Πολιτική
Επιστροφή στην εποχή των σφαιρών επιρροής στην Ευρασία
Emil Avdaliani 21 Μαίου 2020
ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Οι γεωπολιτικές τάσεις των δύο τελευταίων δεκαετιών δείχνουν ότι τα κράτη πυλώνες της Ευρασίας εργάζονται για να αναδημιουργήσουν τις ζώνες επιρροής τους. Με αυτόν τον τρόπο, προκαλούν τις ΗΠΑ, κάτι που συνεπάγεται μια αντίστοιχη πρόκληση για την υπάρχουσα παγκόσμια τάξη. Αν και η Ουάσιγκτον θα είναι σε θέση να περιορίσει τις φιλοδοξίες ορισμένων δυνάμεων, έχει λίγα εργαλεία με τα οποία μπορεί να παρεμποδίσει τις φιλοδοξίες της Ρωσίας, της Κίνας και του Ιράν.

Χάρτης της Ευρασίας σε ένα εγχειρίδιο του 1936, φωτογραφία από τον Bryan Costin μέσω του Flickr CC.
Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου έφερε ελπίδα στη Δύση ότι ο κόσμος είχε εξελιχθεί πέρα από την έννοια των σφαιρών επιρροής. Πλέον, πιστεύεται, ότι μεγάλα κράτη της Ευρασίας θα προσπαθήσουν να χαράξουν εδάφη για την επέκταση της δικής τους γεωπολιτικής επιρροής. Αλλά οι σφαίρες επιρροής είναι μια επίμονη ιδέα. Έχουν επιδιωχθεί σε όλη την ιστορία και είναι πιθανό να επιστρέψουν τις επόμενες δεκαετίες.
Μια γεωπολιτική σταθερά είναι ότι η εμφάνιση σφαιρών επιρροής συμπίπτει με την επιδίωξη μιας αυξανόμενης ή αναδυόμενης δύναμης με υψηλό status στις διεθνείς υποθέσεις. Αυτό συνήθως παίρνει τη μορφή μιας δύναμης που προσπαθεί να επιτύχει ένα ορισμένο επίπεδο επιρροής σε γειτονικά κράτη ή μακρινές περιοχές.
Αρκετά μεγάλα κράτη της Ευρασίας επιδιώκουν μια μεγαλύτερη γεωπολιτική επιρροή στην υπερ-ήπειρο. Η Κίνα, για παράδειγμα, προσπαθεί να επιτύχει αδιαμφισβήτητο έλεγχο στα νησιά της Ασίας-Ειρηνικού και των γειτόνων της στη Νοτιοανατολική Ασία. Και μέσω της πρωτοβουλίας Belt and Road (BRI), σκοπεύει να επεκτείνει την επιρροή της πέρα από την άμεση γειτονιά της σε αυτό που το Πεκίνο αποκαλεί «Δυτική Ασία», αλλιώς γνωστή ως Μέση Ανατολή.
Η Ινδία, η οποία φοβάται την αυξανόμενη δύναμη της Κίνας στην Ασία, επιδιώκει επίσης μια αποκλειστική σφαίρα επιρροής στη Νότια και Νοτιοανατολική Ασία. Η γεωγραφική θέση της Ινδίας και η οικονομική και στρατιωτική δύναμή της θα μπορούσαν να της δώσουν καθοριστικό ρόλο στην περιοχή και να θέσουν το Νέο Δελχί ως κλειδί για τη στρατηγική του Ινδο-Ειρηνικού – την ανταγωνιστική ιδέα του BRI.
Πιο ανατολικά, το Ιράν, αν και μικρότερο σε μέγεθος και σε οικονομική και στρατιωτική δύναμη, επιδιώκει ενεργά στην ατζέντα του να επεκτείνει τη γεωπολιτική του επιρροή, ακόμη και όταν πλήττεται από κυρώσεις και άλλες δοκιμασίες. Αν και πιέζεται σκληρά απο τη Δύση (ιδιαίτερα τις ΗΠΑ), το καθεστώς της Τεχεράνης δεν παραιτήθηκε από την ηγεμονική περιφερειακή του κίνηση, είτε άμεσα είτε μέσω του τεράστιου δικτύου των αντιπροσώπων σιιτών πολιτοφυλακών, ούτε εγκατέλειψε την ελπίδα να διαδώσει το ισλαμιστικό του μήνυμα σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό, όσο το δυνατόν.
Στα δυτικά του Ιράν βρίσκεται η Τουρκία, η οποία έχει εμπλακεί σε μεγάλο βαθμό στη Συρία και στο βόρειο Ιράκ. Αυτές οι δραστηριότητες έχουν δημιουργήσει φόβους στη Δύση ότι η Άγκυρα στοχεύει να δημιουργήσει τη δική της σφαίρα επιρροής στα νότια και νοτιοανατολικά σύνορά της. Ωστόσο, μπορεί να υποστηριχθεί ότι από όλους τους Ευρασιατικούς διεκδικητές, η Τουρκία είναι ίσως η λιγότερο πιθανή να επιτύχει αυτόν τον στόχο, και κάτι τέτοιο μπορεί να μην είναι καν πρόθεση της Άγκυρας. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου η Δύση αποδίδει στην Τουρκική ηγεσία μη ρεαλιστικές γεωπολιτικές φιλοδοξίες.
Έπειτα έρχεται η Ρωσία, η οποία τις τελευταίες δύο δεκαετίες εργάζεται για να επεκτείνει την επιρροή της στην Ευρασία, κυρίως στον πρώην σοβιετικό χώρο. Αυτές οι περιοχές θεωρούνται από τη Μόσχα ως νόμιμη και αποκλειστική σφαίρα επιρροής της. Η δημιουργία της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης (ΕΕΕ) και του Οργανισμού της Συνθήκης Συλλογικής Ασφάλειας (CSTO) αντικατοπτρίζει τον γεωπολιτικό στόχο της Ρωσίας να συμπεριλάβει στην επικράτειά της στενά συνδεδεμένους στρατιωτικούς και οικονομικούς συμμάχους.
Αυτά τα κεντρικά κράτη της Ευρασίας έχουν όλα ένα κοινό σημείο. Η αυξανόμενη γεωπολιτική τους δραστηριότητα τις τελευταίες δύο δεκαετίες ήταν το αποτέλεσμα είτε ενός εναλλασσόμενου μεγέθους κρίσεων κατά μήκος των αντίστοιχων συνόρων τους είτε της λαχτάρας του αυτοκρατορικού μεγαλείου τους που δεν θα ξεχαστεί ποτέ.
Ας πάρουμε ξανά το παράδειγμα της Τουρκίας. Η χώρα αυτή συνορεύει με πέντε γεωγραφικές περιοχές με διαφορετική γεωπολιτική σημασία: τον Εύξεινο Πόντο, τα Βαλκάνια, τη Μεσόγειο, τον Νότιο Καύκασο και τη Συρία-Ιράκ. Αυτό που έχουν κοινό αυτές οι περιοχές είναι κρίσεις διαφορετικών επιπέδων που επηρεάζουν άμεσα τα σύνορα της Τουρκίας. Είναι αυτό το θέμα της απλής γεωγραφίας, όχι μιας υπερβολικής αυτοκρατορικής ατζέντας (όπως πολλοί πιστεύουν), που έχει διαμορφώσει την ενεργό εξωτερική πολιτική της Άγκυρας στη Μέση Ανατολή, τουλάχιστον, από τις αρχές του 2010.
Στη συνέχεια έρχεται το Ιράν. Η επιθετική εξωτερική πολιτική αυτής της χώρας αντικατοπτρίζει τη μεταβαλλόμενη γεωπολιτική κατάσταση στα σύνορά της, η οποία της επιτρέπει να υπονομεύσει τη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και το Ιράκ πραγματοποιώντας μυστικές επιχειρήσεις εναντίον αμερικανικών δυνάμεων και υποδομών.
Παρόμοια επιχειρήματα ισχύουν για την Ινδία, τη Ρωσία και την Κίνα. Και οι τρεις ανταποκρίνονται σε ποικίλες αβεβαιότητες κατά μήκος των συνόρων τους, ενώ ταυτόχρονα οικοδομούν τις φιλοδοξίες εξωτερικής πολιτικής τους γύρω από μια λαχτάρα για το μεγαλείο του παρελθόντος.
Όπως σημειώθηκε, η επιδίωξη σφαιρών επιρροής ήταν ένας παράγοντας σε όλη την καταγεγραμμένη ιστορία. Ένας άλλος ενδιαφέρων παράγοντας είναι η γεωγραφία. Δεδομένου ότι τα προαναφερθέντα κράτη της Ευρασίας είναι, ως επί το πλείστον, ηπειρωτικές δυνάμεις (είτε βαθιά στην ενδοχώρα είτε εν μέρει συνορεύουν με τις θάλασσες), υπάρχει ένας συνεχής φόβος μεταξύ των πολιτικών ελίτ τους για εισβολή στη στεριά, διακοπή εμπορικών διαδρομών και επέκταση παραμεθόριων περιοχών.
Η γεωγραφία εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η έννοια της επιδίωξης σφαιρών επιρροής δεν μπορεί ποτέ να αποκοπεί από τη γεωπολιτική. Η γεωγραφία βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο της διαρκούς σύγκρουσης μεταξύ χερσαίων και θαλάσσιων δυνάμεων και εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί οι θαλάσσιες δυνάμεις (η Μεγάλη Βρετανία στην ακμή της · οι ΗΠΑ σήμερα) εργάζονταν πάντα για να περιορίσουν τη δημιουργία σφαιρών επιρροής.
Τα τελευταία 100 χρόνια, η Ουάσιγκτον αγωνίστηκε με συνέπεια κατά της δημιουργίας σφαιρών επιρροής στην Ευρασία. Αυτό δεν σημαίνει ότι πάντα πετύχαιναν. Κατά την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, για παράδειγμα, οι ΗΠΑ απέφυγαν τις εξεγέρσεις στην Ουγγαρία (1956) και στην Τσεχοσλοβακία (1968). Μια παρόμοια επιφυλακτικότητα ήταν ορατή το 2008 όταν η Ρωσία εισέβαλε στη Γεωργία και το 2014 κατά τη διάρκεια της κρίσης της Ουκρανίας και των στρατιωτικών κινήσεων της Μόσχας στην Κριμαία.
Οι ΗΠΑ πάντοτε χαρακτηρίζονταν για την κίνησή τους μεταξύ της σκληρής γεωπολιτικής πραγματικότητας και του ξεχωριστού χαρακτήρα της εξωτερικής τους πολιτικής. Η «Realpolitik», την οποία αν και περιφρονεί πολύ το αμερικανικό πολιτικό κατεστημένο, τείνει να επικρατήσει. Την επόμενη δεκαετία, καθώς αντιμετωπίζει κράτη της Ευρασίας που προσπαθούν ενεργά να χαράξουν σφαίρες επιρροής, οι ΗΠΑ θα πρέπει να προσαρμοστούν στις μεταβαλλόμενες συνθήκες στην περιοχή.
Αν και οι εντάσεις στην Ευρασία είναι πιθανό να αυξηθούν περαιτέρω, η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να διαθέτει αρκετά εργαλεία εξωτερικής πολιτικής με τα οποία μπορεί να περιορίσει την επέκταση των σφαιρών επιρροής των Ευρασιατικών δρώντων. Πρωταρχικός σύμμαχος θα μπορούσε να είναι η Ινδία, η οποία ανησυχεί απο τις προσπάθειες της Κίνας να αυξήσει την επιρροή της στο Πακιστάν, καθώς και να επεκτείνει τη στρατιωτική της δύναμη στον Ινδικό Ωκεανό. Για το Νέο Δελχί, το οποίο συνορεύει από τα βόρεια και βορειοδυτικά με μια ασταθή Μέση Ανατολή και μια οικονομικά φτωχή Κεντρική Ασία, η πλούσια περιοχή της Νοτιοανατολικής Ασίας με το συνακόλουθο ανταγωνισμό του Πεκίνου αντιπροσωπεύει την πιο πιθανή προτεραιότητα εξωτερικής πολιτικής τις επόμενες δεκαετίες. Οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ θα πρέπει να μπορούν να αξιοποιήσουν την αντίσταση της Ινδίας στην Κίνα για να ελέγχουν το φιλόδοξο BRI του Πεκίνου.
Μια άλλη δυνατότητα είναι οι ΗΠΑ να οικοδομήσουν στενότερες σχέσεις με την Τουρκία χρησιμοποιώντας τις άβολες σχέσεις της Άγκυρας με τη Μόσχα για τις στρατιωτικές της δραστηριότητες στη Συρία και την υποστήριξη του Μπασάρ Άσαντ. Λαμβάνοντας υπόψη την απόκλιση των συμφερόντων της Τουρκίας και της Ρωσίας σε διάφορα θέματα (εκτός από τη Συρία), όπως η στρατιωτικοποίηση της Μαύρης Θάλασσας απο τη Μόσχα, οι εδαφικές συγκρούσεις στον Νότιο Καύκασο και η πολιτική στα Βαλκάνια, η Άγκυρα χρειάζεται αμερικανική υποστήριξη.
Σε αντίθεση με την Τουρκία, οι ΗΠΑ έχουν λίγα εργαλεία εξωτερικής πολιτικής για να περιορίσουν τις φιλοδοξίες της Κίνας, της Ρωσίας και του Ιράν. Και οι τρεις έχουν το κίνητρο να περιορίσουν την επιρροή των ΗΠΑ στην Ευρασία, η οποία τους οδηγεί περιστασιακά πιο κοντά. Ωστόσο, τα τρία βασικά κράτη της Ευρασίας έχουν, επίσης, ευρείες διαφορές που αναμένεται να επανεμφανιστούν μόλις οι ΗΠΑ παύσουν να αποτελούν προτεραιότητα στην εξωτερική τους πολιτική.
Η ευρασιατική ήπειρος της δεκαετίας του 2020 θα είναι ένας χώρος αναδυόμενων ή νέο- αναδυόμενων δυνάμεων που θα επιδιώκουν την υλοποίηση είτε μεγάλων ιστορικών ιδεών είτε απλώς να απαντήσουν σε κρίσεις στα σύνορά τους. Η Ουάσιγκτον θα πρέπει να προσαρμοστεί σε ένα ορισμένο επίπεδο αναδυόμενων σφαιρών επιρροής, παροξύνοντας την ενοχλητική συζήτηση τόσο χαρακτηριστική της διαδικασίας λήψης αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ: Η αμερικανική “εξαιρετικότητα” και η άρνηση των σφαιρών επιρροής απομεινάρια της αυτοκρατορικής πολιτικής του 19ου-αρχές του 20ου αιώνα βρίσκονται αναπόφευκτα απέναντι στην “ρεαλιστική” πολιτική.
*Ο Emil Avdaliani διδάσκει ιστορία και διεθνείς σχέσεις στο κρατικό πανεπιστήμιο της Τιφλίδας και στο κρατικό πανεπιστήμιο της Ilia. Έχει εργαστεί σε διάφορες διεθνείς εταιρείες συμβούλων και σήμερα δημοσιεύει άρθρα σχετικά με τις στρατιωτικές και πολιτικές εξελίξεις στον πρώην σοβιετικό χώρο.
Μετάφραση: Παντελής Σαββίδης, Ανιχνεύσεις
GEOPOLITICO
Η Ελλάδα χρειάζεται Ευρωβουλευτές με εθνική συνείδηση, θεσμική γνώση και κοινοβουλευτική αποτελεσματικότητα
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αφήνει ανεκμετάλλευτη καμία θεσμική δυνατότητα υπεράσπισης των συμφερόντων της.
Αναλύσεις
Ελλάδα – Αζερμπαϊτζάν: Πού βρίσκονται τα όρια της οικονομικής διπλωματίας;
Όταν η Αθήνα διευρύνει τη συνεργασία της με το Αζερμπαϊτζάν, ενώ διεθνείς θεσμοί καταγγέλλουν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα: πού βρίσκονται τα όρια της οικονομικής διπλωματίας;
Γράφει ο Αρντασές Γιαγουπιάν
Την 1η Οκτωβρίου 2026, η Αθήνα φιλοξένησε την 6η Σύνοδο της Μικτής Διυπουργικής Επιτροπής Οικονομικής, Βιομηχανικής και Τεχνολογικής Συνεργασίας Ελλάδας–Αζερμπαϊτζάν, την πρώτη από το 2013. Στόχος ήταν η περαιτέρω διεύρυνση των διμερών οικονομικών σχέσεων, με έμφαση στην ενέργεια, στις επενδύσεις, στις μεταφορές, στις υποδομές και στον τουρισμό. Υπογράφηκε, μάλιστα, κοινό πρόγραμμα τουριστικής δράσης για την περίοδο 2026–2028.
Η οικονομική συνεργασία μεταξύ κρατών δεν αποτελεί από μόνη της πρόβλημα. Το πολιτικό ζήτημα προκύπτει όταν η ανάπτυξη αυτών των σχέσεων δεν συνοδεύεται από ανάλογη διπλωματική πίεση για τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και στην περίπτωση του Αζερμπαϊτζάν, οι λόγοι για να τεθούν τέτοια ερωτήματα είναι συγκεκριμένοι και σοβαροί.

Ο Αλίγιεφ «επιτίθεται» στην Τουρκία; Τι λέει πραγματικά η ομιλία του
Την ίδια περίοδο, ελληνικά δημοσιεύματα παρουσίασαν τις δηλώσεις του προέδρου του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίγιεφ στο 8ο Συνέδριο του κυβερνώντος κόμματος YAP, που πραγματοποιήθηκε στο Μπακού στις 2 Οκτωβρίου 2026, ως αιχμηρό μήνυμα προς την Άγκυρα. Ορισμένα έφτασαν να μιλούν για «χαστούκι» στον Ερντογάν και για ρήγμα στη στρατηγική συμμαχία των δύο χωρών.
Ο Αλίγιεφ υπογράμμισε ότι το Αζερμπαϊτζάν δεν χρειάζεται ξένη κηδεμονία, ότι κανείς δεν πρέπει να παρεμβαίνει στις εσωτερικές του υποθέσεις και ότι η χώρα αγόρασε τα όπλα της με δικά της χρήματα, σε τιμές της διεθνούς αγοράς. Επέμεινε, επίσης, στην ανάγκη να προστατευθεί ο ιδεολογικός χώρος της χώρας από ξένες επιρροές.
Οι δηλώσεις αυτές έχουν πολιτική σημασία. Ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη λεπτομέρεια: στην επίσημη ομιλία του ο Αλίγιεφ δεν κατονομάζει την Τουρκία ως αποδέκτη αυτών των αιχμών. Η σύνδεση των δηλώσεων με υποτιθέμενες τουρκικές πιέσεις για τη μαντίλα στα σχολεία του Αζερμπαϊτζάν, με την αντιπαράθεση για τον ρόλο της Τουρκίας στον πόλεμο του 2020 στο Ναγκόρνο Καραμπάχ (Αρτσάχ), ή με τις σχέσεις Μπακού–Ισραήλ αποτελεί ερμηνεία που χρειάζεται ανεξάρτητη τεκμηρίωση.
Επομένως, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να μιλήσουμε ήδη για ρήγμα στην τουρκοαζερική συμμαχία. Υπάρχει, όμως, ένα ενδιαφέρον πολιτικό ερώτημα: μέχρι ποιο σημείο το Μπακού επιθυμεί να διατηρεί τη στρατηγική συμμαχία με την Άγκυρα, χωρίς να επιτρέπει στην Τουρκία να εμφανίζεται ως ο προστάτης ή ο καθοδηγητής του;
Για την Ελλάδα, το ζήτημα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η Αθήνα δεν πρέπει να συγχέει την επιθυμία του Αζερμπαϊτζάν να εμφανίζεται ως ανεξάρτητος περιφερειακός παράγοντας με οποιαδήποτε ουσιαστική μεταβολή της πολιτικής του. Ακόμη και αν υπάρχουν επιμέρους διαφωνίες μεταξύ Άγκυρας και Μπακού, αυτές δεν αναιρούν από μόνες τους τη στρατιωτική και πολιτική συνεργασία τους.
Η ουσία, συνεπώς, δεν βρίσκεται στο αν ο Αλίγιεφ «έριξε χαστούκι» στον Ερντογάν. Βρίσκεται στο αν οι δηλώσεις του θα συνοδευτούν από συγκεκριμένες πολιτικές πράξεις και αν θα επηρεάσουν τη συνεργασία των δύο χωρών σε ζητήματα που αφορούν άμεσα την Κύπρο, την Αρμενία και το Αρτσάχ.
Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο οφείλει να εστιάσει η ελληνική εξωτερική πολιτική: όχι στους εντυπωσιακούς τίτλους περί ρήξης, αλλά στις πραγματικές στρατηγικές επιλογές των δύο κυβερνήσεων, την ώρα που η Ελλάδα διευρύνει την οικονομική της συνεργασία με το Μπακού.
Το πραγματικό χαστούκι στην Τουρκία θα ήταν μια τοποθέτηση στο θέμα της Κύπρου. Αλλά ξέρουμε καλά πως στο παρελθόν οποιαδήποτε τοποθέτηση από το Μπακού ήταν θετική προς την Τουρκική κατοχή, ακόμα και αναγνώρισης των κατεχομένων εδαφών της Κύπρου, από τον Αλίεφ.
Ποιά η θέση του Αζερμπαϊτζάν στην πολιτική σκηνή; Οι 19 Αρμένιοι κρατούμενοι και η διεθνής κατακραυγή
Η Αρμενία έθεσε ενώπιον των Ηνωμένων Εθνών το ζήτημα των 19 Αρμενίων που εξακολουθούν να κρατούνται από το Αζερμπαϊτζάν, χαρακτηρίζοντάς το επείγον ανθρωπιστικό ζήτημα. Ανάμεσά τους βρίσκονται πρώην ηγετικά στελέχη του Αρτσάχ, τα οποία συνελήφθησαν μετά την αζερική στρατιωτική επίθεση του Σεπτεμβρίου 2023 και την αναγκαστική έξοδο του αρμενικού πληθυσμού από την πατρίδα του.
Οι δικαστικές διαδικασίες στο Μπακού και οι βαριές ποινές που επιβλήθηκαν σε Αρμένιους κρατουμένους έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ζητήσει την άμεση και άνευ όρων απελευθέρωση των Αρμενίων πολιτικών κρατουμένων και αιχμαλώτων πολέμου, καθώς και τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θέτει όρους στο Αζερμπαϊτζάν — Θα τους λάβει υπόψη η Αθήνα;
Στις 8 Οκτωβρίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε ψήφισμα με το οποίο καταδικάζει τη συστηματική καταστολή της αντιπολίτευσης, των ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης και της κοινωνίας των πολιτών στο Αζερμπαϊτζάν. Απαιτεί την άμεση και άνευ όρων απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων, με ιδιαίτερη αναφορά στους ηγέτες της αντιπολίτευσης, στους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και στους Αρμένιους πολιτικούς κρατουμένους και αιχμαλώτους πολέμου, συμπεριλαμβανομένων των πρώην ανώτατων αξιωματούχων του Αρτσάχ. Παράλληλα, ζητεί να εξεταστούν στοχευμένες κυρώσεις κατά υπευθύνων αξιωματούχων, ενώ καθιστά σαφές ότι η περαιτέρω εμβάθυνση των σχέσεων ΕΕ–Αζερμπαϊτζάν πρέπει να συνδέεται με συγκεκριμένη πρόοδο στα ανθρώπινα δικαιώματα και την απελευθέρωση όσων κρατούνται για πολιτικούς λόγους.
Το μήνυμα είναι σαφές: οι οικονομικές και ενεργειακές σχέσεις με το Μπακού δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν να μην υπάρχουν οι πολιτικές διώξεις και η παράνομη κράτηση Αρμενίων. Επομένως, όταν η Ελλάδα συμμετέχει σε κοινές οικονομικές επιτροπές και επιχειρηματικά φόρουμ με το Αζερμπαϊτζάν, το εύλογο ερώτημα είναι αν θα συνταχθεί με την ευρωπαϊκή απαίτηση για απτά αποτελέσματα ή αν θα περιοριστεί στην προώθηση των οικονομικών συμφερόντων της.

Η Ουάσιγκτον ζητά να σταματήσει η στρατιωτική βοήθεια
Στις 7 Οκτωβρίου, η Αρμενική Εθνική Επιτροπή Αμερικής (ANCA) ανακοίνωσε ότι 101 μέλη του αμερικανικού Κογκρέσου —26 γερουσιαστές και 75 μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων— υπέγραψαν διακομματική και διακοινοβουλευτική επιστολή προς τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ζητώντας να ανασταλεί η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Αζερμπαϊτζάν, εφόσον το Μπακού δεν προχωρήσει σε ουσιαστικά βήματα για την αντιμετώπιση των καταγγελλόμενων παραβιάσεων.
Την πρωτοβουλία συντόνισαν οι γερουσιαστές Gary Peters και Adam Schiff και οι βουλευτές Gus Bilirakis και Frank Pallone. Η επιστολή επικαλείται την κράτηση και καταδίκη Αρμενίων, την καταστροφή αρμενικής χριστιανικής πολιτιστικής κληρονομιάς και τη συνεχιζόμενη παρουσία αζερικών στρατιωτικών δυνάμεων σε διεθνώς αναγνωρισμένο αρμενικό έδαφος.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το Άρθρο 907 του αμερικανικού Νόμου περί Υποστήριξης της Ελευθερίας, το οποίο περιορίζει την κρατική βοήθεια προς το Αζερμπαϊτζάν, αλλά προβλέπει δυνατότητα προεδρικής εξαίρεσης. Η κυβέρνηση Τραμπ επανέφερε την εξαίρεση το 2025 και την παρέτεινε το 2026, επιτρέποντας εκ νέου τη στρατιωτική βοήθεια.
Οι νομοθέτες ζητούν από την κυβέρνηση να αξιοποιήσει αυτό το εργαλείο πίεσης, συνδέοντας τη βοήθεια με συγκεκριμένα αποτελέσματα: την απελευθέρωση των Αρμενίων κρατουμένων, την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και την αποχώρηση των αζερικών δυνάμεων από αρμενικά εδάφη.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται μόνο για μια πρωτοβουλία Αρμενίων της διασποράς, αλλά για μια διακομματική παρέμβαση με συμμετοχή μελών και των δύο σωμάτων του αμερικανικού Κογκρέσου.
Η υπόθεση August Hanning και τα ερωτήματα για το Αζερμπαϊτζάν
Ένα ακόμη ζήτημα που απαιτεί προσοχή είναι η υπόθεση του August Hanning, πρώην επικεφαλής της γερμανικής υπηρεσίας εξωτερικών πληροφοριών BND, την οποία διηύθυνε από το 1998 έως το 2005.
Στις 6 Οκτωβρίου 2026, ο Hanning συνελήφθη στη Γερμανία ως ύποπτος για κατασκοπεία και εσχάτη προδοσία. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Der Spiegel και άλλων γερμανικών μέσων, οι ερευνητές εξετάζουν την πιθανότητα να είχε έρθει σε επαφή με πρόσωπο που συνδεόταν με τις υπηρεσίες πληροφοριών του Αζερμπαϊτζάν και να είχε συντάξει ανάλυση για ξένη υπηρεσία πληροφοριών, αξιοποιώντας απόρρητες πληροφορίες που φέρεται να είχε προμηθευτεί μέσω πρώην συνεργάτη του.
Η αζερική πλευρά αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή στην υπόθεση. Επομένως, οι καταγγελίες πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αντικείμενο έρευνας και όχι ως αποδεδειγμένα γεγονότα ή τελεσίδικα συμπεράσματα για την ευθύνη του Hanning ή του Αζερμπαϊτζάν.
Ωστόσο, η υπόθεση αναδεικνύει ερωτήματα για τις μεθόδους με τις οποίες κράτη επιδιώκουν να αποκτήσουν επιρροή στο εξωτερικό. Η διερεύνησή της από τις γερμανικές αρχές καθιστά σαφές ότι πρόκειται για ζήτημα εθνικής ασφάλειας και θεσμικής αξιοπιστίας, όχι απλώς για μια διπλωματική διαφωνία.
Δεν πρέπει, άλλωστε, να παραβλέπουμε ότι στην Ελλάδα έχουν συλληφθεί Αζέροι με την κατηγορία της κατασκοπείας σε στρατηγικής σημασίας στρατιωτικές εγκαταστάσεις, με χαρακτηριστική την υπόθεση της Σούδας, όπου τον Μάιο του 2026 ελληνικό δικαστήριο καταδίκασε έναν Αζέρο υπήκοο σε επτά χρόνια και έναν μήνα φυλάκισης, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη η Αθήνα να αξιολογεί τις σχέσεις της με το Μπακού και υπό το πρίσμα της εθνικής ασφάλειας.
Και η Ελλάδα; Ποιες αρχές υπηρετεί η Αθήνα;
Μέσα σε αυτό το διεθνές περιβάλλον, η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να προχωρήσει στην περαιτέρω εμβάθυνση της οικονομικής συνεργασίας με το Μπακού. Το επίσημο ανακοινωθέν της 1ης Οκτωβρίου δίνει έμφαση στις οικονομικές ευκαιρίες, στην ενέργεια, στις επενδύσεις και στη συνδεσιμότητα. Δεν καταγράφει, όμως, κάποια δημόσια δέσμευση που να συνδέει την πρόοδο αυτής της συνεργασίας με τα ζητήματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της απελευθέρωσης των πολιτικών κρατουμένων. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι τα ζητήματα δεν συζητήθηκαν σε διπλωματικό επίπεδο, αφήνει, ωστόσο, εύλογα ερωτήματα για τις προτεραιότητες της Αθήνας.
Η Ελλάδα είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων και διατηρεί ιστορικούς και πολιτιστικούς δεσμούς με τον αρμενικό λαό. Παράλληλα, η Κύπρος εξακολουθεί να βιώνει τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής και κατοχής, ενώ το Αζερμπαϊτζάν διατηρεί στενή στρατηγική σχέση με την Τουρκία. Αυτή η πραγματικότητα καθιστά αναγκαία μια συνεπή ελληνική εξωτερική πολιτική, η οποία να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τα οικονομικά συμφέροντα, αλλά και τις αρχές της κυριαρχίας, του διεθνούς δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Τι σημαίνουν, όμως, στην πράξη τα ευρωπαϊκά ιδεώδη της δημοκρατίας, της ελευθερίας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του κράτους δικαίου; Είναι αρχές που επικαλούμαστε μόνο όταν εξυπηρετούν τις πολιτικές μας επιλογές ή δεσμεύσεις που πρέπει να εφαρμόζονται και όταν διακυβεύονται οικονομικά συμφέροντα; Η Ελλάδα δεν είναι υποχρεωμένη να διακόψει κάθε οικονομική σχέση με το Αζερμπαϊτζάν ούτε να υιοθετήσει άκριτα κάθε αντίθετη θέση για συνεργασία. Οφείλει, όμως, να εξηγεί πώς συμβιβάζει την οικονομική της διπλωματία με τις ευρωπαϊκές της δεσμεύσεις, την ιστορική της μνήμη και την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των λαών.
Η αντίφαση γίνεται εντονότερη όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητά την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και των Αρμενίων ομήρων, καθώς και τη σύνδεση των μελλοντικών σχέσεων ΕΕ–Αζερμπαϊτζάν με απτή πρόοδο στα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ η Αθήνα προβάλλει νέες δυνατότητες συνεργασίας χωρίς να δημοσιοποιεί ανάλογες προϋποθέσεις.
Η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να αξιοποιήσει τις διπλωματικές της σχέσεις για να ζητήσει συγκεκριμένες εγγυήσεις, να στηρίξει ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες και να απαιτήσει διαφάνεια σχετικά με τις συνθήκες κράτησης και τις δικαστικές διαδικασίες. Θα μπορούσε, επίσης, να υποστηρίξει μια σαφή ευρωπαϊκή πολιτική που να συνδέει την περαιτέρω αναβάθμιση των σχέσεων με το Αζερμπαϊτζάν με μετρήσιμα αποτελέσματα στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ελλάδα πρέπει να έχει οικονομικές σχέσεις με το Αζερμπαϊτζάν. Είναι αν η Αθήνα μπορεί να υπερασπίζεται ταυτόχρονα τα εθνικά της συμφέροντα, την Κυπριακή Δημοκρατία, το διεθνές δίκαιο και τα ευρωπαϊκά ιδεώδη, χωρίς να εφαρμόζει διαφορετικά μέτρα και σταθμά ανάλογα με τον συνομιλητή της. Η βίαιη εκτόπιση 120000 γηγενών Αρμενίων, υπό συνθήκες που έχουν προκαλέσει σοβαρές καταγγελίες για εθνοκάθαρση και γενοκτονία, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα ιδίως όταν η Ελλάδα πρεσβεύει τις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του διεθνούς δικαίου.
Η εξωτερική πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τις συμφωνίες που υπογράφει μια χώρα, αλλά και από τις αρχές που αρνείται να εγκαταλείψει για να τις πετύχει.
Πολιτική
Ευρωκοινοβούλιο: Σφοδρές καταγγελίες κατά της Τουρκίας για Αιγαίο, Κύπρο και «Γαλάζια Πατρίδα» – Στο επίκεντρο ο GSI
Στο επίκεντρο της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου βρέθηκαν στις 8 Οκτωβρίου οι τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, το casus belli, η συνεχιζόμενη κατοχή κυπριακού εδάφους και οι παρεμβάσεις της Άγκυρας σε ευρωπαϊκά ενεργειακά έργα. Έλληνες, Κύπριοι και άλλοι Ευρωπαίοι ευρωβουλευτές ζήτησαν ουσιαστικότερη αντιμετώπιση της τουρκικής πολιτικής, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επανέλαβε την αλληλεγγύη της προς την Ελλάδα και την Κύπρο, επιμένοντας παράλληλα στη σημασία του διαλόγου με την Τουρκία.
Με έντονες τοποθετήσεις και ευθείες επικρίσεις προς την Άγκυρα διεξήχθη την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026 στο Στρασβούργο η συζήτηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την κλιμάκωση της έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο.
Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας 2026/2908(RSP), με αντικείμενο τις πρόσφατες τουρκικές προκλήσεις και τις επιπτώσεις τους στην περιφερειακή ασφάλεια.
Στις παρεμβάσεις καταγράφηκαν ανησυχίες για το τουρκικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», την αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, τις παραβιάσεις στον αέρα και στη θάλασσα, καθώς και την παρεμπόδιση ενεργειακών σχεδίων ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος.
Μαυρίδης: Η πολιτική κατευνασμού δεν αποδίδει
Ο Κύπριος ευρωβουλευτής Κώστας Μαυρίδης άσκησε έντονη κριτική στην ευρωπαϊκή αντιμετώπιση της Τουρκίας.
Υποστήριξε ότι οι ήπιες διατυπώσεις και η λεγόμενη θετική ατζέντα δεν έχουν αποτρέψει την τουρκική πολιτική αμφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων Ελλάδας και Κύπρου.
Ο ίδιος έθεσε ζήτημα διαφορετικής μεταχείρισης μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, ζητώντας εξηγήσεις για την απουσία ανάλογων οικονομικών και πολιτικών κυρώσεων απέναντι στην Άγκυρα.
Φουρλάς: 520 αεροπορικές και 23 θαλάσσιες παραβιάσεις
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η παρέμβαση του Κύπριου ευρωβουλευτή Λουκά Φουρλά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, η Κυπριακή Δημοκρατία κατέγραψε μέσα σε διάστημα τριών μηνών 520 αεροπορικές και 23 θαλάσσιες παραβιάσεις από την Τουρκία.
Ο Φουρλάς κατηγόρησε την Άγκυρα ότι αμφισβητεί δικαιώματα κρατών-μελών, διατηρεί την απειλή πολέμου κατά της Ελλάδας και παρεμβαίνει σε ευρωπαϊκά ενεργειακά έργα.
Οι συγκεκριμένοι αριθμοί αποτελούν στοιχεία που επικαλέστηκε ο ευρωβουλευτής κατά την παρέμβασή του.
Ο GSI στο επίκεντρο των αντιπαραθέσεων
Ξεχωριστή θέση στη συζήτηση κατέλαβε ο Great Sea Interconnector, το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου.
Ευρωβουλευτές αναφέρθηκαν στις τουρκικές παρεμβάσεις που εμποδίζουν την ομαλή εξέλιξη του έργου, τονίζοντας ότι αφορά την ενεργειακή ασφάλεια κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η συζήτηση αποκτά πρόσθετη βαρύτητα μετά τη δημόσια υποστήριξη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο προς την υλοποίηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης.
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα περιοριστεί στην πολιτική στήριξη ή θα αναπτύξει πιο συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την προστασία των στρατηγικών υποδομών της.
Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τοποθετήθηκε ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος Ραφαέλε Φίτο.
Ο Φίτο υπογράμμισε την υποχρέωση της Τουρκίας να σέβεται την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα των κρατών-μελών σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και το διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του Δικαίου της Θάλασσας.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στην ανάγκη αποκλιμάκωσης και επίλυσης διαφορών μέσω διαλόγου, στη βάση των αρχών καλής γειτονίας και του πνεύματος της Διακήρυξης των Αθηνών του 2023.
Για το Κυπριακό επανέλαβε την υποστήριξη της ΕΕ σε συνολική λύση εντός του πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών.
Η τοποθέτηση ανέδειξε τη διπλή προσέγγιση των Βρυξελλών: αλληλεγγύη προς την Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά ταυτόχρονα διατήρηση της συνεργασίας με την Τουρκία σε ζητήματα ευρύτερου ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος.
Από τις δηλώσεις στις αποφάσεις
Η συζήτηση στο Ευρωκοινοβούλιο ανέδειξε διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις ως προς την αντιμετώπιση της Άγκυρας.
Ορισμένοι ευρωβουλευτές ζήτησαν κυρώσεις και αυστηρότερη ευρωπαϊκή πολιτική, ενώ άλλες παρεμβάσεις προέκριναν τη διπλωματική επίλυση των διαφορών.
Προς το παρόν, η συγκεκριμένη διαδικασία δεν συνιστά απόφαση επιβολής κυρώσεων.
Για την Αθήνα και τη Λευκωσία, η πραγματική σημασία των παρεμβάσεων θα κριθεί από το κατά πόσον θα ακολουθήσουν συγκεκριμένες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, ιδίως στο πεδίο της ενεργειακής ασφάλειας, του Δικαίου της Θάλασσας και της προστασίας κυριαρχικών δικαιωμάτων
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας