Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Μελέτη ΕΛΙΣΜΕ: Οι στόχοι των τουρκικών υπερπτήσεων και η αντιμετώπισή τους

Δημοσιεύτηκε στις

TURKEY PRESIDENT RECEP TAYYIP ERDOGAN

Όπως τονίζεται στη μελέτη, την οποία συνέταξαν οι Βλάχου Μαρία (Πολιτικός Επιστήμων) Δασκαλάκης Ιπποκράτης (Αντιστράτηγος εα) Ηλιόπουλος Δημήτριος (Πρέσβης ετ) Κατσαρός Παναγιώτης (Αντιπτέραρχος εα), οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βιώνουν μια περίοδο κλιμάκωσης τα τελευταία τρία χρόνια, ειδικότερα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016, και στο διευρυνόμενο φάσμα των τουρκικών προκλήσεων εντοπίζεται μια «σημαντική αύξηση των υπερπτήσεων των γειτόνων πάνω από την μεθόριο του Έβρου αλλά και από νησιά του Αιγαίου και μάλιστα ορισμένα εξ αυτών μεγάλου μεγέθους και σημαντικού πληθυσμού και που δεν εντάσσονται στις διεκδικούμενες από την Τουρκία, “γκρίζες ζώνες”».

Η κατάσταση

Η κυριαρχία της Ελλάδας στον αέρα (Εθνικός Εναέριος Χώρος-ΕΕΧ) ασκείται εντός 10 ναυτικών μιλίων από τις ακτές της, ενώ στη θάλασσα επέλεξε να ασκεί κυριαρχία μέχρι τα 6 ναυτικά μίλια.

Η Τουρκία από το 1931 έως το 1975 «αποδέχθηκε πλήρως με τη στάση της (παρά τις ελάχιστες και μη αιτιολογηθείσες παραβιάσεις της), ότι ο ΕΕΧ χώρος εκτεινόταν στα 10 ναυτικά μίλια καθώς αδράνησε και δεν αντέδρασε με τις προσήκουσες ενέργειες στην αμφισβήτηση του εύρους του. Η αποδοχή αυτή ενισχύει την ελληνική επιχειρηματολογία επί του συγκεκριμένου εναερίου χώρου, παρά τις οποιοδήποτε παρεκκλίσεις με διεθνείς πρακτικές» συμπληρώνεται σχετικά.

«Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η διαφορά εύρους του ελληνικού εναερίου χώρου (10 νμ), με το αντίστοιχο εύρος των ελληνικών χωρικών υδάτων (6 νμ) δίνει πρόσφορο έδαφος στην Άγκυρα να παραβιάζει τον έξωθεν των 6 νμ χώρο χωρίς η Αθήνα να βρίσκει πάντα την επιθυμητή διεθνή κατανόηση. Αυτή η ιδιαιτερότητα σε συνδυασμό με την σύγχυση μεταξύ παραβιάσεων και παραβάσεων ενίοτε εκλαμβάνεται από τις ξένες κυβερνήσεις ως μια “ενοχλητική διαφορά” μεταξύ δύο συμμάχων χωρών που πρέπει να επιλυθεί με εκατέρωθεν καλή θέληση […] τονίζεται ότι η ”ελληνική ιδιαιτερότητα” βασίζεται επί διεθνών κανόνων και τεκμηριωμένων νομικών ερμηνειών, αποτελεί τμήμα της ελληνικής νομολογίας από το 1931 και ενισχύεται με την μακροχρόνια αποδοχή και εκ μέρους της Άγκυρας. Μάλιστα η υφιστάμενη αυτή ιδιαιτερότητα, κατά μια άλλη ανάγνωση -την οποία ασπάζονται και οι γράφοντες- εφελκύει την αναγκαιότητα επέκτασης του εύρους των χωρικών υδάτων τουλάχιστον στα 10 νμ ώστε οι δύο ”χώροι” να συμπίπτουν (στα 10 νμ ή κατά το προτιμητέο και απολύτως προβλεπόμενο από το διεθνές δίκαιο, στα 12 νμ)» συμπληρώνεται σχετικά.

Το ιστορικό

Όπως σημειώνεται στη μελέτη, οι πρώτες συστηματικές παραβιάσεις του ΕΕΧ συμπεριλαμβανομένων ακόμη και υπερπτήσεων των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, έγιναν στις αρχές του 1964 κατά την κρίση του κυπριακού ζητήματος. «Οι υπερπτήσεις χρησιμοποιήθηκαν για πίεση στην ελληνική πλευρά και μειώθηκαν τον Νοέμβριο του 1964. Το Νοέμβριο του 1967, οι παραβιάσεις επανελήφθησαν και σταμάτησαν μετά τη συμφωνία της Ελλάδας για απόσυρση της ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο. Στις 22 Ιουλίου 1974 η είσοδος δύο οπλισμένων τουρκικών Α/Φ εντός του ΕΕΧ νότια του νησιού του Αγίου Ευστρατίου και η εμπλοκή τους με ελληνικά κατέληξε στην κατάρριψη του ενός και καταστροφή του δευτέρου και οδήγησε στη διακοπή κάθε εισόδου τουρκικού Α/Φ για τα επόμενα χρόνια. Μέχρι το 1983 είχαμε ελάχιστες εισόδους άοπλων Α/Φ στον ΕΕΧ και σχεδόν μηδενικές υπερπτήσεις άνωθεν νησιών. Από το 1983 και μετά έχουμε τη συστηματική είσοδο τουρκικών Α/Φ (συχνά οπλισμένων ή με συνοδεία οπλισμένων) και με συστηματική παραβίαση του ΕΕΧ των 10 ναυτικών μιλίων αλλά αποφυγή εισόδου εντεύθεν των 6 νμ. Παράλληλα παρατηρήθηκε σταδιακή υπέρπτηση ακατοίκητων νησιών κυρίως του Νότιου Αιγαίου και σποραδική υπέρπτηση μικρών κατοικημένων (κυρίως Οινούσσες, Φαρμακονήσι και Αγαθονήσι). Μετά το 1996 η Τουρκία επιδίωξε να εφαρμόσει πολιτική αναχαίτισης κάθε ελληνικού Α/Φ που περνούσε τον 25ο μεσημβρινό, προσπάθεια που απέτυχε παταγωδώς. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής ξεκίνησε την εκπομπή προειδοποιητικών μηνυμάτων περί «παραβίασης του τουρκικού εναέριου χώρου» προς τα ελληνικά Ε/Π και Α/Φ (ακόμη και της FRONTEX) όταν πλησίαζαν στα ανατολικά νησιά μας. Η πολιτική αυτή ευθυγραμμίστηκε με τη θεωρία των “γκρίζων” ζωνών» και αυτήν της “επικάθησης” των ελληνικών νησιών στην υφαλοκρηπίδα της Τουρκίας».

Ο αριθμός των υπερπτήσεων μόνο τον Απρίλιο του 2020 έχει ανέλθει σε 80 δηλαδή είναι περίπου ισοδύναμος με τον αριθμό των υπερπτήσεων που έλαβαν χώρα την εξαετία από το 2010 έως και το 2015 (88 υπερπτήσεις). Όπως σημειώνεται, «μάλιστα αυξάνεται και ο αριθμός των τουρκικών παρενοχλήσεων εντός του ΕΕΧ σε ελληνικά κυβερνητικά πτητικά μέσα που μεταφέρουν την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της χώρας που μεταβαίνει σε νησιά του Αιγαίου Πελάγους ή την Κύπρο».

Τουρκικοί στόχοι

Σύμφωνα με την ανάλυση, στη δεκαετία του 1960 οι υπερπτήσεις χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο πίεσης προς τις ελληνικές κυβερνήσεις για το κυπριακό ζήτημα και τα στοιχεία δείχνουν πως ο αριθμός τους είναι σε ευθεία αναλογική συνάρτηση με την εξέλιξη της έντασης μεταξύ των δύο χωρών. «Οι πρώτες αυτές παραβιάσεις αποτελούσαν ενέργειες “ψυχολογικών επιχειρήσεων” παρά συστηματικές ενέργειες αμφισβήτησης του εδαφικού καθεστώτος της περιοχής» σημειώνεται.

«Η αύξηση των παραβιάσεων της δεκαετίας του 1980 και η χρήση τους ως πολιτικό εργαλείο πίεσης κατά της Ελλάδας ξεκίνησε με τη σταδιακή αναβάθμιση των ικανοτήτων της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας […] Η σταδιακή μετακίνηση της αεροπορικής ισχύος υπέρ της Τουρκίας στη δεκαετία του 1990 συμβαδίζει με την αύξηση των τουρκικών διεκδικήσεων με πληθώρα παραβιάσεων, παραβάσεων και εμπλοκών. Ειδικά προς τα τέλη της δεκαετίας διακρίνεται και μια προσπάθεια “εξάντλησης” της ΠΑ αναφορικά με χρήση μέσων, πόρων και ανθρώπων.

Μετά τα Ίμια το 1996 οι υπερπτήσεις αυξήθηκαν σε συγκεκριμένες περιοχές, κυρίως αμφισβητούμενες βραχονησίδες και μικρονήσους του Αιγαίου Πελάγους, σε συνδυασμό με μια προσπάθεια νομικής, ψυχολογικής και πρακτικής αμφισβήτησης του εδαφικού καθεστώτος αυτών των εδαφών (μη καθοριζόμενα επισήμως επακριβώς) που χαρακτηρίζονται όμως (αόριστα) ως «γκρίζες ζώνες».

«Την πρώτη δεκαπενταετία του 2000, παρατηρούνται αυξομειώσεις στον αριθμό των παραβιάσεων, γεγονός που αποδίδεται περισσότερο σε εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας. Σε γενικές γραμμές όμως, τα μηνύματα των συνολικών τουρκικών αμφισβητήσεων, οι πιέσεις προς τις ελληνικές κυβερνήσεις-πληθυσμό (πολιτική πειθαναγκασμού) και οι καταπονήσεις δοκιμασίες της ΠΑ συνεχίζονται με όλα τα μέσα και τακτικές (συμπεριλαμβανόμενων και των υπερπτήσεων). […]Ακόμη όμως μεγαλύτερη είναι η αύξηση όλων των τουρκικών προκλήσεων (σε όλες τις διαστάσεις και τομείς) μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016 και την εδραίωση του Erdogan. Επιπρόσθετα υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι η αυξανόμενη προκλητικότητα των τουρκικών Α/Φ αποσκοπεί και στην πρόκληση αεροπορικού επεισοδίου κατόπιν ελληνικής αντίδρασης (σκόπιμης ή τυχαίας)».

«Θεωρείται βέβαιο ότι η Τουρκική Αεροπορία όλα αυτά τα χρόνια προχωρεί σε συστηματική καταγραφή των αντιδράσεων της ΠΑ σε όλες αυτές τις προκλήσεις με σκοπό να αναλυθούν οι ελληνικές επιχειρησιακές ικανότητες, αντιδράσεις και τακτικές. Θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι τουρκικές ενέργειες έχουν πετύχει σε έναν βαθμό να εδραιώσουν σε αριθμό χωρών και οργανισμών, την πεποίθηση ότι δεν συνιστούν παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου αλλά διμερείς διαφορές που θα πρέπει να επιλυθούν μέσω διμερών διαπραγματεύσεων. Το γεγονός αυτό υποστηρίζει την στόχευση της Άγκυρας για διεξαγωγή διμερών διαπραγματεύσεων ”εφ’ όλης της ύλης” των προβαλλόμενων εκ μέρους της, ελληνοτουρκικών διαφορών»

Τρόποι αντιμετώπισης

Οι ερευνητές του ΕΛΙΣΜΕ αναφέρουν τα εξής, όσον αφορά στον τρόπο αντιμετώπισης: «Η Ελλάδα από την έναρξη των τουρκικών προκλήσεων αντέδρασε με τις μεθόδους αναγνώρισης (κυρίως στο διεθνή εναέριο χώρου δικαιοδοσίας του FIR Αθηνών) και αναχαίτισης του “αγνώστου ίχνους” σε περίπτωσης παραβίασης του ΕΕΧ. Οι μέθοδοι αυτές οδηγούν συνήθως στην αποχώρηση του τουρκικού Α/Φ και λιγότερο συχνά στην εμπλοκή των αντιπάλων».

Μια πλέον δυναμική αντίδραση, σημειώνεται, είναι ο εγκλωβισμός του «αγνώστου ίχνους» από τα ελληνικά μαχητικά είτε από επίγεια συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας. Ο εγκλωβισμός γενικά θεωρείται ως «εχθρική ενέργεια» και υπό προϋποθέσεις μπορεί να δικαιολογήσει -μερικώς- μέτρα αντίδρασης (αυτοάμυνα) του εγκλωβισμένου Α/Φ (παθητικά ή και ενεργητικά). «Η χρήση επίγειων μέσων εγκλωβισμού δεν είναι τελείως δόκιμος καθώς καθιστά γνωστές τις θέσεις και ειδικότερα τις συχνότητες λειτουργίας των Α/Α συστημάτων. Επιπλέον όμως δίνουν την ευκαιρία στην Άγκυρα να προβάλλει τις πάγιες θέσεις της για στρατικοποίηση ορισμένων νήσων».

Όσον αφορά στην κατάρριψη του «αγνώστου ίχνους» που παραβιάζει το ΕΕΧ, χαρακτηρίζεται ως το έσχατο μέτρο. «Υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου εξεταζόμενη η ενέργεια της κατάρριψης σε περίπτωση παραβίασης του ΕΕΧ δεν σημαίνει ότι είναι πάντα αποδεκτή καθώς πρέπει να συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις (πχ εξάντληση όλων των μεθόδων επαφής και ειδοποίησης του ”αγνώστου ίχνους”). Εξυπακούεται ότι η κατάρριψη από επίγεια συστήματα αεραμύνης εμπεριέχει και όλους τους κινδύνους που αναφέρθηκαν στην περίπτωση του εγκλωβισμού. Δεν πρέπει επίσης να παραγνωρίζουμε ότι η αποχή μας, για αρκετές δεκαετίες, από κατάρριψη Α/Φ που παραβιάζει τον ΕΕΧ δημιουργεί μια ανάλογη “εθιμική” συμπεριφορά και η αιφνίδια αντικατάσταση της από μια δυναμική τακτική θα προκαλέσει διεθνείς αντιδράσεις-προτροπές για αυτοσυγκράτηση ή ακόμη και πιέσεις για εξεύρεση λύσης κατά τρόπο που ευνοεί την πλευρά που δεν συμβαδίζει με το διεθνές δίκαιο. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε δυναμική αντίδραση μας θα πρέπει να είναι επαρκώς προετοιμασμένη και προσχεδιασμένη, ώστε να μηδενιστούν ενδεχόμενες αντιδράσεις ως προς την νομιμότητα της πράξης (ξεκάθαρη θέση “αγνώστου ίχνους”, επιθυμητό προσδοκώμενο σημείο πτώσεως κλπ) και φυσικά ως προς το αποτέλεσμα της εμπλοκής […] Είναι σήμερα μάλλον βέβαιο ότι οποιαδήποτε ελληνική μεμονωμένη δυναμική αντίδραση στο παρελθόν (έστω και επιτυχής), στην καλύτερη περίπτωση, θα καθυστερούσε τον χρόνο επανέναρξης των συστηματικών τουρκικών παραβιάσεων χωρίς να επιτύχει την οριστική διακοπή τους δεδομένης της εις βάρος μας μεταβολής της ισορροπίας ισχύος».

Παράλληλα, τονίζεται πως ο χρόνος εκτίναξης των τουρκικών παραβιάσεων συμπίπτει με την σταθερή μετακίνηση του ισοζυγίου αεροπορικής ισχύος υπέρ της Τουρκίας: «Εκτιμάται ότι μια σημερινή δυναμική ελληνική αντίδραση (κατάρριψη) δεν θα οδηγήσει αναγκαστικά σε αυτοματοποιημένη έναρξη αεροπορικών συγκρούσεων, μικρής ή μεγάλης κλίμακας, αλλά σε διπλασιασμό την επομένη κιόλας ημέρα, των τουρκικών προκλήσεων με το δίλημμα της κλιμάκωσης να μεταφέρεται και πάλι στην χώρα μας. Κατά συνέπεια δημιουργείται το ερώτημα της ελληνικής αντίδρασης της επομένης ημέρας σε πιθανές μαζικές τουρκικές παραβιάσεις του ΕΕΧ. Η εύλογη απάντηση θα ήταν η συνέχιση των καταρρίψεων την επομένη ημέρα με σημαντική πιθανότητα (άρα και ανάλογες προετοιμασίες) κλιμάκωσης των συγκρούσεων. Η αποχή μας από ανάλογη δυναμική αντίδραση την επομένη ημέρα θα προκαλέσει διπλασιασμό των τουρκικών προκλήσεων κάθε είδους».

Όπως αναφέρεται ιδιαίτερα δυσμενής κατάσταση θα δημιουργηθεί και στην περίπτωση που η Ελλάδα θέσει «κόκκινες γραμμές» (πχ κατάρριψη ιπταμένου μέσου που εκτελεί παραβίαση ΕΕΧ) και δεν υλοποιήσει την απειλή της. «Είναι βέβαιο ότι η Τουρκία θα δοκιμάσει την αποφασιστικότητα της Ελλάδος και μάλιστα αρχικά θα εκμεταλλευθεί την περιοχή μεταξύ 6 έως 10 νμ προκαλώντας την ελληνική αντίδραση. Ένας ενδεχόμενος τρόπος αντίδρασης θα ήταν η εκτέλεση αντίστοιχων (αναλογικά ή απλώς ενδεικτικά) ελληνικών παραβιάσεων του τουρκικού ΕΕΧ. Εξ όσων γνωρίζουμε η χώρα μας, σεβόμενη το διεθνές δίκαιο και αντιλαμβανόμενη ότι παρόμοια αντίδραση εξυπηρετεί τις επιδιώξεις κλιμάκωσης της Άγκυρας (η οποία σποραδικά διαμαρτύρεται για ανύπαρκτες παραβιάσεις του τουρκικού ΕΕΧ) χωρίς να δρα επί της ουσίας αποτρεπτικά στις τουρκικές υπερπτήσεις, δεν έχει προχωρήσει σε ανάλογες ενέργειες».

Επίσης, γίνεται αναφορά στη χρήση drones από την Τουρκία, καθώς και στο ενδεχόμενο μετακίνησης τουρκικών S-400 στα δυτικά ως παράγοντες που περιπλέκουν την κατάσταση.

«Η χώρα μας χρησιμοποιεί τις διπλωματικές ενέργειες σε συνδυασμό με τις τακτικές της αναγνώρισης και αναχαίτισης των τουρκικών Α/Φ. Κοινοποίηση των τουρκικών παραβιάσεων γίνεται και σε διεθνείς οργανισμούς (ΝΑΤΟ, ΕΕ) και σε ξένες πρωτεύουσες. Αναγκαστική η συνεχής και μετά εντάσεως προβολή των τουρκικών εχθρικών ενεργειών των υπερπτήσεων αλλά αποδεικνύεται ότι ουδέν πρακτικό αποτέλεσμα έχει».

Όπως σημειώνεται, πίσω από τις περισσότερες τουρκικές αιτιάσεις κρύβεται «η τουρκική ανησυχία και πρόθεση παρεμπόδισης της ενάσκησης του αναφαίρετου δικαιώματος της επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 νμ».

«Η απολύτως νόμιμη αυτή ενέργεια της Ελλάδος επί της ουσίας θα καταστήσει άνευ νοήματος τις περισσότερες από τις ανυπόστατες τουρκικές διεκδικήσεις. Κατά συνέπεια μικρή -σχετικά- σημασία (ίσως περισσότερο συμβολική και ψυχολογική) έχει η αντιμετώπιση των τουρκικών υπερπτήσεων καθώς η εθνική προσπάθεια θα πρέπει να εστιαστεί στη σταδιακή προετοιμασία των βημάτων για την επέκταση των χωρικών υδάτων μας αντιμετωπίζοντας τις τουρκικές απειλές περί “casus belli”. Φυσικά και θα πρέπει να αναμένουμε ότι η ενάσκηση του δικαιώματος μας θα οδηγήσει -αν όχι σε περιορισμένη στρατιωτική σύγκρουση- σε σωρεία τουρκικών αντιδράσεων συμπεριλαμβανομένων και κάθε είδους υπερπτήσεων κατά μήκος και πλάτος του ΕΕΧ. Δεν υπονοούμε ότι η αντιμετώπιση των υπερπτήσεων πρέπει να συντελεστεί με την άμεση επέκταση των χωρικών μας υδάτων. Προτείνουμε ότι η τελευταία πρέπει να αποτελέσει τον βασικό αντικειμενικό εθνικό στόχο της επόμενης πενταετίας αποφεύγοντας την εφέλκυσή μας σε αντιδράσεις που εκφεύγουν ή θέτουν εμπόδια στη στόχευση μας. Παρά ταύτα η Άγκυρα πρέπει να γνωρίζει ότι η υπέρβαση των εσκαμμένων, σε οποιαδήποτε διάσταση, μπορεί να οδηγήσει –ηθελημένα ή μη- σε μια σύγκρουση, μικρής ή μεγάλης κλίμακος στο χώρο από τον Έβρο μέχρι την Κύπρο. Σε μια ανάλογη περίπτωση, η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων θα πραγματοποιηθεί αυτόματα και αμετάκλητα από τα πρώτα λεπτά των συγκρούσεων και κατά συνέπεια οποιαδήποτε διαπραγματεύσεις αρχίσουν (εάν και όταν) θα λάβουν υπόψη τους τη νέα πραγματικότητα. Φυσικά για την υλοποίηση ενός ανάλογου εθνικού στόχου απαραίτητη είναι η επαύξηση της αμυντικής ισχύος της Ελλάδος σε συνδυασμό με την δημιουργία καταλλήλων συνεργασιών και συνθηκών στο διεθνές περιβάλλον».

Όπως υπογραμμίζεται, επιστρέφοντας στο θέμα των υπερπτήσεων θα πρέπει να επισημανθεί ότι θα πρέπει: «Να είμαστε σε θέση να συνεχίσουμε αδιάλειπτα -όπως μέχρι τώρα- και έναντι οποιοδήποτε κόστους, την άμεση επέμβαση της ΠΑ σε κάθε παραβίαση του ΕΕΧ (ή και παράβαση του FIR). Να διαθέτουμε την ετοιμότητα άμεσης μετάπτωσης από ένα μεμονωμένο αεροπορικό συμβάν σε μια μικράς διαρκείας αεροναυτική σύγκρουση μικρής-μεσαίας-μεγάλης κλίμακος, με θετικά υπέρ ημών αποτελέσματα. Να προχωρήσουμε (εάν κριθεί και όποτε κριθεί σκόπιμο και έχοντας συνυπολογίσει όλες τις πιθανές αντιδράσεις της Τουρκίας αλλά και διεθνείς) σε μια “χειρουργική” κίνηση κατάρριψης “αγνώστου ίχνους” σε προεπιλεγμένες συνθήκες που θα αφήνουν απολύτως έκθετη και μη δυνάμενη να αντιδράσει την γειτονική μας χώρα. Εκτιμούμε ότι μια ανάλογη μεμονωμένη κίνηση μάλλον δεν θα επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα παρά μόνο θα πολλαπλασιάσει την ένταση. Θα μπορούσε βέβαια για αποφυγή της κλιμάκωσης να παρουσιαστεί εκ μέρους μας ως ένα “ατυχές” συμβάν στο γεμάτο ένταση τεταμένο αεροπορικό περιβάλλον του Αιγαίου (με υπαιτιότητα της Τουρκίας)».

Σε αυτό το πλαίσιο, τονίζεται πως, δεδομένης της αύξησης χρήσης των drones/ UAV, «προτείνεται τυχόν δυναμική μας αντίδραση να αρχίσει με την έγκαιρη και κατάλληλη εξουδετέρωση ενός εξ’ αυτών (σε επιλεγμένες συνθήκες). Ευχής έργο θα ήταν η στοχευμένη κατάρριψη του -εντός του ΕΕΧ- να προέλθει από ενέργειες ηλεκτρονικού πολέμου και όχι πυρά. Συγχρόνως πρέπει να εντείνουμε την ενημέρωση όλων των κρατών, οργανισμών και φορέων για τις αναθεωρητικές στοχεύσεις της Άγκυρας και για τις επικίνδυνες για τη διεθνή ειρήνη ενέργειες στις οποίες προβαίνει (συμπεριλαμβανομένων και των υπερπτήσεων). Πρέπει να επιδιωχθεί η σκλήρυνση της στάσεως της ΕΕ έναντι της Άγκυρας σε όλα τα επίπεδα αφήνοντας κατά μέρους ενδοιασμούς του τύπου “αποφυγή περαιτέρω απομάκρυνσης της Τουρκίας από τη Δύση και διατήρηση αμοιβαίων επωφελών σχέσεων”».

www.anixneuseis.gr

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή