Ακολουθήστε μας

Απόψεις

Χρήστος Γιανναράς: Πανέτοιμοι για να κατακτηθούμε

Δημοσιεύτηκε στις

Στη διάρκεια μιας και μόνο γενιάς τα δεδομένα και οι προϋποθέσεις κρατικής άμυνας έχουν αλλάξει στην Ελλάδα ριζικά.

Ενδεικτικό (συμβατικό) ορόσημο είναι η δικτατορία 1967-1974. Μέχρι τότε, η υπεράσπιση της «πατρίδας», της κρατικής ανεξαρτησίας, της ελληνικής ιδιαιτερότητας (των «παραδόσεων») ήταν κάτι κοινά αυτονόητο. Στη γενική επιστράτευση που κήρυξαν οι δικτάτορες το 1974, με αφορμή την πολεμική εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο, η ανταπόκριση του ελλαδικού πληθυσμού ήταν μουδιασμένη, αλλά αυτονόητα πάγκοινη. Αποκαλύφθηκε, βεβαίως, και το «μπάχαλο» (η οργανωτική διάλυση και παντοδαπή ασυναρτησία) του κρατικού μηχανισμού, όπως και η γελοιότητα της εθνικιστικής ρητορείας. Αλλά δεν εμπόδισαν και οι δυο αυτές παράμετροι να δηλωθεί εμφατικά η κοινωνική ετοιμότητα για υπεράσπιση της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας.

Είκοσι δύο, μόλις, χρόνια μετά, το 1996, με την κρίση στη βραχονησίδα των Υμίων, αποκαλύφθηκε η αλλαγή που είχε ραγδαία συντελεστεί στη νοο-τροπία και στον ψυχισμό των Ελλήνων: Ενας πρωθυπουργός της κομματικής χαρτοκοπτικής, κρεμασμένος ολονυχτίς στο τηλέφωνο και εκλιπαρώντας αμερικανική παρέμβαση, χάρισε στους Τούρκους το πρόσχημα να μιλάνε για «γκρίζες ζώνες» στο Αιγαίο και να συμπεριφέρονται, σε καθημερινή βάση, σαν αφεντικά. Ναι μεν ασελγούν οι Τούρκοι συνεχώς στο Διεθνές Δίκαιο και σε κάθε κώδικα ανθρώπινων δικαιωμάτων, όμως τον βαρβαρικό τους ρόλο τον παίζουν σοβαρά, με πυγμή. Κατακτούν ηγεμονικό ρόλο στη διεθνή σκακιέρα, προμελετημένα και ευφυέστατα, βήμα προς βήμα. Εχουν σοβαρότητα, γιατί είναι έτοιμοι να πολεμήσουν και να πεθάνουν για την πατρίδα τους.

Οι Ελληνες είμαστε πιο εκσυγχρονισμένοι, προσαρμοσμένοι στο καινούργιο «παράδειγμα»: στους ρυθμούς της παγκοσμιοποίησης. Εχουμε σιωπηρά αλλά φανερά αποδεχθεί τη συντελεσμένη ενοποίηση μαρξισμού και καπιταλισμού (των δύο όψεων του Ιστορικού Υλισμού) στο αμφίφυλο μάγμα της «προοδευτικής πρωτοπορίας». Σε μια «προοδευτική» συλλογικότητα δεν υπάρχει τίποτα δεδομένο, όλα τα επιλέγει το άτομο, κατά το γούστο του, κάθε ατομική επιλογή είναι νομικά κατοχυρωμένη – προτεραιότητα έχει το άτομο, όχι η κοινωνία των αναγκών, η εγωτική προτίμηση, όχι οι συλλογικές στοχεύσεις.

Για τον «προοδευτικό» ατομοκεντρισμό τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν μας ξεπερνάει ώστε να μας προσδιορίζει συλλογικά – ό,τι είναι και ό,τι κάνει ο καθένας, το επιλέγει: Επιλέγει το φύλο του, τον ή τη σύντροφό του ασχέτως φύλου, τη μόνιμη ή ευκαιριακή πατρίδα του, το να «εκφράζεται» ανεμπόδιστα με βανδαλισμούς και εγκληματικές αυθαιρεσίες, να επιβάλλει την αυθαιρεσία του εγώ βασανίζοντας συνανθρώπους του.

Αυτή η εκτρωματική «ελευθερία» του κτηνώδους «προοδευτικού» ατομοκεντρισμού δεν πολεμιέται. Και, αντίστοιχα, η αγάπη για την πατρίδα, η χαρά των σχέσεων κοινωνίας, ο σεβασμός της διαφοράς, η φιλία, ο έρωτας, δεν διδάσκονται, δεν επιβάλλονται με νουθεσίες και προτροπές. Μόνο γεννιώνται. Στόχος του σχολειού, στόχος της παιδείας, για την ελληνική τουλάχιστον εμπειρία και παράδοση, δεν είναι να «πληροφορήσει» – «ενημερώσει» – «πείσει» για το αξιοσέβαστο και προτιμητέο. Ο στόχος είναι να οδηγηθεί το παιδί («παιδαγωγηθεί») στην εμπειρία της χαράς που δίνει η αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά, η συμμετοχή, συμμέθεξη, σύμπραξη, η από κοινού στόχευση σε χαροποιές επιδιώξεις.

Το σχολείο, η κοινότητα ή γειτονιά ή ενορία, η γιορτή, το τραγούδι, ο χορός, οι εθιμικές παραδόσεις, η ιστορική πληροφόρηση, η οικογενειακή οικειότητα, τα θησαυρίσματα της γλώσσας – αυτά όλα γεννάνε την αγάπη για την πατρίδα, χωρίς νοητικές αναλύσεις, διδαχές, ηθικές προστακτικές. Στους αντίποδες της φιλοπατρίας είναι ο διεθνισμός: του προλεταριάτου ή του κεφαλαίου (αποδείχθηκε περίτρανα η κοινή τους ρίζα και οι καρποί πανομοιότυπης απανθρωπίας). Αποδείχθηκε η συμφυΐα και ομοιοκαρπία και στην περίπτωση των υπουργών Παιδείας: Σε τι διέφεραν οι «αριστεροί» υπουργοί (Φίλης, Γαβρόγλου, Αρσένης ή Βερυβάκης) από τους «δεξιούς» της συμπλεγματικής απομίμησης των αριστερών της «προόδου» (Κεραμέως, Γιαννάκου, Σπηλιωτόπουλος ή Αρβανιτόπουλος);

Οπως και σε όλες τις μετα-αποικιακές κοινωνίες, έτσι και στην Ελλάδα, η ανάγκη που ενστικτωδώς αξιολογείται πρωτεύουσα είναι ο διεθνισμός, η απατρία. Γεννάει αυτή την ανάγκη η απαιδευσία, η χρηστική εκδοχή της μάθησης, η βαρβαρική ωφελιμοθηρία και ηδονοθηρία που τη βαφτίσαμε «πρόοδο». Νέμονται τον μεθοδευμένο παλιμβαρβαρισμό, αδίστακτοι, οι εξουσιολάγνοι επαγγελματίες της πολιτικής.

Γελοιοποίησαν τη στρατιωτική θητεία σε βραχύτατη «παρένθεση» στην ανεργία ή στον χαβαλέ, εγκατέλειψαν κάθε στοιχειώδη έγνοια εξοπλισμού της χώρας. Θεωρούμε πια αυτονόητο ότι τον πόλεμο τον αναλαμβάνουν καλοπληρωμένοι μισθοφόροι – ή και άθλια μισθοδοτούμενοι αναγκεμένοι σαν τους αστυφύλακες που καίγονται κάθε βράδυ για το κέφι των κανακάρηδων της πλουτοκρατίας. Τώρα περιμένουμε μοιρολατρικά το όποιο «θερμό επεισόδιο» σκαρφιστεί ο Ερντογάν, για να προσθέσει στις κατακτήσεις του άγνωστο αριθμό νησιών στο πανάρχαια ελληνικό Αιγαίο.

Ο εξευτελιστικός αφελληνισμός μας απαιτεί, να επαναληφθούν τα αμήχανα αλλά αυτάρεσκα γλυκοχαμόγελα τύπου Νίκου Κοτζιά, όταν ξεπούλαγε στο ΝΑΤΟ τη Μακεδονία – συνεπής κατάληξη μιας, εκτρωματικής ιστορικά, πολιτικής χαμέρπειας. Οι άνθρωποι πολεμάνε, όταν θέλουν να μη χάσουν κάτι, που χωρίς αυτό η ζωή τους δεν έχει νόημα. Σήμερα αυτό το «κάτι» είναι μόνο το χρήμα. Γι’ αυτό και οι πόλεμοι μόνο για μισθοφόρους.

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ

Το Πακιστάν εκθέτει τη στρατηγική του αξιοπιστία απέναντι στη Σαουδική Αραβία

Μετά την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση της 28ης Φεβρουαρίου κατά του Ιράν και τα αντίποινα της Τεχεράνης εναντίον κρατών του Κόλπου, το Πακιστάν δεν προσέφερε καμία ουσιαστική στρατιωτική συνδρομή που να ανταποκρίνεται στο πνεύμα αυτής της συμφωνίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Η φωτιά που έχει τυλίξει τη Μέση Ανατολή, με το Ιράν να πλήττει σειρά χωρών της περιοχής, ανάμεσά τους και τη Σαουδική Αραβία, φέρνει στο φως -σύμφωνα με την ανάλυση του δημοσιογράφου Natik Malikzada– ένα κρίσιμο ζήτημα για τις περιφερειακές ισορροπίες: την αδυναμία ή και την απροθυμία του Πακιστάν να σταθεί ως πραγματικός στρατηγικός σύμμαχος του Ριάντ στην ώρα της δοκιμασίας.

Ο Malikzada υποστηρίζει ότι το Ισλαμαμπάντ είχε παρουσιάσει το Σύμφωνο Στρατηγικής Αμοιβαίας Άμυνας Σαουδικής Αραβίας-Πακιστάν ως μια ιστορική συμφωνία ασφαλείας, σχεδόν τύπου ΝΑΤΟ για τη Μέση Ανατολή. Η βασική του λογική ήταν ξεκάθαρη: επίθεση εναντίον της μίας πλευράς θα λογιζόταν ως επίθεση και εναντίον της άλλης. Ωστόσο, μετά την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση της 28ης Φεβρουαρίου κατά του Ιράν και τα αντίποινα της Τεχεράνης εναντίον κρατών του Κόλπου, το Πακιστάν -όπως σημειώνει ο αρθρογράφος- δεν προσέφερε καμία ουσιαστική στρατιωτική συνδρομή που να ανταποκρίνεται στο πνεύμα αυτής της συμφωνίας.

Στην ανάλυσή του, ο Malikzada εκτιμά ότι το Πακιστάν επιχειρεί σήμερα να καλυφθεί πίσω από το μέτωπο με το Αφγανιστάν, επικαλούμενο την ένταση στα σύνορα ως λόγο αδυναμίας να αναλάβει εξωτερικές δεσμεύσεις υπέρ της Σαουδικής Αραβίας. Όμως, κατά την ίδια προσέγγιση, το Ισλαμαμπάντ δεν είναι απλός παρατηρητής αυτής της κατάστασης, αλλά μέρος του προβλήματος, καθώς έχει το ίδιο συμβάλει στην κλιμάκωση των επιχειρήσεων κατά μήκος των συνόρων. Η συνέχιση των επιθέσεων, σύμφωνα με το κείμενο, έχει ήδη οδηγήσει στον εκτοπισμό περισσότερων από 115.000 ανθρώπων στο Αφγανιστάν.

Ο συντάκτης θεωρεί ότι η πακιστανική ηγεσία επένδυσε σε μια ανισόρροπη σχέση με το Ριάντ, προσδοκώντας κυρίως πολιτικό κύρος, οικονομικά οφέλη και στρατηγική αναβάθμιση από τη σύνδεση με μια πλούσια και ισχυρή αραβική δύναμη. Όμως, όπως υπογραμμίζει, όταν η κρίση χτύπησε τη Σαουδική Αραβία με τόσο άμεσο και σκληρό τρόπο, το Πακιστάν βρέθηκε αντιμέτωπο με το κόστος μιας πραγματικής συμμαχίας και, αντί να το αναλάβει, επέλεξε να υπαναχωρήσει.

Στο ίδιο πνεύμα, ο Malikzada εκτιμά ότι στο Ριάντ η απογοήτευση είναι πλέον εμφανής. Από σαουδαραβικής πλευράς, το σύμφωνο είχε προβληθεί ως μια σοβαρή, στρατηγική και ιστορική τομή στην αρχιτεκτονική ασφαλείας της περιοχής. Τώρα όμως, όπως υποστηρίζει, η Σαουδική Αραβία διαπιστώνει στην πράξη ότι εκείνο που της παρουσιάστηκε ως αδελφική σχέση και αμοιβαία άμυνα ήταν τελικά μια κενή και μονόπλευρη διευθέτηση.

Η ουσία της ανάλυσης είναι σκληρή για το Ισλαμαμπάντ: το Πακιστάν φέρεται να πούλησε στη Σαουδική Αραβία την εικόνα ενός αξιόπιστου στρατηγικού εταίρου, αλλά τη στιγμή που η συμφωνία απαιτεί πραγματική συνεισφορά, στρατιωτικό ρίσκο και πολιτικό κόστος, επιλέγει να αποσυρθεί από το προσκήνιο. Έτσι, η παρούσα κρίση δεν αποκαλύπτει μόνο το μέγεθος της περιφερειακής αποσταθεροποίησης, αλλά και το πόσο εύθραυστες μπορεί να αποδειχθούν συμμαχίες που χτίστηκαν περισσότερο πάνω στην προβολή και λιγότερο στην πραγματική δέσμευση.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ

Σινάν Τζιντί κατά των «δήθεν φιλελεύθερων» της Τουρκίας: «Δεν μπορείς να λες ότι είσαι απέναντι στον Ερντογάν και μετά να του σφίγγεις το χέρι»

Αφορμή για την τοποθέτησή του στάθηκε η κίνηση του δημοσιογράφου Ρουσέν Τσακίρ να σφίξει το χέρι του Τούρκου προέδρου, μια εικόνα που αποτελεί ολιτική πράξη με βαρύ φορτίο.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Σφοδρή επίθεση εναντίον όσων εμφανίζονται ως φιλελεύθεροι ή μετριοπαθείς επικριτές του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αλλά στην πράξη -όπως υποστηρίζει- διευκολύνουν τη μακροημέρευση του καθεστώτος του, εξαπέλυσε με ανάρτησή του στο Χ ο αναλυτής Σινάν Τζιντί.

Αφορμή για την τοποθέτησή του στάθηκε η κίνηση του δημοσιογράφου Ρουσέν Τσακίρ να σφίξει το χέρι του Τούρκου προέδρου, μια εικόνα που ο Τζιντί αντιμετωπίζει όχι ως μια απλή συμβολική χειρονομία, αλλά ως πολιτική πράξη με βαρύ φορτίο. Στο σχόλιό του, ο ίδιος ξεκαθαρίζει ότι, κατά την άποψή του, δεν μπορεί κάποιος να δηλώνει πως αντιτίθεται στον Ερντογάν, να επικαλείται τη δημοκρατία και την ελευθερία της δημοσιογραφίας, και ταυτόχρονα να επιλέγει τέτοιου τύπου κινήσεις δημόσιας νομιμοποίησης.

Ο Τζιντί προχωρά ακόμη πιο μακριά, υποστηρίζοντας ότι ένα σημαντικό τμήμα όσων αυτοπροσδιορίζονται ως φιλελεύθεροι ή αριστεροί διανοούμενοι στην Τουρκία έχει στην πράξη συμβιβαστεί με το καθεστώς. Όπως αναφέρει, πολλοί είναι έτοιμοι να υποχωρήσουν από τις διακηρυγμένες ιδεολογικές τους αρχές, προκειμένου να εξασφαλίσουν χώρο επιβίωσης και προσωπικής προσαρμογής στο σύστημα Ερντογάν. Κατά τη δική του ανάγνωση, το δίλημμα είναι απόλυτο: είτε στέκεσαι με εντιμότητα και συνέπεια απέναντι στις βασικές σου πεποιθήσεις, είτε τελικά «ξεπουλιέσαι».

Στην ανάρτησή του περιγράφει δύο βασικές κατηγορίες. Από τη μία, εκείνους που στηρίζουν ευθέως το καθεστώς Ερντογάν, είτε επειδή πιστεύουν πραγματικά στην υπόθεσή του είτε επειδή επέλεξαν να ενταχθούν σε αυτήν για λόγους σκοπιμότητας. Από την άλλη, εντοπίζει μια ενδιάμεση κατηγορία, την οποία θεωρεί ακόμη πιο προβληματική: αναλυτές, σχολιαστές και πρόσωπα με δημόσιο λόγο, που εμφανίζονται να κρατούν αποστάσεις από την αυταρχική διολίσθηση της Τουρκίας, αλλά περιορίζονται -όπως λέει- σε μια ήπια, «μετρημένη» κριτική, η οποία στην ουσία εξηγεί και εξομαλύνει τον ερντογανισμό αντί να τον αποδομεί.

Εκεί ακριβώς εντοπίζει και τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Ο Τζιντί υποστηρίζει ότι αυτοί οι «μετριοπαθείς» επικριτές είναι οι πιο ανειλικρινείς και οι πιο επικίνδυνοι, επειδή καταλαμβάνουν θέσεις κύρους, ντύνονται με τον μανδύα της σοβαρότητας και αντιμετωπίζουν αφ’ υψηλού όσους ασκούν ανοιχτή και σκληρή κριτική στο καθεστώς. Κατά τον ίδιο, δεν απαξιώνουν τους πραγματικούς αντιπάλους του Ερντογάν επειδή διαφωνούν ουσιαστικά μαζί τους, αλλά επειδή βλέπουν σε αυτούς τη στάση που οι ίδιοι δεν τολμούν να κρατήσουν.

Σύμφωνα με τη συλλογιστική του, πρόκειται για πρόσωπα που φοβούνται ότι η ξεκάθαρη αντιπολιτευτική φωνή θα καταστήσει τη δική τους «μετρημένη» τοποθέτηση περιττή και πολιτικά άνευρη. Με άλλα λόγια, ο Τζιντί θεωρεί πως πίσω από αυτή τη στάση δεν υπάρχει μόνο πολιτική ατολμία, αλλά και ένα βαθύ σύμπλεγμα ανασφάλειας: η αγωνία ότι δεν θα ελέγχουν πλέον τη συζήτηση για την Τουρκία και δεν θα κατέχουν τον ρόλο του αποδεκτού, καθεστωτικά ανώδυνου συνομιλητή.

Γι’ αυτό και καταλήγει με έναν σχεδόν τελεσίδικο διαχωρισμό. Όπως τονίζει, στο τέλος της ημέρας δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για γκρίζες ζώνες: είτε είσαι με τον Ερντογάν είτε είσαι με μια δημοκρατική Τουρκία. Κατά την άποψή του, δεν μπορεί κανείς να δηλώνει υπέρ μιας Τουρκίας χωρίς Ερντογάν, την ίδια ώρα που με τη στάση, τη ρητορική ή τις συμβολικές του κινήσεις διευκολύνει, εξωραΐζει ή παρατείνει την κυριαρχία του καθεστώτος.

Το μήνυμά του προς όσους ακολουθούν αυτή τη γραμμή είναι ωμό και άμεσο: να παραμερίσουν. Όπως γράφει, όσοι εξακολουθούν να παλεύουν πραγματικά για τα τελευταία υπολείμματα της δημοκρατικής ψυχής της Τουρκίας δεν έχουν την πολυτέλεια να προσαρμόζουν τον αγώνα τους στις φιλοδοξίες, τις ισορροπίες και τις ματαιοδοξίες των δήθεν «μετρημένων» επικριτών. Και, κατά τον ίδιο, όποιος στέκεται εμπόδιο σε αυτή τη δυναμική, στην πράξη εξυπηρετεί την αποστολή του ίδιου του Ερντογάν.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ

Η Εθνικοφροσύνη και η Δυτικοφροσύνη είναι και αυτές οι δύο αδελφές δίδυμες

«Ανατολή, Ανατολή, δική σου είμαστε, είμαστε φυλή» του Γκάτσου, στο «Δικοί σου, Δύση, είμαστε, είμαστε… φελλοί» Γράφει ο Χρ. Κηπουρός

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Γράφει ο Χρήστος Κηπουρός

Ο δεύτερος στίχος είναι δικός μου. Αυτά θα περιελάμβανε μια αυτοκριτική από τους Δυτικόφρονες θιασώτες του “Ανήκομεν εις την Δύσιν”. Τουλάχιστον ο πρώτος διδάξας, ο μακαρίτης Κωνσταντίνος Καραμανλής, εφάρμοσε αργότερα στην πράξη και τον δεύτερο εαυτό του, προσδοκώντας στις αρχές και τις αξίες που απετέλεσαν τα θεμέλια των Ευρωπαϊκών Δημοκρατιών. Άλλο τώρα αν ακόμη και ο Διογένης, όσο και αν έψαχνε με το φανάρι του, δεν θα έβρισκε σήμερα έναν ηθικό ηγέτη στη Γηραιά Ήπειρο.

Όμως το κακό είχε γίνει. Μπορεί οι Δυτικόφρονες αυτοί να ανήκουν σε διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, από τη Δεξιά ως την Αριστερά και βέβαια την Κεντροαριστερά, όμως έχουν ένα κοινό. Είναι μια αλλεργία που έχουν απέναντι στις αυθεντικές πατριωτικές ιδέες.

Για παράδειγμα, έλεγε πέρυσι ο Μητσοτάκης στη Βουλή ότι ο Πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο των απατεώνων. Και εγώ απάντησα ότι μάλλον αυτή η φράση είναι το τελευταίο καταφύγιο των εθνικοφρόνων. Και προσέθεσα ότι η εθνικοφροσύνη είναι το τελευταίο καταφύγιο των απατεώνων.

Κάποιοι λοιπόν Δυτικόφρονες, προφανώς και εθνικόφρονες, έχουν κάτι στο μέσα τους ενάντια στη χιλιόχρονη Ρωμανία. Και μάλιστα πολλές φορές γίνονται Παπικότεροι του Πάπα.

Και όμως υπάρχουν στην ιστορία Πάπες που τίμησαν τα ράσα τους. Που δεν άφησαν να τους κατατρύχουν σύνδρομα κατωτερότητας απέναντι στην Ορθοδοξία. Πάπες που λάτρευαν την αρχαία Ελληνική Γραμματεία και δεν τους πείραζε ότι η φράση “Ορθόδοξος Εκκλησία” απέχει παρασάγγες από τη φράση “Καθολική Εκκλησία”. Εννοιολογικά, ετυμολογικά όσο και ποιοτικά.

Απτό παράδειγμα ο συνώνυμος με τον σημερινό Πάπα, ο Λέων ο δέκατος, του 1500 τόσο, που μέχρι τα Ελληνικά καθιέρωσε να διδάσκονται στη Ρώμη. Και τιμά τη διαδρομή του η μνήμη των όσων είχε τονίσει για τη Μονή Σινά.

Ας διαβάσουν τα γραπτά μου για την ίδια Μονή και θα δουν τις προτάσεις που έκανα για τη γιορτή της Αγίας Αικατερίνης, για τις 25 Νοεμβρίου του 2026, προκειμένου να συλλειτουργήσουν οι δύο Εκκλησίες εκεί, μια και η γιορτή είναι κοινή. Μια απαρχή για Πολιτική Ένωση των δύο Εκκλησιών.

Θέλω τέλος να απαντήσω στο γιατί αμφισβητείται η γνησιότητα της επιστολής αξιοπρέπειας του αυτοκράτορα Βατάτζη, προς τον Πάπα Γρηγόριο Θ.

Πρώτον να θυμίσω στους Δυτικόφρονες ότι ακόμη και οι Οθωμανοί (και γενικότερα οι Τούρκοι μπέηδες της Μικράς Ασίας) είχαν ιδιαίτερα στενές σχέσεις με τον Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνό (μέσα 14ου αι.). Παρεμπιπτόντως ο ίδιος πάντρεψε την κορούλα του Θεοδώρα, με τον υπερήλικα Ορχάν. Δεν συνέβη το ίδιο βέβαια με τον Ιωάννη Βατάτζη (μέσα 13ου αι.), ο οποίος κινήθηκε σε εντελώς διαφορετικό πλαίσιο.

Το ανέφερα επειδή ο Ιωάννης Βατάτζης γεννήθηκε στο Διδυμότειχο, ο δε Ιωάννης Καντακουζηνός, στέφθηκε αυτοκράτορας στην ίδια πόλη.

Αν ζούσε ο Πλούταρχος θα είχε πλούσιο υλικό για τους βίους παράλληλους, ο δε Ουμπέρτο Έκο, θα έκαμνε σημειωτική των δυο Θρακών αυτοκρατόρων, με πολιτικά πρόσωπα της σύγχρονης Ελλάδας.

Και δεύτερον να πω επίσης ότι από τη μνημονευόμενη Βατάτσεια φράση: “..τε ἐν τῷ γένει τῶν Ἑλλήνων ἡμῶν ἡ σοφία βασιλεύει, καί, ὡς ἐκ πηγῆς, πανταχόθεν ρανίδες σοφίας ἀνέβλυσαν”, δύο πράγματα “αλαφιάζουν” τους Δυτικόφρονες και όχι μόνο βέβαια αυτούς: Το “Ελλήνων” και το “Σοφία”.

Τα οποία ως “κτήμα ες αεί” θεωρούν αποκλειστικά προνόμιο του τέως κλεινού άστεως. Ούτε οι Αριστοτέλης και Δημόκριτος διακόνησαν τις έννοιες αυτές στην Αρχαιότητα, ούτε ο Βατάτζης στη Ρωμανία, ούτε επί νέου Ελληνισμού ο Βιζυηνός, ο αποκληθείς βάρβαρος Θράκας, από παρόμοιους τιμητές.

Σεμνύνομαι για την ιδέα μου να τιμηθεί ο υμνητής της Ελληνικότητας και της Σοφίας συμπολίτης μου Ιωάννης Βατάτζης, με το Ναό που πρότεινα, έγινε και λειτουργεί στο Διδυμότειχο, από το 2010. Και όχι μόνο εκεί γιατί η βαλίτσα του ίδιου Αγίου θα πάει μακριά. Μέχρι τη στήριξη από τον ίδιο ως αυτοκράτορα της Νικαίας, των Κρητικών εξεγερμένων εναντίον της Ενετοκρατίας, κατά τη δεκαετία του 1230!

Πέραν όμως των ευχαριστιών στους Δυτικόφρονες που με ενέπνευσαν το σημερινό γραπτό, ας με επιτρέψουν να κλείσω με μια ερώτηση προς αυτούς: Επειδή ο Ιωάννης Βατάτζης είχε και πολλές άλλες παρτίδες με τη Δύση -που δεν είναι της στιγμής να αναφέρω- μήπως να σκεφθούν και οι ίδιοι την ανέγερση ενός Ναού του στην Αθήνα;

____________________

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ7 ώρες πριν

Αγωνία για την Ορθοδοξία! Θα φτάσει φέτος το Άγιο Φως στην Ελλάδα;

Θραύσματα κοντά στον Ναό της Αναστάσεως – Φόβοι για το Μεγάλο Σάββατο στα Ιεροσόλυμα

Άμυνα8 ώρες πριν

Νέα εποχή για την Αμυντική Βιομηχανία, ξεκινάει ο Θόλος της Ελλάδας με Ελληνική συμμετοχή

Η ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου δικτυοκεντρικού συστήματος αεράμυνας, ικανού να συνδυάζει αισθητήρες, ραντάρ, αναχαιτιστικά μέσα και ενιαίο σύστημα διοίκησης και ελέγχου,...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

For The Record – Τα αποικιακά κατάλοιπα και τα πρόσφατα γεγονότα

Starmer, Cooper και η αντίδραση της κυπριακής Κυβέρνησης.

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ10 ώρες πριν

Παυλόπουλος: Τα δικαιώματα του ανθρώπου είχαν χαραχθεί ήδη στα Συντάγματα της Επανάστασης

Ομιλία του τέως προέδρου της Δημοκρατίας με θέμα: "Τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου στα Συντάγματα της περιόδου της Εθνεγερσίας του...

Αναλύσεις10 ώρες πριν

Το Ενεργειακό Παίγνιο στα Στενά του Ορμούζ: Ο πραγματικός ενεργειακός χαμένος και τι δεν πρέπει να κάνει η Ελλάδα.

Το βασικό δίδαγμα των τελευταίων εξελίξεων. Άρθρο του Μιχάλη Χουρδάκη.

Δημοφιλή