Ιστορία - Πολιτισμός
Ο Ηράκλειος και η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από Αβάρους, Πέρσες και Σλάβους
Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος – Άβαροι: ένας επικίνδυνος εχθρός του Βυζαντίου – Η συμμαχία τους με Σλάβους και Πέρσες – Η εκστρατεία του Ηράκλειου εναντίον των Περσών – Η πολιορκία της Πόλης – Ο σημαντικός ρόλος του μάγιστρου Βώνου στην απόκρουση των επιθέσεων – Το τέλος του αβαρικού κινδύνου – Ο Ακάθιστος Ύμνος
Στο άρθρο της περασμένης εβδομάδας για την εισβολή των βαρβάρων στην Ευρώπη, είχαμε αναφερθεί στους Αβάρους, μια ισχυρή τουρκική ή ουϊγουρική φυλή που έφτασε στην Ευρώπη γύρω στο 560 μ.Χ. Σύντομα δημιούργησαν μία αυτοκρατορία συμμαχώντας με άλλους λαούς (Σλάβους του Δούναβη,Γεπίδες και Βούλγαρους).
Ο Ηράκλειος (610-641)
Το 610 σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη στιγμή για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία ανέβηκε στο θρόνο ο Ηράκλειος, ο οποίος ενίσχυσε αποφασιστικά τον προοδευτικό εξελληνισμό του ύστερου ρωμαϊκού κράτους.
Ο Ηράκλειος γεννήθηκε γύρω στο 575 άγνωστο πού. Όταν ανέβηκε στον θρόνο της αυτοκρατορίας ήταν περίπου 35 ετών. Ευθυτενής και ιδιαίτερα ρωμαλέος, μετρίου αναστήματος, με αθλητική κορμοστασιά, ξανθά μαλλιά και γένια και γαλανά μάτια.
Η δράση του πριν την άνοδό του στον θρόνο του Βυζαντίου είναι τελείως άγνωστη. Φαίνεται ότι είχε αξιόλογη μόρφωση και του άρεσε ιδιαίτερα η μελέτη της αστρολογίας και των απόκρυφων επιστημών. Συνδέθηκε νωρίς με τον περίφημο Στέφανο από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου τον οποίο διόρισε ‘’Μέγαν’’ και ‘’οικουμενικόν διδάσκαλον’’ στο Πανδιδακτήριο της Κωνσταντινούπολης.
Σαν χαρακτήρας ήταν άστατος. Από μια φάση έντονης νευρικότητας περνούσε πολύ γρήγορα σε κατάσταση έντονου ενθουσιασμού. Ιδιαίτερα παράξενο ήταν το γεγονός ότι ο Ηράκλειος φοβόταν το νερό. Πολεμούσε πάντα στην πρώτη γραμμή της μάχης παραδειγματίζοντας τους άνδρες του και έδειξε αρκετές φορές δείγματα ιδιαίτερης στρατιωτικής ευφυΐας.
Από τον γάμο του με την ασθενική Φαβία, κόρη του Ρογά της Άφρου ,που μετονομάστηκε σε Ευδοκία ,απέκτησε την Επιφάνεια (611), η οποία σε ηλικία ενός έτους μετονομάστηκε κι αυτή σε Ευδοκία και ανακηρύχθηκε από τον Ηράκλειο Αυγούστα.Στις 3 Μαΐου 612 γεννήθηκε ο Ηράκλειος, ο νέος Κωνσταντίνος ο οποίος στο τέλος του έτους αυτού ή στις αρχές του 613 στέφθηκε συμβασιλέας και πριν συμπληρώσει το πρώτο έτος της ηλικίας του(!) μνηστεύθηκε τη Γρηγορία, κόρη του Νικήτα ξάδερφου του αυτοκράτορα.
Τον Αύγουστο του 612 είχε πεθάνει η Ευδοκία που έπασχε από επιληψία. Την ανατροφή των παιδιών του Ηράκλειου ανέλαβε η νεαρή, 16 μόλις ετών, ωραιότατη Μαρτίνα, κόρη της αδελφής του Μαρίας. Ο Ηράκλειος ερωτεύτηκε την ανιψιά του και στα τέλη του 613 ή στις αρχές του 614 παρά τη σφοδρή αντίδραση του Πατριάρχη και την εξέγερση της κοινής γνώμης που το θεώρησε αιμομιξία ,την παντρεύτηκε. Η Μαρτίνα παρά το νεαρό της ηλικίας της, έξυπνη και φιλόδοξη αποδείχθηκε άψογη και αφοσιωμένη σύζυγος. Άσκησε μεγάλη επιρροή στον Ηράκλειο που την αγάπησε με πάθος. Από τον γάμο τους γεννήθηκαν δέκα παιδιά. Τα πρώτα από αυτά είχαν σοβαρά προβλήματα υγείας και πέθαναν νεότατα, κάτι που θεωρήθηκε απ’ το λαό ως θεία δίκη για την αιμομιξία.
Ο Ηράκλειος είχε μεγάλη αδυναμία στον αδελφό του Θεόδωρο ,στον οποίο έδωσε το ύπατο αυλικό αξίωμα του κουροπαλάτη και του ανέθεσε πολλές φορές την αρχιστρατηγία των βυζαντινών δυνάμεων.
Μεγάλη βοήθεια στον Ηράκλειο πρόσφερε ο Πατριάρχης Σέργιος. Καταγόταν από τη Συρία και ανήλθε στον θρόνο το 610 μετά τον θάνατο του Πατριάρχη Θωμά. Υπήρξε μεγάλος ιεράρχης αλλά και πολύτιμος φίλος και σύμβουλος του αυτοκράτορα.
Η περσική απειλή στην Ανατολή
Η ανατροπή του αυτοκράτορα Μαυρίκιου (582-602) από τον Φωκά, έναν από τους χειρότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου, πρόσφεραν στους Πέρσες τη μοναδική ευκαιρία να επαναλάβουν τις επιθέσεις τους στα ανατολικά σύνορα του Βυζαντίου, εμφανιζόμενοι ως εκδικητές και τιμωροί του Φωκά. Από το 606 ως το 610 πέτυχαν να αποκαταστήσουν την περσική κυριαρχία στα εδάφη που είχαν παραχωρηθεί στη Βυζαντινή αυτοκρατορία από τον Χοσρόη Β’ με τη Συνθήκη του 591,αλλά και να επιβάλλουν την περσική κυριαρχία σε ολόκληρη σχεδόν τη Μεσοποταμία.
Κατά τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Ηράκλειου (611-620) οι Πέρσες στρατηγοί Σαχίν και Σαρβαράζ εκμεταλλευόμενοι τη χαώδη κατάσταση στην οποία βρισκόταν η αυτοκρατορία, πέτυχαν να υποτάξουν τη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. Την άνοιξη του 614 κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ. Όσα ακολούθησαν ήταν απίστευτα. Καταστράφηκαν 300 εκκλησίες, μοναστήρια και άλλα εκκλησιαστικά ιδρύματα.
Χιλιάδες Χριστιανοί (από 34.000-90.000 ανάλογα με τη μαρτυρία), σφάχτηκαν με την ενεργό σύμπραξη των Ιουδαίων κατά τους χρονογράφους. Οι Πέρσες αφού αφαίρεσαν όλους τους θησαυρούς της πόλης συνέλαβαν και μετέφεραν στην Περσία 35.000 αιχμαλώτους, ανάμεσά τους και τον Πατριάρχη Ζαχαρία που πέθανε κατά την αιχμαλωσία του. Μαζί με τον Πατριάρχη πήραν και τον Τίμιο Σταυρό, τον οποίο μετέφεραν στην περσική αυλή μετά από εντολή του Χοσρόη. Τέλη του 615 ή αρχές του 616 οι Πέρσες εισέβαλαν στη Μικρά Ασία και έφτασαν ως τη Χαλκηδόνα.
ΑΒΑΡΟΙ
Η αβαροσλαβική απειλή
Κι ενώ στην Ανατολή προέλαυναν οι Πέρσες στα βόρεια και δυτικά της αυτοκρατορίας οι ελάχιστες βυζαντινές φρουρές είχαν να αντιμετωπίσουν άλλους εξίσου σημαντικούς αντιπάλους. Οι Άβαροι παρασύροντας στίφη Σλάβων, γύρω στο 614 κατέλαβαν τα Σάλωνα, αρχαία πρωτεύουσα της Δαλματίας (φυσικά δεν υπάρχει καμία σχέση με τα Σάλωνα της Φωκίδας, τη σημερινή Άμφισσα) και άλλες πόλεις. Ωστόσο πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι τα Σάλωνα της Δαλματίας κυριεύθηκαν αργότερα. Είτε μεταξύ 622-626, είτε το πιο πιθανό, μεταξύ 631 και 639 όταν οι Κροάτες κατέβηκαν στα Βαλκάνια. Τα προηγούμενα χρόνια οι Βυζαντινοί εξασφάλισαν την ειρήνη με τους Αβάρους πληρώνοντας ιλιγγιώδη χρηματικά ποσά. Βέβαια υπήρχαν και σφοδρές πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ τους. Υπολογίζεται ότι οι Βυζαντινοί σε χρονικό διάστημα 65 περίπου ετών (560-626) πλήρωσαν στους Αβάρους 6,5 εκατομμύρια χρυσά νομίσματα, χιλιάδες χρυσά νομίσματα για να απελευθερώσουν τους αιχμαλώτους (ένα χρυσό νόμισμα για κάθε αιχμάλωτο) ,ενώ οι Άβαροι στις επιδρομές τους αποκόμιζαν συνήθως πολλά λάφυρα.
Η εκστρατεία του Ηράκλειου εναντίον των Περσών
Η βασιλεία, η «τυραννία» όπως χαρακτηρίζεται από πολλούς ιστορικούς, του Φωκά (602-610), ήταν ολέθρια για το Βυζάντιο. Ο Ηράκλειος έπρεπε, πρώτα να επαναφέρει την ηρεμία και να αναδιοργανώσει το κράτος και στη συνέχεια, αφού πρώτα προετοιμάσει κατάλληλα τον στρατό, να εκστρατεύσει εναντίον των Περσών. Παράλληλα, η εμφάνιση νέων λαών στα Βαλκάνια, ώθησε τους Βυζαντινούς σε διπλωματικές ενέργειες ώστε να τους προσεταιριστούν.
Η προετοιμασία του στρατού κράτησε δυο χρόνια. Ο Ηράκλειος, τέθηκε ο ίδιος επικεφαλής των στρατευμάτων του. Σκοπός του ήταν να συντρίψει τους Πέρσες και να ανακτήσει τους Αγίους Τόπους και τα ιερά κειμήλια που βρίσκονταν στα χέρια τους από το 614.
Πριν αναχωρήσει από την Κωνσταντινούπολη, τον Απρίλιο του 622, έστεψε διάδοχό του τον δεκάχρονο γιο του Ηράκλειο-Κωνσταντίνο και παρέδωσε τις υποθέσεις του κράτους, στα χέρια του ικανότατου μάγιστρου (πρωθυπουργού) Βώνου, ο οποίος είχε και την υποστήριξη του Πατριάρχη Σέργιου. Η εκστρατεία ξεκίνησε τη Δευτέρα του Πάσχα του 622.
Ο Ηράκλειος, που είχε σχεδιάσει προσεκτικά την εκστρατεία αυτή, δεν ήθελε να συγκρουστεί με τους Πέρσες στη Μικρά Ασία. Σκόπευε να κινηθεί προς την Υπερκαυκασία, όπου μπορούσε να εξασφαλίσει συμμάχους και να εισχωρήσει στις κεντρικές επαρχίες της Περσικής Αυτοκρατορίας.
Έφτασε έτσι στην Καισάρεια της Καππαδοκίας στρατολογώντας στην πορεία του άνδρες από τις βυζαντινές επαρχίες. Συνολικά, είχε 120.000 στρατιώτες. Ο Ηράκλειος έδωσε στην εκστρατεία του χαρακτήρα ιερού πολέμου. Δημιούργησε έτσι θρησκευτικό φανατισμό στους στρατιώτες του. Ήταν η πρώτη φορά που μια τέτοια εκστρατεία αποκτούσε και θρησκευτικό χαρακτήρα.
Το φθινόπωρο του 623, ο Ηράκλειος στα απόκρημνα αρμενικά εδάφη, συνέτριψε τον Σαρβαράζ. Συνέχισε την πορεία του στο περσικό τμήμα της Αρμενίας όπου κατέλαβε την πρωτεύουσά του Τίβιο (σήμερα Ντβιν). Κατευθύνθηκε έπειτα προς το σημερινό Αζερμπαϊτζάν, τμήμα της Περσίας τότε και από εκεί προς τη Νινευή, όπου κατέστρεψε τα ανάκτορα και τον ζωροαστρικό ναό, καθώς και την πόλη Θηβαρμαΐδα, ως αντίποινα για την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 614. Στις αρχές του χειμώνα του 624-25, αποσύρθηκε στην Αλβανία του Καυκάσου. Εκεί, ο στρατός του ξεκουράστηκε και ενισχύθηκε με τους σκληροτράχηλους Καυκάσιους Αλβανούς, οι οποίοι μισούσαν τους Πέρσες και ακολούθησαν πρόθυμα τον Ηράκλειο.
Την άνοιξη του 625, ο Ηράκλειος συνέτριψε τρεις μεγάλες περσικές στρατιές υπό τους στρατηγούς Σαχίν, Σαρβλάγ και Σαρβαράζ. Μάλιστα, ο τελευταίος ξέφυγε την τελευταία στιγμή «γυμνός και ανυπόδητος», μετά την πανωλεθρία του στο οχυρό Αρζές κοντά στη λίμνη Άρσησσα (σημ. Βαν), τα όπλα του δε περιήλθαν στην κατοχή των Βυζαντινών. Ο Ηράκλειος, αφού διαχείμασε με τον στρατό στην περιοχή της Άρσησσας, ξεκίνησε την 1η Μαρτίου του 626 πορεία 300 χλμ. Έφτασε στη Μαρτυρόπολη και την Άμιδα (σημ. Ντιγιάρμπακιρ), τις οποίες και κυρίευσε. Κατευθύνθηκε προς τον Ευφράτη, όπου είχε φτάσει πρώτος ο Σαρβαράζ. Η σύγκρουση των δύο στρατών έγινε στον ποταμό Σάρο στην Κιλικία, βόρεια των Αδάνων. Παρά τις σημαντικές τους απώλειες οι Βυζαντινοί υποχρέωσαν τους Πέρσες να κατευθυνθούν προς το νότο και κατέλαβαν τη Σεβάστεια. Ταυτόχρονα, ο Θεόδωρος, αδελφός του Ηράκλειου, πέτυχε στις αρχές Ιουλίου του 626 μεγάλη νίκη εναντίον του Σαχίν κοντά στα Σάταλα. Ο Πέρσης στρατηγός έπεσε σε κατάθλιψη και πέθανε λίγο αργότερα.
Κι ενώ ο Ηράκλειος έδινε σκληρές μάχες εναντίον των Περσών, οι Άβαροι που μετά το 602 αποτελούσαν μάστιγα για τις βαλκανικές επαρχίες και κάθε χρόνο αύξαναν τον φόρο που εισέπρατταν από τους Βυζαντινούς για να συνάψουν ειρήνη (από 80.000 σολδίους το 574, έφτασε τις 120.000 το 604 και τις 200.000 σολδίους μεταξύ 623-626), αποφάσισαν το καλοκαίρι του 626 να επιτεθούν στην Κωνσταντινούπολη. Παράλληλα, σε μία κίνηση αντιπερισπασμού, οι Πέρσες έστειλαν μία στρατιά υπό τον (γνωστό μας πλέον…) Σαρβαράζ, ο οποίος αναφέρεται συχνά και με το εξελληνισμένο όνομα Σαρβαραζάς, στην ασιατική πλευρά του Βοσπόρου για να βοηθήσει τους Αβάρους. Πώς έγινε η συνεννόηση Αβάρων και Περσών, είναι άγνωστο. Ο Ηράκλειος βρισκόταν τότε στη Σεβάστεια. Αποφάσισε να μην επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Ανέθεσε την άμυνά της στον μάγιστρο Βώνο, τον Πατριάρχη Σέργιο και τον μικρό καίσαρα Ηράκλειο-Κωνσταντίνο, στους οποίους έδωσε οδηγίες. Έστειλε όμως τον ικανότατο, όπως φαίνεται, αδελφό του Θεόδωρο με 12.000 ιππείς, σύμφωνα με το «Πασχάλιο Χρονικό», για να ενισχύσει την άμυνα της Κωνσταντινούπολης. Ωστόσο ο Θεόδωρος βρισκόταν 1.000 χιλιόμετρα και πλέον, μακριά από την Κωνσταντινούπολη. Σύμμαχοι των Αβάρων, ήταν οι Σλάβοι. Οι Χρωβάτες (Κροάτες) και οι Σέρβοι, που δεν μπορούσαν να ελεγχθούν πλέον από τους Βυζαντινούς και άλλες σλαβικές φυλές, τάχθηκαν στο πλευρό των Αβάρων.
Οι Άβαροι, στα τέλη Απριλίου-αρχές Μαΐου του 626, έφτασαν στη Θεσσαλονίκη, την οποία πολιόρκησαν μάταια για 33 ημέρες. Έτσι κινήθηκαν εναντίον της Κωνσταντινούπολης.
Στις 29 Ιουνίου 626, ισχυρότατη εμπροσθοφυλακή των Αβάρων (περίπου 30.000 άνδρες), έφτασε μπροστά τείχη της Κωνσταντινούπολης, διασκορπίζοντας πολίτες, στρατιώτες και «παλλικάρια». Η λέξη αυτή, εκείνη την εποχή σήμαινε τον ακόλουθο έφιππου πολεμιστή. Στις 8 Ιουλίου, οι Άβαροι επιτέθηκαν στη φρουρά και τους κατοίκους της Κων/πολης που βγήκαν από τα τείχη για ανεφοδιασμό. Την ίδια μέρα, 1.000 Άβαροι ιππείς, έφτασαν στις Συκεές (Γαλατά) και ανάβοντας φωτιές, ήρθαν σε επαφή με τους Πέρσες συμμάχους τους. Στο μεταξύ, οι προσπάθειες του πατρίκιου Αθανάσιου να πείσει τον χαγάνο (ηγεμόνα, αρχηγό) των Αβάρων με ειρηνευτικές προτάσεις, έπεσαν δύο φορές στο κενό.
Στις 29 Ιουλίου, οι Άβαροι με τον κύριο όγκο του στρατού τους έφτασαν μπροστά στα τείχη της Πόλης. Ο Γεώργιος Πισίδης αναφέρει ότι ήταν 80.000, άλλες πηγές ανεβάζουν τον αριθμό των Αβάρων σε 2.500.000, το πιθανότερο όμως είναι ότι οι Άβαροι ήταν από 110.000-150.000. Στην πολιορκημένη Βασιλεύουσα, ο μάγιστρος Βώνος επιθεωρούσε τον στρατό του και τις οχυρώσεις, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος, επικεφαλής του κλήρου, κρατώντας την εικόνα της Θεοτόκου περιερχόταν τα τείχη, εμψυχώνοντας τους υπερασπιστές τους.
Την επόμενη ημέρα, ο χαγάνος έστησε τα πολιορκητικά μηχανήματα και στις 31 Ιουλίου άρχισε η βίαιη επίθεση εναντίον της Πόλης, με επίκεντρο κυρίως το τμήμα των τειχών, μεταξύ της Πόρτας του Πολυανδρίου και της Πόρτας του Πέμπτου, όπου επιτέθηκαν, κυρίως, οι σιδηρόφρακτοι Άβαροι. Κάποιοι Σλάβοι επιχείρησαν να καταλάβουν την εκκλησία και τη μονή της Πηγής, αλλά αποκρούστηκαν. Δεύτερη επίθεση με ελεπόλεις και άλλες πολιορκητικές μηχανές, αντιμετωπίστηκε με επιτυχία.
Ο Βώνος πρότεινε στον χαγάνο την πληρωμή μιας έκτακτης χορηγίας, μαζί με την ετήσια, αυτός όμως αρνήθηκε και έδωσε εντολή να ριχτούν στη θάλασσα τα μονόξυλα που είχαν κατασκευάσει οι Σλάβοι. Αυτό έγινε και τα μονόξυλα ρίχτηκαν κοντά στη γέφυρα του Αγίου Καλλινίκου στον Κεράτιο Κόλπο, όπου τα νερά ήταν ρηχά και δεν μπορούσε να επέμβει ο βυζαντινός στόλος. Καθώς υπήρξε στασιμότητα, ο χαγάνος ζήτησε νέες διαπραγματεύσεις. Πενταμελής βυζαντινή πρεσβεία, έφτασε στον ηγεμόνα των Αβάρων, ταυτόχρονα με τριμελή περσική αντιπροσωπεία. Ο χαγάνος είπε στους Βυζαντινούς ότι οι Πέρσες θα του έστελναν 3.000 άνδρες για ενισχύσεις και ζήτησε την παράδοση της Κων/πολης, λέγοντας ότι οι πολιορκημένοι δεν είχαν καμία ελπίδα να γλιτώσουν, εκτός αν γίνονταν ψάρια για να κολυμπήσουν ή πουλιά για να πετάξουν. Ο πατρίκιος Γεώργιος, κατηγόρησε τους Πέρσες ότι αποκρύπτουν τις ήττες τους απ’ τον Ηράκλειο και το ότι ο Θεόδωρος έρχεται να ενισχύσει τους πολιορκημένους.
Τόνισε επίσης, ότι η Πόλη δεν παραδίδεται. Το ίδιο βράδυ, οι Πέρσες πρέσβεις, προσπαθώντας να περάσουν από κάποιο σημείο του Βοσπόρου για να πάνε στο στρατόπεδό τους, αιχμαλωτίστηκαν από τους Βυζαντινούς.
Ο πρώτος αποκεφαλίστηκε, ο δεύτερος ακρωτηριάστηκε και έχοντας δεμένο στο λαιμό του το κεφάλι του πρώτου στάλθηκε στον χαγάνο, ενώ ο τρίτος οδηγήθηκε με πλοίο στη Χαλκηδόνα όπου αποκεφαλίστηκε. Το κεφάλι του, μαζί με μια χλευαστική επιστολή, ρίχτηκε στη στεριά, όπου βρίσκονταν τα περσικά στρατεύματα.
Εκείνη τη μέρα αλλά και τις επόμενες, 4 και 5 Αυγούστου, οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν στα τείχη της Πόλης, ενώ διεξάγονταν και επιχειρήσεις στη θάλασσα.
Πιθανότατα το βραδύ της Δευτέρας 4 Αυγούστου, σλαβικά μονόξυλα κατόρθωσαν να αποβιβάσουν στη Χαλκηδόνα 4.000 Πέρσες, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αρμένιου επισκόπου και ιστορικού Σέβεου. Οι Βυζαντινοί όμως εξόντωσαν τους Πέρσες και βύθισαν τα μονόξυλα.
Στις 6 Αυγούστου, οι Άβαροι κατέλαβαν την εκκλησία των Βλαχερνών και οχυρώθηκαν εκεί. Στη θάλασσα, ο σλαβικός στολίσκος ενισχυμένος με βουλγαρικό πεζικό, επικέντρωσε την προσπάθειά του στο Χρυσό Κέρας.
Την Πέμπτη 7 Αυγούστου 626, έγινε η ναυμαχία που έκρινε την τύχη της πολιορκίας. Ο Βυζαντινός στόλος κατέστρεψε ολοκληρωτικά, τον σλαβικό και «η θάλασσα κοκκίνισε από το αίμα των Σλάβων», γράφουν σχεδόν όλες οι πηγές. Ο χαγάνος είχε δώσει εντολή στα μονόξυλα να επιτεθούν όταν δουν συνθηματικές φωτιές στο «Πτερόν» (ακραίο σημείο των τειχών), για να αποσπασθεί η προσοχή των Βυζαντινών.
Ωστόσο ο Βώνος, σύμφωνα με τον Πατριάρχη Νικηφόρο, πληροφορήθηκε το «σύνθημα» κι έδωσε εντολή ν’ ανάψουν νωρίτερα οι φωτιές. Οι Σλάβοι έπεσαν έτσι σε ενέδρα των Βυζαντινών και αποδεκατίστηκαν. Σύμφωνα με το «Πασχάλιο Χρονικό», τη φωτιά άναψαν Αρμένιοι ναύτες στο λιμάνι του Αγίου Νικολάου και οι Σλάβοι έπεσαν σε ενέδρα των Αρμενίων. Ο χαγάνος απελπισμένος, έμεινε στη σκηνή του και έδωσε εντολή να λυθεί η πολιορκία. Στις 7 Αυγούστου οι Άβαροι έκαψαν τις πολιορκητικές μηχανές, ενώ οι σύμμαχοί τους έντρομοι διασκορπίζονταν. Στις 8 Αύγουστου ολοκληρώθηκε η αποχώρηση των Αβάρων. Ο χαγάνος ζήτησε διαπραγματεύσεις. Είχε φτάσει όμως ήδη ο Θεόδωρος επικεφαλής του «Θεοφύλακτου στρατού».
Οι Βυζαντινοί καταδίωξαν τους Αβάρους ως τα βόρεια σύνορα της Χερσονήσου του Αίμου και εγκατέστησαν στρατιωτικό τμήμα «υπό στρατηγόν» στο Βελέγραδο (Βελιγράδι), την παλαιά Σιγγιδόνα. Οι Άβαροι από τότε, δεν ενόχλησαν ποτέ ξανά το Βυζάντιο.
Οι Πέρσες υπό τον Σαρβαράζ επωφελήθηκαν και επέστρεψαν «μετ’ αισχύνης» (ντροπής) στις βάσεις τους, 2.000 χιλιόμετρα μακριά.
Σύσσωμη η βυζαντινή ηγεσία και ο λαός κατευθύνθηκαν στην Παναγία των Βλαχερνών για να ευχαριστήσουν τη Θεοτόκο στην οποία απέδωσαν τη νίκη. Τότε ψάλθηκε για πρώτη φορά τμήμα του Ακάθιστου Ύμνου, που λέγεται ότι γράφτηκε από τον Σέργιο ή τον Γεώργιο Πισίδη. Με διαταγή του Ηράκλειου, στην περιοχή των Βλαχερνών χτίστηκε «μονότειχον» πάχους 3,70 μέτρων με 20 πύργους, στο οποίο περιλήφθηκε και η ομώνυμη εκκλησία.
Ο Ηράκλειος συντρίβει τους Πέρσες
Στα μέσα του 626, ο Ηράκλειος συμμάχησε με τους Χαζάρους, που ζούσαν στις στέπες, βόρεια του Καυκάσου. Άλλοι θεωρούν ότι πρόκειται για τους «δυτικούς Τούρκους» και άλλοι ότι ήταν οι δυτικότεροι υποτελείς του μεγάλου τουρκικού χαγανάτου. Ο Χοσρόης, αντικατέστησε τον Σαρβαράζ με τον Ραζάτη. Βυζαντινοί και Πέρσες, συγκρούστηκαν κοντά στα ερείπια της αρχαίας Νινευή, στην πεδιάδα των Γαυγαμήλων, όπου περίπου πριν 960 χρόνια, ο Μέγας Αλέξανδρος συνέτριψε τον Δαρείο Γ’. Η τελική μάχη έγινε στις 12 Δεκεμβρίου 627. Σε κάποια φάση της σύγκρουσης, ο Ραζάτης κάλεσε τον Ηράκλειο σε μονομαχία. Αυτός αποδέχτηκε την πρό(σ)κληση και αποκεφάλισε τον Ραζάτη μ’ ένα χτύπημα του σπαθιού του.
Ακολούθως, σκότωσε άλλους δύο Πέρσες διοικητές και συνέχισε να μάχεται, αν και τραυματίας, ως το βράδυ, οπότε ολοκληρώθηκε η συντριβή των Περσών. Στην κατοχή των Βυζαντινών, περιήλθαν πλούσια λάφυρα. Ο Ηράκλειος κατευθύνθηκε προς τη Δασκαγέρδη (σήμ. Εσκιμπαγκτάντ) όπου βρισκόταν τα ανάκτορα του Χοσρόη τα οποία και πυρπόλησε.
ΗΡΑΚΛΕΙΟΣ
Παράλληλα, μοίρασε στους στρατιώτες του τους αμύθητους θησαυρούς του Χοσρόη και λίγο αργότερα μπήκε θριαμβευτικά στην ανυπεράσπιστη Κτησιφώντα.
Αν και ζήτησε από τον Χοσρόη να υπογράψουν ειρήνη αυτός δεν δέχτηκε. Τον Φεβρουάριο του 628, ο φιλάργυρος Χοσρόης Β’, ανατράπηκε από τον γιο του Καβάζη Β’ Σειρόη. Κλείστηκε σ’ ένα δωμάτιο των ανακτόρων όπου υπήρχαν μεγάλες ποσότητες από χρυσάφι κι ασήμι.
Δεν του έδιναν όμως τροφή, ώσπου πέθανε από ασιτία.
Ο Σειρόης, υπέγραψε ειρήνη με τους Βυζαντινούς. Έτσι οι αιματηροί Βυζαντινοπερσικοί πόλεμοι έληξαν. Ο Τίμιος Σταυρός επιστράφηκε στον Ηράκλειο, ο οποίος τον μετέφερε στην Ιερουσαλήμ.
Ο Ηράκλειος έμεινε στον θρόνο ως τον θάνατό του, το 641. Να συγκρατήσουμε απ’ όλα όσα αναφέραμε, ότι επρόκειτο για τον πρώτο θρησκευτικό πόλεμο των μεσαιωνικών χρόνων, τη συμβολή της διπλωματίας (συμμαχία με Αλβανούς του Καυκάσου, Χαζάρους κλπ) στις νίκες των Βυζαντινών και βέβαια, το γεγονός ότι αν η Κωνσταντινούπολη έπεφτε τότε στα χέρια των Αβαροσλάβων, το μέλλον της Ευρώπης θα ήταν τελείως διαφορετικό…
Πηγές: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, τ. Ζ, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ
«ΒΥΖΑΝΤΙΟ, η πραγματική ιστορία της χιλιόχρονης Αυτοκρατορίας», ΤΟΜΟΣ 4, ΓΝΩΜΩΝ ΕΚΔΟΤΙΚΗ (Συγγραφέας Δρ Γεώργιος Καρδαράς).
ΠΗΓΗ: protothema.gr
GEOPOLITICO
Η ιστορία των ελληνικών συναγωγών ζωντανεύει: Ένα μοναδικό αρχείο μνήμης παρουσιάζεται σε τέσσερις πόλεις της Βόρειας Ελλάδας
Οι Εκδόσεις Ινφογνώμων παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα, «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής». Ένα έργο 453 σελίδων, με 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια, που καταγράφει περισσότερες από 100 συναγωγές και διασώζει την ιστορία μνημείων που χάθηκαν ή κινδυνεύουν να ξεχαστούν.
Ένα σημαντικό οδοιπορικό στην ιστορία, την αρχιτεκτονική και την πολιτιστική κληρονομιά του ελληνικού εβραϊσμού ξεκινά στις 19 Οκτωβρίου από τα Ιωάννινα, με επόμενους σταθμούς τη Θεσσαλονίκη, την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Ο Δρ Ηλίας Β. Μεσσίνας παρουσιάζει το νέο του βιβλίο, καρπό πολυετούς επιτόπιας και αρχειακής έρευνας, αναδεικνύοντας συναγωγές που εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά και μνημεία που έχουν εξαφανιστεί από τον αστικό ιστό. Μέσα από σπάνιες φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά σχέδια και ιστορικά τεκμήρια, η έκδοση των Εκδόσεων Ινφογνώμων επιχειρεί να διασώσει ένα σημαντικό κομμάτι της συλλογικής μνήμης των ελληνικών πόλεων.
Ένα αρχείο για περισσότερες από 100 συναγωγές στην Ελλάδα
Η νέα έκδοση του Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα αποτελεί μια εκτενή καταγραφή της ιστορίας και της αρχιτεκτονικής των συναγωγών της Ελλάδας.
Σε 453 σελίδες παρουσιάζονται περισσότερες από 100 συναγωγές, με ιστορικές και αρχιτεκτονικές περιγραφές, σπάνιο φωτογραφικό υλικό, ψηφιακούς χάρτες, βιβλιογραφία και αρχειακές πηγές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των μνημείων που τεκμηριώνονται δεν υπάρχει πλέον.
Ορισμένες συναγωγές κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, ενώ άλλες αλλοιώθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σταδιακά η παρουσία τους στη συλλογική μνήμη.
Η έρευνα του Μεσσίνα ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και συνδυάζει επιτόπιες επισκέψεις με ιστορική τεκμηρίωση από αρχεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Η έκδοση περιλαμβάνει 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια και διαγράμματα, προσφέροντας τη δυνατότητα στους αναγνώστες να γνωρίσουν μνημεία που συνδέονται με την παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο.
Το σπάνιο αρχείο του Σεμτώβ Σαμουήλ
Ιδιαίτερη σημασία για την ολοκλήρωση του βιβλίου είχε η αξιοποίηση του αρχείου του αρχιτέκτονα Σεμτώβ Σαμουήλ (1939–2009).
Το αρχείο παραδόθηκε στον Δρ Μεσσίνα από συγγενείς του Σαμουήλ και περιλαμβάνει πολύτιμο υλικό από έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1960–1961.
Εκείνη την περίοδο, ο νεαρός τότε φοιτητής αρχιτεκτονικής, με προτροπή του καθηγητή Νίκου Μουτσόπουλου, επισκέφθηκε συναγωγές σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.
Κατέγραψε φωτογραφικά και αρχιτεκτονικά κτίρια που βρίσκονταν σε λειτουργία, αλλά και συναγωγές που είχαν ήδη υποστεί σοβαρές φθορές.
Για ορισμένα από τα συγκεκριμένα μνημεία, τα οποία κατεδαφίστηκαν τα επόμενα χρόνια, το αρχείο Σαμουήλ αποτελεί σήμερα μοναδικό τεκμήριο της ύπαρξης και της αρχιτεκτονικής τους μορφής.
Το υλικό ψηφιοποιείται σταδιακά, ενώ προβλέπεται η δημιουργία τρισδιάστατων αναπαραστάσεων και ψηφιακών μοντέλων εικονικής πραγματικότητας.
Με τον τρόπο αυτό, η ιστορική έρευνα συνδυάζεται με τις σύγχρονες τεχνολογίες ψηφιακής αποκατάστασης, δημιουργώντας νέες δυνατότητες παρουσίασης της χαμένης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Η σύνδεση με το Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο του υπουργείου Πολιτισμού
Το έργο αποκτά και θεσμική σημασία, καθώς συνδέεται με την ενσωμάτωση των εβραϊκών μνημείων της Ελλάδας στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα «Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο» του υπουργείου Πολιτισμού.
Ο Δρ Μεσσίνας συνεργάστηκε με τις αρμόδιες υπηρεσίες για τον εμπλουτισμό του συστήματος με στοιχεία σχετικά με την εβραϊκή πολιτιστική κληρονομιά.
Την έκδοση χαιρετίζουν η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και ο πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος, Δαυίδ Σαλτιέλ.
Τον πρόλογο υπογράφει ο ακαδημαϊκός, καθηγητής και αρχιτέκτονας Μανόλης Κορρές.
Η συμμετοχή των συγκεκριμένων προσωπικοτήτων αναδεικνύει τη σημασία της συστηματικής καταγραφής των ιστορικών μνημείων και της προστασίας τους από τη λήθη.
Οι παρουσιάσεις και οι ομιλητές
Στα Ιωάννινα, τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στις ιστορικές συναγωγές Γιασάν και Χαντάς.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο δικηγόρος και ερευνητής Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής, η επίκουρη καθηγήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ράνια Σταθοπούλου και ο οικονομολόγος Νίκος Καράμπελας. Χαιρετισμούς θα απευθύνουν ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Ιωαννίνων Μάρκος Μπατίνος και η πρόεδρος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών Κατερίνη Λιάμπη. Τον συντονισμό θα έχει η φιλόλογος Ανδρονίκη Ζούκη.
Στη Θεσσαλονίκη, την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου, το ενδιαφέρον θα στραφεί στη συναγωγή Μοναστηριωτών και στις εβραϊκές συναγωγές της πόλης πριν και μετά το Ολοκαύτωμα.
Στην παρουσίαση θα συμμετάσχουν η επιστημονική υπεύθυνη του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης, Δρ Ξένια Ελευθερίου, και ο Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής. Χαιρετισμό θα απευθύνει ο Δαυίδ Σαλτιέλ, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο αρχιτέκτονας Στέλιος Χριστάνης. Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων Θεσσαλονίκης.
Στην Ξάνθη, την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι καθηγητές του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Γιώργος Τσιγάρας και Δημήτρης Πολυχρονόπουλος, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο Νίκος Κοσμίδης.
Τελευταίος σταθμός θα είναι η Κομοτηνή, την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, όπου η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στην ιστορία της συναγωγής Μπεθ Ελ πριν από το Ολοκαύτωμα. Θα μιλήσουν ο Βασίλης Ριτζαλέος από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ο αρχιτέκτονας Γιώργος Ευφραιμίδης, με συντονίστρια την αρχιτέκτονα Αγγελική Κουγιουμτζόγλου.
Η αρχιτεκτονική ως μαρτυρία της ιστορίας
Η σημασία του βιβλίου δεν περιορίζεται στην αποτύπωση των κτιρίων.
Οι συναγωγές αποτελούσαν για αιώνες χώρους θρησκευτικής ζωής, κοινωνικής συνάντησης και διατήρησης της ταυτότητας των εβραϊκών κοινοτήτων.
Σε πολλές ελληνικές πόλεις, η καταστροφή των εβραϊκών πληθυσμών κατά το Ολοκαύτωμα συνοδεύτηκε από τη σταδιακή εξαφάνιση των χώρων που συνδέονταν με την καθημερινή τους ζωή.
Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση άλλαξε ακόμη περισσότερο τον αστικό ιστό, με αποτέλεσμα ορισμένα από αυτά τα κτίρια να έχουν χαθεί ολοκληρωτικά.
Η αρχιτεκτονική τεκμηρίωση προσφέρει τη δυνατότητα να ανασυσταθεί η μορφή τους και να διατηρηθεί η ιστορία τους για τις επόμενες γενιές.
Η συγκεκριμένη έκδοση φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για ιστορικούς, αρχιτέκτονες, ερευνητές και όσους ενδιαφέρονται για την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας.
Η αγγλική μετάφραση του βιβλίου αναμένεται στις αρχές του 2027, διευρύνοντας την πρόσβαση στο ερευνητικό υλικό και για το διεθνές κοινό.
Ένας ερευνητής αφιερωμένος στη διάσωση των συναγωγών
Ο Ηλίας Μεσσίνας γεννήθηκε το 1964 και είναι αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και σύμβουλος αειφορίας.
Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο Yale και στην Ακαδημία Bezalel, ενώ πραγματοποίησε διδακτορικές και μεταδιδακτορικές σπουδές σε θέματα χωροταξίας, αρχιτεκτονικής και περιβαλλοντικού σχεδιασμού.
Από το 1993 ασχολείται συστηματικά με την έρευνα και τεκμηρίωση των συναγωγών στην Ελλάδα.
Μεταξύ 1995 και 2023 συμμετείχε, μαζί με συνεργάτες του, σε μελέτες και έργα αποκατάστασης συναγωγών σε διάφορες ελληνικές πόλεις.
Έχει συγγράψει 16 βιβλία και δεκάδες άρθρα σχετικά με την πολιτιστική κληρονομιά, την αρχιτεκτονική και την αειφόρο ανάπτυξη.
Για τη συμβολή του στη διάσωση της εβραϊκής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς έχουν αναφερθεί θετικά επιστήμονες και ερευνητές, όπως ο Samuel D. Gruber, ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος και ο καθηγητής Γιώργος Τσιγάρας.
Μια παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές
Το βιβλίο «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής» αναδεικνύει μια συχνά παραγνωρισμένη διάσταση της ελληνικής ιστορίας.
Η παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής και πολιτιστικής διαδρομής πολλών ελληνικών πόλεων.
Η διατήρηση των μνημείων τους, ακόμη και μέσα από φωτογραφίες και αρχιτεκτονικά σχέδια όταν τα ίδια τα κτίρια έχουν χαθεί, συνδέεται άμεσα με την προστασία της ιστορικής μνήμης.
Οι τέσσερις παρουσιάσεις στη Βόρεια Ελλάδα αποτελούν μια ευκαιρία να γνωρίσει το κοινό όχι μόνο την αρχιτεκτονική των ελληνικών συναγωγών, αλλά και τις ιστορίες των ανθρώπων και των κοινοτήτων που συνδέθηκαν με αυτές.
Όλες οι εκδηλώσεις έχουν ελεύθερη είσοδο, με την επισήμανση ότι για την ξενάγηση στη συναγωγή Μοναστηριωτών της Θεσσαλονίκης απαιτείται προεγγραφή.
GEOPOLITICO
Σάλος για έκθεση σχετικά με τη ναζιστική Κατοχή ανήμερα της Απελευθέρωσης της Αθήνας – Σφοδρή κριτική για τον τίτλο και τους συμβολισμούς
Η έκθεση «Διαιρεμένο παρελθόν» εγκαινιάζεται στις 12 Οκτωβρίου, ημέρα της 82ης επετείου από την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής.
Έντονα ερωτήματα για τη διαχείριση της ιστορικής μνήμης και τον τρόπο παρουσίασης της ναζιστικής Κατοχής προκαλεί η επιλογή της 12ης Οκτωβρίου 2026, επετείου της Απελευθέρωσης της Αθήνας, για τα εγκαίνια έκθεσης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών. Η έκθεση, με τίτλο «Διαιρεμένο παρελθόν. Ελληνογερμανικές σχέσεις σε σκοτεινούς καιρούς», βρίσκεται στο επίκεντρο σφοδρής κριτικής από την εφημερίδα «δημοκρατία», η οποία θέτει ζήτημα ιστορικού αναθεωρητισμού και υποβάθμισης των εγκλημάτων της γερμανικής κατοχής.
Η 12η Οκτωβρίου και η ιστορική μνήμη
Στις 12 Οκτωβρίου 1944, τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής αποχώρησαν από την Αθήνα, βάζοντας τέλος σε μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Ο λιμός, οι εκτελέσεις, τα ολοκαυτώματα ελληνικών κοινοτήτων, η εξόντωση των Ελλήνων Εβραίων και η οικονομική λεηλασία της χώρας αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της ιστορικής αποτίμησης της ναζιστικής κατοχής.
Ακριβώς 82 χρόνια αργότερα, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών επέλεξαν την ίδια ημερομηνία για τα εγκαίνια της κοινής τους έκθεσης.
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του Μουσείου, η επιλογή της ημερομηνίας είναι συνειδητή και συνδέεται με την Απελευθέρωση της Αθήνας, καθώς και με το διεθνές συνέδριο για την αρχαιολογία κατά την περίοδο 1941–1944.
Οι καταγγελίες για ιστορικό αναθεωρητισμό
Με ιδιαίτερα επικριτικό δημοσίευμα στις 12 Οκτωβρίου, η εφημερίδα «δημοκρατία» καταγγέλλει ότι η έκθεση δημιουργεί σοβαρό ζήτημα ως προς τον τρόπο παρουσίασης της ιστορικής πραγματικότητας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο τίτλος «Διαιρεμένο παρελθόν», τον οποίο η εφημερίδα θεωρεί προβληματικό, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να δημιουργήσει εντύπωση συμμετρίας ανάμεσα στη ναζιστική Γερμανία και την κατεχόμενη Ελλάδα.
Κατά το δημοσίευμα, η χρήση του όρου «διαίρεση» υποβαθμίζει την ιστορική πραγματικότητα μιας στρατιωτικής εισβολής και κατοχής, κατά την οποία η Ελλάδα υπέστη μαζικές εκτελέσεις, καταστροφές και συστηματική λεηλασία.
Η εφημερίδα ασκεί επίσης κριτική στην αξιοποίηση υλικού ναζιστικής προπαγάνδας για την προβολή του σχετικού συνεδρίου, υποστηρίζοντας ότι δημιουργούνται προβληματικοί συμβολισμοί.
Πρόκειται για καταγγελίες και αξιολογικές κρίσεις της εφημερίδας. Από τον τίτλο της έκθεσης και μόνο δεν τεκμηριώνεται ότι οι διοργανωτές επιδιώκουν την εξίσωση θυτών και θυμάτων.
Τι αναφέρει επισήμως το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο
Η ανακοίνωση που δημοσιοποίησε το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στις 6 Οκτωβρίου δίνει διαφορετική εικόνα για τους στόχους της πρωτοβουλίας.
Σύμφωνα με το Μουσείο, η έκθεση παρουσιάζει τα προκαταρκτικά αποτελέσματα ερευνητικού προγράμματος που πραγματοποιήθηκε την περίοδο 2024–2026 και αφορά την κατάσχεση του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών μετά την Απελευθέρωση.
Παράλληλα, εξετάζει τις σχέσεις των δύο ιδρυμάτων από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, με ιδιαίτερη έμφαση στα γεγονότα πριν και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η έκθεση περιλαμβάνει αρχειακό και φωτογραφικό υλικό, επιλεγμένες αρχαιότητες και ιστορικά τεκμήρια.
Ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνει η απόκρυψη των αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου το 1940–1941, μια από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις προστασίας της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς από τους κινδύνους του πολέμου και της επικείμενης κατοχής.
Στο εκθεσιακό υλικό περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τη λειτουργία του Μουσείου κατά την Κατοχή και για τις αρχαιότητες που κατασχέθηκαν από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.
Η κατάσχεση του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου το 1944
Ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα ζητήματα της δημόσιας συζήτησης είναι η ανάδειξη της κατάσχεσης του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου αμέσως μετά την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων από την Αθήνα.
Η «δημοκρατία» διερωτάται γιατί η συγκεκριμένη ενέργεια αναδεικνύεται σε καθοριστικό σημείο της ιστορικής αφήγησης, τη στιγμή που η Ελλάδα είχε μόλις απελευθερωθεί από τον γερμανικό στρατό.
Το ερώτημα συνδέεται με τον ρόλο που διαδραμάτισαν γερμανικοί επιστημονικοί και αρχαιολογικοί φορείς κατά την περίοδο της ναζιστικής κατοχής.
Η επιστημονική διερεύνηση αυτού του ρόλου έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μπορεί να φωτίσει τη σχέση αρχαιολογικής έρευνας, κρατικής πολιτικής και μηχανισμών κατοχικής εξουσίας.
Ωστόσο, η ιστορική αποτίμηση της κατάσχεσης του Ινστιτούτου απαιτεί εξέταση των πραγματικών συνθηκών, του νομικού καθεστώτος και των δραστηριοτήτων του κατά την Κατοχή.
Δεν προκύπτει από την επίσημη ανακοίνωση ότι η έκθεση ζητά από την ελληνική πλευρά να απολογηθεί για την κατάσχεση. Η αναφορά στο γεγονός αποτελεί, σύμφωνα με τους διοργανωτές, μέρος της ιστορικής έρευνας.
Το συνέδριο για την αρχαιολογία στην Κατοχή
Η έκθεση συνδέεται με το διεθνές συνέδριο «Archaeology and Occupation. Greece 1941–1944», που έχει προγραμματιστεί για τις 15–17 Οκτωβρίου στην Αθήνα.
Στη διοργάνωση συμμετέχουν το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών, η Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών και το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, υπό την αιγίδα του ελληνικού υπουργείου Πολιτισμού.
Οι εργασίες θα πραγματοποιηθούν σε τρεις διαφορετικούς χώρους: την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή, το Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ και το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.
Το συνέδριο προσφέρει την ευκαιρία επιστημονικής εξέτασης μιας ιστορικής περιόδου κατά την οποία η πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας βρέθηκε αντιμέτωπη με την κατοχική εξουσία, τις λεηλασίες και την εργαλειοποίηση της αρχαιολογικής έρευνας.
Οι γερμανικές οφειλές στο φόντο της αντιπαράθεσης
Η κριτική αποκτά ευρύτερη πολιτική διάσταση εξαιτίας του ζητήματος των γερμανικών οφειλών.
Η Ελλάδα διατηρεί τις διεκδικήσεις της για πολεμικές επανορθώσεις, το κατοχικό δάνειο και την αποκατάσταση των συνεπειών της ναζιστικής κατοχής. Η γερμανική κυβέρνηση, αντιθέτως, υποστηρίζει ότι το ζήτημα των επανορθώσεων έχει νομικά διευθετηθεί.
Αυτή η διαφωνία εξακολουθεί να επηρεάζει τη δημόσια συζήτηση για την ιστορική ευθύνη της Γερμανίας.
Υπό αυτό το πρίσμα, οποιαδήποτε πρωτοβουλία σχετική με την Κατοχή αποκτά ιδιαίτερο συμβολικό βάρος, ειδικά όταν πραγματοποιείται με τη συνεργασία γερμανικών κρατικών επιστημονικών φορέων.
Η ιστορική έρευνα, όμως, δεν μπορεί να υποκαταστήσει ούτε να επιλύσει από μόνη της το ζήτημα των διακρατικών οφειλών.
Τα ερωτήματα προς το υπουργείο Πολιτισμού
Η αντιπαράθεση αναδεικνύει συγκεκριμένα ερωτήματα που μπορούν να απευθυνθούν στους διοργανωτές και στο υπουργείο Πολιτισμού.
Ποια ιστορική ερμηνεία επιχειρεί να αναδείξει ο τίτλος «Διαιρεμένο παρελθόν»; Πώς παρουσιάζεται η ευθύνη της ναζιστικής Γερμανίας για την Κατοχή; Ποια τεκμήρια αξιοποιούνται για τον ρόλο του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου την περίοδο 1941–1944; Και με ποιο σκεπτικό επιλέχθηκαν τα συγκεκριμένα ιστορικά τεκμήρια για την οπτική προβολή του συνεδρίου;
Οι απαντήσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία για την αξιολόγηση του περιεχομένου της έκθεσης, πέρα από τον τίτλο και τη συμβολική ημερομηνία των εγκαινίων.
Η ιστορική μνήμη απαιτεί τεκμηρίωση
Η 12η Οκτωβρίου αποτελεί ημερομηνία ιδιαίτερης σημασίας για την Αθήνα και ολόκληρη την Ελλάδα.
Η ιστορική πραγματικότητα της ναζιστικής κατοχής δεν επιδέχεται συμψηφισμούς ως προς την ευθύνη του κατακτητή για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν εις βάρος του ελληνικού πληθυσμού.
Παράλληλα, η επιστημονική διερεύνηση των ελληνογερμανικών σχέσεων κατά την περίοδο 1941–1944 μπορεί να συμβάλει στην πληρέστερη κατανόηση της ιστορίας, εφόσον βασίζεται σε τεκμήρια και αντιμετωπίζει με σαφήνεια τις ευθύνες των εμπλεκομένων.
Η ουσιαστική αξιολόγηση της έκθεσης θα εξαρτηθεί από το πραγματικό περιεχόμενό της και όχι αποκλειστικά από τη διατύπωση του τίτλου της.
Το γεγονός, πάντως, ότι τα εγκαίνια συμπίπτουν με την επέτειο της Απελευθέρωσης καθιστά τη δημόσια συζήτηση για την ιστορική μνήμη και την ευθύνη των θεσμών ιδιαίτερα επίκαιρη.
GEOPOLITICO
Παρακμή
Η επιστροφή των οστών του Βούλγαρου τσάρου Σαμουήλ, το ζήτημα των ελληνικών θρησκευτικών κειμηλίων που εξακολουθούν να βρίσκονται στη Βουλγαρία και η πρόσφατη πυρκαγιά στον Έβρο συνθέτουν το σκηνικό μιας αιχμηρής παρέμβασης για τη διαχείριση της εθνικής κληρονομιάς και την προστασία της Θράκης. Η Μαρία Γιαλαμά ασκεί σκληρή κριτική στην ελληνική πολιτεία, θέτοντας παράλληλα το ζήτημα της πολιτιστικής ταυτότητας των Πομάκων και της προστασίας των Αλεβιτών Μπεκτασήδων. Μια παρέμβαση που συνδέει την ιστορική μνήμη με τις σύγχρονες προκλήσεις, αλλά και με αναπάντητα ερωτήματα για τις προτεραιότητες του ελληνικού κράτους.
Της Μαρίας Γιαλαμά | Ελεύθερη Ώρα
Ο Ελληνικός λαός,στις 3/10/2026, με έκπληξη είδε να υπογράφεται από την Ελληνίδα υπουργό πολιτισμού και τον Βούλγαρο ομόλογό της,τη παρουσία του πρωθυπουργού, συμφωνία παραδόσεως στην γείτονα χώρα, των οστών του Τσάρου Σαμουήλ της Βουλγαρίας. Αυτά ευρέθησαν το 1965 κατά τις ανασκαφές του καθηγητού Ν.Μουτσοπούλου,στην βασιλική του Αγίου Αχιλλείου της μικρής Πρέσπας. Ως <αντάλλαγμα>της προσφοράς του σημαντικού για τον Βουλγαρικό λαό σκελετού του Σαμουήλ,εδόθησαν στην Ελλάδα,48 από τα θρησκευτικά και όχι μόνο κειμήλια,που έκλεψαν οι Βούλγαροι από τέσσερις μονές της Δράμας και των Σερρών. Τα περισσότερα καταγεγραμμένα κλοπιμαία, προήρχοντο από την Ι.Μ Εικοσιφοινίσσης. Συμφώνως με μαρτυρίες,εδώ και αρκετά χρόνια,εζητείτο η επιστροφή των κλοπιμαίων,τόσο από τις Ιερές Μονές,όσο και από τις μητροπόλεις στις οποίες ανήκουν αυτές. Ομολογουμένως,τις τρείς χρονικές περιόδους του Α βαλκανικού πολέμου,του Β και του συμμοριτοπολέμου,οι Βούλγαροι ελεηλάτησαν μονές και εκκλησίες,κατέστρεψαν σχολεία και με ιδιαιτέρα αγριότητα,δολοφονούσαν τους αντιστεκομένους στις βίαιες πρακτικές τους Έλληνες.
Με αυτόν τον βίαιο τρόπο,απέσπασαν πολλά μεγάλης θρησκευτικής και ιστορικής αξίας έργα τέχνης, κειμήλια,μεταφέροντάς τα στην Βουλγαρία. Η συνθήκη του Νεϊγύ του 1919,υποχρέωνε την Βουλγαρία πλήν των άλλων,να επιστρέψει και τα κλοπιμαία. Δυστυχώς όμως οι σημερινοί Ευρωπαίοι εταίροι μας,δεν συνεμορφώθησαν,θεωρώντας την συνθήκη,καταστροφική για την Βουλγαρία. Εφρόντισαν όμως,ενημερωθέντες για την με επιστημονική τεκμηρίωση διαπίστωση, ότι τα ευρεθέντα οστά ανήκαν στον Τσάρο Σαμουήλ, να αιτούνται από το 1970 την απόδοσή τους.. Ο Σαμουήλ,φέρεται να απέθανε μετά την μάχη στο Κλειδί στις 6/10/1014. Οι διαρκείς προσπάθειες του Βασιλείου Β του γνωστού ως Βουλγαροκτόνου,κατέστησαν την Βουλγαρία, μέρος του Βυζαντίου.
Συγχρόνως με το διαρκές αίτημα των Βουλγάρων,υπήρχε και το από Ελληνικής πλευράς αίτημα της επιστροφής των πολλών κλοπιμαίων θρησκευτικών και όχι μόνον θησαυρών.
Η Ελληνική κυβέρνηση,εξέτασε προφανώς το αίτημα των Βουλγάρων και απεφάσισε να τους τα επιστρέψει,έστω και αν κάποιες πληροφορίες θέλουν να τα εζήτησε και η Αρμενία,ισχυριζομένη ότι η μητέρα του ήτο αρμενικής καταγωγής. Το αξιοπερίεργο είναι,όχι ότι εδόθησαν τα οστά στους Βουλγάρους,που γι αυτούς είναι σημαντικότατα,όπως ανέφερε και ο πρώην πρωθυπουργός Α.Σαμαράς,<ότι ο Σαμουήλ για τους Βουλγάρους,είναι κάτι σαν τον Μέγα Αλέξανδρο για τους Έλληνες>,αλλά ότι δεν επεστράφησαν όλοι οι κλεμμένοι Ελληνικοί θησαυροί. Παρελήφθησαν από το Ελληνικό υπουργείο πολιτισμού,μόνο 48 εκ των χιλίων και πλέον καταγεγραμμένων κλοπιμαίων. Προφανώς για άλλη μία φορά,η πατρίδα μας,εβρέθη με ήσσονα διεκδικητική διάθεση να απεμπολεί ουσιαστικώς την κληρονομιά της.
Με δεδομένη την παρακμιακή διαχείριση του διαχρονικού αμυθήτου πλούτου της πολιτιστικής κληρονομιάς και τον τρόπο που τον διαχειρίζεται η νύν κυβέρνηση,οι σκέψεις για την μή διαπραγματευτική προσπάθεια,υπερέχουν.
Κοινώς,εχαρίσθησαν στους απογόνους των <κλεφτών>, αυτά που αιτούντο,χωρίς να παραδώσουν όλα τα κλοπιμαία,ως όφειλαν.
Η παρακμή της χώρας και οι διάφορες εκφάνσεις της
Στις 5/10/2026,στον κεντρικό Έβρο,στα ορεινά του δήμου Σουφλίου και στην περιοχή της Ρούσσας,και των γύρω οικισμών των Πομάκων,ξέσπασε πυρκαγιά που δημοσιογραφικές πληροφορίες την θέλουν να έρχεται από την Βουλγαρία,από την ιδιαιτέρως αραιοκατοικημένη περιοχή της Β.Θράκης .Η φωτιά εξαπλώθηκε σε μεγάλη έκταση και οι Ελληνικές δυνάμεις της πυροσβεστικής δεν κατάφεραν να την ελέγξουν άμεσα,έστω και αν υπήρξε μεγάλη κινητοποίηση. Καθοριστικό ρόλο για την επέκταση της, έπαιξε η ολιγωρία της κινητοποιήσεως των γειτόνων και τα πτωχά κατασβεστικά μέσα που διέθεσαν.
Η φωτιά εξεδηλώθη σε αραιοκατοικημένη περιοχή στην γείτονα,στην δε Ελληνική περιοχή υπήρξε υφέρπουσα,λόγω του ότι και εκεί τα δάση παραμένουν ακαθάριστα από το συγκεντρωθέν σε μεγάλες ποσότητες πούσι,που καίγεται εύκολα,αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει βούληση να καθαρισθεί.
Εντυπωσιάζει ο χρόνος εκδηλώσεως της φωτιάς.
Συμφώνως με την ανακοίνωση του αντιπεριφερειάρχου Έβρου,η ενοικίαση των τριών πυροσβεστικών αεροσκαφών,που εστάθμευαν στον αερολιμένα ΔΗΜΟΚΡΙΤΟ της Αλεξανδρουπόλεως,έληξε την 2α Οκτωβρίου.
Λαμβανομένου υπ΄όψιν,ότι η φωτιά ήτο έρπουσα,υπάρχουν υπόνοιες,για εμπρισμό εκούσιο λαθρομεταναστών.
Η υπόνοια αυτή και μόνον,οδηγεί σε συνθετότερες σκέψεις,δεδομένου ότι,προσφάτως στην Ρούσα,με την πρέπουσα δημοσιότητα,έγινε η εκδήλωση της αναγνωρίσεως ως θρησκευτικής μειονότητος αυτοδιοικουμένης,των Αλεβιτών Μπεκτασήδων,από την πολιτεία ,που το προξενείο της Κομοτηνής με τον σκοτεινό του διαχρονικά ρόλο,δεν το επιθυμούσε καθόλου. Οι κάτοικοι του ορεινού όγκου του Σουφλίου,Πομάκοι στην πλειοψηφία τους με ίδιο γλωσσικό ιδίωμα με ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και βαθύτατη εθνική συνείδηση επιθυμούσαν για χρόνια την αναγνώριση αυτή.Η ύπαρξη του μοναστηριού- τεκέ του Σείντ Αλή Σουλτάν ,από το 1400 μχ,αποτελεί τον ευκτήριο οίκο τους και εκεί προσεύχονται μαζί άνδρες και γυναίκες. Οι ίδιοι,αν και ανήκοντες στην ευρύτερη μουσουλμανική μειονότητα,τρώνε χοιρινό και πίνουν κρασί ,ούζο και τσίπουρο,ενώ απαγορεύεται η πολυγαμία.
Υπαρχούσης της διαχρονικής ασφυκτικής πιέσεως από το Τουρκικό προξενείο,για έλεγχο των Ελλήνων της θρησκευτικής μουσουλμανικής μειονότητος,καλό είναι να ελέγξει η κυβέρνηση,μήπως η εκδήλωση της φωτιάς στην συγκεκριμένη περιοχή ήτο εσκεμμένη τιμωρητική αντίδραση. Άλλωστε σε μία ευνομουμένη πολιτεία, υπάρχοντος του προκλητικού κλίματος από την Τουρκία και των ευκαιριών που δίδει στους πολίτες της ,μέσω τραπεζικών δανείων,εξαγοράς κτημάτων στον Έβρο,καλό είναι να προλαμβάνονται επιδιώξεις του είδους .
Διαρκές το αίτημα των Πομάκων της Θράκης για διδασκαλία της Ελληνικής και Πομακικής γλώσσης,αντί της Τουρκικής
Στα πλαίσια της επιβαλλομένης εγρηγόρσεως,το αίτημα των Ελλήνων Πομάκων ,να πάψουν να διδάσκονται υποχρεωτικώς την Τουρκική γλώσσα και να διδάσκονται ως Έλληνες μόνον την Ελληνική και την Πομακική,οφείλει να το ασπασθεί η κυβέρνηση.
Άλλως η ρήση του του Ο.Ελύτη: ήλθαν ντυμένοι φίλοι,αμέτρητες φορές οι εχθροί μου,το παμπάλαιο χώμα πατώντας,και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με την φτέρνα τους..
θα επιβεβαιωθεί από ανικάνους να εκτιμήσουν και να κυβερνήσουν τον ευλογημένο αυτό τόπο.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
