Διεθνή
Ακόμη πιο βαθιά η Τουρκία στο συριακό αδιέξοδο
Μέχρι τώρα η Τουρκία είχε προσπαθήσει να έχει μια εμπλοκή στη συριακή κρίση που να εξυπηρετεί τον όποιον σχεδιασμό είχε και ταυτόχρονα να την προφυλάσσει από κινδύνους. Για μια χώρα που ούτως ή άλλως είχε για πολλά χρόνια έναν όχι και τόσο χαμηλής έντασης πόλεμο με το κουρδικό αντάρτικο το κόστος φάνταζε διαχειρίσιμο. Όμως, οι εξελίξεις στην Ιντλίμπ με τα δεκάδες θύματα μεταξύ των τουρκικών ένοπλων δυνάμεων, ύστερα από την αντεπίθεση των συριακών κυβερνητικών δυνάμεων μετά την ανακατάληψη της Σαρακέμπ από δυνάμεις υποστηριζόμενες από την Τουρκία, διαμορφώνει νέα δεδομένα.
Οι ανακοινώσεις της τουρκικής κυβέρνησης, ύστερα από έκτακτη σύσκεψη στις 27 Φεβρουαρίου ότι πλέον θα πληγούν στόχοι της συριακής κυβέρνησης παραπέμπουν σε μια ακόμη μεγαλύτερη κλιμάκωση των τουρκικών πολεμικών επιχειρήσεων με ανοιχτό το ερώτημα για το εάν και πώς θα γίνουν αυτές, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι ο εναέριος χώρος της Συρίας παραμένει σε μεγάλο βαθμό υπό τον έλεγχο των ρωσικών δυνάμεων που υποστηρίζουν τη συριακή κυβέρνηση.
Επιπλέον, πέραν των αναμενόμενων υψηλών τόνων, δεδομένου και του μεγέθους των απωλειών, δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι η νέα κλιμάκωση συνδυάζεται με μια εμφανή στρατηγική αποκλιμάκωσης της τουρκικής εμπλοκής στη συριακή κρίση.
Μια εμπλοκή που πάντα χρειάστηκε την ανοχή άλλων δυνάμεων
Παρότι η Τουρκική εμπλοκή στη συριακή κρίση, ξεκινώντας από τα αρχή της υποστήριξης τμήματος της αντιπολίτευσης, μέχρι τη σημερινή κλιμάκωση της αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων στην Ιντλίμπ, αποτέλεσε την πιο μεγάλη «προβολή ισχύος» και τη διεκδίκηση ρόλου περιφερειακής δύναμης από τη μεριά της Τουρκίας, την ίδια στιγμή εξαρχής ήταν μία κίνηση που δεν μπορούσε να σταθεί από μόνη της, χωρίς τη στήριξη ή την ανοχή άλλων δυνάμεων.
Αυτό φάνηκε και στην αρχή όταν η Τουρκία είδε σταδιακά άλλες δυνάμεις, όπως ήταν η Σαουδική Αραβία, να στηρίζουν άλλες μερίδες της αντιπολίτευσης από αυτές που στήριζε η ίδια και το Κατάρ, και αργότερα με την ανάδυση του κινδύνου από το Ισλαμικό Κράτος αλλά και σήμερα γύρω από την Ιντλίμπ. Σε όλες τις περιπτώσεις η Τουρκία στηρίχτηκε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στη στήριξη ή την ανοχή άλλων δυνάμεων.
Η ανοχή της Ρωσίας μέχρι τώρα
Από ένα σημείο και μετά η Τουρκία στηρίχτηκε στην παρουσία και την ανοχή της Ρωσίας, καθώς η Μόσχα αναδύθηκε τα τελευταία χρόνια ως η μόνη δύναμη που προσπαθούσε να μεθοδεύσει μια πολιτική διέξοδο, ιδίως από τη στιγμή που κατέστη σαφές ότι δεν ετίθετο ζήτημα ανατροπής της κυβέρνησης Άσαντ.
Κυρίως δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ήταν η Ρωσία αυτή που εγγυήθηκε στην Τουρκία ότι δεν θα διαμορφωθεί μια οιονεί κουρδική κρατική οντότητα, την ώρα που οι ΗΠΑ στηρίζονταν πρωτίστως στις κουρδικές δυνάμεις πολιτοφυλακής, ενώ χωρίς τη ρωσική ανοχή η Τουρκία δεν θα είχε μπορέσει να πραγματοποιήσει την εισβολή στην περιοχή της Αφρίν που ήταν το πρώτο βήμα περιορισμού των υπό κουρδικό έλεγχο περιοχών.
Αντίστοιχα, μετά την ανακοίνωση της μερικής αμερικανικής αποχώρησης από τη βορειοανατολική Συρία ήταν πάλι η Ρωσία που εγγυήθηκε τελικά τη δυνατότητα της Τουρκίας να αποκτήσει τη ζώνη ασφαλείας που διεκδικούσε, έστω και σε μικρότερη έκταση.
Και βέβαια, η ίδια η τουρκική παρουσία στην Ιντλίμπ και η διάσωση των ένοπλων ισλαμικών ομάδων που υποστηρίζει και που βρίσκονται στην περιοχή της Ιντλίμπ, ήταν το αποτέλεσμα της συναίνεσης που έδωσε η Ρωσία και η οποία αποτυπώθηκε στη συμφωνία του Σότσι το 2018.
Το τέλος της ρωσικής υπομονής
Όμως, η Ρωσική παρουσία στη Συρία δεν αποσκοπούσε απλώς στο να εξασφαλίσει κάποιες ισορροπίες. Η Ρωσία διεκδικούσε και διεκδικεί να είναι η δύναμη που θα μπορούσε να εγγυηθεί μια πολιτική λύση, που να εξασφαλίζει την εδαφική και πολιτική ακεραιότητα της Συρίας και τη δρομολόγηση μιας συνεννόησης ανάμεσα στην κυβέρνηση Άσαντ και τα πιο πολιτικά τμήματα της αντιπολίτευσης, τραβώντας μιας διαχωριστική γραμμή με τις οργανώσεις που θεωρεί τρομοκρατικές. Σε αυτό το πλαίσιο θεωρούσε δόκιμη την τουρκική ανησυχία σε σχέση με το κουρδικό και αποδέχτηκε το δικαίωμα της Άγκυρας να έχει ένα λόγο, όμως δεν δέχτηκε ποτέ να είναι απλώς μια δύναμη που εξυπηρετούσε τις τουρκικές «προβολές ισχύος».
Εντός αυτού του πλαισίου η Μόσχα μπορούσε να επιδεικνύει ευελιξία και να προτείνει συμβιβασμούς. Η συμφωνία του Σότσι ήταν ένα τέτοιο παράδειγμα. Η Τουρκία θα διέσωζε τις ένοπλες δυνάμεις που στηρίζει, όμως υπό τον όρο ότι θα αναλάμβανε αυτή τη διαδικασία απομάκρυνσης και αφοπλισμού των πιο επιθετικών ένοπλων ισλαμιστικών οργανώσεων που είχαν βρεθεί εκεί και κυρίως αυτών που είχαν σχέση με αυτό που ήταν προηγουμένως η Αλ Κάιντα στη Συρία.
Την ίδια ώρα η Τουρκία προσπάθησε να εκμεταλλευτεί αυτή τη συμφωνία για να μπορέσει να διευρύνει την παρουσία της στη Συρία, εκτός όλων των άλλων και ελπίζοντας ότι θα μπορέσει να μεταφέρει πρόσφυγες που είναι στο έδαφός της στις περιοχές όπου υπήρχε ενισχυμένη κουρδική παρουσία, με σκοπό τη διαμόρφωση ευνοϊκότερης πληθυσμιακής σύνθεσης.
Όμως, για τη Μόσχα ο συγκεκριμένος συμβιβασμός είχε πάντα ένα όριο, μια ημερομηνία λήξης, που ήταν η σταδιακή απομάκρυνση των ομάδων που η κυβέρνηση θεωρεί τρομοκρατικές και η επέκταση της κυριαρχίας της συριακής κυβέρνησης και σε αυτή την περιοχή.
Η Τουρκία από τη μεριά της θεωρούσε ότι αυτό θα διακύβευε τη δική της παρουσία συμπεριλαμβανομένου του τρόπου που θέλει να χρησιμοποιήσει τη μετεγκατάσταση των προσφύγων.
Η κλιμάκωση της σύγκρουσης
Το όριο του συμβιβασμού φάνηκε όταν οι συριακές κυβερνητικές δυνάμεις, με την υποστήριξη ρωσικών και ιρανικών δυνάμεων, άρχισαν να διεκδικούν μεγαλύτερο τμήμα της επαρχίας της Ιντλίμπ, ιδίως από τη στιγμή που απέκτησαν και μεγαλύτερο έλεγχο στην περιοχή του Χαλεπιού. Αυτό επιτάθηκε και από τη διαπίστωση ότι υπήρχαν επιθέσεις εναντίον τους προερχόμενες από αυτές τις περιοχές. Επίκεντρο της διεκδίκησης ο έλεγχος των δύο αυτοκινητοδρόμων, του Μ4 και το Μ5 που είναι κομβικοί για την επικοινωνία ανάμεσα στις διαφορετικές περιοχές της χώρας.
Απέναντι σε αυτό η Τουρκία επέλεξε να κλιμακώσει τη στρατιωτική εμπλοκή της επιδιώκοντας να ανακόψει την κίνηση των κυβερνητικών δυνάμεων. Ανάμεσα στις 2 και τις 22 Φεβρουαρίου περίπου 2700 τουρκικά στρατιωτικά οχήματα όλων των ειδών μπήκαν στο συριακό έδαφος και ο αριθμός των τούρκων στρατιωτών στην περιοχή της Ιντλίμπ έφτασε τις 7400. Μόνο που αυτή η κλιμάκωση της παρουσίας σήμαινε και την κλιμάκωση των τουρκικών απωλειών.
Ακόμη και η μεγαλύτερη πρόσφατη επιτυχία των τουρκικών δυνάμεων και των ένοπλων ομάδων της αντιπολίτευσης που στηρίζουν, δηλαδή η ανακατάληψη της Σαρακέμπ ήρθε με κόστος απωλειών, με αποκορύφωμα τα τουλάχιστον 33 θύματα στις 27 Φεβρουαρίου.
Παρότι η ανακατάληψη της Σαρακέμπ, που έσπασε την πολιορκία σε ορισμένες τουρκικές θέσεις ήταν η πρώτη απώλεια πρόσφατα κατακτημένης περιοχής από τις κυβερνητικές δυνάμεις, εντούτοις οι τελευταίες συνεχίζουν να καταλαμβάνουν θέσεις στην περιοχή της Σαλ Αλ-Γκαμπ, στην περιφέρεια της Χάμα, πλησιάζοντας το να την ελέγξουν πλήρως.
Παρότι η ρητορική του Ερντογάν, ιδίως μετά τις εξελίξεις στις 27 Φεβρουαρίου, παραπέμπει σε μια συνολική αντιπαράθεση με τις συριακές κυβερνητικές δυνάμεις και παρά την ύπαρξη επιμέρους επιτυχιών όπως η ανακατάληψη της Σαρακέμπ. η Τουρκία γνωρίζει καλά ότι δεν μπορεί να κερδίσει αυτό τον πόλεμο, εάν τον δει ως γενικευμένη σύγκρουση με τη συριακή κυβέρνηση, ιδίως όταν αυτή έχει τη στήριξη μαχητών υποστηριζόμενων από το Ιράν και φυσικά της ρωσική αεροπορίας, την ώρα που η αμερικανική υποστήριξη στην Τουρκία είναι περισσότερο ρητορική και οι ΗΠΑ, που καλούν σε άμεση κατάπαυση πυρός, δεν έχουν δείξει διάθεση παραπέρα εμπλοκής. Ανεξαρτήτως ρητορικής, η Τουρκία πολύ δύσκολα μπορεί να κερδίσει έναν πόλεμο ενάντια στις κυβερνητικές δυνάμεις.
Ούτε θέλει η Άγκυρα να προχωρήσει σε μια συνολική ρήξη με τη Μόσχα και γιατί έχει μαζί ένα ευρύ φάσμα οικονομικών και πολιτικών συνεργασιών και γιατί δεν θέλει να διακυβεύσει τις εγγυήσεις που έμπρακτα προσφέρει ως προς το κουρδικό ζήτημα.
Η διαρκής αντίφαση της τουρκικής πολιτικής
Αυτό εξηγεί και τη διαρκή αντίφαση της τουρκικής πολιτικής. Από τη μια να υψώνει τους τόνους και να κλιμακώνει την εμπλοκή και από την άλλη να ξέρει ότι δεν μπορεί μεσοπρόθεσμα να κερδίσει με όρους καθαρά στρατιωτικούς.
Από τη μια, το προηγούμενο διάστημα να έχει έρθει σε αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ για τη στήριξή τους στους Κούρδους και τώρα να ζητά αμερικανική εμπλοκή σε μια σύγκρουση από την οποία οι ΗΠΑ έχουν σε μεγάλο βαθμό αποχωρήσει. Από τη μια να αρνείται τις ρωσικές προτάσεις και από την άλλη να αντιλαμβάνεται ότι μόνο η Ρωσία μπορεί να εγγυηθεί ένα συμβιβασμό.
Από τη μια να γνωρίζει τα όρια της εμπλοκής στη Συρία και από την άλλη να κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με παρατεταμένη και αιματηρή σύγκρουση, με μεγάλο κόστος και η οποία θα την κάνει μέρος του προβλήματος και όχι του συνασπισμού που θα φέρει την λύση.
Η ρωσική πρόταση και η τουρκική παλινωδία
Η Μόσχα σε αυτή τη φάση δεν επιθυμεί να εξυπηρετήσει τα τουρκικά σχέδια. Είναι διατεθειμένη να προσφέρει ένα συμβιβασμό και να εγγυηθεί και ότι η Τουρκία δεν θα φαντάζει ηττημένη, αλλά υπό τον όρο ότι δεν θα αναιρεθεί ο πραγματικός συσχετισμός δύναμης και οι θέσεις που κατέκτησαν οι κυβερνητικές δυνάμεις. Αυτό σηματοδοτεί η θέση ότι δεν μπορούν να επιστρέψουν τα πράγματα σε αυτά που προέβλεπε η συμφωνία του Σότσι.
Αυτό αποτυπώθηκε στη ρωσική πρόταση για ζώνη βάθους 16 χιλιομέτρων υπό τουρκικό έλεγχο, ρωσικό έλεγχο των περασμάτων ανάμεσα στην Ιντλίμπ και την Αφρίν, κοινό ρωσικό και τουρκικό έλεγχο των αυτοκινητοδρόμων και μετακίνηση προς τα σύνορα των τουρκικών παρατηρητηρίων.
Παράλληλα, η Ρωσία επιμένει ότι δεν μπορεί να υπάρξει λύση εάν δεν αντιμετωπιστούν οι ομάδες που χαρακτηρίζει ως τρομοκρατικές και χρησιμοποιούν ως ορμητήριο την περιοχή της Ιντλίμπ.
Παράλληλα, η Μόσχα επιμένει ότι η συζήτηση για πολιτική λύση οφείλει να γίνει μεταξύ των δυνάμεων που συμμετέχουν στην «διαδικασία της Αστάνα» δηλαδή της Ρωσίας, της Τουρκίας και του Ιράν, απορρίπτοντας την τουρκική πρόταση για τετραμερή συνάντηση Τουρκίας, Ρωσίας, Γερμανίας και Γαλλίας.
Η Τουρκία σε αυτή τη φάση δυσκολεύεται να δεχτεί τους ρωσικούς όρους, την ώρα που δεν μπορεί να επιβάλει κάποιους διαφορετικούς. Περισσότερο δείχνει να συνδυάζει τη στρατιωτική πίεση με την πολιτική ελπίζοντας ότι θα μπορέσει να υπάρξει μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός που αφενός να της δίνει κάποιες από τις προηγούμενες θέσεις της, αφετέρου να της επιτρέψει να μην εμπλακεί παραπέρα σε πολεμικές επιχειρήσεις. Ωστόσο σε πρώτη φάση, αυτό που έχει πετύχει είναι να είναι αντιμέτωπη με ακόμη μεγαλύτερη πολεμική εμπλοκή. Η Μόσχα, από τη μεριά της έδειξε να πιστεύει ότι είναι η Τουρκία που πρέπει να παραμείνει υπό πίεση ώστε να έρθει με πιο ρεαλιστικό πνεύμα στη διαπραγμάτευση. Βέβαια, η Μόσχα δεν δείχνει να επιθυμεί και μια γενικευμένη σύγκρουση, στο βαθμό που θέλει να κατοχυρωθεί ως δύναμη που εγγυάται την ειρήνη στην περιοχή.
Πάντως είναι ενδεικτικό ότι η Τουρκία αποφεύγει να επιρρίπτει ευθύνες στις ρωσικές δυνάμεις, στοχοποιώντας μόνο τις κυβερνητικές δυνάμεις, την ίδια ώρα που η Ρωσία διαβεβαίωσε ότι η ρωσική αεροπορία δεν είχε συμμετοχή στην επίθεση κατά των τουρκικών δυνάμεων. Ωστόσο, το Ρωσικό Υπουργείο Άμυνας έσπευσε να υπογραμμίσει ότι οι τουρκικές δυνάμεις που δέχτηκαν την επίθεση ήταν σε περιοχή που δρούσαν τρομοκράτες, ότι με βάση την ενημέρωση που είχαν από την Τουρκία δεν μπορούσαν να ήταν εκεί τουρκικές δυνάμεις και ότι η Ρωσία πήρε πρωτοβουλία για να σταματήσουν τα πυρά των συριακών κυβερνητικών δυνάμεων.
Η ρωσική διάθεση να υπάρξουν πολιτικές πρωτοβουλίες φάνηκε και στο γεγονός ότι τελικά στην επικοινωνία που είχαν στις 28 Φεβρουαρίου ο Πούτιν με τον Ερντογάν συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί συνάντησή τους. Πάντως ο Σεργκέι Λαβρόφ φρόντισε να θέσει τα όρια της ρωσικής στάσης: «Ο Συριακός Στρατός έχει το δικαίωμα να σταματήσει τους τρομοκράτες στην Ιντλίμπ. Η Ρωσία δεν μπορεί να αποτρέψει τον Συριακό στρατό από το να το κάνει. Είμαστε σε συνεχή διάλογο με την Τουρκία».
Πηγή www.in.gr
Διεθνή
Ένοπλος Αζέρος πέρασε στην Αρμενία και πυροβόλησε μητέρα μπροστά στα παιδιά της! Σε πόλη αδελφοποιημένη με τη Νέα Σμύρνη το περιστατικό
Απαγγέλθηκαν συνολικά πέντε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων παράνομη διέλευση των κρατικών συνόρων της Αρμενίας, λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, παράνομη διακίνηση όπλων και πυρομαχικών, παράνομη είσοδος σε κατοικία παρά τη θέληση του ιδιοκτήτη και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, μεταξύ άλλων με τη χρήση πυροβόλου όπλου.
Αρμενικό δικαστήριο διέταξε την προφυλάκιση, για διάστημα δύο μηνών, του Αζέρου στρατιωτικού Νασίμ Ογλού Ραχίμ Μουσάγιεβ, ο οποίος κατηγορείται ότι πέρασε παράνομα στην Αρμενία και πυροβόλησε μια γυναίκα μέσα στο σπίτι της, στον οικισμό Σάκι της επαρχίας Σιουνίκ. Η πόλη απέχει 15 χιλιόμετρα από τα σύνορα και 3 χιλιόμετρα από την πόλη Σισιάν που είναι πόλη αδελφοποιημένη με την Νέα Σμύρνη.
Σε βάρος του Μουσάγιεβ έχουν απαγγελθεί συνολικά πέντε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων παράνομη διέλευση των κρατικών συνόρων της Αρμενίας, λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, παράνομη διακίνηση όπλων και πυρομαχικών, παράνομη είσοδος σε κατοικία παρά τη θέληση του ιδιοκτήτη και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, μεταξύ άλλων με τη χρήση πυροβόλου όπλου.
Δύο από τις κατηγορίες προστέθηκαν την Παρασκευή. Αρχικά, η Γενική Εισαγγελία είχε ανακοινώσει κατηγορίες για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης με τη χρήση όπλου, παράνομη κατοχή πυροβόλου όπλου και παραβίαση του απαραβίαστου της κατοικίας. Η παράνομη διέλευση των συνόρων δεν περιλαμβανόταν αρχικά, παρά το γεγονός ότι το ίδιο το Αζερμπαϊτζάν είχε επιβεβαιώσει πως ο στρατιωτικός είχε περάσει στην Αρμενία.
Την Παρασκευή οι εισαγγελικές αρχές ξεκίνησαν ξεχωριστή ποινική διαδικασία για την παράνομη διέλευση των συνόρων και το λαθρεμπόριο όπλων, η οποία στη συνέχεια συγχωνεύθηκε με την κύρια υπόθεση.
Σύμφωνα με τις αρμενικές αρχές, ο Μουσάγιεβ πέρασε παράνομα τα σύνορα και εισήλθε σε κατοικία στον οικισμό Σάκι την Πέμπτη 1η Οκτωβρίου. Όταν έγινε αντιληπτός, άνοιξε πυρ. Η 39χρονη ιδιοκτήτρια του σπιτιού τραυματίστηκε από σφαίρα στο πόδι, μπροστά στα τρία παιδιά της. Η γυναίκα διακομίστηκε αρχικά στο Ιατρικό Κέντρο Σισιάν και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Γερεβάν. Η κατάστασή της είναι σταθερή και η ζωή της δεν διατρέχει κίνδυνο.
Κατά τη διάρκεια του περιστατικού τραυματίστηκαν επίσης δύο από τα παιδιά της. Σύμφωνα με το Armenpress, πρόκειται για ένα 15χρονο παιδί, το οποίο υπέστη κάταγμα στον δεξιό καρπό, και ένα 12χρονο, που υπέστη κάκωση μαλακών μορίων. Η κατάσταση της υγείας τους χαρακτηρίζεται ικανοποιητική, ενώ τα παιδιά έλαβαν ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη.
Μετά το περιστατικό, ο Μουσάγιεβ διέφυγε από το σπίτι. Εντοπίστηκε αργότερα σε άλλη διεύθυνση στον ίδιο οικισμό και συνελήφθη. Σύμφωνα με τις τοπικές αρχές, όταν εντοπίστηκε δεν φορούσε στρατιωτική στολή. Οι αστυνομικοί ακολούθησαν ίχνη αίματος που είχε αφήσει πίσω του, καθώς και ο ίδιος είχε τραυματιστεί. Μετά τη σύλληψή του μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο υπό αστυνομική φρουρά.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το περιστατικό σημειώθηκε μόλις δύο ημέρες μετά την επίσημη ενημέρωση της αρμενικής πλευράς από την Υπηρεσία Κρατικής Ασφάλειας του Αζερμπαϊτζάν. Στις 29 Σεπτεμβρίου, το Μπακού είχε ενημερώσει την Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας της Αρμενίας ότι ένας στρατιώτης είχε εγκαταλείψει τη μονάδα του υπό άγνωστες συνθήκες και ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να είχε περάσει στην Αρμενία.
Μετά την ενημέρωση αυτή, αρμενικές και αζερικές υπηρεσίες ξεκίνησαν επιχειρήσεις για τον εντοπισμό του. Ωστόσο, ο Μουσάγιεβ κατάφερε να φτάσει σε κατοικημένη περιοχή του Σιουνίκ και να εισέλθει σε σπίτι, όπου άνοιξε πυρ εναντίον μιας οικογένειας.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ερωτήματα για το πώς ένας ένοπλος στρατιωτικός, για την παρουσία του οποίου είχε ήδη ενημερωθεί το Γερεβάν, κατάφερε να φτάσει μέχρι κατοικημένη περιοχή χωρίς να εντοπιστεί. Παραμένει επίσης άγνωστο εάν οι κάτοικοι του Σάκι και των γειτονικών κοινοτήτων είχαν ενημερωθεί για την πιθανή παρουσία ένοπλου Αζέρου στρατιωτικού στην περιοχή.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει αντιδράσεις στην Αρμενία. Την Παρασκευή, η νεολαία της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας (ARF) πραγματοποίησε συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από το κτίριο της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφάλειας στο Γερεβάν. Οι διαδηλωτές ζήτησαν να μην παραδοθεί ο Μουσάγιεβ στο Αζερμπαϊτζάν χωρίς όρους και προϋποθέσεις και να εξεταστεί το ενδεχόμενο ανταλλαγής του με Αρμένιους που κρατούνται στο Αζερμπαϊτζάν.
Η Γενική Εισαγγελία του Αζερμπαϊτζάν ανακοίνωσε το βράδυ της Πέμπτης ότι ξεκίνησε δική της ποινική έρευνα σχετικά με την παράνομη είσοδο του στρατιωτικού στην Αρμενία. Το υπουργείο Άμυνας του Αζερμπαϊτζάν, ωστόσο, δεν έχει μέχρι στιγμής προβεί σε επίσημη δήλωση για την υπόθεση.
Το περιστατικό θυμίζει ανάλογη υπόθεση που σημειώθηκε στο Σιουνίκ τον Απρίλιο του 2023, όταν δύο Αζέροι στρατιωτικοί εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και πέρασαν στην Αρμενία. Ο ένας, ο Χουσεΐν Αχούντοφ, καταδικάστηκε αργότερα σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία Αρμένιου φρουρού ασφαλείας, ενώ ο δεύτερος καταδικάστηκε σε 11 χρόνια φυλάκισης. Τον Δεκέμβριο του 2023, και οι δύο επέστρεψαν στο Αζερμπαϊτζάν στο πλαίσιο ανταλλαγής κρατουμένων, κατά την οποία το Μπακού απελευθέρωσε 32 Αρμένιους κρατουμένους.
Πηγή: Εφημερίδα Αζάτ Ορ
GEOPOLITICO
Ο Αλίγιεφ αποκαλεί τους πρώην ηγέτες της Αρμενίας και του Αρτσάχ «εγκληματίες πολέμου» και δηλώνει ότι το Αζερμπαϊτζάν πρέπει να είναι «δέκα φορές ισχυρότερο»
Ο Αλίγιεφ έχει δικαίωμα να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Αζερμπαϊτζάν. Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να μετατρέπει την ισχύ των όπλων σε μέτρο δικαιοσύνης, να αποδίδει συλλογική ενοχή σε έναν ολόκληρο λαό και ταυτόχρονα να ζητά από τον κόσμο να πιστέψει ότι η στρατιωτική υπεροχή αποτελεί εγγύηση ειρήνης.
του Αρντασές Γιαγουπιάν
Ενώ στην Αθήνα πραγματοποιούνταν η 6η Σύνοδος της Μικτής Διυπουργικής Επιτροπής Ελλάδας–Αζερμπαϊτζάν και το Επιχειρηματικό Συνέδριο Ελλάδας–Αζερμπαϊτζάν, με τη συμμετοχή του Χάρη Θεοχάρη και του Αζέρου υπουργού Ενέργειας για την διεύρυνση της διμερούς συνεργασίας, ο Αλίγιεφ την ίδια ημέρα εκφωνούσε μια ιδιαίτερα σκληρή ομιλία για την Αρμενία, μιλώντας για στρατιωτική υπεροχή «δέκα φορές μεγαλύτερη»

Σε μια ακόμη επιθετική και αποκαλυπτική ομιλία του, στις 2 Οκτωβρίου στο Μπακού, ο Ιλχάμ Αλίγιεφ αποκάλεσε συλλήβδην τους πρώην ηγέτες της Αρμενίας «εγκληματίες πολέμου» και δήλωσε ότι «πρέπει να εκτίσουν τις ποινές τους», χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένες δικαστικές καταδίκες ή να εξετάζει ατομικές ευθύνες.
Παράλληλα, παρουσίασε τον πόλεμο του 2020 και την επίθεση του Αζερμπαϊτζάν στο Αρτσάχ τον Σεπτέμβριο του 2023 ως «στρατιωτικές νίκες» και ως αποκατάσταση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας του. Ωστόσο, στην ίδια ομιλία παραδέχθηκε ότι το Μπακού πραγματοποίησε ενδιάμεσες στρατιωτικές επιχειρήσεις προκειμένου να αλλάξει τις συνθήκες επί του πεδίου και να προετοιμάσει την τελική επίθεση του 2023.
Η επίθεση της 19ης Σεπτεμβρίου 2023, μετά από εννέα μήνες αποκλεισμού του Αρτσάχ, κατέληξε στην κατάλυση της de facto αρμενικής διοίκησης και στη μαζική εκτόπιση του αρμενικού πληθυσμού. Ο Αλίγιεφ εξακολουθεί να την αποκαλεί «αντιτρομοκρατική επιχείρηση» και να πανηγυρίζει την έκβασή της.
Την ίδια στιγμή, ενώ δηλώνει ότι «δεν υπάρχει πλέον σύγκρουση» και ότι υπάρχει ειρήνη στα σύνορα, ανακοινώνει ότι το Αζερμπαϊτζάν πρέπει «πάντα να είναι δέκα φορές ισχυρότερο» από την Αρμενία. Περίπου 9 δισεκατομμύρια μανάτ, σύμφωνα με τον ίδιο, θα κατευθυνθούν σε ζητήματα άμυνας και ασφάλειας.
Ο Αλίγιεφ δεν περιορίστηκε στην αναφορά του παρελθόντος. Καθιέρωσε ουσιαστικά την 8η Νοεμβρίου 2020 και την 20ή Σεπτεμβρίου 2023 ως δύο κεντρικές ημερομηνίες της κρατικής αφήγησης του Αζερμπαϊτζάν. Την πρώτη ως «ημέρα νίκης» του πολέμου των 44 ημερών και τη δεύτερη ως την ημέρα κατά την οποία, σύμφωνα με την επίσημη αζερική αφήγηση, αποκαταστάθηκε πλήρως η κυριαρχία του Μπακού στο Αρτσάχ. Και ενώ μιλά για ειρήνη, ο ίδιος ο Αλίγιεφ δηλώνει ότι η χώρα του πρέπει να είναι «δέκα φορές ισχυρότερη» από την Αρμενία και αφήνει να εννοηθεί ότι, αν το Αζερμπαϊτζάν δεν είχε «σταματήσει εγκαίρως», μια τρίτη Αψίδα του Θριάμβου θα μπορούσε να βρίσκεται σήμερα στο κέντρο του Γερεβάν. Πρόκειται για μια ευθεία υπενθύμιση ότι, πίσω από τη σημερινή ρητορική περί ειρήνης, το Μπακού εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται τη στρατιωτική ισχύ και την επιβολή ως βασικά εργαλεία της πολιτικής του. Παράλληλα, κατηγόρησε τους Αρμενίους για «αχαριστία» και υποστήριξε ότι «μας μαχαίρωσαν πισώπλατα», επαναφέροντας γνωστά μοτίβα της τουρκοαζερικής ρητορικής περί αρμενικής «προδοσίας».
Οι δηλώσεις αυτές αποκαλύπτουν μια σοβαρή αντίφαση. Από τη μία πλευρά το Μπακού μιλά για ειρήνη, εμπόριο και τέλος της σύγκρουσης και από την άλλη, ο πρόεδρός του μιλά για μόνιμη στρατιωτική υπεροχή, χαρακτηρίζει ολόκληρες πολιτικές ηγεσίες «εγκληματίες πολέμου» και αφήνει ανοιχτές απειλητικές αναφορές ακόμη και για το Γερεβάν.
Η ειρήνη δεν οικοδομείται με το «να είμαστε δέκα φορές ισχυρότεροι», ούτε με απειλές, ιστορικούς συμψηφισμούς και συλλογικές κατηγορίες. Και ασφαλώς δεν οικοδομείται όταν η στρατιωτική κατάκτηση μιας περιοχής και η εκδίωξη του γηγενούς πληθυσμού παρουσιάζονται ως λόγος εθνικής υπερηφάνειας.
Ο Αλίγιεφ έχει δικαίωμα να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Αζερμπαϊτζάν. Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να μετατρέπει την ισχύ των όπλων σε μέτρο δικαιοσύνης, να αποδίδει συλλογική ενοχή σε έναν ολόκληρο λαό και ταυτόχρονα να ζητά από τον κόσμο να πιστέψει ότι η στρατιωτική υπεροχή αποτελεί εγγύηση ειρήνης.
Η πραγματική ειρήνη δεν χρειάζεται δέκα φορές περισσότερα όπλα. Χρειάζεται σεβασμό, αυτοσυγκράτηση, δικαιοσύνη και κυρίως εγκατάλειψη της λογικής ότι ο ισχυρότερος έχει πάντα δίκιο.
Και η Ελλάδα δεν πρέπει να είναι συμμέτοχη σε αυτή την λογική.
Διεθνή
Οι πρέσβεις των χωρών της ΕΕ στο Σουνίκ της Αρμενίας
Σύμφωνα με την πρεσβεία της Ολλανδίας στην Αρμενία, «αυτές οι συναντήσεις αποτελούν μια σημαντική πλατφόρμα όχι μόνο για την αποτίμηση των αποτελεσμάτων, αλλά και για τον από κοινού καθορισμό των μελλοντικών κατευθύνσεων της συνεργασίας μας.
Από την Αρμενική εφημερίδα Αζάτ Ορ
Οι πρέσβεις των κρατών μελών της ΕΕ με τον πρέσβη της ΕΕ στη Αρμενία Βασίλη Μαραγκό συνόψισαν τα αποτελέσματα του έργου που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Βιώσιμο Σουνίκ — Ομάδα της Ευρώπης» και συζήτησαν τις μελλοντικές προτεραιότητες της διοίκησης της περιφέρειας Σουνίκ.
Σύμφωνα με την πρεσβεία της Ολλανδίας στην Αρμενία, «αυτές οι συναντήσεις αποτελούν μια σημαντική πλατφόρμα όχι μόνο για την αποτίμηση των αποτελεσμάτων, αλλά και για τον από κοινού καθορισμό των μελλοντικών κατευθύνσεων της συνεργασίας μας.
Ήταν ιδιαίτερα πολύτιμο να ακούσουμε την άποψη της περιφερειακής διοίκησης σχετικά με αυτό το θέμα», σημείωσε η πρέσβης της Ολλανδίας Μαρίκε ΜονρόιΒίντερ.
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, τα μέλη της αντιπροσωπείας επισκέφθηκαν γαλακτοκομείο στο Καπάν, ενημερώθηκαν για τις εργασίες βελτίωσης της πρόσβασης σε πόσιμο νερό στο Λεχβάζ και επισκέφθηκαν την εταιρεία MeghriFruits.
Με την υποστήριξη του οργανισμού «Ομάδα Ευρώπη», η εταιρεία MeghriFruits επέκτεινε την παραγωγή της, δημιούργησε νέες θέσεις εργασίας και εισήλθε σε νέες εξαγωγικές αγορές.
Διαβάστε τα υπόλοιπα άρθρα της εφημερίδας στο PDF
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας