Οικονομία
Ο Γολγοθάς του Τουρισμού – Μπορεί να σωθεί η φετινή τουριστική περίοδος;
Του Ιωάννη Γκιτσάκη (*)
Αποτελεί κοινή ομολογία, ότι η χώρα μας, χάρη στα αυστηρά περιοριστικά μέτρα που έλαβε εγκαίρως η ελληνική κυβέρνηση, έχει καταφέρει να βρίσκεται στις πρώτες θέσεις των χωρών με τη μικρότερη εξάπλωση του κορονοϊού.
Ήδη η Ελλάδα θεωρείται ως ασφαλές καταφύγιο για την προστασία από τον CoVid-19 και αρκετοί πολίτες ευρωπαϊκών χωρών, με ισχυρές οικονομίες και καλύτερα συστήματα υγείας, έχουν έρθει (μέχρι να κλείσουν τα σύνορα) ή θα ήθελαν να έρθουν στη χώρα μας, προκειμένου να προφυλαχθούν από τον κορονοϊό.
Για τον ίδιο λόγο και εφόσον τα πράγματα εξελιχθούν ομαλά, η Ελλάδα αναμένεται να αποτελέσει φέτος το καλοκαίρι ίσως τον πιο ελκυστικό τουριστικό προορισμό σε παγκόσμιο επίπεδο. Ήδη στο διεθνή τύπο δημοσιεύονται άρθρα και αναλύσεις, όπως λ.χ. αυτό της βρετανικής εφημερίδας «The Telegraph», με τίτλο: «The first country I‘ll visit after coronavirus? There‘s no contest»,[1] τα οποία έχουν έναν κοινό παρονομαστή: Η Ελλάδα συνιστά τον κορυφαίο και ασφαλέστερο τουριστικό προορισμό για το 2020. Σε αυτό βεβαίως συμβάλλει και το γεγονός ότι η χώρα μας παίζει φέτος ουσιαστικά χωρίς αντίπαλο, καθώς οι περισσότερες γειτονικές και ανταγωνιστικές τουριστικά χώρες (όπως λ.χ. Ιταλία, Ισπανία, Τουρκία, Γαλλία κ.ά.) έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα από τον κορονοϊό και τις επιπτώσεις του, τόσο σε ουσιαστικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο τουριστικού brand. Για τις χώρες αυτές, η φετινή τουριστική περίοδος έχει ήδη χαθεί.
Το πρώτο λοιπόν δεδομένο, με τα μέχρι σήμερα στοιχεία και εφόσον ο κύκλος εξάπλωσης του κορονοϊού ολοκληρωθεί ή περιοριστεί σημαντικά ως το τέλος Μαΐου, είναι πως η Ελλάδα θα αποτελέσει ενδεχομένως τον κορυφαίο ταξιδιωτικό προορισμό του φετινού καλοκαιριού. Εφόσον, επαναλαμβάνω, τα πράγματα εξελιχθούν ομαλά, οι ξένοι τουρίστες αναμένεται να εκδηλώσουν έντονο ενδιαφέρον για να επισκεφτούν τη χώρα μας στο δεύτερο εξάμηνο του έτους. Αρκεί όμως αυτό για να σωθεί η φετινή τουριστική περίοδος;
Δυστυχώς όχι.
Διότι, παρά τη βούληση των ξένων τουριστών να έρθουν για διακοπές στη χώρα μας, δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι η χώρα μας θα τους επιτρέψει τελικά να την επισκεφτούν. Τα ελληνικά σύνορα θα παραμείνουν κλειστά στους ξένους τουρίστες για όσο καιρό συνεχίζει να υφίσταται κίνδυνος μετάδοσης του κορονοϊού στη χώρα μας από αυτούς. Αυτό ισχύει για τους τουρίστες που προέρχονται από χώρες στις οποίες η εξάπλωση του κορονοϊού δεν θα έχει ακόμα ολοκληρωθεί ή περιοριστεί σημαντικά, όπως λ.χ. Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία, Αγγλία και Σκανδιναβικές χώρες.
Δυστυχώς για την Ελλάδα και τον τουρισμό μας, οι χώρες από τις οποίες προέρχεται παραδοσιακά το μεγαλύτερο ρεύμα εισερχόμενου τουρισμού, είναι και οι χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο από τον κορονοϊό, διότι απέτυχαν ή καθυστέρησαν να τον αντιμετωπίσουν εξίσου αποτελεσματικά με τη χώρα μας. Σε αυτό συντέλεσε και η αποτυχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προβλέψει και να εφαρμόσει εγκαίρως μία κοινή ευρωπαϊκή πολιτική αντιμετώπισης της εξάπλωσης του κορονοϊού. Η έλλειψη κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής οδήγησε μοιραία στην αντιμετώπιση του φαινομένου σε καθαρά εθνικό επίπεδο, με αποτέλεσμα να υπάρχουν διαφορετικές πολιτικές αντιμετώπισης του κορονοϊού και διαφορετικά αποτελέσματα αντιμετώπισης σε κάθε χώρα της Ευρώπης
Έχοντας υπόψη τα παραπάνω δεδομένα, ανακύπτει το ερώτημα για το αν μπορεί τελικά να σωθεί η φετινή τουριστική περίοδος για τη χώρα μας και υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε αυτό να επιτευχθεί. Είναι προφανές ότι η επίτευξη του στόχου αυτού αποτελεί το σημαντικότερο project πάνω στο οποίο εργάζονται σήμερα, τόσο το Υπουργείο Τουρισμού, όσο και οι εμπλεκόμενοι με τον τουρισμό δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς. Ελπίζοντας ότι θα μπορέσω να συμβάλω και εγώ στην επίτευξη του κοινού αυτού εθνικού σκοπού, θα προσπαθήσω να εξετάσω ποιες κατηγορίες τουριστών και υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσαν να επισκεφτούν φέτος τη χώρα μας:
(1) Οι Ρώσοι τουρίστες. Η χώρα μας δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να προσελκύσει μεγάλο αριθμό Ρώσων τουριστών σε σύγκριση με άλλες ανταγωνιστικές (Τουρκία) ή μη ανταγωνιστικές χώρες (Ταϊλάνδη και άλλες χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας). Αυτό οφείλεται περισσότερο στην απαίτηση βίζας για τους Ρώσους τουρίστες που επισκέπτονται τη χώρα μας και λιγότερο στις υψηλότερες τιμές που έχει η χώρα μας σε σχέση με τις ανταγωνιστικές τουριστικά χώρες. Η Τουρκία, όμως, που αποτελεί τον άμεσο ανταγωνιστή μας στην περιοχή, τόσο λόγω μη απαίτησης βίζας όσο και λόγω χαμηλότερων τιμών, δεν αναμένεται να προσελκύσει φέτος Ρώσους τουρίστες, εξαιτίας της ανεξέλεγκτης εξάπλωσης του κορονοϊού στη χώρα. Το ίδιο ισχύει και για την Ιταλία, τη Γαλλία και την Ισπανία, ενώ εκτός ανταγωνισμού βγαίνουν και οι χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, τόσο λόγω του κορονοϊού, όσο και λόγω καιρικών συνθηκών (μουσώνες). Ο δε Ρώσος τουρίστας, φαντάζει αυτή τη στιγμή ως ο ιδανικός και «ασφαλής» τουρίστας, καθώς η εξάπλωση του κορονοϊού στη Ρωσία είναι ιδιαίτερα περιορισμένη με βάση τα σημερινά δεδομένα (μόλις 5.400 κρούσματα στις 5 Απριλίου). Η «αγορά» της Ρωσίας λοιπόν θα πρέπει να αποτελέσει τον πρώτο στόχο προσέλκυσης τουριστών για τη φετινή τουριστική περίοδο. Για την επίτευξη του στόχου αυτού θα πρέπει, αφενός να σχεδιαστεί και να υλοποιηθεί άμεσα μία σχετική διαφημιστική καμπάνια και αφετέρου, να καταργηθεί ή να απλοποιηθεί σημαντικά η απαίτηση βίζας. Και επειδή αυτό δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη χώρα μας, θα πρέπει να υποβληθούν οι κατάλληλες προτάσεις προς τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να επιτραπεί, κατ’ εξαίρεση για φέτος, η είσοδος Ρώσων τουριστών στην Ελλάδα χωρίς βίζα. Να εξασφαλιστεί, δηλαδή, ότι οι Ρώσοι τουρίστες θα μπορούν να επισκεφτούν αποκλειστικά και μόνο τη χώρα μας (και όχι να κινηθούν ελεύθερα εντός του χώρου Σένγκεν), χωρίς βίζα, παρά μόνο με μία ειδική άδεια ή σφραγίδα επί του διαβατηρίου, κατά την είσοδό τους στην Ελλάδα.
(2) Οι Κινέζοι τουρίστες. Όταν άρχισαν οι πρώτες ανησυχητικές ανακοινώσεις για την εξάπλωση του κορονοϊού στην Κίνα, τόσο η δική μου ανησυχία,[2] όσο και των επαγγελματιών του τουρισμού, αφορούσε στις επιπτώσεις από την ενδεχόμενη μείωση των αφίξεων κινέζων τουριστών στην Ελλάδα, οι οποίες πέρσι ανήλθαν σε περίπου 200.000. Σήμερα, όμως, μετά την κήρυξη πανδημίας και την παγκόσμια εξάπλωση του κορονοϊού, η αρχική ανησυχία έχει ανατραπεί πλήρως. Η εξάπλωση του κορονοϊού στην Κίνα φαίνεται πως έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της, καθώς η καμπύλη μετάδοσής του έχει σταθεροποιηθεί εδώ και περίπου ενάμιση μήνα και έκτοτε έχουν καταγραφεί ελάχιστα νέα κρούσματα, τα οποία στη συντριπτική πλειοψηφία τους είναι εισερχόμενα (82.600 κρούσματα συνολικά, εκ των οποίων 77.200 έχουν αναρρώσει πλήρως, στις 5 Απριλίου). Ο Κινέζος τουρίστας φαντάζει, λοιπόν, αυτή τη στιγμή ως ένας ακόμη ιδανικός και «ασφαλής» τουρίστας για τη χώρα μας. Η δε χώρα μας μπορεί να διεκδικήσει σημαντικό μερίδιο της «αγοράς» των Κινέζων τουριστών, χάρη στον περιορισμένο σήμερα ανταγωνισμό από τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας (που αποτελούν τους παραδοσιακούς προορισμούς των Κινέζων τουριστών), τόσο λόγω του κορονοϊού, όσο και λόγω καιρικών συνθηκών, όπως προαναφέρθηκε. Για την επίτευξη του στόχου αυτού θα πρέπει, αφενός να υπογραφεί ένα σχετικό μνημόνιο συνεργασίας με την κινεζική κυβέρνηση, το οποίο θα προβλέπει ενδεχομένως και την απλοποίηση της απαίτησης βίζας για τους Κινέζους τουρίστες που θα επισκεφτούν φέτος τη χώρα μας και αφετέρου, να σχεδιαστεί και να υλοποιηθεί άμεσα μία σχετική διαφημιστική καμπάνια για την προσέλκυσή τους στη χώρα μας.
(3) Οι Ευρωπαίοι τουρίστες. Εδώ έχουμε να κάνουμε με το «μεγάλο ασθενή» του κορονοϊού. Αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, θα πρέπει να αποδεχθούμε, ότι οι Ευρωπαίοι τουρίστες δύσκολα θα καταφέρουν φέτος να έρθουν στη χώρα μας, τουλάχιστον κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Και αυτό, όχι διότι οι ίδιοι δεν θα το επιθυμούν, αλλά διότι η Ελλάδα πιθανότατα δεν θα τους επιτρέψει την είσοδο, υπό τον κίνδυνο εισαγόμενων κρουσμάτων κορονοϊού στη χώρα. Η πρόβλεψή μου -και μακάρι να διαψευσθώ- είναι ότι τα σύνορα της Ελλάδας θα παραμείνουν κλειστά για τους παραδοσιακούς Ευρωπαίους τουρίστες της χώρας, τουλάχιστον κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Για να μπορέσουν να επισκεφτούν τη χώρα μας τουρίστες από την Αγγλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία και τις Σκανδιναβικές χώρες, θα πρέπει να διασφαλιστεί προηγουμένως, ότι οι τουρίστες αυτοί δεν θα μεταφέρουν τον κορονοϊό στη χώρα μας και μάλιστα διασπείροντάς τον στα ελληνικά νησιά, με τις ελλιπείς υποδομές του συστήματος υγείας. Δεν γνωρίζω αν αυτό μπορεί πράγματι να διασφαλιστεί.
Γνωρίζω, όμως, ότι για να διασφαλιστεί κάτι τέτοιο, δεν αρκεί μόνο η προσκόμιση κάποιων ιατρικών πιστοποιητικών, όπως αναφέρει η Deutsche Bank στην έκθεσή της με τίτλο «Coronavirus: A threat to the business of traditional tourist destinations»,[3] αλλά απαιτείται μία ειδική κοινή ευρωπαϊκή πολιτική. Θα πρέπει λοιπόν άμεσα, η ελληνική κυβέρνηση να αναλάβει πρωτοβουλία για τη σύγκληση των αρμόδιων ευρωπαϊκών οργάνων, προκειμένου να σχεδιαστεί και να υλοποιηθεί ένα κοινό, αξιόπιστο και αποτελεσματικό ευρωπαϊκό σύστημα ασφαλούς εσωτερικής μετακίνησης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως για λόγους τουρισμού. Ένα σύστημα, το οποίο θα μπορούσε να προβλέπει, ότι κάθε ευρωπαίος πολίτης που επιθυμεί να επισκεφτεί τη χώρα μας ή άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για λόγους τουρισμού, θα πρέπει να απευθύνεται σε μία ορισθείσα για το σκοπό αυτό εθνική Αρχή και να ακολουθήσει τις οδηγίες της.
Οι οδηγίες αυτές θα μπορούσαν να προβλέπουν λ.χ. το να τεθεί ο ενδιαφερόμενος σε αυστηρή και επιτηρούμενη καραντίνα για δύο εβδομάδες πριν από την ημερομηνία του ταξιδιού του και να υποβληθεί κατά την αναχώρησή του σε εξέταση (τεστ) για τον κορονοϊό (εφόσον αυτό είναι δυνατόν), μέσω των νέων τεστ ταχείας ανίχνευσης.
Σε περίπτωση μάλιστα ομαδικών ταξιδιών, μέσω των μεγάλων tour operators, οι τελευταίοι θα μπορούσαν να αναλάβουν το κόστος και τις διαδικασίες προμήθειας των σχετικών τεστ για τους πελάτες τους και να τα διανείμουν σε αυτούς ή στην ως άνω ορισθείσα εθνική Αρχή. Σε περίπτωση επιτυχούς ολοκλήρωσης των διαδικασιών αυτών, ο ενδιαφερόμενος τουρίστας θα λαμβάνει μία ειδική άδεια, με την οποία θα μπορεί να ταξιδέψει στη χώρα μας ή στη χώρα που έχει δηλώσει ως χώρα προορισμού. Για τη λήψη της σχετικής άδειας θα ενημερώνονται ηλεκτρονικά οι αρμόδιες εθνικές Αρχές στα αεροδρόμια και τις πύλες εισόδου της χώρας προορισμού, όπου και θα μπορεί να επαναλαμβάνεται η εξέταση, εφόσον αυτό κριθεί σκόπιμο. Σε περίπτωση πρόβλεψης και λειτουργίας ενός τέτοιου κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασφαλούς μετακίνησης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η χώρα μας θα μπορούσε πράγματι να δεχθεί φέτος και Ευρωπαίους τουρίστες. Δεν θεωρώ ιδιαίτερα δύσκολη την οργάνωση και λειτουργία ενός τέτοιου συστήματος, αρκεί να σχεδιαστεί και να υλοποιηθεί άμεσα.
Ένα σχετικό ζήτημα, το οποίο θα πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα, είναι αυτό των προσφερόμενων τιμών από τους μεγάλους ευρωπαϊκούς tour operators. Είναι προφανές, ότι οι tour operators θα προσπαθήσουν να καλύψουν τις τεράστιες οικονομικές τους ζημιές εξαιτίας του κορονοϊού, προφέροντας στους Έλληνες ξενοδόχους και ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυμάτων, ιδιαίτερα χαμηλές τιμές. Οι εμπλεκόμενοι επαγγελματίες καλό θα ήταν να μην ενδώσουν στις προτάσεις αυτές.
Ας αναλογιστούν ότι, σε περίπτωση που τα πράγματα εξελιχθούν ομαλά, η χώρα μας πιθανότατα θα αποτελέσει φέτος τον ασφαλέστερο και, ως εκ τούτου, τον ελκυστικότερο τουριστικό προορισμό σε παγκόσμιο επίπεδο. Κατά συνέπεια, οι επαγγελματίες του τουρισμού, όχι μόνο δεν πρέπει να συμφωνήσουν σε χαμηλότερες τιμές, αλλά ίσως πρέπει να επιδιώξουν και να εξασφαλίσουν υψηλότερες τιμές σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Η χώρα μας μπορεί να κεφαλαιοποιήσει το brand της υγειονομικά ασφαλούς χώρας, το οποίο κατάφερε να αποκτήσει μετά από μεγάλη προσπάθεια, αυστηρά μέτρα περιορισμού και σημαντική ζημιά στην οικονομία της. Η προνομιακή θέση της χώρας μας κατά τη φετινή τουριστική περίοδο, σε συνδυασμό με την ανάγκη των μεγάλων tour operators για άμεσες χρηματικές εισροές, ενισχύουν τη διαπραγματευτική θέση των Ελλήνων επαγγελματιών του τουριστικού κλάδου. Συνεπώς, θα μπορούσαν να επιτύχουν σημαντικά υψηλότερες τιμές, οι οποίες ίσως αποδειχτούν καθοριστικές στην προσπάθεια να επιτευχθεί ο στόχος και να σωθεί η φετινή τουριστική περίοδος.
(4) Οι Έλληνες τουρίστες. Η προσέλκυση Ρώσων, Κινέζων και Ευρωπαίων τουριστών που περιγράφηκε παραπάνω, είναι μεν εφικτή, αλλά φαντάζει δύσκολα υλοποιήσιμη. Το πιθανότερο σενάριο είναι ότι τη φετινή τουριστική περίοδο θα τη σώσουν τελικά οι Έλληνες τουρίστες. Είναι σχεδόν βέβαιο, ότι οι επαγγελματίες του τουρισμού θα στραφούν φέτος σε μεγάλο βαθμό προς τον εγχώριο τουρισμό. Αυτό είναι και το μόνιμο παράπονο, ημών, των Ελλήνων τουριστών, ότι οι επαγγελματίες του τουρισμού μας θυμούνται συνήθως στα δύσκολα. Δηλαδή, όταν οι ξένοι τουρίστες γυρίζουν για οποιοδήποτε λόγο την πλάτη τους προς τη χώρα μας. Αντιθέτως, στις καλές χρονιές του τουρισμού, αρκετοί επαγγελματίες του τουρισμού εκδηλώνουν την προτίμησή τους προς τους ξένους τουρίστες και προσαρμόζουν τις τιμές τους στα οικονομικά δεδομένα αυτών, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι ο Έλληνας τουρίστας αδυνατεί ή δυσκολεύεται να ανταπεξέλθει στις τιμές αυτές. Ευτυχώς πάντα υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, ιδίως στα λιγότερο τουριστικά νησιά.
Φέτος, λοιπόν, είναι μια πολύ δύσκολη χρονιά για τον ελληνικό τουρισμό και ο Έλληνας τουρίστας θα κληθεί και πάλι να σώσει σε μεγάλο βαθμό την τουριστική σεζόν. Για το λόγο αυτό, τα αρμόδια Υπουργεία θα πρέπει να σχεδιάσουν ένα ειδικό πρόγραμμα επιδοτούμενων διακοπών για τους Έλληνες πολίτες, αντίστοιχο με αυτό του κοινωνικού τουρισμού, μέσω της διανομής σχετικών τουριστικών «vouchers».
Με τον τρόπο αυτό θα ενισχυθούν, τόσο οι πληττόμενοι επαγγελματίες του τουρισμού, όσο και οι δικαιούχοι που θα συμμετάσχουν στο πρόγραμμα. Αλλά και οι ίδιοι οι επαγγελματίες του τουρισμού θα πρέπει να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν ένα γενναίο πρόγραμμα προσφορών προς τους Έλληνες τουρίστες, για την τρέχουσα καλοκαιρινή περίοδο, προσφέροντας πραγματικά χαμηλές και προσιτές τιμές, ούτως ώστε να καταφέρουν να προσελκύσουν το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό Ελλήνων τουριστών.
Εφόσον λοιπόν τα πράγματα εξελιχθούν ομαλά και η καμπύλη εξάπλωσης του κορονοϊού στη χώρα μας ολοκληρωθεί ή περιοριστεί σημαντικά μέχρι το τέλος Μαΐου, όπως δείχνουν σήμερα τα σχετικά μαθηματικά μοντέλα, η Ελλάδα μπορεί μεν να ανέβει το Γολγοθά της, πλην όμως θα έχει την ευκαιρία να σώσει τη φετινή τουριστική περίοδο και να μην απολέσει τα έσοδα της βιομηχανίας του τουρισμού, τα οποία αντιπροσωπεύουν το 20% του ΑΕΠ της χώρας. Το πρώτο και καθοριστικό διακύβευμα, το οποίο είναι η αντιμετώπιση του κινδύνου εξάπλωσης του κορονοϊού στη χώρα μας, φαίνεται πλέον πως επιτυγχάνεται, έστω και επίπονα.
Πάνω σε αυτή την επιτυχία θα πρέπει να δομηθεί ένα νέο στρατηγικό σχέδιο στον τομέα του τουρισμού, με σκοπό την ασφαλή προσέλκυση στη χώρα μας, Ρώσων, Κινέζων και Ευρωπαίων τουριστών, παράλληλα με ένα αντίστοιχο σχέδιο για την προσέλκυση Ελλήνων τουριστών. Εφόσον τα σχέδια αυτά προετοιμαστούν άμεσα και υλοποιηθούν αποτελεσματικά, τότε όχι μόνο θα σωθεί η φετινή τουριστική περίοδος, αλλά η χώρα μας μπορεί να καταφέρει να μετατρέψει την απειλή σε ευκαιρία, και τον κίνδυνο μείωσης των τουριστικών αφίξεων, σε προοπτική προσέλκυσης νέων τουριστικών ροών και, μάλιστα, όχι μόνο πρόσκαιρα για τη φετινή χρονιά, αλλά και σε πιο μόνιμη και σταθερή βάση, ενισχύοντας έτσι την εικόνα της Ελλάδας ως ελκυστικού τουριστικού προορισμού 365 ημερών το χρόνο.
(*) Ο κ. Ιωάννης Γκιτσάκης (twitter @gitsakis) είναι Δικηγόρος Θεσσαλονίκης και Διδάκτωρ Διοικητικού Δικαίου.
[1] https://www.telegraph.co.uk/travel/destinations/europe/greece/articles/greece-best-country
[2] https://money-tourism.gr/koronoiada-os-eykairia-anaptyxis-ton-elliniko-toyrismo
[3] https://www.dbresearch.com/servlet/reweb2.ReWEB?rwnode=RPS_EN-PROD$LATEST_PUBLICAT_EN&rwsite=RPS_EN-PROD&rwobj=ReDisplay.Start.class&document=PROD0000000000506790
Πηγή: https://money-tourism.gr
GEOPOLITICO
Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια
Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;
Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.
Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.
Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.
Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.
Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.
Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.
Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.
Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.
Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.
GEOPOLITICO
Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα
Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.
Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.
Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:
- μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
- αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
- εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
- σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
- έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.
Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.
GEOPOLITICO
Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών
Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.
Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.
Του Δημήτρη Παπαδογιάννη
Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής
Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.
Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).
Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).
Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.
Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ
Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.
Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).
Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.
Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.
Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).
Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.
Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.
Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση
Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.
Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.
Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.
Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.
Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.
Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.
Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.
Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.
Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;
Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.
Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.
Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.
Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.
Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.
Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.
Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.
Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.
Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.
Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.
Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.
Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.
Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.
Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.
Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.
Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό
Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;
Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.
Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος
Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.
Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.
Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα
Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.
Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.
Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων
Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.
Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).
Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.
Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.
Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.
Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.
Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα
Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.
Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.
Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.
Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.
Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.
Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;
Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.
Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.
Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.
Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.
Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.
Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.
Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.
Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.
Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.
Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας