Κορωνοϊος: Βρέθηκε πως το αντιγριπικό φάρμακο Avigan (Favipiravir) φαίνεται να βοηθάει!
Όπως αναφέρει το NHK, σε κλινική δοκιμή στο Σεντσέν, οι ασθενείς που πήραν το φάρμακο βγήκαν αρνητικοί στον ιό σε διάστημα 4 ημερών από την στιγμή που είχαν βρεθεί θετικοί.
Αχτίδα αισιοδοξίας στη μάχη κατά της πανδημίας του Κορωνοϊου δίνουν οι ανακοινώσεις Κινέζων αξιωματούχων στον τομέα της Υγείας έπειτα από ενδείξεις πως ιαπωνικό φάρμακο που χρησιμοποιείται για την γρίπη μπορεί να έχει κάποια δραστικότητα και στην θεραπεία ασθενών με COVID-19.
Πρόκειται για το Avigan, γνωστό ακόμη και ως Favipiravir που έχει εγκριθεί για χρήση στην Ιαπωνία το 2014.
Το Favipiravir έχει βρεθεί αποτελεσματικό, χωρίς εμφανείς παρενέργειες, στο να βοηθά τους ασθενείς να αναρρώσουν, είπε ο Ζανγκ Σινμίν, αξιωματούχος του υπουργείου Επιστημών και Τεχνολογίας της Κίνας, σε συνέντευξη Τύπου λίγες μέρες νωρίτερα.
Είναι πολύ ασφαλές και σαφώς αποτελεσματικό στη θεραπεία, δήλωσε ο Σιμνίν, βλέποντας ελπιδοφόρα αποτελέσματα στις κλινικές ενδείξεις του φαρμάκου.
Όπως αναφέρει το NHK, σε κλινική δοκιμή στο Σεντσέν, οι ασθενείς που πήραν το φάρμακο βγήκαν αρνητικοί στον ιό σε διάστημα 4 ημερών από την στιγμή που είχαν βρεθεί θετικοί.
Εν συγκρίσει, ασθενείς οι οποίοι δεν έλαβαν το φάρμακο αρνητικοποιήθηκαν από τον ιό σε διάστημα 11 ημερών σημείωσαν μεγαλύτερη βελτίωση στο στήθος και χρειάστηκαν λιγότερο χρόνο για να βρεθούν αρνητικοί στον ιό, συγκριτικά με ασθενείς που δεν πήραν το φάρμακο.
Επιπρόσθετα, ακτινογραφίες ασθενών που έλαβαν το φάρμακο δείχνουν βελτίωση της κατάστασης των πνευμόνων τους κατά 91% την ώρα που ασθενείς που δεν το έλαβαν παρουσίασαν βελτίωση σε ποσοστό 62%.
Mάλιστα μεγάλες ποσότητες του φαρμάκου έχει παραγγείλει ο ΕΟΦ καθώς θα μπορούσε να δοκιμαστεί σε ασθενείς που νοσούν βαριά.
Θα πρέπει να σημειωθεί πάντως πως πηγή του υπουργείου Υγείας της Ιαπωνίας την οποία επικαλέστηκε η Mainicih Shimbun σημείωσε πως το φάρμακο δεν φαίνεται το ίδιο αποτελεσματικό σε άτομα με σοβαρότερα συμπτώματα, όπου ο ιός έχει ήδη πολλαπλασιαστεί.
www.newsbreak.gr
GEOPOLITICO
Αλεξανδρούπολη: Το λιμάνι που αλλάζει τον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής
Από τον Βόσπορο και τα Βαλκάνια έως την Ουκρανία, την ενέργεια και την Ινδία. Του Θεόδωρου Ατματζίδη.
Υπάρχουν υποδομές που αποκτούν σημασία επειδή αυξάνεται η εμπορική τους δραστηριότητα και υπάρχουν άλλες που αποκτούν σημασία επειδή αλλάζει το στρατηγικό περιβάλλον μέσα στο οποίο βρίσκονται. Η Αλεξανδρούπολη ανήκει σαφώς στη δεύτερη κατηγορία.
Του Θεόδωρου Ατματζίδη
Η αξία της δεν βρίσκεται μόνο στις δυνατότητες του ίδιου του λιμανιού. Βρίσκεται κυρίως στη θέση του μέσα σε ένα δίκτυο που συνδέει το Αιγαίο με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, τη Μαύρη Θάλασσα και, δυνητικά, την Ουκρανία. Στο ίδιο γεωγραφικό σημείο συναντώνται πλέον στρατιωτική κινητικότητα, ενεργειακές ροές, οδικοί και σιδηροδρομικοί διάδρομοι, αμερικανικά και νατοϊκά συμφέροντα, η ευρωπαϊκή πολιτική στρατηγικής διασυνδεσιμότητας και, σε διαφορετικό χρονικό ορίζοντα, η προσπάθεια της Ινδίας να αποκτήσει καλύτερη πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι καινούργια. Η Αλεξανδρούπολη είχε ιστορικά τη δυνατότητα να λειτουργεί ως βόρειος θαλάσσιος σύνδεσμος του Αιγαίου με τα Βαλκάνια και τον Δούναβη. Αυτό που έχει αλλάξει είναι το στρατηγικό περιβάλλον. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η αναζήτηση εναλλακτικών διαδρομών προς την ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, η προσπάθεια ενεργειακής διαφοροποίησης της Ευρώπης και η επαναξιολόγηση των χερσαίων διαδρόμων έχουν προσδώσει στην πόλη μια βαρύτητα που πριν από δύο δεκαετίες δύσκολα θα μπορούσε να προβλεφθεί. Η Fondation pour la Recherche Stratégique (FRS) καταλήγει σε παρόμοια εκτίμηση, περιγράφοντας την Αλεξανδρούπολη ως μέρος μιας ευρύτερης αναδιοργάνωσης των στρατηγικών, στρατιωτικών, ενεργειακών και οικονομικών διαδρόμων μεταξύ Αιγαίου και Βαλτικής. [1]
Το σημαντικό δεν είναι μόνο ποιος ενδιαφέρεται για το λιμάνι αλλά και ποιος χρειάζεται τη γεωγραφία του και τι προσπαθεί να επιτύχει μέσω αυτής.
Η γεωγραφία είναι το πρώτο στρατηγικό πλεονέκτημα
Η Αλεξανδρούπολη βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του Αιγαίου, κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα και σε μικρή απόσταση από τους βόρειους βαλκανικούς διαδρόμους. Η θέση της επιτρέπει την ανάπτυξη ενός άξονα προς τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία και, μέσω των ευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών, προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν η πόλη εξεταστεί σε σχέση με τα Στενά.
Η Τουρκία εξακολουθεί να διαθέτει ένα μοναδικό γεωστρατηγικό πλεονέκτημα λόγω του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων. Η Σύμβαση του Μοντρέ παρέχει στην Άγκυρα σημαντικές αρμοδιότητες σχετικά με τη διέλευση πολεμικών πλοίων και, συνεπώς, τα Στενά παραμένουν αναντικατάστατος παράγοντας για την ασφάλεια της Μαύρης Θάλασσας.
Η Αλεξανδρούπολη δεν μπορεί να «αντικαταστήσει» τον Βόσπορο. Μπορεί όμως να προσφέρει κάτι διαφορετικό: έναν χερσαίο άξονα που επιτρέπει την μετακίνηση ανθρώπων, στρατιωτικού υλικού, εμπορευμάτων και ενέργειας από το Αιγαίο προς τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Ευρώπη χωρίς η κάθε επιμέρους ροή να εξαρτάται από τη θαλάσσια διέλευση των Στενών.
Αυτή η διάσταση είχε γίνει αντιληπτή πολύ πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η ίδια η FRS υπενθυμίζει ότι η ιδέα της Αλεξανδρούπολης ως εναλλακτικού βόρειου άξονα προς τα Βαλκάνια και τη Μαύρη Θάλασσα έχει βαθύτερες ιστορικές ρίζες. Η σημερινή γεωπολιτική συγκυρία απλώς μετέτρεψε μια παλαιότερη δυνατότητα σε ζήτημα στρατηγικής προτεραιότητας. [1]
Η Αλεξανδρούπολη δεν καταργεί τη γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας. Δημιουργεί όμως μια πρόσθετη επιλογή για όσους επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτησή τους από αυτήν.
Η αμερικανική διάσταση είναι πλέον επιχειρησιακή πραγματικότητα
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αντιμετωπίζουν πλέον την Αλεξανδρούπολη απλώς ως μια δυνητικά χρήσιμη ελληνική υποδομή. Στον Στρατηγικό Διάλογο Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών του 2024 χαρακτήρισαν το λιμάνι ζωτικής σημασίας κόμβο για τη νατοϊκή αμυντική στάση στην ανατολική πτέρυγα και για την ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής. [2]
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η χρήση έχει ήδη περάσει από το επίπεδο της πολιτικής διακήρυξης στο επίπεδο της επιχειρησιακής εφαρμογής.
Στις 11 Μαρτίου 2024, αμερικανικές και ελληνικές δυνάμεις διακίνησαν μέσω του λιμανιού περίπου 3.000 τεμάχια στρατιωτικού εξοπλισμού της 3rd Armored Brigade Combat Team, 4th Infantry Division. Το φορτίο περιλάμβανε άρματα M1 Abrams, τεθωρακισμένα M2 Bradley και άλλα οχήματα. Ο αμερικανικός στρατός χαρακτήρισε την επιχείρηση ιστορική, καθώς ήταν η πρώτη μετακίνηση ολόκληρης βαριάς ταξιαρχίας μέσω ελληνικού λιμανιού στο πλαίσιο της συγκεκριμένης ανάπτυξης. [3]
Τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2025 ακολούθησε η άσκηση Steadfast Dart, κατά την οποία η Αλεξανδρούπολη χρησιμοποιήθηκε στη μεγάλη ανάπτυξη της Allied Reaction Force (Συμμαχικής Δύναμης Αντίδρασης) προς την ανατολική πτέρυγα. Το ΝΑΤΟ περιέγραψε την άσκηση ως την πρώτη μεγάλης κλίμακας επιχειρησιακή ανάπτυξη της νέας δύναμης μετά την ίδρυσή της. [4]
Επομένως, το αμερικανικό ενδιαφέρον δεν χρειάζεται να συναχθεί από δηλώσεις. Υπάρχει ήδη επιχειρησιακό αποτύπωμα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Αλεξανδρούπολη πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «αμερικανικό λιμάνι». Ο λιμένας παραμένει ελληνική υποδομή. Η ουσία είναι διαφορετική: ένα ελληνικό στρατηγικό σημείο έχει ενσωματωθεί σε αμερικανικές και νατοϊκές ανάγκες στρατιωτικής κινητικότητας.
Αυτό αυξάνει τη σημασία της Ελλάδας, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει και την έκθεση της υποδομής σε πιέσεις που υπερβαίνουν το καθαρά ελληνικό επίπεδο.
Ο διάδρομος προς τη Μαύρη Θάλασσα είναι το δεύτερο μεγάλο στοίχημα
Η στρατιωτική χρήση είναι μόνο η μία πλευρά της ιστορίας. Η άλλη είναι η δημιουργία ενός βόρειου δικτύου που θα συνδέει τα ελληνικά λιμάνια με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και, τελικά, την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.
Η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Ρουμανία υπέγραψαν τον Δεκέμβριο του 2025 συμφωνία για την ανάπτυξη του λεγόμενου Αιγαίο–Μαύρη Θάλασσα Vertical Corridor (Κάθετου Διαδρόμου), ενός οδικού και σιδηροδρομικού άξονα που περιλαμβάνει την Αλεξανδρούπολη και συνδέεται με το ευρύτερο δίκτυο προς τη Ρουμανία. [5]
Στο σημείο αυτό, όμως, πρέπει να επισημανουμε ότι ο υπό κατασκευή διάδρομος δεν είναι πλήρως λειτουργικός.
Η στρατηγική κατεύθυνση είναι πραγματική. Η επιχειρησιακή και εμπορική ωριμότητα όμως παραμένει άνιση. Η κατάσταση των σιδηροδρομικών υποδομών στη Βόρεια Ελλάδα και στα Βαλκάνια εξακολουθεί να αποτελεί περιοριστικό παράγοντα, ενώ ακόμη και η υφιστάμενη σιδηροδρομική δραστηριότητα στην περιοχή δημιουργεί πιέσεις στο δίκτυο. Ενδεικτικά, τον Μάρτιο του 2025 η Hellenic Train ανακοίνωσε αναστολές επιβατικών δρομολογίων στις γραμμές Αλεξανδρούπολη–Ορμένιο και Αλεξανδρούπολη–Ορεστιάδα λόγω μεταφοράς εμπορευμάτων. [6]
Αυτό μπορεί να φαίνεται ως τεχνική λεπτομέρεια, στην πραγματικότητα όμως είναι στρατηγικό ζήτημα. Ένας γεωπολιτικός διάδρομος έχει αξία μόνο όταν μπορεί να μεταφέρει με συνέπεια τον όγκο και την ταχύτητα που απαιτεί η στρατηγική του λειτουργία.
Η Ελλάδα, βρίσκεται μπροστά σε μια ιδιόμορφη κατάσταση: η γεωγραφία έχει ήδη αποκτήσει στρατηγική αξία, αλλά οι υποδομές δεν έχουν ακόμη φτάσει στο επίπεδο που θα επέτρεπε την πλήρη αξιοποίηση αυτής της αξίας.
Αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα κενά ανάμεσα στη γεωπολιτική ρητορική και την πραγματική ισχύ της Αλεξανδρούπολης.
Η Ουκρανία μπορεί να αλλάξει τη μακροπρόθεσμη αξία του λιμανιού
Η σύνδεση με την Ουκρανία είναι πιο σύνθετη.
Από τη μία πλευρά, η Αλεξανδρούπολη έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει ως κόμβος για την υποστήριξη της ανατολικής πτέρυγας. Από την άλλη, η μελλοντική σύνδεση με την Ουκρανία εξαρτάται από την ολοκλήρωση πολλών ενδιάμεσων υποδομών και, κυρίως, από την εξέλιξη του ίδιου του πολέμου.
Αυτό σημαίνει ότι η Ουκρανία αποτελεί ταυτόχρονα ευκαιρία και αβεβαιότητα.
Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση, η σύνδεση της χώρας με τα ευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών και ενέργειας και η ενσωμάτωσή της στην ευρωπαϊκή οικονομία μπορούν να αυξήσουν σημαντικά τη σημασία των βόρειων ελληνικών λιμανιών. Όμως δεν υπάρχει λόγος να θεωρούμε δεδομένο ότι η Αλεξανδρούπολη θα είναι ο κυρίαρχος κόμβος αυτών των ροών. Θα ανταγωνιστεί άλλες διαδρομές και άλλα λιμάνια της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης.
Η σωστή προσέγγιση, συνεπώς, δεν είναι ότι «η Αλεξανδρούπολη οδηγεί στην Ουκρανία». Είναι ότι η Αλεξανδρούπολη μπορεί να αποτελέσει το νότιο άκρο ενός μελλοντικού δικτύου που θα συνδέει την Ουκρανία με τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο διατυπώσεις είναι ουσιώδης.
Η ενέργεια προσθέτει μια διαφορετική μορφή γεωπολιτικής ισχύος
Η ενεργειακή διάσταση είναι σήμερα περισσότερο ώριμη από ορισμένες από τις μεταφορικές προοπτικές.
Το Alexandroupolis FSRU (Floating Storage and Regasification Unit – Πλωτή Μονάδα Αποθήκευσης και Επαναεριοποίησης) άρχισε εμπορική λειτουργία τον Οκτώβριο του 2024 και διαθέτει δυναμικότητα επαναεριοποίησης έως 5,5 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως. Το αέριο μπορεί να διοχετευθεί στο ελληνικό δίκτυο και από εκεί προς τη Βουλγαρία και ευρύτερα προς τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη. [7]
Η σημασία είναι προφανής: η Αλεξανδρούπολη συμμετέχει πλέον σε μια προσπάθεια διαφοροποίησης των ενεργειακών διαδρομών της περιοχής.
Ωστόσο, και εδώ απαιτείται διάκριση μεταξύ υποδομής και χρησιμοποιούμενης χωρητικότητας.
Το Vertical Gas Corridor (Κάθετος Διάδρομος Φυσικού Αερίου) έχει στρατηγική λογική, αλλά η εμπορική του αξιοποίηση δεν έχει ακόμη φτάσει στο επίπεδο που υπονοεί η πολιτική ρητορική. Τον Δεκέμβριο του 2025, τρεις δημοπρασίες δυναμικότητας για τον Ιανουάριο δεν προσέλκυσαν προσφορές, ενώ τον Ιανουάριο του 2026 οι διαθέσιμες ποσότητες που δεσμεύθηκαν ήταν εξαιρετικά περιορισμένες.
Αυτό δεν ακυρώνει τον διάδρομο. Δείχνει όμως ότι η γεωπολιτική χρησιμότητα μιας υποδομής δεν μετατρέπεται αυτόματα σε εμπορική βιωσιμότητα.
Και αυτό είναι κρίσιμο για την Αλεξανδρούπολη. Το στρατηγικό πλεονέκτημα θα αποκτήσει μόνιμη αξία μόνο εάν οι διάδρομοι που ξεκινούν από αυτήν αποκτήσουν πραγματικούς χρήστες, σταθερές ροές και οικονομική βιωσιμότητα.
Η Ρωσία και η Τουρκία: όχι ιδιοκτησία, αλλά στρατηγικός ανταγωνισμός
Δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι η Ρωσία ή η Τουρκία επιδιώκουν να αποκτήσουν ιδιοκτησιακό έλεγχο της Αλεξανδρούπολης. Το ενδιαφέρον τους αφορά περισσότερο τις συνέπειες της στρατηγικής αναβάθμισης του λιμανιού.
Η FRS παρέχει μάλιστα συγκεκριμένα στοιχεία για τη ρωσική διάσταση. Σύμφωνα με την έρευνα της, η Μόσχα είχε επιχειρήσει από τη δεκαετία του 2010 να αποκτήσει επιρροή στην περιοχή μέσω οικονομικών, πολιτιστικών, εκπαιδευτικών και τοπικών δικτύων, ενώ η αναβάθμιση της αμερικανικής παρουσίας στην Αλεξανδρούπολη προκάλεσε εμφανή ρωσική ανησυχία. Η ίδια μελέτη καταγράφει ρωσικές αντιδράσεις και σημειώνει ότι η Μόσχα είχε λόγο να προσπαθήσει να περιορίσει την αμερικανική επιρροή στην περιοχή. [1]
Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση. Το ΕΛΙΑΜΕΠ έχει επισημάνει την Αλεξανδρούπολη ως πιθανό κρίσιμο σημείο των γραμμών στρατιωτικού εφοδιασμού του ΝΑΤΟ και, συνεπώς, ως υποδομή που θα μπορούσε να βρεθεί στο επίκεντρο ρωσικών προσπαθειών παρεμπόδισης σε περίπτωση ευρύτερης σύγκρουσης. [8]
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αλεξανδρούπολη αποτελεί σήμερα «ρωσικό στόχο». Μια τέτοια άποψη είναι λάθος. Σημαίνει όμως ότι η στρατηγική της αναβάθμιση αυξάνει την αξία της μέσα στον ανταγωνισμό Ρωσίας–ΝΑΤΟ.
Η Τουρκία βρίσκεται σε διαφορετική θέση. Η Άγκυρα δεν χρειάζεται να αποκτήσει την Αλεξανδρούπολη για να ενδιαφέρεται για αυτήν. Εάν ένας ελληνικός διάδρομος αποκτήσει τη δυνατότητα να μεταφέρει σημαντικό μέρος των ροών προς τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Ευρώπη χωρίς διέλευση από τα Στενά, τότε μειώνεται, έστω και οριακά, η αποκλειστικότητα της τουρκικής γεωγραφικής θέσης.
Η FRS καταγράφει ακριβώς αυτή τη διάσταση: η Αλεξανδρούπολη λειτουργεί ως συμπληρωματική εναλλακτική προς τα Στενά και η στρατηγική της αναβάθμιση έχει ενοχλήσει κατά περιόδους και την Άγκυρα. [1]
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία χάνει τη γεωστρατηγική της σημασία. Το αντίθετο. Η τουρκική θέση παραμένει αναντικατάστατη σε πολλά επίπεδα. Αυτό που αλλάζει είναι ότι η Ελλάδα αποκτά μια επιπλέον επιλογή και, μαζί με αυτήν, ένα μικρότερο αλλά υπαρκτό περιθώριο στρατηγικής αυτονομίας.
Το ινδικό ενδιαφέρον είναι πραγματικό, αλλά βρίσκεται ακόμη σε διαφορετική χρονική κλίμακα
Η Ινδία αποτελεί ίσως το πιο ενδιαφέρον μελλοντικό στοιχείο της υπόθεσης, ακριβώς επειδή εδώ πρέπει να αποφύγουμε την υπερβολή.
Τον Φεβρουάριο του 2026, η Ελλάδα και Ινδία επανέλαβαν τη στρατηγική κατεύθυνση εμβάθυνσης των ελληνοϊνδικών σχέσεων στους τομείς της άμυνας, της ναυτιλίας, της ναυπηγικής και των υποδομών. Ο Έλληνας πρωθυπουργός επανέλαβε επίσης ότι η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως πύλη της Ινδίας προς την Ευρώπη και εξέφρασε τη βούληση της Αθήνας να συμμετάσχει στο India–Middle East–Europe Economic Corridor (IMEC – Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης). [9] Αυτό είναι σημαντικό.
Δεν αποδεικνύει όμως ότι η Αλεξανδρούπολη έχει ήδη καταστεί ινδικός κόμβος ή ότι συγκεκριμένος ινδικός όμιλος έχει αποφασίσει να επενδύσει σε αυτήν.
Η πραγματική γεωπολιτική σημασία της Ινδίας βρίσκεται στη δυνατότητα δημιουργίας μελλοντικών εμπορικών ροών μεταξύ Ινδίας και Ευρώπης και στη θέση που θα μπορούσε να αποκτήσει η Ελλάδα σε αυτές. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει μιλήσει για την Ελλάδα ως «natural entry point» για τη Νοτιοανατολική, Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και έχει συνδέσει το ζήτημα με την ανάγκη ανάπτυξης νέων εμπορικών και ψηφιακών διαδρομών. [10]
Το πρόβλημα είναι ότι το IMEC παραμένει ένα σχέδιο με σημαντικά γεωπολιτικά και τεχνικά εμπόδια.
Η Carnegie έχει επισημάνει ότι ο διάδρομος σχεδιάστηκε ως πολυκρατικό σύστημα με σύνθετες νομικές, πολιτικές και κανονιστικές απαιτήσεις και ότι οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, ο πόλεμος στη Γάζα και η διακοπή της προσπάθειας εξομάλυνσης Ισραήλ–Σαουδικής Αραβίας δημιούργησαν σοβαρές αβεβαιότητες.
Ακόμη και από την ινδική πλευρά, η εικόνα δεν είναι τόσο απλή όσο παρουσιάζεται συχνά. Η Carnegie India σημειώνει ότι η Ινδία εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για εναλλακτικές διαδρομές προς την Ευρώπη, αλλά οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή και το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των απαιτούμενων υποδομών δεν έχει ακόμη κατασκευαστεί περιορίζουν την άμεση δυναμική του IMEC.
Επομένως, η σύνδεση Αλεξανδρούπολης–Ινδίας πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μακροπρόθεσμη γεωπολιτική δυνατότητα, όχι ως ήδη ολοκληρωμένη πραγματικότητα.
Αυτό δεν την κάνει λιγότερο ενδιαφέρουσα. Την κάνει απλώς πιο σοβαρή ως αναλυτική υπόθεση.
Ποιος πραγματικά «θέλει» την Αλεξανδρούπολη;
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποδεδειγμένη επιχειρησιακή χρήση. Το ΝΑΤΟ έχει εντάξει την Αλεξανδρούπολη στη στρατιωτική κινητικότητα προς την ανατολική πτέρυγα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συμφέρον στην ανάπτυξη των διευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών και ενεργειακής διαφοροποίησης. Η Βουλγαρία και η Ρουμανία έχουν άμεσο ενδιαφέρον για τις βόρειες προεκτάσεις των διαδρόμων. Η Ουκρανία έχει συμφέρον σε περισσότερες και ασφαλέστερες διαδρομές προς την Ευρώπη. Η Ινδία βλέπει την Ελλάδα ως πιθανή πύλη προς την ευρωπαϊκή αγορά.
Αυτό που δεν υπάρχει ακόμη είναι ένας ενιαίος, πλήρως λειτουργικός «διάδρομος Αλεξανδρούπολης» που να συνδέει όλες αυτές τις ροές.
Υπάρχουν κομμάτια ενός δικτύου.
Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διαπίστωση που μπορούμε να κάνουμε.
Η Αλεξανδρούπολη έχει ήδη στρατιωτική χρησιμότητα. Έχει ενεργειακή υποδομή. Διαθέτει γεωγραφικό πλεονέκτημα. Υπάρχουν συμφωνίες και χρηματοδοτήσεις για τη βελτίωση των βόρειων συνδέσεων. Υπάρχει στρατηγικό ενδιαφέρον για σύνδεση με τη Μαύρη Θάλασσα και την Ουκρανία. Υπάρχει, τέλος, μια μακροπρόθεσμη συζήτηση για σύνδεση της Ελλάδας με τις ινδικές ροές.
Αλλά το δίκτυο αυτό δεν έχει ακόμη αποκτήσει πλήρη συνοχή.
Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι η ιδιοκτησία αλλά ο έλεγχος των ροών
Η συζήτηση γύρω από την Αλεξανδρούπολη συχνά περιστρέφεται γύρω από το ερώτημα αν θα εμφανιστεί κάποιος μεγάλος ξένος επενδυτής
Η Αλεξανδρούπολη Port Authority (Οργανισμός Λιμένος Αλεξανδρούπολης) βρίσκεται σήμερα σε πλήρη ιδιοκτησία του Growthfund, του ελληνικού κρατικού επενδυτικού ταμείου. Το Growthfund καταγράφει την εταιρεία ως «Full Ownership», ενώ το ισχύον θεσμικό πλαίσιο προβλέπει μακροχρόνια παραχώρηση της χρήσης των λιμενικών υποδομών. [11]
Το γεγονός αυτό έχει σημασία, αλλά δεν αρκεί για να περιγράψει τη στρατηγική εικόνα.
Ένα κράτος μπορεί να διατηρεί την ιδιοκτησία μιας υποδομής και ταυτόχρονα να επιτρέπει σε ξένες δυνάμεις, επιχειρήσεις και διεθνείς οργανισμούς να αποκτούν σημαντική πρόσβαση στη λειτουργία της.
Γι’ αυτό, από πλευράς εθνικής ασφάλειας, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος έχει τις μετοχές. Είναι ποιος μπορεί να επηρεάζει:
τις στρατιωτικές ροές,
τις εμπορικές αλυσίδες,
τις ενεργειακές ροές,
τις επενδύσεις,
τα σιδηροδρομικά και οδικά δίκτυα,
τις πληροφοριακές και ψηφιακές υποδομές,
και, τελικά, τις αποφάσεις για το πώς και πότε χρησιμοποιείται η υποδομή.
Αυτό είναι πολύ πιο σύνθετο από την ιδιοκτησία.
Η μεγάλη αδυναμία: η Αλεξανδρούπολη μπορεί να γίνει στρατηγικός κόμβος πριν γίνει πραγματικά αποτελεσματικός κόμβος
Η πολιτική και στρατιωτική αξία της Αλεξανδρούπολης έχει αυξηθεί ταχύτερα από την ωριμότητα όλων των υποδομών που απαιτούνται για να στηρίξουν αυτή την αξία.
Το λιμάνι μπορεί να δεχθεί βαριά στρατιωτικά φορτία. Το απέδειξε. Η FSRU λειτουργεί. Το απέδειξε. Το ΝΑΤΟ έχει χρησιμοποιήσει την υποδομή. Το απέδειξε.
Αλλά ένας πραγματικός στρατηγικός κόμβος δεν κρίνεται μόνο από το αν μπορεί να ξεφορτώσει ένα πλοίο. Κρίνεται από το αν μπορεί να διακινήσει γρήγορα, με ασφάλεια και σε μεγάλη κλίμακα το φορτίο από το λιμάνι προς τον τελικό προορισμό.
Εδώ μπαίνουν στο παιχνίδι οι σιδηρόδρομοι, οι δρόμοι, τα σύνορα, οι τελωνειακές διαδικασίες, οι δυνατότητες αποθήκευσης, οι ενεργειακές διασυνδέσεις και η ανθεκτικότητα ολόκληρης της αλυσίδας.
Η ΕΛΙΑΜΕΠ έχει επισημάνει αυτή τη διττή διάσταση της στρατιωτικής κινητικότητας: η Αλεξανδρούπολη και η Θεσσαλονίκη μπορούν να λειτουργήσουν ως σημαντικοί κόμβοι, αλλά η αξιοποίηση της γεωγραφικής τους θέσης προϋποθέτει επενδύσεις σε ευρύτερες μεταφορικές υποδομές. [12]
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν έχει κερδίσει ακόμη ολόκληρο το γεωστρατηγικό παιχνίδι. Έχει αποκτήσει ένα εξαιρετικά σημαντικό πλεονέκτημα θέσης και πρέπει τώρα να το μετατρέψει σε πραγματική επιχειρησιακή ικανότητα.
Τι μπορεί να αλλάξει εάν οι υποδομές ολοκληρωθούν
Εάν οι οδικές και σιδηροδρομικές συνδέσεις προς Βουλγαρία και Ρουμανία αναβαθμιστούν ουσιαστικά, εάν η ενεργειακή διασύνδεση αποκτήσει σταθερή εμπορική χρήση και εάν οι συνδέσεις προς την Ουκρανία αποκτήσουν μόνιμο χαρακτήρα, τότε η Αλεξανδρούπολη θα αποκτήσει ένα χαρακτηριστικό που δεν έχει σήμερα στον ίδιο βαθμό:
τη δυνατότητα να λειτουργεί ως πραγματικός πολυτροπικός κόμβος.
Τότε οι στρατιωτικές, ενεργειακές και εμπορικές ροές δεν θα είναι παράλληλες δραστηριότητες. Θα αποτελούν τμήματα ενός ενιαίου δικτύου.
Η στρατηγική σημασία αυξάνεται ακριβώς όταν η ίδια υποδομή εξυπηρετεί περισσότερες από μία λειτουργίες.
Ένα λιμάνι που χρησιμοποιείται μόνο για εμπορικά φορτία έχει μία μορφή αξίας.
Ένα λιμάνι που μπορεί να υποστηρίξει ταυτόχρονα στρατιωτική κινητικότητα, ενεργειακή διαφοροποίηση, εμπορική διακίνηση και περιφερειακή συνδεσιμότητα αποκτά πολύ διαφορετικό βάρος.
Και εδώ η χώρα μας έχει ένα πλεονέκτημα που δεν πρέπει να υποτιμηθεί.
Η χώρα βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά η Αλεξανδρούπολη μπορεί να λειτουργήσει ως βόρεια πύλη της Ελλάδας προς τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη.
Η ινδική προοπτική και ο Ινδο-Ειρηνικός πρέπει να παραμείνουν μακροπρόθεσμο σενάριο
Η σύνδεση της Αλεξανδρούπολης με την Ινδία και τον Ινδο-Ειρηνικό είναι ίσως το πιο φιλόδοξο τμήμα της ανάλυσης και πρέπει να αντιμετωπιστεί με τη μεγαλύτερη προσοχή.
Δεν υπάρχει σήμερα καμία απόδειξη ότι η Αλεξανδρούπολη αποτελεί ήδη επίσημο κόμβο ενός λειτουργικού ευρωϊνδικού δικτύου.
Υπάρχει όμως μια ευρύτερη γεωπολιτική τάση: η Ινδία επιδιώκει μεγαλύτερη στρατηγική και οικονομική παρουσία στην Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Ένωση ενδιαφέρεται για διαφοροποίηση εμπορικών και στρατηγικών εταίρων, ενώ η Ελλάδα επιδιώκει να τοποθετήσει τις λιμενικές, ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές της μέσα σε αυτή τη νέα γεωγραφία.
Αν αυτή η τάση συνεχιστεί, η Αλεξανδρούπολη θα μπορούσε να επωφεληθεί όχι επειδή αποτελεί αυτοτελή «ινδικό λιμάνι», αλλά επειδή βρίσκεται πάνω σε ένα πιθανό ευρωπαϊκό δίκτυο που μπορεί να συνδέσει τη Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη. Και η διαφορά αυτή, είναι ουσιαστική.
Δεν πρέπει να παρουσιάζουμε το σενάριο ως πραγματικότητα. Πρέπει να το αντιμετωπίζουμε ως πιθανή μελλοντική εξέλιξη με σημαντικές γεωπολιτικές συνέπειες.
Η Ελλάδα έχει μπροστά της ένα στρατηγικό παράθυρο — όχι μια εγγυημένη επιτυχία
Η Αλεξανδρούπολη βρίσκεται σήμερα σε ένα εξαιρετικά ευνοϊκό γεωγραφικό σημείο, αλλά η γεωγραφία από μόνη της δεν αρκεί.
Το λιμάνι έχει ήδη αποδείξει τη στρατιωτική του χρησιμότητα. Η ενεργειακή υποδομή έχει πλέον πραγματική λειτουργία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ έχουν επενδύσει επιχειρησιακά στη χρήση του. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη των βόρειων διαδρόμων. Η Βουλγαρία και η Ρουμανία έχουν άμεσο συμφέρον από τη σύνδεση με το Αιγαίο. Η Ουκρανία μπορεί να αποτελέσει μελλοντικό προορισμό αυτών των ροών. Και η Ινδία προσφέρει έναν μακροπρόθεσμο ορίζοντα που υπερβαίνει τα σημερινά περιφερειακά δεδομένα.
Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν σοβαροί περιορισμοί.
Οι σιδηροδρομικές υποδομές δεν έχουν ακόμη την απαιτούμενη συνολική επάρκεια. Ο Vertical Gas Corridor έχει στρατηγική αξία αλλά ακόμη περιορισμένη εμπορική ζήτηση. Το IMEC εξακολουθεί να εξαρτάται από μια ασταθή Μέση Ανατολή και από υποδομές που σε μεγάλο βαθμό δεν έχουν ολοκληρωθεί. Η μελλοντική σύνδεση με την Ουκρανία εξαρτάται από τον πόλεμο και τη μεταπολεμική αρχιτεκτονική της περιοχής. Και η στρατιωτική σημασία του λιμανιού αυξάνει ταυτόχρονα την ανάγκη προστασίας του.
Η Αλεξανδρούπολη, συνεπώς, δεν είναι ακόμη αυτό που ορισμένες πολιτικές δηλώσεις περιγράφουν ως «νέο γεωπολιτικό κέντρο της Ευρώπης».
Είναι κάτι πιο ενδιαφέρον: ένα στρατηγικό σημείο που βρίσκεται στη διαδικασία μετατροπής του σε κόμβο.
Αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να παρακολουθήσουμε.
Το πραγματικό παιχνίδι βρίσκεται στις ροές
Η ιδιοκτησία του λιμανιού είναι σημαντική, αλλά δεν είναι το μοναδικό ούτε το σημαντικότερο μέτρο γεωπολιτικής ισχύος.
Η πραγματική στρατηγική αξία θα κριθεί από το ποιος μπορεί να επηρεάζει τις ροές που περνούν από την Αλεξανδρούπολη, ποιος ελέγχει ή προστατεύει τα δίκτυα που τη συνδέουν με τον Βορρά και ποιος διαθέτει την ικανότητα να διατηρεί αυτές τις ροές σε λειτουργία σε περίοδο κρίσης.
Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ελλάδα.
Όσο περισσότερη στρατιωτική, ενεργειακή και εμπορική δραστηριότητα συγκεντρώνεται γύρω από την Αλεξανδρούπολη, τόσο περισσότερο η υποδομή μετατρέπεται σε στοιχείο εθνικής ανθεκτικότητας αλλά και σε πιθανό σημείο πίεσης.
Η προστασία της δεν μπορεί επομένως να περιορίζεται στη φυσική ασφάλεια του λιμένα. Αφορά την κυβερνοασφάλεια, την προστασία κρίσιμων υποδομών, τη διαθεσιμότητα του σιδηροδρομικού δικτύου, την ενεργειακή ασφάλεια, την εφοδιαστική συνέχεια, την αντιμετώπιση υβριδικών απειλών και την έγκαιρη αναγνώριση προσπαθειών εξωτερικής επιρροής.
Εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται η ουσιαστική γεωστρατηγική αξία της Αλεξανδρούπολης.
Δεν είναι ένα ακόμη ελληνικό λιμάνι που απέκτησε ξαφνικά διεθνή δημοσιότητα.
Είναι ένα σημείο όπου μπορούν να συγκλίνουν διαφορετικά δίκτυα ισχύος: το αμερικανικό και νατοϊκό σύστημα στρατιωτικής κινητικότητας, η ευρωπαϊκή προσπάθεια ενεργειακής και μεταφορικής διαφοροποίησης, οι βαλκανικές συνδέσεις, η μελλοντική ανασυγκρότηση και ενσωμάτωση της Ουκρανίας και, σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα, η προσπάθεια της Ινδίας να αποκτήσει αποτελεσματικότερη πρόσβαση στην Ευρώπη.
Το ερώτημα επομένως δεν είναι αν κάποιος θα αγοράσει την Αλεξανδρούπολη.
Ούτε αν το λιμάνι θα γίνει αύριο το «νέο Ρότερνταμ» ή ο νέος Πειραιάς.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα μπορέσει να μετατρέψει το γεωγραφικό της πλεονέκτημα σε διαρκή στρατηγική ικανότητα.
Γιατί η γεωγραφία προσφέρει την ευκαιρία. Οι υποδομές τη μετατρέπουν σε δυνατότητα. Και η πολιτική, οικονομική και στρατηγική διαχείριση αποφασίζει τελικά αν η δυνατότητα θα μετατραπεί σε ισχύ.
Η Αλεξανδρούπολη βρίσκεται σήμερα ακριβώς σε αυτό το μεταίχμιο.
Και γι’ αυτό αξίζει να παρακολουθείται όχι μόνο ως λιμάνι, αλλά ως κόμβος ενός ευρύτερου ανταγωνισμού για τις ροές, τις υποδομές και τη γεωγραφία της ισχύος στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Βιβλιογραφία – βασικές πηγές
[1] Aris Marghelis, Fondation pour la Recherche Stratégique (FRS), The Port of Alexandroupolis: A Strategic and Geopolitical Assessment, Note No. 18/2024, 1 August 2024.
[2] U.S. Department of State, Joint Statement on the U.S.-Greece Strategic Dialogue, 9 February 2024.
[3] U.S. Army, Port of Alexandroupolis makes sustainment history with heavy brigade movement, 17 March 2024.
[4] NATO Supreme Headquarters Allied Powers Europe (SHAPE), NATO’s Allied Reaction Force Embarks on Eastern Europe’s Largest Military Training Exercise in 2025, 3 February 2025.
[5] Kathimerini / eKathimerini, Greece, Bulgaria and Romania sign agreement on Aegean-Black Sea corridor, 5 December 2025.
[6] Kathimerini / eKathimerini, Passenger trains suspended on Alexandroupoli lines due to freight transport, 9 March 2025.
[7] Reuters, LNG terminal off northern Greece diversifies gas routes to Europe, 1 October 2024.
[8] ΕΛΙΑΜΕΠ, Moscow’s Strategic Obsession with the Eastern Mediterranean: Lessons from pre-Cold-War History, Policy Paper No. 103/2022.
[9] Prime Minister of the Hellenic Republic, Prime Minister Kyriakos Mitsotakis’ meeting with the Prime Minister of India Narendra Modi, 19 February 2026.
[10] Prime Minister of the Hellenic Republic, Interview on Times Now, 18 February 2026.
[11] Growthfund, Our Subsidiaries & Participations Portfolio – Alexandroupolis Port Authority, current corporate information, 2026.
[12] ΕΛΙΑΜΕΠ, analysis on European defence policy and military mobility in Greece, including the strategic role of Thessaloniki and Alexandroupolis transport hubs.
[13] Carnegie Endowment for International Peace, The Geopolitics of Economic Development in the Middle East, 2024.
[14] Carnegie Endowment for International Peace, The India-Middle East-Europe Economic Corridor (IMEC): Too Little, Too Late?, 2023.
[15] Carnegie India, Disquiet on the West Asian Front, 2024.
[16] Kathimerini / eKathimerini, Vertical Corridor gas tenders draw blank, 23 December 2025.
[17] Kathimerini / eKathimerini, Demand for Vertical Corridor gas auctions disappoints, 27 January 2026.
[18] Associated Press, Greek man accused of spying at NATO transit hub has been charged and jailed pending trial, 2025.
Διεθνή
Ο Ινδός πιλότος που έσωσε 182 ζωές από τρομοκρατική επίθεση στον αέρα – Η μάχη στο πιλοτήριο με το τσεκούρι και η ελληνική σύνδεση
Παγκόσμια αναγνώριση για τον Ινδό κυβερνήτη Smit Machchhar, ο οποίος, παρά τα σοβαρά τραύματα που υπέστη από επίθεση του συγκυβερνήτη του, κατάφερε να αποτρέψει αεροπορική τραγωδία σε πτήση της Flydubai με προορισμό το Ισραήλ. Η συγκλονιστική ιστορία του έμπειρου πιλότου, η απρόσμενη διαδρομή του προς την αεροπορία, η ιδιαίτερη σχέση του με τη Μύκονο και τα σοβαρά ερωτήματα για τα κενά ασφαλείας που επέτρεψαν στον δράστη να βρεθεί στο πιλοτήριο.
Ένα πραγματικό θρίλερ εκτυλίχθηκε στους αιθέρες της Μέσης Ανατολής στις 30 Σεπτεμβρίου 2026, όταν ένας συγκυβερνήτης επιτέθηκε με τσεκούρι στον κυβερνήτη επιβατικού αεροσκάφους της Flydubai, επιχειρώντας να αποκτήσει τον έλεγχο του αεροπλάνου που εκτελούσε πτήση από το Ντουμπάι προς το Τελ Αβίβ.
Ο άνθρωπος που βρέθηκε στο επίκεντρο της δραματικής προσπάθειας αποτροπής της τραγωδίας ήταν ο Ινδός πιλότος Smit Machchhar, ο οποίος, παρά τα αλλεπάλληλα χτυπήματα που δέχθηκε, κατάφερε να ανοίξει την πόρτα του πιλοτηρίου, επιτρέποντας σε μέλη του πληρώματος και επιβάτες να ακινητοποιήσουν τον δράστη.
Το αεροσκάφος, ένα Boeing 737, είχε εισέλθει σε επικίνδυνη κάθοδο, προτού ανακτηθεί ο έλεγχός του και πραγματοποιηθεί αναγκαστική προσγείωση στο Ταμπούκ της Σαουδικής Αραβίας.
Σύμφωνα με το Associated Press, στην πτήση επέβαιναν συνολικά 182 άνθρωποι, ενώ η αποφασιστική παρέμβαση του κυβερνήτη απέτρεψε μια ενδεχόμενη πολύνεκρη καταστροφή.
Ο συγκυβερνήτης που επιχείρησε να ρίξει το αεροσκάφος
Οι αρχές των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων χαρακτήρισαν το περιστατικό απόπειρα τρομοκρατικής ενέργειας.
Ως δράστης κατονομάστηκε ο υπήκοος του Ομάν Hamam al-Hammami, ο οποίος φέρεται να χρησιμοποίησε τσεκούρι έκτακτης ανάγκης για να επιτεθεί στον κυβερνήτη και να καταλάβει τον έλεγχο του αεροσκάφους.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο συγκυβερνήτης είχε αντιμετωπίσει προβλήματα κατά την προηγούμενη επαγγελματική του σταδιοδρομία, καθώς υπήρχαν ανησυχίες για ακραίες ιδεολογικές αντιλήψεις και ενδεχόμενη ριζοσπαστικοποίησή του.
Οι αποκαλύψεις αυτές εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για τις διαδικασίες πρόσληψης και ελέγχου του προσωπικού των αεροπορικών εταιρειών, ιδιαίτερα σε πτήσεις προς περιοχές με αυξημένο γεωπολιτικό κίνδυνο.
Η δικαστική διερεύνηση βρίσκεται σε εξέλιξη, ενώ στις 7 Οκτωβρίου έγινε γνωστό ότι η Σαουδική Αραβία ξεκίνησε ξεχωριστή έρευνα αεροπορικής ασφάλειας με συμμετοχή αρμόδιων φορέων από τις ΗΠΑ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Ποιος είναι ο Smit Machchhar – Από την οικογενειακή επιχείρηση στο πιλοτήριο
Η ιστορία του Ινδού κυβερνήτη παρουσιάστηκε αναλυτικά από τον δημοσιογράφο Michael Jansen, σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 5 Οκτωβρίου 2026 στην εφημερίδα Gulf Today.
Ο Machchhar κατάγεται από τη Βομβάη, την οικονομική πρωτεύουσα της Ινδίας, όπου εξακολουθούν να ζουν οι γονείς του.
Αρχικά σχεδίαζε να ακολουθήσει την οικογενειακή επιχείρηση στον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας. Ωστόσο, μία ημερίδα για την αεροπορία, την οποία παρακολούθησε σε ηλικία 19 ετών, άλλαξε ριζικά την πορεία του.
Αποφάσισε να εγκαταλείψει τα αρχικά επαγγελματικά του σχέδια και να ακολουθήσει το όνειρο της πτήσης.
Το 2008 ταξίδεψε στη Νέα Ζηλανδία, όπου εκπαιδεύτηκε επί 18 μήνες για να γίνει πιλότος. Μέχρι τότε δεν είχε σχεδόν καμία ταξιδιωτική εμπειρία εκτός Ινδίας και είχε χρησιμοποιήσει ελάχιστες φορές το αεροπλάνο ως επιβάτης, καθώς τα σιδηροδρομικά εισιτήρια ήταν οικονομικότερα.
Η πρώτη του εμπορική πτήση πραγματοποιήθηκε μεταξύ Μπανγκαλόρ και Νέου Δελχί, παρουσία έμπειρων εξεταστών. Όπως εξομολογήθηκε, αυτό που τον φόβισε περισσότερο δεν ήταν η ίδια η πτήση, αλλά η ευθύνη για τους ανθρώπους που μετέφερε.
Περισσότερες από 9.750 ώρες πτήσης και μια ξεκάθαρη φιλοσοφία ασφαλείας
Πριν ενταχθεί στη Flydubai, όπου εργάζεται τα τελευταία τέσσερα χρόνια, ο Machchhar είχε υπηρετήσει επί 11 χρόνια στην ινδική αεροπορική εταιρεία SpiceJet.
Εκεί απέκτησε περισσότερες από 9.750 ώρες πτήσης, αναλαμβάνοντας παράλληλα καθήκοντα εκπαίδευσης και καθοδήγησης νεότερων πιλότων.
Η επαγγελματική του φιλοσοφία χαρακτηρίζεται από την απόλυτη προτεραιότητα στην ασφάλεια των επιβατών.
Όπως έχει εξηγήσει, δεν θεωρεί πρόβλημα την καθυστέρηση μιας πτήσης όταν τίθεται ζήτημα ασφάλειας. Για τον ίδιο, σημασία έχει όλοι οι επιβάτες να αποβιβάζονται σώοι.
Αυτή η προσέγγιση τον είχε οδηγήσει επανειλημμένα να καθυστερεί αναχωρήσεις για τεχνικούς ελέγχους ή να εκτρέπει αεροσκάφη όταν παρουσιάζονταν έκτακτα ιατρικά περιστατικά.
Στη διάρκεια της σταδιοδρομίας του είχε εκπαιδευτεί και στα Boeing 737 MAX, αντιμετωπίζοντας από κοντά την κρίση εμπιστοσύνης που προκάλεσαν τα δύο πολύνεκρα δυστυχήματα του συγκεκριμένου τύπου αεροσκάφους το 2018 και το 2019.
Η πολυετής εμπειρία του αποδείχθηκε καθοριστική κατά την επίθεση της 30ής Σεπτεμβρίου.
Η ελληνική σύνδεση: Η Μύκονος και η επικίνδυνη προσέγγιση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ελληνικό κοινό παρουσιάζει μια λιγότερο γνωστή πτυχή της επαγγελματικής πορείας του Ινδού κυβερνήτη.
Όπως αναφέρει ο Michael Jansen, μία από τις πιο δύσκολες πτήσεις της σταδιοδρομίας του Machchhar πραγματοποιήθηκε κατά την προσέγγιση στο αεροδρόμιο της Μυκόνου.
Ο έμπειρος πιλότος αντιμετώπισε το φαινόμενο της διάτμησης ανέμου (windshear), κατά το οποίο παρατηρούνται απότομες μεταβολές της ταχύτητας ή της διεύθυνσης του ανέμου.
Το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο κατά τις φάσεις απογείωσης και προσγείωσης, καθώς μπορεί να επηρεάσει αιφνιδιαστικά την ταχύτητα και τη σταθερότητα του αεροσκάφους.
Ο Machchhar αναγκάστηκε να εκτελέσει ειδικό ελιγμό διαφυγής, τον οποίο οι πιλότοι εξασκούν συστηματικά στους εξομοιωτές πτήσης.
Παρά τη δύσκολη εμπειρία, ο Ινδός κυβερνήτης χαρακτήρισε στη συνέχεια το αεροδρόμιο της Μυκόνου ως το αγαπημένο του.
Η συγκεκριμένη αναφορά προσδίδει ξεχωριστό ελληνικό ενδιαφέρον στην ιστορία ενός ανθρώπου που βρέθηκε αντιμέτωπος με μία από τις πιο ακραίες καταστάσεις που μπορεί να αντιμετωπίσει ένας επαγγελματίας πιλότος.
Η πτήση στην οποία γεννήθηκε ένα μωρό
Ο Machchhar έχει μοιραστεί και μία άλλη ασυνήθιστη εμπειρία από την καριέρα του.
Κατά τη διάρκεια πρωινής πτήσης, λίγο μετά την απογείωση, το πλήρωμα καμπίνας ενημέρωσε το πιλοτήριο ότι μία έγκυος επιβάτιδα αντιμετώπιζε πρόωρους πόνους τοκετού.
Ο ίδιος και ο συγκυβερνήτης του ξεκίνησαν αμέσως τις διαδικασίες εκτροπής της πτήσης, εξετάζοντας τις καιρικές συνθήκες και τη διαθεσιμότητα κοντινών αεροδρομίων.
Λίγα λεπτά αργότερα, ωστόσο, ήρθε μια απρόσμενη ενημέρωση από το πλήρωμα: το μωρό είχε ήδη γεννηθεί.
Το αεροπλάνο προσγειώθηκε και ασθενοφόρο παρέλαβε τη μητέρα και το νεογέννητο, που ήταν και οι δύο καλά στην υγεία τους.
Η αναγνώριση από τον Μόντι και η οικογένεια
Η γενναιότητα του Ινδού πιλότου προκάλεσε κύμα συγκίνησης και αναγνώρισης διεθνώς.
Ο πρωθυπουργός της Ινδίας, Ναρέντρα Μόντι, επικοινώνησε μαζί του μέσω βιντεοκλήσης, επαινώντας την ψυχραιμία και την αποφασιστικότητά του.
Ο κυβερνήτης, ο οποίος νοσηλεύθηκε στο Άμπου Ντάμπι εξαιτίας των τραυμάτων του, μπόρεσε επίσης να επικοινωνήσει με τη σύζυγό του και τα δύο μικρά παιδιά τους, ηλικίας επτά και δύο ετών.
Παρά τη διεθνή προβολή, ο Machchhar έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι επιθυμεί να διαχωρίζει απολύτως την επαγγελματική του ζωή από την οικογένειά του.
Όταν φορά τη στολή, είναι αφοσιωμένος αποκλειστικά στα καθήκοντά του. Όταν όμως αποχωρεί από το πιλοτήριο, θέλει να αφήνει πίσω του την αεροπορία και να αφιερώνει τον χρόνο του στα παιδιά του.
Ένας ήρωας που έφερε στο φως τα κενά ασφαλείας
Η ιστορία του Smit Machchhar δεν περιορίζεται στην προσωπική γενναιότητα ενός πιλότου.
Η επίθεση στο πιλοτήριο επαναφέρει ένα κρίσιμο ερώτημα για τη διεθνή πολιτική αεροπορία: Πώς είναι δυνατόν ένας επαγγελματίας χειριστής, για τον οποίο φέρεται να υπήρχαν προηγούμενες ενδείξεις ριζοσπαστικοποίησης, να συνεχίζει να εργάζεται σε επιβατικές πτήσεις χωρίς οι σχετικές πληροφορίες να οδηγούν σε αποτελεσματικούς ελέγχους;
Το περιστατικό αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης της συνεργασίας μεταξύ αεροπορικών εταιρειών, κρατικών αρχών και υπηρεσιών ασφαλείας, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν ενδείξεις βίαιου εξτρεμισμού.
Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι ακόμη και τα πλέον προηγμένα τεχνολογικά συστήματα εξαρτώνται από την ανθρώπινη κρίση σε μία κρίσιμη στιγμή.
Στις 30 Σεπτεμβρίου 2026, ο Smit Machchhar βρέθηκε αντιμέτωπος με μια επίθεση την οποία κανένας πιλότος δεν θα ήθελε να αντιμετωπίσει.
Παρά τον τραυματισμό του, διατήρησε την ψυχραιμία του και συνέβαλε καθοριστικά ώστε 182 άνθρωποι να επιστρέψουν ζωντανοί στις οικογένειές τους.
Και αυτό είναι το στοιχείο που μετέτρεψε έναν έμπειρο Ινδό κυβερνήτη σε διεθνές σύμβολο επαγγελματισμού και θάρρους.
GEOPOLITICO
Χτίζεται ισχυρός αμυντικός άξονας μεταξύ Ελλάδας και Ινδίας! Η κίνηση Δένδια και η γεωπολιτική απάντηση στη συνεργασία Τουρκίας–Πακιστάν
Η Αθήνα ανοίγει νέα σελίδα στη στρατηγική συνεργασία με το Νέο Δελχί, επενδύοντας στην αμυντική βιομηχανία, τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις και την ασφάλεια των θαλάσσιων διαδρόμων. Η συνάντηση του Νίκου Δένδια με τον Ινδό πρέσβη αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς η σύμπλευση Ελλάδας και Ινδίας αναπτύσσεται παράλληλα με τη στενή στρατιωτική συνεργασία Άγκυρας και Ισλαμαμπάντ.
Η Ελλάδα διευρύνει το αποτύπωμά της στον διεθνή γεωπολιτικό χάρτη, αναπτύσσοντας στρατηγικές σχέσεις με χώρες που μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου και των θαλάσσιων οδών που συνδέουν την Ευρώπη με την Ασία. Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσεται και η εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας με την Ινδία, μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις παγκοσμίως.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν στις 8 Οκτωβρίου 2026, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, συναντήθηκε με τον πρέσβη της Ινδίας στην Αθήνα, Ravi Shankar, με αντικείμενο τις προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης των διμερών αμυντικών σχέσεων και τις προκλήσεις στο περιφερειακό περιβάλλον ασφαλείας.
Η διπλωματική αυτή επαφή αποκτά ιδιαίτερη σημασία εάν εξεταστεί σε συνδυασμό με τις πρωτοβουλίες που έχουν αναλάβει οι δύο χώρες τα τελευταία χρόνια. Η Ελλάδα και η Ινδία δεν περιορίζονται πλέον σε διακηρύξεις καλών προθέσεων, αλλά έχουν ήδη αναπτύξει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο στρατιωτικής συνεργασίας, που περιλαμβάνει κοινές ασκήσεις, ανταλλαγή επιχειρησιακής τεχνογνωσίας και ενίσχυση των δεσμών μεταξύ των αμυντικών τους βιομηχανιών.
Η συμφωνία Δένδια–Singh που άνοιξε τον δρόμο
Καθοριστικής σημασίας για την πορεία των ελληνοϊνδικών σχέσεων υπήρξε η επίσημη επίσκεψη του Νίκου Δένδια στο Νέο Δελχί, στις 9 Φεβρουαρίου 2026, και η συνάντησή του με τον Ινδό ομόλογό του Rajnath Singh.
Οι δύο υπουργοί υπέγραψαν Κοινή Δήλωση Προθέσεων για την ενίσχυση της διμερούς αμυντικής βιομηχανικής συνεργασίας, η οποία προβλέπει την επεξεργασία πενταετούς οδικού χάρτη. Παράλληλα, ανταλλάχθηκε το Πρόγραμμα Διμερούς Στρατιωτικής Συνεργασίας για το 2026.
Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία επιχειρεί να συνδέσει την ελληνική «Ατζέντα 2030» με την ινδική πολιτική αμυντικής αυτοδυναμίας «Aatmanirbhar Bharat», δημιουργώντας προϋποθέσεις για τη συνεργασία επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και αμυντικών οργανισμών.
Για την Αθήνα, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στη δυνατότητα πρόσβασης σε νέες τεχνολογίες και στην ανάπτυξη εγχώριων παραγωγικών δυνατοτήτων. Αντίστοιχα, η Ινδία αποκτά έναν πρόσθετο εταίρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, με στρατηγική γεωγραφική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο.
Είχα σήμερα στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας συνάντηση γνωριμίας με τον Πρέσβη της #Ινδίας, κ. Ravi Shankar.
Συζητήσαμε για τις προκλήσεις ασφαλείας στην ευρύτερη περιοχή, για τις μεγάλες δυνατότητες περαιτέρω εμβάθυνσης της στρατηγικής μας αμυντικής συνεργασίας, καθώς και για τους ισχυρούς δεσμούς φιλίας 🇬🇷– 🇮🇳.
#Greece #India
— Nikos Dendias (@NikosDendias) October 8, 2026
Από τα ελληνικά F-16 στην Ινδία μέχρι τις ινδικές φρεγάτες στο Αιγαίο
Η ελληνοϊνδική στρατιωτική συνεργασία έχει αποκτήσει ήδη επιχειρησιακό περιεχόμενο.
Τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 2024, τέσσερα ελληνικά μαχητικά F-16 Block 52+ Advanced της 336 Μοίρας συμμετείχαν στη διεθνή αεροπορική άσκηση «Tarang Shakti 24», στην αεροπορική βάση Jodhpur της Ινδίας.
Η συγκεκριμένη αποστολή αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα για την Πολεμική Αεροπορία, καθώς ελληνικά μαχητικά επιχειρούσαν σε μία ιδιαίτερα απομακρυσμένη γεωγραφική περιοχή, αποκτώντας εμπειρία συνεργασίας με αεροπορικές δυνάμεις διαφορετικών επιχειρησιακών δογμάτων.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η ναυτική άσκηση που πραγματοποιήθηκε στις 17 και 18 Σεπτεμβρίου 2025 στο Μυρτώο Πέλαγος και στο κεντρικό Αιγαίο.
Στην άσκηση συμμετείχαν η ελληνική φρεγάτα «Θεμιστοκλής», το υποβρύχιο «Πιπίνος», σκάφος ανορθόδοξου πολέμου της Διοίκησης Υποβρυχίων Καταστροφών και η ινδική φρεγάτα INS Trikand.
Οι δύο πλευρές εκπαιδεύτηκαν σε αντικείμενα ανθυποβρυχιακού πολέμου, αντιμετώπισης αεροπορικών απειλών, επιχειρήσεων επιφανείας και ανταλλαγής επιχειρησιακής εικόνας.
Η παρουσία ινδικής πολεμικής μονάδας στο Αιγαίο αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική διάσταση. Καταδεικνύει τη δυνατότητα του Νέου Δελχί να αναπτύσσει στρατιωτική συνεργασία πέρα από τον Ινδικό Ωκεανό, σε μία περιοχή που αποτελεί κομβικό σημείο σύνδεσης της Ευρώπης με την Ασία.
Ο παράγοντας Τουρκία–Πακιστάν
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της ελληνοϊνδικής προσέγγισης είναι η ευρύτερη γεωπολιτική πραγματικότητα που διαμορφώνεται γύρω από τις σχέσεις Τουρκίας και Πακιστάν.
Άγκυρα και Ισλαμαμπάντ έχουν αναπτύξει στενή στρατιωτική συνεργασία, η οποία περιλαμβάνει εξοπλιστικά προγράμματα, αμυντική τεχνολογία και εκπαίδευση στρατιωτικού προσωπικού.
Η Τουρκία επιδιώκει να ενισχύσει την παρουσία της στη Νότια Ασία, ενώ το Πακιστάν αντιμετωπίζει την Ινδία ως τον βασικό στρατηγικό ανταγωνιστή του.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η προσέγγιση Ελλάδας και Ινδίας δημιουργεί ένα ενδιαφέρον πλέγμα γεωπολιτικών συγκλίσεων.
Για την Αθήνα, η Ινδία αποτελεί έναν εταίρο με σημαντικό στρατιωτικό, οικονομικό και διπλωματικό βάρος. Για το Νέο Δελχί, η Ελλάδα προσφέρει δυνατότητες συνεργασίας σε μία περιοχή όπου η Τουρκία επιχειρεί να διευρύνει την επιρροή της.
Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει δημιουργηθεί επίσημη στρατιωτική συμμαχία εναντίον της Άγκυρας και του Ισλαμαμπάντ. Ωστόσο, η σύγκλιση των στρατηγικών συμφερόντων μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία, ιδιαίτερα στους τομείς της θαλάσσιας ασφάλειας, της αμυντικής τεχνολογίας και της διπλωματικής συνεργασίας.
Η ουσία βρίσκεται στο γεγονός ότι η Ελλάδα αποκτά περισσότερες επιλογές στις διεθνείς συνεργασίες της, ενώ η Ινδία ενισχύει την παρουσία της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ελλάδα–Κύπρος–Ινδία: Μια συνεργασία με προοπτική στην Ανατολική Μεσόγειο
Στην εξίσωση της ελληνοϊνδικής προσέγγισης αποκτά ξεχωριστή θέση και η Κυπριακή Δημοκρατία.
Κατά την επίσκεψη του Προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη στην Ινδία, στις 20–23 Μαΐου 2026, οι δύο χώρες αναβάθμισαν τις σχέσεις τους σε στρατηγική εταιρική σχέση και ανακοίνωσαν οδικό χάρτη αμυντικής συνεργασίας για την περίοδο 2026–2031.
Οι συμφωνίες περιλαμβάνουν συνεργασία στην αμυντική βιομηχανία, την κυβερνοασφάλεια, τις αναδυόμενες τεχνολογίες και τη θαλάσσια ασφάλεια.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί προϋποθέσεις για έναν ευρύτερο συντονισμό μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ινδίας, χωρίς να έχει συγκροτηθεί επίσημο τριμερές στρατιωτικό σχήμα.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά ο οικονομικός διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC), ο οποίος φιλοδοξεί να αναβαθμίσει τη συνδεσιμότητα μεταξύ ασιατικών και ευρωπαϊκών αγορών.
Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας και της Κύπρου μπορεί να τους προσφέρει ρόλο στη διαμόρφωση νέων εμπορικών και ενεργειακών διαδρομών. Σύμφωνα με δηλώσεις του Γάλλου ειδικού απεσταλμένου για τον IMEC, τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος συγκαταλέγονται στις χώρες που έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για συμμετοχή στην πρωτοβουλία.
Η ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών, η προστασία των υποθαλάσσιων υποδομών και η ανάπτυξη ενεργειακών διασυνδέσεων δημιουργούν πρόσθετα πεδία σύγκλισης.
Drones, ηλεκτρονικός πόλεμος και αμυντική τεχνολογία
Η επόμενη φάση της ελληνοϊνδικής συνεργασίας αναμένεται να κριθεί σε μεγάλο βαθμό στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας.
Η Ινδία έχει επενδύσει στην εγχώρια ανάπτυξη πυραυλικών συστημάτων, μη επανδρωμένων αεροσκαφών, ηλεκτρονικών συστημάτων και στρατιωτικών πλατφορμών.
Η Ελλάδα, από την πλευρά της, επιχειρεί να ενισχύσει τις δυνατότητες της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας και να ενσωματώσει νέες τεχνολογίες στις Ένοπλες Δυνάμεις.
Τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα συστήματα αντιμετώπισης drones, ο ηλεκτρονικός πόλεμος, η τεχνητή νοημοσύνη και οι ναυτικές τεχνολογίες αποτελούν πιθανά πεδία συνεργασίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δυνατότητα σύνδεσης ινδικών αμυντικών επιχειρήσεων με ελληνικές εταιρείες και ερευνητικούς οργανισμούς.
Πρόκειται, ωστόσο, για προοπτικές που μένει να αποκτήσουν συγκεκριμένο συμβατικό και παραγωγικό περιεχόμενο. Μέχρι στιγμής, η διμερής συμφωνία του Φεβρουαρίου συνιστά κυρίως το θεσμικό πλαίσιο για την ανάπτυξη τέτοιων συνεργασιών.
Το στρατηγικό διακύβευμα για την Αθήνα
Η εμβάθυνση των σχέσεων με το Νέο Δελχί έχει ευρύτερη σημασία για την ελληνική εξωτερική πολιτική.
Σε μια περίοδο κατά την οποία οι στρατηγικοί ανταγωνισμοί επεκτείνονται από την Ανατολική Μεσόγειο έως τον Ινδοειρηνικό, η Ελλάδα επιδιώκει να δημιουργήσει ένα ευρύτερο δίκτυο συνεργασιών, πέρα από τους παραδοσιακούς ευρωπαϊκούς και ατλαντικούς συμμάχους της.
Η Ινδία αποτελεί έναν σημαντικό συνομιλητή σε αυτή την προσπάθεια, καθώς διαθέτει αυξανόμενη διεθνή οικονομική επιρροή, ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ασφάλεια των διεθνών εμπορικών οδών.
Η στενότερη συνεργασία δεν μεταβάλλει αυτομάτως τις στρατιωτικές ισορροπίες στο Αιγαίο ούτε συνεπάγεται ότι το Νέο Δελχί θα εμπλακεί σε ενδεχόμενη ελληνοτουρκική κρίση.
Δημιουργεί, όμως, πρόσθετες δυνατότητες διπλωματικής συνεννόησης, στρατιωτικής εκπαίδευσης και αμυντικής τεχνολογικής ανάπτυξης.
Από την άλλη πλευρά, η Ινδία αποκτά μεγαλύτερη πρόσβαση σε ένα κρίσιμο γεωγραφικό περιβάλλον, συνδέοντας σταδιακά τα στρατηγικά της συμφέροντα στον Ινδικό Ωκεανό με τις εξελίξεις στη Μεσόγειο.
Το βασικό ζητούμενο πλέον είναι η μετατροπή αυτής της δυναμικής σε συγκεκριμένα αποτελέσματα. Οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, οι συμφωνίες αμυντικής βιομηχανίας και η συνεργασία στην προστασία θαλάσσιων υποδομών θα αποτελέσουν τα κριτήρια με τα οποία θα αξιολογηθεί το πραγματικό βάθος των ελληνοϊνδικών σχέσεων.
Η συνάντηση Δένδια με τον Ινδό πρέσβη εντάσσεται, σύμφωνα με το σχετικό δημοσίευμα, σε αυτή την προσπάθεια.
Από τα ελληνικά F-16 που πέταξαν στους ουρανούς της Ινδίας έως την παρουσία της φρεγάτας INS Trikand στο Αιγαίο, Αθήνα και Νέο Δελχί έχουν ήδη κάνει ουσιαστικά βήματα προσέγγισης.
Το ερώτημα είναι αν αυτή η σχέση θα εξελιχθεί σε έναν σταθερό άξονα αμυντικής και στρατηγικής συνεργασίας, με διάρκεια και συγκεκριμένο επιχειρησιακό αποτύπωμα.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας