Διεθνή
Εθνική Φρουρά: Η δυνητική επιλογή των Aster 30, θωρακίζοντας τους κυπριακούς ουρανούς
Η άμυνα του κυπριακού ελληνισμού μας έχει απασχολήσει εκτενώς σε πλειάδα αναλύσεων μας. Η Εθνική Φρουρά αντιμετωπίζει μια κύρια πρόκληση, τη δράση της Τουρκικής Αεροπορίας. Η ένταξη των συστημάτων Buk M1-2 αδιαμφισβήτητα αναβάθμισε την αντιαεροπορική άμυνα της Κύπρου σε μεγάλο βαθμό στον τομέα της προστασίας χερσαίων δυνάμεων και στρατηγικών στόχων σε μέσο βεληνεκές. Εξακολουθεί να υφίστανται το κενό της ύπαρξης ενός συστήματος αντιαεροπορικής άμυνας μεγάλου βεληνεκούς.
Στο παρόν άρθρο εξετάζεται η προοπτική της ένταξης του Ευρωπαϊκού οπλικού συστήματος τύπου Aster 30 SAMP/T. Η επιλογή αυτή είναι συνάρτηση πολιτικών και διπλωματικών σχέσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας καθότι η επιλογή είτε των Patriot είτε ενός Ρωσικού συστήματος θα ήταν εξαιρετικά πιο δύσκολη όπως αποδείχθηκε και από τη περίπτωση των S-300.
To SAMP/T, η ανάπτυξη του οποίου ξεκίνησε το 1997, είναι ένα αντιαεροπορικό και αντιπυραυλικό σύστημα το οποίο χρησιμοποιεί το βλήμα Aster-30. Σύμφωνα με την κατασκευάστρια κοινοπραξία, το SAMP/T μπορεί να αντιμετωπίσει όλες τις σύγχρονες απειλές, όπως μαχητικά αεροσκάφη, μη επανδρωμένα συστήματα, ελικόπτερα, βλήματα μεγάλου βεληνεκούς και βαλλιστικά βλήματα μέγιστου βεληνεκούς 600 km (έκδοση βλήματος: Aster-30 Block.1). Το βεληνεκές του συστήματος ανέρχεται στα 120 km και είναι ευθέως ανταγωνιστικό με το αμερικανικό Patriot και το ρωσικό S-300 PMU-2 Favorite. Για το μέλλον έχει προγραμματιστεί η ανάπτυξη της έκδοσης Aster-30 Block.2 για την εμπλοκή βαλλιστικών πυραύλων με βεληνεκές μεγαλύτερο των 600 km.
Κατά την τερματική φάση, τα βλήματα ενεργοποιούν έναν ενεργό ερευνητή ραντάρ, ο οποίος τα καθοδηγεί προς τον στόχο. Η ικανότητα των βλημάτων να εκτελούν ελιγμούς σε υψηλές φορτίσεις g ανεξαρτήτως υψομέτρου οφείλεται στο σύστημα κατευθυνόμενης ώσης που ενσωματώνουν. Το σύστημα αυτό είναι εγκαταστημένο στο κέντρο βάρους του βλήματος έτσι ώστε να αποφευχθούν οι ισχυρές πιέσεις όταν το βλήμα εκτελεί ελιγμούς σε υψηλές φορτίσεις g.
Το SAMP/T υποστηρίζεται από το ραντάρ Arabel της εταιρίας Thales, το οποίο εξοπλίζει το αεροπλανοφόρο “Charles de Gaulle”. To Arabel είναι ραντάρ ηλεκτρονικής σάρωσης, πολλαπλών ρόλων και παράλληλα σύστημα ελέγχου πυρός για τα αντιαεροπορικά βλήματα.Το σύστημα εκτόξευσης είναι οκτώ θέσεων και είναι εγκαταστημένο σε φορτηγό 8 x 8 (TRM-1000 της Renault για τη Γαλλία).

To Arabel είναι ένα ραντάρ 3D φασικής διάταξης που μπορεί να εμπλέκει ταυτοχρόνως περί τις 16 εναέριες απειλές καθοδηγώντας ισάριθμα βλήματα Aster 30. Φυσικά εκτός του Arabel θα μπορούσε να επιλεγεί και άλλο ραντάρ ευρωπαϊκού τύπου όπως τα Σουηδικά Girafe ή άλλα ραντάρ επίσης της Thales ώστε το τεχνικό ρίσκο με τη διασύνδεση του ραντάρ και των βλημάτων να είναι ευκολότερη και οικονομικότερη.
Ενδεικτικά, το Giraffe-4A είναι ένα ραντάρ πολλαπλών λειτουργιών όπως έρευνα και επιτήρηση αέρος ή εντοπισμού εχθρικών πυρών πυροβολικού. Είναι ψηφιακό στη λειτουργία, τεχνολογίας AESA Νιτριδίου του Γαλλίου (GaN). Σε ρόλο έρευνας και επιτήρησης αέρος το μέγιστο βεληνεκές του ανέρχεται στα 280 χιλιόμετρα, ενώ σε ρόλο εντοπισμού πυρών πυροβολικού στα 100 χιλιόμετρα.
Το Giraffe-8A, το οποίο φέρεται επί τροχοφόρου οχήματος 8 x 8, είναι ραντάρ έρευνας και επιτήρησης αέρος ή λειτουργίας στο πλαίσιο αντιαεροπορικών συστημάτων. Το μέγιστο βεληνεκές του είναι της τάξεως των 470 χιλιομέτρων. Σημαντικό πλεονέκτημα για το Giraffe-8A είναι η ικανότητα του να εντοπίζει και να ανιχνεύει βαλλιστικά βλήματα μικρού, μέσου και μεγάλου βεληνεκούς, καθώς και η ικανότητα του να λειτουργεί παθητικά, όταν είναι συνδεδεμένου με δίκτυο αεράμυνας. Επίσης ενσωματώνει και σύστημα ηλεκτρονικών μέσων υποστήριξης (ESM).
Η οικογένεια ραντάρ Ground Master της Thales αποτελείται από ραντάρ πολλαπλού ρόλου, με διαφορετικές δυνατότητες, ανάλογα με τις απαιτήσεις του εκάστοτε πελάτη.
Όλα τα ραντάρ Ground Master έχουν σχεδιαστεί για να παρέχουν έγκαιρο εντοπισμό και προειδοποίηση με μεγάλη ακρίβεια με χαμηλό κόστος υποστήριξης.
Σύμφωνα με τη Thales τα Ground Master μπορούν να εντοπίσουν όλες τις αεροπορικές απειλές του σήμερα, όπως αεροσκάφη, UAV, ελικόπτερα, σε κίνηση ή σε αιώρηση, βλήματα, κατευθυνόμενα ή βαλλιστικά, βλήματα όλμων, ρουκέτες και πλοία σε μικρά, μεσαία και μεγάλα ύψη, καθώς και στην επιφάνεια της θάλασσας, κάτι που τα καθιστά ιδανικά για παράκτια άμυνα. Επίσης λειτουργούν και ως συστήματα C-RAM, όχι όμως στο κομμάτι της αναχαίτισης, αλλά σ’ αυτό του εντοπισμού.
Το Ground Master-200 φέρεται επί τροχοφόρου οχήματος 6 x 6 ή 8 x 8, επί κοινού εμπορευματοκιβωτίου (container) μήκους 20 μέτρων και βάρους λιγότερου των 10 τόνων. Συνεπώς μπορεί να τοποθετηθεί σε σταθερή θέση, ως στατικό ραντάρ. Ενσωματώνει τεχνολογία GaN, ενώ παρουσιάζει μια μείζονα βλάβη κάθε 3.000 ώρες λειτουργίας, η οποία απαιτεί μόλις 30 λεπτά χρόνο επιδιόρθωσης. Το μέγιστο βεληνεκές του είναι 250 χιλιόμετρα, ενώ μπορεί να εντοπίζει στόχους σε ύψος 80.000 ποδών (24.384 μέτρα).
Επίσης ενσωματώνει και σύστημα ηλεκτρονικών αντί-αντιμέτρων (ECCM), κάτι που το καθιστά βιώσιμο σε περιβάλλον ηλεκτρονικού πολέμου και έντονων ηλεκτρονικών παρεμβολών. Το Ground Master-400 είναι μια έκδοση του Ground Master-200 με μεγαλύτερες επιδόσεις: 470 χιλιόμετρα μέγιστο βεληνεκές και 100.000 πόδια (30.480 μέτρα) μέγιστο ύψος εντοπισμού.
H ιταλική Leonardo διαθέτει τα ραντάρ της σειράς Kronos: Το Kronos Grand και το Kronos Land.
Το Kronos Grand είναι ραντάρ τεχνολογίας AESA, επιτήρησης και έρευνας αέρος και επιφανείας, αρά ιδανικό και για παράκτια άμυνα, ενώ μπορεί να παρέχει και υπηρεσίες ελέγχου πυρός, ταυτόχρονα και παράλληλα με τις διαδικασίες έρευνας. Δηλαδή η μια λειτουργία δεν αναιρεί την άλλη. Μπορεί να εντοπίσει και να ιχνηλατήσει αεροσκάφη, ελικόπτερα, UAV, σκάφη και πλοία, βλήματα, ρουκέτες και βλήματα πυροβολικού.
Τέλος ένα άλλο σύστημα άξιο αναφοράς είναι το σύστημα παθητικής παρακολούθησης στόχων χαμηλού ηλεκτρομαγνητικού ίχνους όπως το VERA NG. Το σύστημα τσέχικης κατασκευής και προέλευσης μπορεί να παρακολουθεί έως 10.000 στόχους σε απόσταση έως και 400 χιλιόμετρα. ‘Έχει το εξαιρετικό γνώρισμα πως είναι πλήρως ευέλικτο ενώ οι συχνότητες στις οποίες λειτουργεί είναι μεταξύ 50 MHz – 18 GHz. Κάθε σύστημα αποτελείται από 4 σταθμούς εκ των οποίων: τρεις παθητικούς αισθητήρες και μια κεντρική μονάδα ελέγχου και συγκέντρωσης των πληροφοριών.
Κλείνοντας, θα θέλαμε να αναφέρουμε και ένα σύστημα-αισθητήρα, το οποίο έχει έμμεση σχέση με την αντιαεροπορική άμυνα. Πρόκειται για το Sky Spotter της ισραηλινής Rafael, το οποίο γνωρίσαμε στη διεθνής έκθεση «Paris Air Show 2019». Για τα παθητικά συστήματα έρευνας αέρος και εντοπισμού επιφυλασσόμαστε να γράψουμε αναλυτικό αφιέρωμα στο μέλλον. Εδώ απλά θα τονίσουμε ότι το Sky Spotter είναι ένα παθητικό ηλεκτροπτικό σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης, το οποίο παρουσιάζει υψηλό ποσοστό πιθανότητας εντοπισμού με παράλληλη, σχεδόν μηδενική, πιθανότητα λανθασμένων ενδείξεων επερχόμενης απειλής.
Το Sky Spotter χρησιμοποιεί πολλαπλούς αισθητήρες, ημέρας και νύχτας, η χρήση των οποίων δημιουργεί μια παθητική «ομπρέλα» έρευνας και εντοπισμού, άρα έγκαιρης προειδοποίησης σε αποστάσεις μεγαλύτερες των 100 χιλιομέτρων. Όλα τα συλλεγόμενα δεδομένα και πληροφορίες φιλτράρονται και επεξεργάζονται μέσω αυτοματοποιημένων αλγορίθμων, διαδικασιών επεξεργασίας εικόνας και εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης. Έτσι είναι εφικτός ο εντοπισμός και η ιχνήλαση πολλαπλών στόχων ταυτόχρονα.
Φυσικά θα μπορούσε να επιλεγεί ο συνδυασμός ενός ραντάρ για καθοδήγηση βλημάτων προς τον στόχο με ένα ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης καθώς και ένα παθητικό σύστημα εντοπισμού. Τέτοιες επιλογές βέβαια θα αύξαναν κατακόρυφα τις επιχειρησιακές δυνατότητες μιας συστοιχίας αλλά θα ανέβαζαν σημαντικά το κόστος του προγράμματος.
Παράλληλα με την αντιμετώπιση των απειλών από μαχητικά και UAV η χρήση ενός ολοκληρωμένου συστήματος SAMP/T θα κάλυπτε την απειλή προς τη Κυπριακή Δημοκρατία και την Εθνική Φρουρά της μεγάλης ύπαρξης των τουρκικών βαλλιστικών όπλων.
Η ευρωπαϊκή κοινοπραξία Eurosam, υπό την αιγίδα του οργανισμού OCCAr (Organisation Conjointe de Coopération en matière d’ Armement), ανακοίνωσε ότι εντός του 2019 θα έχει ολοκληρώσει την προκαταρκτική μελέτη σχεδίασης (PDR : Preliminary Design Review) την νέας έκδοσης Block.1 NT (New Technology) του αντιαεροπορικού συστήματος SAMP/T.
Πρόκειται για τη δεύτερη μελέτη σχεδίασης και ανάπτυξης του SAMP/T Block.1 NT, ενώ η πρώτη, που ολοκληρώθηκε το 2018, εξέτασε τα τεχνικά χαρακτηριστικά, το σύστημα ελέγχου πυρός, τους εκτοξευτές και τα νέα βλήματα Aster-30 Block.1 NT. Στην έκδοση Aster-30 Block.1 NT το βλήμα αναμένεται να έχει αντιβαλλιστικές ιδιότητες και αυξημένο βεληνεκές, σε σχέση με την έκδοση Aster-30, η οποία επιτυγχάνει μέγιστο βεληνεκές 120 χιλιόμετρα.
Λόγω του ότι το SAMP/T είναι ένα ευρωπαϊκό σύστημα θα είχε πλήρη διαλειτουργικότητα με το Ελληνικό Σύστημα Αεροπορικού Ελέγχου και τα Ιπτάμενα μέσα διαμέσου τακτικών ζεύξεων Link 16 με τη ΠΑ.
To 2013 η Σιγκαπούρη προχώρησε στην παραγγελία δύο πυροβολαρχιών SAMP/T (12 οκταπλοί εκτοξευτές) με 200 βλήματα Aster-30 μέγιστου βεληνεκούς 120 χιλιομέτρων, προς αντικατάσταση των MIM-23 Improved HAWK, με συνολικό κόστος € 651 εκατομμύρια. Σύμφωνα με διεθνή ειδησεογραφικές ιστοσελίδες η πρώτη πυροβολαρχία, μαζί με 100 βλήματα, παραδόθηκαν το 2017, ενώ η δεύτερη αναμένεται να παραδοθεί το 2019.
Αντιλαμβανόμαστε πως η σκέψη για την απόκτηση ενός τέτοιου οπλικού συστήματος προβάλει ως ιδεαλιστική και μαξιμαλιστική για τα δεδομένα της Κύπρου και της κυπριακής κυβέρνησης.
Φυσικά, η προμήθεια ενός αντιαεροπορικού συστήματος μεγάλου βεληνεκούς προϋποθέτει ισχυρή πολιτική βούληση από τη κυπριακή κυβέρνηση και παράλληλα χρηματοδότηση. Προϋποθέτει θέληση και πυγμή για την απόκτηση ενός πολλαπλασιαστή ισχύος αφού πρώτα γίνουν όλες οι απαραίτητες ενέργειες σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο.
Ως διαπραγματευτικό χαρτί δύναται να αξιοποιηθούν οι εξορύξεις του ορυκτού πλούτου εντός της Κυπριακής ΑΟΖ με στόχο να υπάρχει αντιαεροπορική ομπρέλα έναντι ασύμμετρων απειλών. Αποτελεί όμως μονόδρομο και αδήριτη ανάγκη για την Εθνική Φρουρά ώστε να καλύψει στο έπακρο τις ανάγκες για αξιόπιστη αντιαεροπορική ομπρέλα πάνω από τη Μεγαλόνησο.
defencereview.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
