Ιστορία - Πολιτισμός
Ο ταπεινωτικός πόλεμος του 1897: Οι Τούρκοι μια ανάσα από την Αθήνα
Όλα ξεκίνησαν στις αρχές του 1896, όταν πρωθυπουργός ήταν ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, λαϊκιστής πολιτικός με δημαγωγικές τάσεις. Εκτός από τα μεγάλα και δυσεπίλυτα οικονομικά προβλήματα, το Κρητικό Ζήτημα παρέμενε ένα αγκάθι.
Το νησί βρισκόταν υπό οθωμανικό ζυγό. Κυβερνήτης ήταν ο ελληνικής καταγωγής Καραθεοδωρή Πασάς τον οποίο οι Τουρκοκρητικοί ήθελαν να εκπαραθυρώσουν διαφωνώντας με την φιλελεύθερη πολιτική του. Ύστερα από εκτεταμένες ταραχές που συνοδεύτηκαν από δολοφονίες χριστιανών προκρίτων, τον Καραθεοδωρή Πασά διαδέχτηκε ο τουρκαλβανός Τουρχάν Πασάς, ο οποίος ούτε και αυτός έγινε αποδεκτός από τους ομοδόξους του.
Με προτροπή των μεγάλων δυνάμεων, τη διοίκηση της Κρήτης ανέλαβε ο χριστιανός Γεώργιος Βέροβιτς, πρώην διοικητής της Σάμου, χωρίς όμως να καταφέρει να ηρεμήσει τα πνεύματα, αφού μετά τις αλλεπάλληλες δολοφονίες οι χριστιανοί, που αποτελούσαν το 80% των κατοίκων της Κρήτης, είχαν ξεσηκωθεί ζητώντας αυτονομία.

Η Αγγλία, η Γαλλία, η Ρωσία, η Αυστρία και η Ιταλία έστειλαν από ένα πλοίο στην Κρήτη για την προστασία των υπηκόων τους. Το ίδιο ήθελε να πράξει και η Ελλάδα, αλλά εμποδίστηκε από τις πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων στην Αθήνα. Πάντως, βοήθεια έφθανε από την Ελλάδα στην Κρήτη, χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία και συγκεκριμένα την Εθνική Εταιρεία, μια μεγαλοϊδεατική οργάνωση, με βαθιές ρίζες στην ελίτ της αθηναϊκής κοινωνίας και της ελληνικής διασποράς.
Η ενέργεια αυτή προκάλεσε την αντίδραση του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ, ενώ από την πλευρά τους οι Μεγάλες Δυνάμεις προσπαθούσαν να τον πείσουν να δώσει μεγαλύτερα προνόμια στην Κρήτη. Ο Σουλτάνος δέχθηκε ο διοικητής της Κρήτης να είναι πάντοτε χριστιανός και να διορίζεται με τη σύμφωνη γνώμη των μεγάλων Δυνάμεων, αλλά την ίδια ώρα ενθάρρυνε τους Τουρκοκρητικούς να γίνονται καθημερινά προκλητικότεροι.

Στις 24 Ιανουαρίου 1897 οι μουσουλμάνοι προέβησαν σε σφαγές χριστιανών στα Χανιά. Ο Δηληγιάννης, ευρισκόμενος σε δύσκολη θέση και υπό την πίεση των λαϊκών αντιδράσεων, αναγκάσθηκε να στείλει στρατιωτικές δυνάμεις στην Κρήτη, γνωρίζοντας ότι αυτό θα αποτελούσε αιτία πολέμου για την Υψηλή Πύλη. Στολίσκος πολεμικών πλοίων κατευθύνθηκε στο νησί υπό τον βασιλόπαιδα Γεώργιο, ενώ ο συνταγματάρχης Τιμολέων Βάσσος με χίλιους άνδρες αποβιβάσθηκε στον όρμο του Κολυμπαρίου (δυτικά των Χανίων), με εντολή να καταλάβει την Κρήτη εν ονόματι του Βασιλιά Γεωργίου Α’.
Στις 7 Φεβρουαρίου είχε την πρώτη του επιτυχία, όταν κατανίκησε τετραπλάσια δύναμη τουρκοκρητών και οθωμανικών δυνάμεων. Στρατιωτικά αγήματα είχαν αποβιβάσει στο νησί και οι Μεγάλες Δυνάμεις, που απαγόρευσαν κάθε περαιτέρω επιθετική ενέργεια στον Βάσσο και τους άνδρες του. Με την παρουσία ελληνικών δυνάμεων στην Κρήτη, ο Σουλτάνος δεν είχε άλλη δυνατότητα, παρά να κηρύξει τον πόλεμο κατά της Ελλάδας. Το έπραξε στις 5 Απριλίου 1897.

Την εποχή εκείνη, η ελληνοτουρκική μεθόριος διέτρεχε τη γραμμή από την Άρτα έως τις νοτιοανατολικές προσβάσεις του Ολύμπου. Οι Οθωμανοί συγκέντρωσαν στρατιωτική δύναμη, αποτελούμενη από 121.500 άνδρες και 1.300 ιππείς, με αρχηγό τον Ετέμ Πασά και γερμανούς συμβούλους. Οι ελληνικές δυνάμεις παρέταξαν 54.000 άνδρες και 500 ιππείς, με επικεφαλής τον διάδοχο Κωνσταντίνο.
Η πρώτη εβδομάδα των πολεμικών επιχειρήσεων (6-11 Απριλίου) αναλώθηκε σε μάχη χαρακωμάτων κατά μήκος των Θεσσαλικών συνόρων. Στις 11 Απριλίου, ο Ετέμ Πασάς και οι άνδρες του εισήλθαν στο ελληνικό έδαφος από τα στενά της Μελούνας και διέσπασαν γρήγορα τις ελληνικές δυνάμεις στον Τύρναβο (12 Απριλίου).
Οι έλληνες στρατιώτες υποχώρησαν άτακτα, συμπτυσσόμενοι στα Φάρσαλα όπου αντέταξαν νέα γραμμή άμυνας. Η Λάρισα αφέθηκε στην τύχη της και καταλήφθηκε από τους Τούρκους στις 13 Απριλίου, αφού προηγουμένως είχε εκκενωθεί από τους κατοίκους της. Την ίδια μέρα, τουρκική δύναμη κατευθύνθηκε στο Βελεστίνο, όπου αντιμετωπίστηκε από τον Συνταγματάρχη Σμολένσκη και την ταξιαρχία του.

Με πεσμένο το ηθικό, οι Έλληνες υπέστησαν και νέα ήττα στα Φάρσαλα, στις 24 Απριλίου, υποχωρώντας αυτή τη φορά με τάξη. Ο Σμολένσκης διατάχθηκε να εγκαταλείψει το Βελεστίνο και να μεταβεί με τις δυνάμεις του στον Δομοκό, όπου ο Έλληνες προετοίμαζαν νέα γραμμή άμυνας. Μάταια, όμως, αφού ο υπέρτερος τουρκικός στρατός πέτυχε μια ακόμη νίκη στις 5 Μαΐου, έχοντας πλέον ανοιχτό το δρόμο για την Αθήνα. Σε μια ύστατη προσπάθεια, ο Σμολένσκης, που αποδείχθηκε ο πιο αξιόπιστος στρατιωτικός, διατάχθηκε από τον Κωνσταντίνο να κρατήσει το πέρασμα στις Θερμοπύλες. Δεν χρειάστηκε, γιατί επενέβησαν οι Μεγάλες Δυνάμεις.
Ο τσάρος Νικόλαος Β’, συγγενής εκ μητρός του έλληνα βασιλιά Γεωργίου Α’, έπεισε τον Σουλτάνο να διατάξει κατάπαυση του πυρός. Το σχετικό πρωτόκολλο υπογράφτηκε στο χωριό Ταράτσα της Λαμίας στις 8 Μαΐου 1897, με τους Οθωμανούς να έχουν ανακαταλάβει όλη τη Θεσσαλία. Στο μέτωπο της Ηπείρου η ανακωχή έγινε μία μέρα νωρίτερα (7 Μαΐου 1897).
Τα πράγματα εκεί είχαν εξελιχθεί καλύτερα για τον Ελληνικό Στρατό. Οι δυνάμεις του συνταγματάρχη Μάνου όχι μόνο κράτησαν στη γραμμή Άρτας – Πέτα, αλλά προήλασαν και μέσα στο τουρκικό έδαφος. Οι απώλειες για την ελληνική πλευρά ήταν 672 νεκροί, 2.383 τραυματίες και 252 αιχμάλωτοι και για την τουρκική 1.111 νεκροί, 3.238 τραυματίες και 15 αιχμάλωτοι.

Πώς φθάσαμε στην ταπεινωτική ήττα
Οι βασικότερες αιτίες για την εθνική ντροπή του 1897 ήταν η έλλειψη διορατικότητας από την πολιτική τάξη και το απαράσκευο του ελληνικού στρατού. Η κυβέρνηση Δηλιγιάννη, για να αντιμετωπίσει το οικονομικό πρόβλημα της χώρας, είχε περικόψει τις στρατιωτικές δαπάνες, ενώ ο κομματισμός βασίλευε στο στρατό, με την προαγωγή στις ανώτερες θέσεις ανίκανων αξιωματικών.

Ο στρατηγός και μετέπειτα δικτάτωρ Θεόδωρος Πάγκαλος χαρακτηρίζει στα Απομνημονεύματά του «ένοπλο συρφετό» το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα και αναφέρει σχετικά: «Η κατάστασις του στρατού μας ήτο οικτρά… Τα στελέχη του πεζικού, εκτός ολίγων, ήσαν τελείως αμαθή και ανίκανα. Η μεγίστη πλειοψηφία των ανωτέρων αξιωματικών απετελείτο από αγαθούς τύπους, των οποίων η στρατιωτική μόρφωσις περιωρίζετο εις την τακτικήν της καταδιώξεως, ληστών, φυγοδίκων και ζωοκλεπτών… Αυτός ήτο στρατός, διά του οποίου η ανεκδιήγητος εκείνη κυβέρνησις ενόμιζεν ότι θα νικήση την Τουρκική Αυτοκρατορία…».
Το οριστικό τέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου γράφτηκε στις 22 Νοεμβρίου 1897 στην Κωνσταντινούπολη, με καταρρακωμένο το γόητρο της χώρας και την υπερηφάνεια των Ελλήνων. Ο Θεόδωρος Δηληγιάννης είχε παραιτηθεί υπό το βάρος της ήττας και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης υπέγραψε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης. Με τη συμφωνία, που επεξεργάστηκαν οι Μεγάλες Δυνάμεις, οι εδαφικές απώλειες για την Ελλάδα ήταν μικρές, αφού επανέκτησε τη Θεσσαλία, την οποία είχε χάσει στο πεδίο της μάχης.

Όμως, η Ελλάδα των τόσων οικονομικών προβλημάτων και του τρικούπειου «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν!» υποχρεώθηκε να καταβάλει μια υπέρογκη αποζημίωση στην Τουρκία (4.000.000 τουρκικές λίρες), ως πολεμική επανόρθωση. Αναγκάσθηκε να λάβει ένα ακόμη δάνειο και προκειμένου να ξεπληρώσει το δυσβάστακτο χρέος της τέθηκε υπό Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο. Αυτό είχε ως συνέπεια να εκχωρήσει πηγές των δημοσίων εσόδων στους πιστωτές της και να δημιουργηθούν έτσι τα περίφημα μονοπώλια στο τσιγαρόχαρτο, το αλάτι, το πετρέλαιο, τον καπνό, τα σπίρτα και τα τραπουλόχαρτα, που θα διατηρηθούν μέχρι την είσοδο της χώρας μας στην ΕΟΚ το 1981.
Το θετικό για τις εθνικές διεκδικήσεις ήταν η αποχώρηση των Οθωμανών από την Κρήτη, η οποία απέκτησε την αυτονομία της (1898), πρώτο στάδιο για την ενσωμάτωσή της στην Ελλάδα (1913). Η εθνική οργή θα απαλυνθεί με τον καιρό, η φτωχή Ελλάδα γρήγορα θα σηκώσει κεφάλι και 15 χρόνια αργότερα θα γραφτεί το έπος των Βαλκανικών Πολέμων του 1912-1913.
Πηγή: in.gr
GEOPOLITICO
Η ιστορία των ελληνικών συναγωγών ζωντανεύει: Ένα μοναδικό αρχείο μνήμης παρουσιάζεται σε τέσσερις πόλεις της Βόρειας Ελλάδας
Οι Εκδόσεις Ινφογνώμων παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα, «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής». Ένα έργο 453 σελίδων, με 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια, που καταγράφει περισσότερες από 100 συναγωγές και διασώζει την ιστορία μνημείων που χάθηκαν ή κινδυνεύουν να ξεχαστούν.
Ένα σημαντικό οδοιπορικό στην ιστορία, την αρχιτεκτονική και την πολιτιστική κληρονομιά του ελληνικού εβραϊσμού ξεκινά στις 19 Οκτωβρίου από τα Ιωάννινα, με επόμενους σταθμούς τη Θεσσαλονίκη, την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Ο Δρ Ηλίας Β. Μεσσίνας παρουσιάζει το νέο του βιβλίο, καρπό πολυετούς επιτόπιας και αρχειακής έρευνας, αναδεικνύοντας συναγωγές που εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά και μνημεία που έχουν εξαφανιστεί από τον αστικό ιστό. Μέσα από σπάνιες φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά σχέδια και ιστορικά τεκμήρια, η έκδοση των Εκδόσεων Ινφογνώμων επιχειρεί να διασώσει ένα σημαντικό κομμάτι της συλλογικής μνήμης των ελληνικών πόλεων.
Ένα αρχείο για περισσότερες από 100 συναγωγές στην Ελλάδα
Η νέα έκδοση του Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα αποτελεί μια εκτενή καταγραφή της ιστορίας και της αρχιτεκτονικής των συναγωγών της Ελλάδας.
Σε 453 σελίδες παρουσιάζονται περισσότερες από 100 συναγωγές, με ιστορικές και αρχιτεκτονικές περιγραφές, σπάνιο φωτογραφικό υλικό, ψηφιακούς χάρτες, βιβλιογραφία και αρχειακές πηγές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των μνημείων που τεκμηριώνονται δεν υπάρχει πλέον.
Ορισμένες συναγωγές κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, ενώ άλλες αλλοιώθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σταδιακά η παρουσία τους στη συλλογική μνήμη.
Η έρευνα του Μεσσίνα ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και συνδυάζει επιτόπιες επισκέψεις με ιστορική τεκμηρίωση από αρχεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Η έκδοση περιλαμβάνει 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια και διαγράμματα, προσφέροντας τη δυνατότητα στους αναγνώστες να γνωρίσουν μνημεία που συνδέονται με την παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο.
Το σπάνιο αρχείο του Σεμτώβ Σαμουήλ
Ιδιαίτερη σημασία για την ολοκλήρωση του βιβλίου είχε η αξιοποίηση του αρχείου του αρχιτέκτονα Σεμτώβ Σαμουήλ (1939–2009).
Το αρχείο παραδόθηκε στον Δρ Μεσσίνα από συγγενείς του Σαμουήλ και περιλαμβάνει πολύτιμο υλικό από έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1960–1961.
Εκείνη την περίοδο, ο νεαρός τότε φοιτητής αρχιτεκτονικής, με προτροπή του καθηγητή Νίκου Μουτσόπουλου, επισκέφθηκε συναγωγές σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.
Κατέγραψε φωτογραφικά και αρχιτεκτονικά κτίρια που βρίσκονταν σε λειτουργία, αλλά και συναγωγές που είχαν ήδη υποστεί σοβαρές φθορές.
Για ορισμένα από τα συγκεκριμένα μνημεία, τα οποία κατεδαφίστηκαν τα επόμενα χρόνια, το αρχείο Σαμουήλ αποτελεί σήμερα μοναδικό τεκμήριο της ύπαρξης και της αρχιτεκτονικής τους μορφής.
Το υλικό ψηφιοποιείται σταδιακά, ενώ προβλέπεται η δημιουργία τρισδιάστατων αναπαραστάσεων και ψηφιακών μοντέλων εικονικής πραγματικότητας.
Με τον τρόπο αυτό, η ιστορική έρευνα συνδυάζεται με τις σύγχρονες τεχνολογίες ψηφιακής αποκατάστασης, δημιουργώντας νέες δυνατότητες παρουσίασης της χαμένης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Η σύνδεση με το Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο του υπουργείου Πολιτισμού
Το έργο αποκτά και θεσμική σημασία, καθώς συνδέεται με την ενσωμάτωση των εβραϊκών μνημείων της Ελλάδας στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα «Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο» του υπουργείου Πολιτισμού.
Ο Δρ Μεσσίνας συνεργάστηκε με τις αρμόδιες υπηρεσίες για τον εμπλουτισμό του συστήματος με στοιχεία σχετικά με την εβραϊκή πολιτιστική κληρονομιά.
Την έκδοση χαιρετίζουν η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και ο πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος, Δαυίδ Σαλτιέλ.
Τον πρόλογο υπογράφει ο ακαδημαϊκός, καθηγητής και αρχιτέκτονας Μανόλης Κορρές.
Η συμμετοχή των συγκεκριμένων προσωπικοτήτων αναδεικνύει τη σημασία της συστηματικής καταγραφής των ιστορικών μνημείων και της προστασίας τους από τη λήθη.
Οι παρουσιάσεις και οι ομιλητές
Στα Ιωάννινα, τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στις ιστορικές συναγωγές Γιασάν και Χαντάς.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο δικηγόρος και ερευνητής Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής, η επίκουρη καθηγήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ράνια Σταθοπούλου και ο οικονομολόγος Νίκος Καράμπελας. Χαιρετισμούς θα απευθύνουν ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Ιωαννίνων Μάρκος Μπατίνος και η πρόεδρος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών Κατερίνη Λιάμπη. Τον συντονισμό θα έχει η φιλόλογος Ανδρονίκη Ζούκη.
Στη Θεσσαλονίκη, την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου, το ενδιαφέρον θα στραφεί στη συναγωγή Μοναστηριωτών και στις εβραϊκές συναγωγές της πόλης πριν και μετά το Ολοκαύτωμα.
Στην παρουσίαση θα συμμετάσχουν η επιστημονική υπεύθυνη του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης, Δρ Ξένια Ελευθερίου, και ο Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής. Χαιρετισμό θα απευθύνει ο Δαυίδ Σαλτιέλ, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο αρχιτέκτονας Στέλιος Χριστάνης. Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων Θεσσαλονίκης.
Στην Ξάνθη, την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι καθηγητές του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Γιώργος Τσιγάρας και Δημήτρης Πολυχρονόπουλος, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο Νίκος Κοσμίδης.
Τελευταίος σταθμός θα είναι η Κομοτηνή, την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, όπου η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στην ιστορία της συναγωγής Μπεθ Ελ πριν από το Ολοκαύτωμα. Θα μιλήσουν ο Βασίλης Ριτζαλέος από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ο αρχιτέκτονας Γιώργος Ευφραιμίδης, με συντονίστρια την αρχιτέκτονα Αγγελική Κουγιουμτζόγλου.
Η αρχιτεκτονική ως μαρτυρία της ιστορίας
Η σημασία του βιβλίου δεν περιορίζεται στην αποτύπωση των κτιρίων.
Οι συναγωγές αποτελούσαν για αιώνες χώρους θρησκευτικής ζωής, κοινωνικής συνάντησης και διατήρησης της ταυτότητας των εβραϊκών κοινοτήτων.
Σε πολλές ελληνικές πόλεις, η καταστροφή των εβραϊκών πληθυσμών κατά το Ολοκαύτωμα συνοδεύτηκε από τη σταδιακή εξαφάνιση των χώρων που συνδέονταν με την καθημερινή τους ζωή.
Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση άλλαξε ακόμη περισσότερο τον αστικό ιστό, με αποτέλεσμα ορισμένα από αυτά τα κτίρια να έχουν χαθεί ολοκληρωτικά.
Η αρχιτεκτονική τεκμηρίωση προσφέρει τη δυνατότητα να ανασυσταθεί η μορφή τους και να διατηρηθεί η ιστορία τους για τις επόμενες γενιές.
Η συγκεκριμένη έκδοση φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για ιστορικούς, αρχιτέκτονες, ερευνητές και όσους ενδιαφέρονται για την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας.
Η αγγλική μετάφραση του βιβλίου αναμένεται στις αρχές του 2027, διευρύνοντας την πρόσβαση στο ερευνητικό υλικό και για το διεθνές κοινό.
Ένας ερευνητής αφιερωμένος στη διάσωση των συναγωγών
Ο Ηλίας Μεσσίνας γεννήθηκε το 1964 και είναι αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και σύμβουλος αειφορίας.
Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο Yale και στην Ακαδημία Bezalel, ενώ πραγματοποίησε διδακτορικές και μεταδιδακτορικές σπουδές σε θέματα χωροταξίας, αρχιτεκτονικής και περιβαλλοντικού σχεδιασμού.
Από το 1993 ασχολείται συστηματικά με την έρευνα και τεκμηρίωση των συναγωγών στην Ελλάδα.
Μεταξύ 1995 και 2023 συμμετείχε, μαζί με συνεργάτες του, σε μελέτες και έργα αποκατάστασης συναγωγών σε διάφορες ελληνικές πόλεις.
Έχει συγγράψει 16 βιβλία και δεκάδες άρθρα σχετικά με την πολιτιστική κληρονομιά, την αρχιτεκτονική και την αειφόρο ανάπτυξη.
Για τη συμβολή του στη διάσωση της εβραϊκής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς έχουν αναφερθεί θετικά επιστήμονες και ερευνητές, όπως ο Samuel D. Gruber, ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος και ο καθηγητής Γιώργος Τσιγάρας.
Μια παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές
Το βιβλίο «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής» αναδεικνύει μια συχνά παραγνωρισμένη διάσταση της ελληνικής ιστορίας.
Η παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής και πολιτιστικής διαδρομής πολλών ελληνικών πόλεων.
Η διατήρηση των μνημείων τους, ακόμη και μέσα από φωτογραφίες και αρχιτεκτονικά σχέδια όταν τα ίδια τα κτίρια έχουν χαθεί, συνδέεται άμεσα με την προστασία της ιστορικής μνήμης.
Οι τέσσερις παρουσιάσεις στη Βόρεια Ελλάδα αποτελούν μια ευκαιρία να γνωρίσει το κοινό όχι μόνο την αρχιτεκτονική των ελληνικών συναγωγών, αλλά και τις ιστορίες των ανθρώπων και των κοινοτήτων που συνδέθηκαν με αυτές.
Όλες οι εκδηλώσεις έχουν ελεύθερη είσοδο, με την επισήμανση ότι για την ξενάγηση στη συναγωγή Μοναστηριωτών της Θεσσαλονίκης απαιτείται προεγγραφή.
GEOPOLITICO
Σάλος για έκθεση σχετικά με τη ναζιστική Κατοχή ανήμερα της Απελευθέρωσης της Αθήνας – Σφοδρή κριτική για τον τίτλο και τους συμβολισμούς
Η έκθεση «Διαιρεμένο παρελθόν» εγκαινιάζεται στις 12 Οκτωβρίου, ημέρα της 82ης επετείου από την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής.
Έντονα ερωτήματα για τη διαχείριση της ιστορικής μνήμης και τον τρόπο παρουσίασης της ναζιστικής Κατοχής προκαλεί η επιλογή της 12ης Οκτωβρίου 2026, επετείου της Απελευθέρωσης της Αθήνας, για τα εγκαίνια έκθεσης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών. Η έκθεση, με τίτλο «Διαιρεμένο παρελθόν. Ελληνογερμανικές σχέσεις σε σκοτεινούς καιρούς», βρίσκεται στο επίκεντρο σφοδρής κριτικής από την εφημερίδα «δημοκρατία», η οποία θέτει ζήτημα ιστορικού αναθεωρητισμού και υποβάθμισης των εγκλημάτων της γερμανικής κατοχής.
Η 12η Οκτωβρίου και η ιστορική μνήμη
Στις 12 Οκτωβρίου 1944, τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής αποχώρησαν από την Αθήνα, βάζοντας τέλος σε μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Ο λιμός, οι εκτελέσεις, τα ολοκαυτώματα ελληνικών κοινοτήτων, η εξόντωση των Ελλήνων Εβραίων και η οικονομική λεηλασία της χώρας αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της ιστορικής αποτίμησης της ναζιστικής κατοχής.
Ακριβώς 82 χρόνια αργότερα, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών επέλεξαν την ίδια ημερομηνία για τα εγκαίνια της κοινής τους έκθεσης.
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του Μουσείου, η επιλογή της ημερομηνίας είναι συνειδητή και συνδέεται με την Απελευθέρωση της Αθήνας, καθώς και με το διεθνές συνέδριο για την αρχαιολογία κατά την περίοδο 1941–1944.
Οι καταγγελίες για ιστορικό αναθεωρητισμό
Με ιδιαίτερα επικριτικό δημοσίευμα στις 12 Οκτωβρίου, η εφημερίδα «δημοκρατία» καταγγέλλει ότι η έκθεση δημιουργεί σοβαρό ζήτημα ως προς τον τρόπο παρουσίασης της ιστορικής πραγματικότητας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο τίτλος «Διαιρεμένο παρελθόν», τον οποίο η εφημερίδα θεωρεί προβληματικό, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να δημιουργήσει εντύπωση συμμετρίας ανάμεσα στη ναζιστική Γερμανία και την κατεχόμενη Ελλάδα.
Κατά το δημοσίευμα, η χρήση του όρου «διαίρεση» υποβαθμίζει την ιστορική πραγματικότητα μιας στρατιωτικής εισβολής και κατοχής, κατά την οποία η Ελλάδα υπέστη μαζικές εκτελέσεις, καταστροφές και συστηματική λεηλασία.
Η εφημερίδα ασκεί επίσης κριτική στην αξιοποίηση υλικού ναζιστικής προπαγάνδας για την προβολή του σχετικού συνεδρίου, υποστηρίζοντας ότι δημιουργούνται προβληματικοί συμβολισμοί.
Πρόκειται για καταγγελίες και αξιολογικές κρίσεις της εφημερίδας. Από τον τίτλο της έκθεσης και μόνο δεν τεκμηριώνεται ότι οι διοργανωτές επιδιώκουν την εξίσωση θυτών και θυμάτων.
Τι αναφέρει επισήμως το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο
Η ανακοίνωση που δημοσιοποίησε το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στις 6 Οκτωβρίου δίνει διαφορετική εικόνα για τους στόχους της πρωτοβουλίας.
Σύμφωνα με το Μουσείο, η έκθεση παρουσιάζει τα προκαταρκτικά αποτελέσματα ερευνητικού προγράμματος που πραγματοποιήθηκε την περίοδο 2024–2026 και αφορά την κατάσχεση του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών μετά την Απελευθέρωση.
Παράλληλα, εξετάζει τις σχέσεις των δύο ιδρυμάτων από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, με ιδιαίτερη έμφαση στα γεγονότα πριν και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η έκθεση περιλαμβάνει αρχειακό και φωτογραφικό υλικό, επιλεγμένες αρχαιότητες και ιστορικά τεκμήρια.
Ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνει η απόκρυψη των αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου το 1940–1941, μια από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις προστασίας της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς από τους κινδύνους του πολέμου και της επικείμενης κατοχής.
Στο εκθεσιακό υλικό περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τη λειτουργία του Μουσείου κατά την Κατοχή και για τις αρχαιότητες που κατασχέθηκαν από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.
Η κατάσχεση του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου το 1944
Ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα ζητήματα της δημόσιας συζήτησης είναι η ανάδειξη της κατάσχεσης του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου αμέσως μετά την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων από την Αθήνα.
Η «δημοκρατία» διερωτάται γιατί η συγκεκριμένη ενέργεια αναδεικνύεται σε καθοριστικό σημείο της ιστορικής αφήγησης, τη στιγμή που η Ελλάδα είχε μόλις απελευθερωθεί από τον γερμανικό στρατό.
Το ερώτημα συνδέεται με τον ρόλο που διαδραμάτισαν γερμανικοί επιστημονικοί και αρχαιολογικοί φορείς κατά την περίοδο της ναζιστικής κατοχής.
Η επιστημονική διερεύνηση αυτού του ρόλου έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μπορεί να φωτίσει τη σχέση αρχαιολογικής έρευνας, κρατικής πολιτικής και μηχανισμών κατοχικής εξουσίας.
Ωστόσο, η ιστορική αποτίμηση της κατάσχεσης του Ινστιτούτου απαιτεί εξέταση των πραγματικών συνθηκών, του νομικού καθεστώτος και των δραστηριοτήτων του κατά την Κατοχή.
Δεν προκύπτει από την επίσημη ανακοίνωση ότι η έκθεση ζητά από την ελληνική πλευρά να απολογηθεί για την κατάσχεση. Η αναφορά στο γεγονός αποτελεί, σύμφωνα με τους διοργανωτές, μέρος της ιστορικής έρευνας.
Το συνέδριο για την αρχαιολογία στην Κατοχή
Η έκθεση συνδέεται με το διεθνές συνέδριο «Archaeology and Occupation. Greece 1941–1944», που έχει προγραμματιστεί για τις 15–17 Οκτωβρίου στην Αθήνα.
Στη διοργάνωση συμμετέχουν το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών, η Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών και το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, υπό την αιγίδα του ελληνικού υπουργείου Πολιτισμού.
Οι εργασίες θα πραγματοποιηθούν σε τρεις διαφορετικούς χώρους: την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή, το Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ και το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.
Το συνέδριο προσφέρει την ευκαιρία επιστημονικής εξέτασης μιας ιστορικής περιόδου κατά την οποία η πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας βρέθηκε αντιμέτωπη με την κατοχική εξουσία, τις λεηλασίες και την εργαλειοποίηση της αρχαιολογικής έρευνας.
Οι γερμανικές οφειλές στο φόντο της αντιπαράθεσης
Η κριτική αποκτά ευρύτερη πολιτική διάσταση εξαιτίας του ζητήματος των γερμανικών οφειλών.
Η Ελλάδα διατηρεί τις διεκδικήσεις της για πολεμικές επανορθώσεις, το κατοχικό δάνειο και την αποκατάσταση των συνεπειών της ναζιστικής κατοχής. Η γερμανική κυβέρνηση, αντιθέτως, υποστηρίζει ότι το ζήτημα των επανορθώσεων έχει νομικά διευθετηθεί.
Αυτή η διαφωνία εξακολουθεί να επηρεάζει τη δημόσια συζήτηση για την ιστορική ευθύνη της Γερμανίας.
Υπό αυτό το πρίσμα, οποιαδήποτε πρωτοβουλία σχετική με την Κατοχή αποκτά ιδιαίτερο συμβολικό βάρος, ειδικά όταν πραγματοποιείται με τη συνεργασία γερμανικών κρατικών επιστημονικών φορέων.
Η ιστορική έρευνα, όμως, δεν μπορεί να υποκαταστήσει ούτε να επιλύσει από μόνη της το ζήτημα των διακρατικών οφειλών.
Τα ερωτήματα προς το υπουργείο Πολιτισμού
Η αντιπαράθεση αναδεικνύει συγκεκριμένα ερωτήματα που μπορούν να απευθυνθούν στους διοργανωτές και στο υπουργείο Πολιτισμού.
Ποια ιστορική ερμηνεία επιχειρεί να αναδείξει ο τίτλος «Διαιρεμένο παρελθόν»; Πώς παρουσιάζεται η ευθύνη της ναζιστικής Γερμανίας για την Κατοχή; Ποια τεκμήρια αξιοποιούνται για τον ρόλο του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου την περίοδο 1941–1944; Και με ποιο σκεπτικό επιλέχθηκαν τα συγκεκριμένα ιστορικά τεκμήρια για την οπτική προβολή του συνεδρίου;
Οι απαντήσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία για την αξιολόγηση του περιεχομένου της έκθεσης, πέρα από τον τίτλο και τη συμβολική ημερομηνία των εγκαινίων.
Η ιστορική μνήμη απαιτεί τεκμηρίωση
Η 12η Οκτωβρίου αποτελεί ημερομηνία ιδιαίτερης σημασίας για την Αθήνα και ολόκληρη την Ελλάδα.
Η ιστορική πραγματικότητα της ναζιστικής κατοχής δεν επιδέχεται συμψηφισμούς ως προς την ευθύνη του κατακτητή για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν εις βάρος του ελληνικού πληθυσμού.
Παράλληλα, η επιστημονική διερεύνηση των ελληνογερμανικών σχέσεων κατά την περίοδο 1941–1944 μπορεί να συμβάλει στην πληρέστερη κατανόηση της ιστορίας, εφόσον βασίζεται σε τεκμήρια και αντιμετωπίζει με σαφήνεια τις ευθύνες των εμπλεκομένων.
Η ουσιαστική αξιολόγηση της έκθεσης θα εξαρτηθεί από το πραγματικό περιεχόμενό της και όχι αποκλειστικά από τη διατύπωση του τίτλου της.
Το γεγονός, πάντως, ότι τα εγκαίνια συμπίπτουν με την επέτειο της Απελευθέρωσης καθιστά τη δημόσια συζήτηση για την ιστορική μνήμη και την ευθύνη των θεσμών ιδιαίτερα επίκαιρη.
GEOPOLITICO
Παρακμή
Η επιστροφή των οστών του Βούλγαρου τσάρου Σαμουήλ, το ζήτημα των ελληνικών θρησκευτικών κειμηλίων που εξακολουθούν να βρίσκονται στη Βουλγαρία και η πρόσφατη πυρκαγιά στον Έβρο συνθέτουν το σκηνικό μιας αιχμηρής παρέμβασης για τη διαχείριση της εθνικής κληρονομιάς και την προστασία της Θράκης. Η Μαρία Γιαλαμά ασκεί σκληρή κριτική στην ελληνική πολιτεία, θέτοντας παράλληλα το ζήτημα της πολιτιστικής ταυτότητας των Πομάκων και της προστασίας των Αλεβιτών Μπεκτασήδων. Μια παρέμβαση που συνδέει την ιστορική μνήμη με τις σύγχρονες προκλήσεις, αλλά και με αναπάντητα ερωτήματα για τις προτεραιότητες του ελληνικού κράτους.
Της Μαρίας Γιαλαμά | Ελεύθερη Ώρα
Ο Ελληνικός λαός,στις 3/10/2026, με έκπληξη είδε να υπογράφεται από την Ελληνίδα υπουργό πολιτισμού και τον Βούλγαρο ομόλογό της,τη παρουσία του πρωθυπουργού, συμφωνία παραδόσεως στην γείτονα χώρα, των οστών του Τσάρου Σαμουήλ της Βουλγαρίας. Αυτά ευρέθησαν το 1965 κατά τις ανασκαφές του καθηγητού Ν.Μουτσοπούλου,στην βασιλική του Αγίου Αχιλλείου της μικρής Πρέσπας. Ως <αντάλλαγμα>της προσφοράς του σημαντικού για τον Βουλγαρικό λαό σκελετού του Σαμουήλ,εδόθησαν στην Ελλάδα,48 από τα θρησκευτικά και όχι μόνο κειμήλια,που έκλεψαν οι Βούλγαροι από τέσσερις μονές της Δράμας και των Σερρών. Τα περισσότερα καταγεγραμμένα κλοπιμαία, προήρχοντο από την Ι.Μ Εικοσιφοινίσσης. Συμφώνως με μαρτυρίες,εδώ και αρκετά χρόνια,εζητείτο η επιστροφή των κλοπιμαίων,τόσο από τις Ιερές Μονές,όσο και από τις μητροπόλεις στις οποίες ανήκουν αυτές. Ομολογουμένως,τις τρείς χρονικές περιόδους του Α βαλκανικού πολέμου,του Β και του συμμοριτοπολέμου,οι Βούλγαροι ελεηλάτησαν μονές και εκκλησίες,κατέστρεψαν σχολεία και με ιδιαιτέρα αγριότητα,δολοφονούσαν τους αντιστεκομένους στις βίαιες πρακτικές τους Έλληνες.
Με αυτόν τον βίαιο τρόπο,απέσπασαν πολλά μεγάλης θρησκευτικής και ιστορικής αξίας έργα τέχνης, κειμήλια,μεταφέροντάς τα στην Βουλγαρία. Η συνθήκη του Νεϊγύ του 1919,υποχρέωνε την Βουλγαρία πλήν των άλλων,να επιστρέψει και τα κλοπιμαία. Δυστυχώς όμως οι σημερινοί Ευρωπαίοι εταίροι μας,δεν συνεμορφώθησαν,θεωρώντας την συνθήκη,καταστροφική για την Βουλγαρία. Εφρόντισαν όμως,ενημερωθέντες για την με επιστημονική τεκμηρίωση διαπίστωση, ότι τα ευρεθέντα οστά ανήκαν στον Τσάρο Σαμουήλ, να αιτούνται από το 1970 την απόδοσή τους.. Ο Σαμουήλ,φέρεται να απέθανε μετά την μάχη στο Κλειδί στις 6/10/1014. Οι διαρκείς προσπάθειες του Βασιλείου Β του γνωστού ως Βουλγαροκτόνου,κατέστησαν την Βουλγαρία, μέρος του Βυζαντίου.
Συγχρόνως με το διαρκές αίτημα των Βουλγάρων,υπήρχε και το από Ελληνικής πλευράς αίτημα της επιστροφής των πολλών κλοπιμαίων θρησκευτικών και όχι μόνον θησαυρών.
Η Ελληνική κυβέρνηση,εξέτασε προφανώς το αίτημα των Βουλγάρων και απεφάσισε να τους τα επιστρέψει,έστω και αν κάποιες πληροφορίες θέλουν να τα εζήτησε και η Αρμενία,ισχυριζομένη ότι η μητέρα του ήτο αρμενικής καταγωγής. Το αξιοπερίεργο είναι,όχι ότι εδόθησαν τα οστά στους Βουλγάρους,που γι αυτούς είναι σημαντικότατα,όπως ανέφερε και ο πρώην πρωθυπουργός Α.Σαμαράς,<ότι ο Σαμουήλ για τους Βουλγάρους,είναι κάτι σαν τον Μέγα Αλέξανδρο για τους Έλληνες>,αλλά ότι δεν επεστράφησαν όλοι οι κλεμμένοι Ελληνικοί θησαυροί. Παρελήφθησαν από το Ελληνικό υπουργείο πολιτισμού,μόνο 48 εκ των χιλίων και πλέον καταγεγραμμένων κλοπιμαίων. Προφανώς για άλλη μία φορά,η πατρίδα μας,εβρέθη με ήσσονα διεκδικητική διάθεση να απεμπολεί ουσιαστικώς την κληρονομιά της.
Με δεδομένη την παρακμιακή διαχείριση του διαχρονικού αμυθήτου πλούτου της πολιτιστικής κληρονομιάς και τον τρόπο που τον διαχειρίζεται η νύν κυβέρνηση,οι σκέψεις για την μή διαπραγματευτική προσπάθεια,υπερέχουν.
Κοινώς,εχαρίσθησαν στους απογόνους των <κλεφτών>, αυτά που αιτούντο,χωρίς να παραδώσουν όλα τα κλοπιμαία,ως όφειλαν.
Η παρακμή της χώρας και οι διάφορες εκφάνσεις της
Στις 5/10/2026,στον κεντρικό Έβρο,στα ορεινά του δήμου Σουφλίου και στην περιοχή της Ρούσσας,και των γύρω οικισμών των Πομάκων,ξέσπασε πυρκαγιά που δημοσιογραφικές πληροφορίες την θέλουν να έρχεται από την Βουλγαρία,από την ιδιαιτέρως αραιοκατοικημένη περιοχή της Β.Θράκης .Η φωτιά εξαπλώθηκε σε μεγάλη έκταση και οι Ελληνικές δυνάμεις της πυροσβεστικής δεν κατάφεραν να την ελέγξουν άμεσα,έστω και αν υπήρξε μεγάλη κινητοποίηση. Καθοριστικό ρόλο για την επέκταση της, έπαιξε η ολιγωρία της κινητοποιήσεως των γειτόνων και τα πτωχά κατασβεστικά μέσα που διέθεσαν.
Η φωτιά εξεδηλώθη σε αραιοκατοικημένη περιοχή στην γείτονα,στην δε Ελληνική περιοχή υπήρξε υφέρπουσα,λόγω του ότι και εκεί τα δάση παραμένουν ακαθάριστα από το συγκεντρωθέν σε μεγάλες ποσότητες πούσι,που καίγεται εύκολα,αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει βούληση να καθαρισθεί.
Εντυπωσιάζει ο χρόνος εκδηλώσεως της φωτιάς.
Συμφώνως με την ανακοίνωση του αντιπεριφερειάρχου Έβρου,η ενοικίαση των τριών πυροσβεστικών αεροσκαφών,που εστάθμευαν στον αερολιμένα ΔΗΜΟΚΡΙΤΟ της Αλεξανδρουπόλεως,έληξε την 2α Οκτωβρίου.
Λαμβανομένου υπ΄όψιν,ότι η φωτιά ήτο έρπουσα,υπάρχουν υπόνοιες,για εμπρισμό εκούσιο λαθρομεταναστών.
Η υπόνοια αυτή και μόνον,οδηγεί σε συνθετότερες σκέψεις,δεδομένου ότι,προσφάτως στην Ρούσα,με την πρέπουσα δημοσιότητα,έγινε η εκδήλωση της αναγνωρίσεως ως θρησκευτικής μειονότητος αυτοδιοικουμένης,των Αλεβιτών Μπεκτασήδων,από την πολιτεία ,που το προξενείο της Κομοτηνής με τον σκοτεινό του διαχρονικά ρόλο,δεν το επιθυμούσε καθόλου. Οι κάτοικοι του ορεινού όγκου του Σουφλίου,Πομάκοι στην πλειοψηφία τους με ίδιο γλωσσικό ιδίωμα με ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και βαθύτατη εθνική συνείδηση επιθυμούσαν για χρόνια την αναγνώριση αυτή.Η ύπαρξη του μοναστηριού- τεκέ του Σείντ Αλή Σουλτάν ,από το 1400 μχ,αποτελεί τον ευκτήριο οίκο τους και εκεί προσεύχονται μαζί άνδρες και γυναίκες. Οι ίδιοι,αν και ανήκοντες στην ευρύτερη μουσουλμανική μειονότητα,τρώνε χοιρινό και πίνουν κρασί ,ούζο και τσίπουρο,ενώ απαγορεύεται η πολυγαμία.
Υπαρχούσης της διαχρονικής ασφυκτικής πιέσεως από το Τουρκικό προξενείο,για έλεγχο των Ελλήνων της θρησκευτικής μουσουλμανικής μειονότητος,καλό είναι να ελέγξει η κυβέρνηση,μήπως η εκδήλωση της φωτιάς στην συγκεκριμένη περιοχή ήτο εσκεμμένη τιμωρητική αντίδραση. Άλλωστε σε μία ευνομουμένη πολιτεία, υπάρχοντος του προκλητικού κλίματος από την Τουρκία και των ευκαιριών που δίδει στους πολίτες της ,μέσω τραπεζικών δανείων,εξαγοράς κτημάτων στον Έβρο,καλό είναι να προλαμβάνονται επιδιώξεις του είδους .
Διαρκές το αίτημα των Πομάκων της Θράκης για διδασκαλία της Ελληνικής και Πομακικής γλώσσης,αντί της Τουρκικής
Στα πλαίσια της επιβαλλομένης εγρηγόρσεως,το αίτημα των Ελλήνων Πομάκων ,να πάψουν να διδάσκονται υποχρεωτικώς την Τουρκική γλώσσα και να διδάσκονται ως Έλληνες μόνον την Ελληνική και την Πομακική,οφείλει να το ασπασθεί η κυβέρνηση.
Άλλως η ρήση του του Ο.Ελύτη: ήλθαν ντυμένοι φίλοι,αμέτρητες φορές οι εχθροί μου,το παμπάλαιο χώμα πατώντας,και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με την φτέρνα τους..
θα επιβεβαιωθεί από ανικάνους να εκτιμήσουν και να κυβερνήσουν τον ευλογημένο αυτό τόπο.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
