν, ο τουρκικός επεκτατισμός συνιστά προσπάθεια της άρχουσας τάξης να αποσπάσει την προσοχή των μαζών από τα άλυτα εσωτερικά προβλήματα και θα υποχωρήσει μόλις αναλάβουν την πολιτική διαχείριση της χώρας δημοκρατικές και σοσιαλιστικές δυνάμεις. Η επιχειρηματολογία αυτή είναι έκθετη τόσο πολιτικά όσο και εμπειρικά. Δεν εξηγεί γιατί ο λαός αφήνεται να περισπασθεί «ειδικά με αυτόν τον τρόπο», τι του αρέσει και επιλέγεται αυτή η περίσπαση προκειμένου να παραπλανηθεί. Επίσης, η πραγματικότητα δείχνει πως και «οι λαοί» υιοθετούν τον επεκτατισμό των «ισχυρών»∙ ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί και η σημερινή Τουρκία, στην οποία δεν αποτυπώνεται αποδοκιμασία τμήματος του τουρκικού λαού απέναντι στην τουρκική κατοχή της Κύπρου και τις τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο. Αυτό συμβαίνει για καθαρά πολιτικούς λόγους και όχι επειδή οι Τούρκοι σοσιαλιστές είναι «Οθωμανοί». Ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Ετσεβίτ που διέταξε την εισβολή έπραξε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που έπραξαν και οι ομοϊδεάτες του Γάλλοι «σοσιαλιστές» τόσο στον αιμοσταγή αποικιακό πόλεμο που διεξήγαγαν στην Αλγερία όσο και το 1956 στην επέμβαση στη διώρυγα του Σουέζ.

Τέλος, μία τρίτη λανθασμένη πρόσληψη του εχθρού εκκινεί από παραλείψεις και λανθασμένες εκτιμήσεις της ελληνικής πολιτικής. Η άποψη ότι η Τουρκία θα «εξημερωθεί» ως προς τις επεκτατικές της διαθέσεις αν ενταχθεί στην Ευρώπη εντάσσεται σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο. Η σχέση, ωστόσο, της Τουρκίας με την Ευρώπη δεν οδηγεί στον εξευγενισμό της αλλά σε ένα διαρκές παζάρι διεκδικήσεων, από το οποίο θα βγει χαμένη η Ελλάδα αφού η Ευρώπη θα επιθυμεί να την κατευνάσει πιέζοντας την χώρα μας να αποδεχτεί τις τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και την Κύπρο [14].

Η ανάλυση επεκτείνεται στον ρόλο του εθνικού κράτους στην σημερινή πλανητική εποχή. Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται από τη συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία και – σε επίπεδο ρητορικής – τον οικουμενισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία δεν οδήγησε, όπως διακηρύσσεται διαρκώς, στην απόλυτη κυριαρχία της οικονομίας και τον εξοβελισμό της πολιτικής. Οδήγησε στην κατάσταση, κατά την οποία η πολιτική είναι υποχρεωμένη να ασχολείται συνεχώς και συστηματικά με την οικονομία ενώ συνάμα οι αλλαγές του πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων υλοποιούνται πολύ συχνά μέσω της ανακατανομής του εθνικού εισοδήματος ή μέσω θεσμοποιημένων κοινωνικών αγώνων. Στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας σημειώνεται μία αξιοσημείωτη διάσταση ανάμεσα στο γεγονός ότι μεγάλα τμήματα της οικονομίας ανήκουν στην ιδιωτική ιδιοκτησία και στο γεγονός ότι τα οικονομικά ζητήματα αποκτούν δημόσιο χαρακτήρα. Συνεπώς. η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία δεν συνεπάγεται εξασθένηση της πολιτικής∙ αντιθέτως, σημαίνει μία αναγκαία συνύφανση της πολιτικής έννοιας του γενικού συμφέροντος με οικονομικά ζητήματα στο πλαίσιο μιας κοινωνίας όπου κυριαρχούν οι διαδικασίες της μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης.

Οι πτυχές της πολιτικής που παραμένουν παρούσες στη συγχώνευση αυτή είναι καταρχήν το γεγονός ότι ένα βασικό πολιτικό μέγεθος, όπως η εσωτερική τάξη εξαρτάται από την απόδοση της οικονομίας. Επίσης, η πολιτική ασκείται εξίσου μέσω της κατανομής και ανακατανομής οικονομικών και πολιτικών αγαθών, δηλαδή ισχύος και εξουσίας. Η ερμηνεία δηλαδή των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» νοείται υλικά/οικονομικά και εξισωτικά, αφορά δηλαδή ίσα τυπικά δικαιώματα για όλους. Τέλος, η πολιτική εξαρτάται όλο και περισσότερο από την τελευταία λέξη της τεχνικής προκειμένου να επιδιώξει ισχύ με την παραδοσιακή στρατηγική και γεωπολιτική έννοια του όρου. Πιο συγκεκριμένα, η τρίτη βιομηχανική επανάσταση, η ακμή της οποίας συνέπεσε με την ωρίμανση της μαζικής δημοκρατίας μετά τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο κατάργησε τα σύνορα μεταξύ «πολιτικής» και «στρατιωτικής» τεχνολογίας στη βάση της ανάπτυξης της ηλεκτρονικής και του αυτοματισμού. Η μετάβαση από τον πολιτικό στον στρατιωτικό τομέα της οικονομίας συντελείται πια όλο και πιο αβίαστα αφού και στη στρατιωτική και στην πολιτική τεχνολογία γίνεται χρήση των ίδιων μεθόδων εργασίας, ακόμα και μηχανημάτων. Συνεπώς, η φιλελεύθερη διάκριση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας είναι πλέον αναχρονιστική. Αν θεωρήσουμε πως η οικονομία είναι ο βασιλιάς της εποχής μας, τότε η επιδίωξη ισχύος υποχρεωτικά θα ακολουθήσει το μονοπάτι της οικονομίας. Είναι εσφαλμένη, τόσο λογικά όσο και ανθρωπολογικά, η ταύτιση της επιδίωξης ισχύος αποκλειστικά με την πολιτική, η οποία εκλαμβάνεται ως εξωοικονομικό μέγεθος και από την έκλειψη της δεύτερης (της πολιτικής) να συμπεραίνουμε ή να προσδοκούμε την αναπόδραστη εξάλειψη της πρώτης (της επιδίωξης ισχύος) [15].

Σημειώσεις και παραπομπές

[12] Κάρολος Μαρξ, Βασικές Γραμμές της κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, 1857 – 1858, Αθήνα: Στοχαστής, 2022.

[13] Η λέξη χρησιμοποιείται με μεταφορική σημασία και σημαίνει την αναβίωση παλιών, ξεπερασμένων ιδεών, ενστίκτων και συμπεριφορών που θεωρούσαμε ότι ανήκουν στο παρελθόν.

[14] Παναγιώτης Κονδύλης, « Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου» στο Θεωρία του Πολέμου. Πόλεμος και Ειρήνη. Πόλεμος, Οικονομία και Κοινωνία. Πόλεμος και Επανάσταση. Ο Θερμός Πόλεμος μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ελληνοτουρκικός Πόλεμος, Αθήνα: Θεμέλιο, 2004, σσ. 403 – 409.

[15] Παναγιώτης Κονδύλης, «Η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία» στο Πλανητική Πολιτική στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 30 – 39.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO30 δευτερόλεπτα πριν

Ψευδαίσθηση οι εγγυήσεις από τις ΗΠΑ – Η αποτροπή απαιτεί αποφασιστικότητα

Ο αντιστράτηγος ε.α., μιλώντας στον Θήτα FM και τη Βασιλική Πολίτου, απορρίπτει τις θριαμβολογίες για την επίσκεψη Ρούμπιο, προειδοποιεί για...

Απόψεις1 ώρα πριν

Η επανάσταση των νέων στην Ευρώπη, όταν οι ηγεσίες δεν ακούν, τότε οι δρόμοι γεμίζουν

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που οι πολιτικές της ηγεσίες δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν. Από τα σχολεία της Γαλλίας...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Κυριάκος Μητσοτάκης σε μοναστήρια: Πολιτική συνέπεια ή μια νέα Βαβέλ της εποχής μας;

Χριστιανική γραμματεία, ιεροί κανόνες, κανονικό δίκαιο, γεωπολιτική και βιο-ηθική. Άρθρο γνώμης του Δρ. Αλέξιου Παναγόπουλου.

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Η Ελλάδα χρειάζεται εθνική στρατηγική για να επιβιώσει

Το εθνικό κράτος εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό πλαίσιο πολιτικής προστασίας και συλλογικής επιβίωσης. Το τελευταίο μέρος καταλήγει στο ελληνικό...

Ιστορία - Πολιτισμός4 ώρες πριν

Η Ινδία χτίζει το μέλλον χωρίς να εγκαταλείπει το παρελθόν της – Το αναπτυξιακό μοντέλο που συνδυάζει παράδοση, τεχνολογία και οικονομική ισχύ

Από το εμβληματικό Ταζ Μαχάλ και την ιστορική κληρονομιά της Άγκρα μέχρι το Χρηματιστήριο της Βομβάης και την ψηφιακή επανάσταση...

Δημοφιλή