Απόψεις
Η αντίδραση των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στις υβριδικές απειλές
Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς
Οι υβριδικές απειλές απαιτούν η εθνική στρατηγική να έχει προσανατολισμό στον πόλεμο του μέλλοντος και τη γρήγορη μεταβαλλόμενη σχέση μεταξύ στρατηγικής και τεχνολογίας στον πόλεμο. Οι υβριδικές επιθέσεις είναι ένας πόλεμος που διεξάγεται με αυτόνομα συστήματα, που αν επεκταθεί σε ολοκληρωτικό πόλεμο θα μπορούσε να αποτελέσει προάγγελο μιας περιφερειακής καταστροφής. Βασικά ερωτήματα που ανακύπτουν είναι πως θα υπερασπιστούμε τον Ελληνισμό ενάντια σε μια τέτοια απειλή και πώς θα πολεμήσουν οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις (ΕΕΔ) για να κερδίσουν έναν τέτοιο πόλεμο;
Είναι άμεση ανάγκη να εξετάσουμε την αλληλεπίδραση της στρατηγικής των ΕΕΔ με τις ταχέως αναδυόμενες τεχνολογίες και το βαθμό στον οποίο πρέπει να προσαρμοστούν, αν επιθυμούμε η συλλογική αποτροπή και η άμυνα της Ελλάδας να αποκτήσει αξιοπιστία, στην παρούσα κατάσταση που έχουμε περιέλθει για την αντιμετώπιση των προκλήσεων του πιθανολογούμενου μελλοντικού πολέμου.
Ο κύριος αντίπαλος μας ασχολείται με την προετοιμασία για τον πόλεμο του μέλλοντος, εμείς;
Είναι επείγον να εξετάσουμε την στρατηγική για αυτού του είδους πόλεμο ως μελέτη περίπτωσης στην εξελισσόμενη στρατηγική απειλή. Ο σκοπός μας πρέπει να είναι η ανταπόκριση του Ελληνισμού και η νέα ισορροπία δυνάμεων με πολλαπλασιαστές ισχύος στην περιοχή μας, προκειμένου να προστατεύσουμε επιτυχώς τις ευάλωτες, ανοιχτές κοινωνίες μας και να σχεδιάσουμε τη μελλοντική δομή των στρατιωτικών δυνάμεων που θα είναι ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της αξιόπιστης αποτροπής και άμυνας. Παράλληλα με την ποσοτική και ποιοτική αύξηση των προκλήσεων από την Τουρκία το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα που εμφανίστηκε από το 2014 προς την πατρίδα μας, είναι η μεγαλύτερες προκλήσεις για την Ελληνική αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Η είσοδος των υβριδικών απειλών μας βρήκε απροετοίμαστους και αιφνιδιασμένους. Τις προηγούμενες δύο δεκαετίες, πέραν της τουρκικής απειλής, η Εθνική Στρατηγική εστιάστηκε σε ειρηνευτικές επιχειρήσεις των διεθνών οργανισμών και αντιμετώπισης διεθνούς πειρατείας. Σήμερα, η Ελλάδα αναγκάζετε να επιστρέψει στο αρχικό της βασικό καθήκον της εθνικής άμυνας, το οποίο εκδηλώθηκε, μεταξύ άλλων, από την ανάπτυξη και εκσυγχρονισμό των τουρκικών αεροναυτικών δυνάμεων με τις οποίες αμφισβητήθηκε έμπρακτα η ισορροπία δυνάμεων και η εκμετάλλευση των υβριδικών απειλών με προεξάρχων θέμα, το ανεξέλεγκτο ζήτημα μετανάστευσης, και οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών. Ωστόσο, σε αμφότερα τα αναφερόμενα θέματα αποκαλύπτεται ότι ο Ελληνισμός έπρεπε να κάνει πολλά περισσότερα από ό, τι έπραξε.
Ο Ελληνισμός έπρεπε να αντιμετωπίσει με μεγαλύτερη σοβαρότητα το φαινόμενο των “υβριδικών απειλών και επιθέσεων”.
Υβριδικές, είναι αυτός ο τύπος απειλών, που συνδυάζει αυτονόητα και συγκαλυμμένα στρατιωτικά και μη στρατιωτικά μέσα δημιουργώντας έτσι ασάφειες που μπορούν να περιπλέξουν σοβαρά μια ενιαία απάντηση. Η έννοια της «υβριδικής απειλής» δεν είναι καινούργια. Αυτό που είναι καινούργιο, όμως, είναι η απρόσκοπτη ενορχήστρωση της τουρκικής στρατηγικής με χρήση, στρατιωτικών και μη στρατιωτικών εργαλείων, όπως αποδείχθηκε στο Αιγαίο, αλλά και στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, όπου υφίστανται κυριαρχικά δικαιώματα του Ελληνισμού, τα οποία αμφισβητούνται.
Η Τουρκία, τα τελευταία χρόνια έχτισε μια εντυπωσιακή στρατιωτική ισχύ, ανατρέποντας υπέρ της την ισορροπία ισχύος. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αυξήσει κατακόρυφα τις παραβιάσεις και παραβάσεις στις εναέριες και θαλάσσιες ζώνες, να ξεκινήσει έναν κυβερνοπόλεμο κατά του Ελληνισμού, να παρεμποδίσει τις έρευνες φυσικού αερίου στη νοτιοανατολική Μεσόγειο και να υποστηρίξει την αναχώρηση μεταναστών προς τα ελληνικά νησιά και ηπειρωτικά σύνορα με μοντέρνο εξοπλισμό. Αυτές όλες οι πράξεις συνοδεύτηκαν από μια μαζική εκστρατεία παραπληροφόρησης στο εσωτερικό τους και προς το εξωτερικό με διπλό σκοπό. Πρώτα να δημιουργήσει αμφισβητήσεις των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο για να κερδίσει την εξωτερική νομιμοποίηση. Δεύτερο να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η Τουρκία δεν είχε καμία σχέση με τη μετακίνηση των μεταναστών και ότι μάλιστα προσπαθούν να αναχαιτίσουν το κύμα ζητώντας και αποζημιώσεις από την ΕΕ, για να χειριστούν το μεταναστευτικό ζήτημα.
Η ίδια η ιδέα του πολέμου του μέλλοντος είναι αμφιλεγόμενη και πρέπει να αναγνωριστεί ως τέτοια.
Η ιδέα ότι οι κοινωνίες και τα συναφή στρατιωτικά τους συστήματα θα μπορούσαν να κατανοηθούν ως σύνθετα συστήματα ενθάρρυναν την άποψη, που αντανακλάται στις περίπλοκες έρευνες για κέντρα βάρους του εχθρού που θα κληθούμε να προσβάλουμε ακριβώς στο σωστό μέρος και στο σωστό χρόνο. Εάν όμως αυτή η προσβολή αντέξει, τότε θα επηρεάσει όλα τα διασυνδεδεμένα μέρη. Σε όλες σχεδόν τις εξεταζόμενες περιστάσεις ο Ελληνισμός δεν θα καταρρεύσει και θα απαντήσει δυναμικά. Εντούτοις, στοιχεία από την τουρκική στρατηγική και τη στρατιωτική στάση της, υποδηλώνουν ότι η ηγεσία της Τουρκίας πιστεύει πραγματικά ότι ένας συνδυασμός τουρκικών δυνάμεων και τρωτών σημείων του Ελληνισμού θα μπορούσε να προσφέρει στην Άγκυρα μια τέτοια «αποφασιστική στιγμή». Ή, τουλάχιστον, πιστεύουν ότι κάποια στρατηγικά οφέλη θα μπορούσαν να προκύψουν για την Τουρκία, δεδομένου ότι αυτή η σκέψη είναι τώρα κεντρική στη μεγάλη και στρατιωτική στρατηγική της Τουρκίας.
Τρισδιάστατη ηθική κατά τις Υβριδικές επιθέσεις
Στην καθημερινότητά μας, οι υβριδικές επιθέσεις σχεδιάζονται υπό το πρίσμα τριών διαστάσεων: προθέσεις, μέσα και συνέπειες. Οι προθέσεις περιλαμβάνουν τόσο τις δηλωμένες αξίες όσο και τα προσωπικά κίνητρα. Οι περισσότεροι ηγέτες εκφράζουν δημοσίως στόχους που ακούγονται ευγενείς και αντάξιοι, παρόλο που τα προσωπικά τους κίνητρα, όπως το εγώ και το συμφέρον τους, μπορεί να διαστρεβλώνουν με ακρίβεια αυτούς τους στόχους. Επιπλέον, οι καλοί στόχοι πρέπει όχι μόνο να ικανοποιούν τις αξίες ενός ατόμου, αλλά και να υποβληθούν σε δοκιμασία σκοπιμότητας. Διαφορετικά, οι καλύτερες προθέσεις μπορούν να έχουν καταστροφικές ηθικές συνέπειες, παρομοιάζοντας τες, ως το δρόμο προς την κόλαση. Το πολιτικό και πολιτειακό σύστημα της Ελλάδος το 1920 μπορεί να είχε καλές προθέσεις όταν έστειλε ελληνικά στρατεύματα στην τότε Οθωμανική αυτοκρατορία στην ενδοχώρα της Ανατολίας, αλλά οι καλές προθέσεις των ηγετών δεν αποτελούν απόδειξη για αυτό που μερικές φορές λέγεται παραπλανητικά «ηθική σαφήνεια».
Η δεύτερη σημαντική διάσταση είναι τα διατιθέμενα μέσα. Τα μέσα πρέπει να είναι σύγχρονα και ικανά για να επιτύχουμε τους στόχους μας. Εννοώ ό,τι τα διατιθέμενα μέσα εξαρτώνται από την ποιότητά τους καθώς και από την αποτελεσματικότητά τους. Ένας ηθικός ηγέτης θα εξετάσει πρώτα τη μαλακή ισχύ έλξης και τη σημασία της ανάπτυξης της εμπιστοσύνης των άλλων χωρών. Παραδείγματος χάρη, επικαλούμενος το Διεθνές Δίκαιο, αν και το καταπατά. Όταν πρόκειται για χρήση μέσων, οι ηγέτες καλούνται να αποφασίσουν πώς να συνδυάσουν τη σκληρή ισχύ των προτροπών και των απειλών με τη μαλακή ισχύ αξιών, πολιτισμού, διπλωματίας και πολιτικών που προσελκύουν τους ανθρώπους στους στόχους τους. Η χρήση σκληρής ισχύος όταν η μαλακή ισχύς δεν είναι απαραίτητη για την προστασία των αξιών εγείρει σοβαρά ηθικά ερωτήματα σχετικά με τα μέσα.
Όσον αφορά τις συνέπειες, η αποτελεσματικότητα είναι ζωτικής σημασίας και προϋποθέτει την επίτευξη των στόχων της χώρας, αλλά οι ηθικές συνέπειες πρέπει επίσης να είναι καλές όχι μόνο για τον Ελληνισμό, αλλά και για τους άλλους. Στην πράξη, η αποτελεσματικότητα και τα δεοντολογικά μέσα συχνά συνδέονται στενά. Ένας ηγέτης που επιδιώκει ηθικούς αλλά μη ρεαλιστικούς στόχους ή χρησιμοποιεί αναποτελεσματικά τα μέσα, μπορεί να προκαλέσει τρομερές ηθικές συνέπειες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Οι ηγέτες με καλές προθέσεις, αλλά με αδυναμία παρακολούθησης της πραγματικότητας με ρεαλισμό και ο απερίσκεπτος έλεγχος της πραγματικότητας παράγουν μερικές φορές κακές συνέπειες και οδηγούν σε ηθική αποτυχία.
Η στρατηγική για την αντιμετώπιση των υβριδικών απειλών μπορεί να διαιρεθεί σε τρία στάδια.
Προετοιμασία: Αυτό, βασίζεται στην υπόθεση ότι η υπεράσπιση έναντι των υβριδικών απειλών χρειάζεται να γίνει μόνιμη αποστολή όλων των δομών του Ελληνισμού με έργο την αντιμετώπισή τους. Ως εκ τούτου, ο πρωταρχικός στόχος είναι να κατανοηθεί καλύτερα το φαινόμενο των υβριδικών επιθέσεων και να δημιουργηθούν κατάλληλες υπηρεσίες. Αυτές οι υπηρεσίες απαιτείται να συλλέγουν και να αξιολογούν συνεχώς πληροφορίες για τον εντοπισμό φαινομενικά άσχετων γεγονότων ως υβριδικών εκστρατειών και να προβαίνουν στην ταυτοποίηση των δραστών. Καθώς οι υβριδικές επιθέσεις κατευθύνονται κυρίως κατά κρατών και κυβερνήσεων, η ευθύνη για την αντιμετώπιση τέτοιων επιθέσεων έγκειται κυρίως από τα ίδια τα κράτη. Η ΕΕ, σε αυτή την περίπτωση μπορεί να βοηθήσει να εντοπίσουμε τα εθνικά τρωτά σημεία και να ενισχύσουμε έτσι την ανθεκτικότητά τους. Μια στρατηγική αντιμετώπισης υπογραμμίζει επίσης τον υποστηρικτικό ρόλο της ΕΕ σε τομείς όπως ο προγραμματισμός έκτακτης ανάγκης σε συνοριακές περιοχές και την προστασία των υποδομών ζωτικής σημασίας. Επίσης το ΝΑΤΟ μπορεί να μας συνδράμει υποστηρίζοντας τις στρατηγικές επικοινωνίες, τον κυβερνοχώρο, την ενεργειακή ασφάλεια και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.
Αποτροπή: Η αποτροπή των υβριδικών απειλών επιχειρείται κυρίως για να πεισθούν οι δυνητικοί αντίπαλοι ότι το κόστος των ενεργειών τους θα ξεπεράσει κάθε εύλογο κέρδος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με μέτρα που θα λάβει η ευρύτερη διεθνής κοινότητα (π.χ. κυρώσεις), αλλά και με την “κατάδειξη” για να στερήσει τον αντίπαλο από την ανωνυμία και να τον θέσει κάτω από πολιτική και ηθική πίεση. Στο μεταναστευτικό για παράδειγμα, η ίδια η ΕΕ χρειάζεται να επικεντρώνει τις προσπάθειές της στην περαιτέρω αύξηση της ανταπόκρισης των διωκτικών αρχών Λιμενικού και Ακτοφυλακής με την προσαρμογή των διαδικασιών λήψης αποφάσεων και νέων δομών διοίκησης για συντόμευση των χρόνων επαναπροώθησης.
Υποστήριξη: Στην αρχική φάση, η άμυνα κατά μιας υβριδικής επίθεσης μπορεί να περιορίζεται στα χρησιμοποιούμενα όργανα από τον εισβολέα, για παράδειγμα στον κυβερνοχώρο. Ο πρωταρχικός στόχος είναι να αποφευχθεί μια υβριδική σύγκρουση και να κλιμακωθεί στο στρατιωτικό επίπεδο. Σε περίπτωση όμως τέτοιας κλιμάκωσης, ο Ελληνισμός απαιτείται να ανταποκριθεί στρατιωτικά. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που απαιτείται οι στρατιωτικές ασκήσεις να προσαρμοστούν στην πρόκληση των υβριδικών απειλών. Με την εισαγωγή υβριδικών στοιχείων στα σενάρια, οι πολιτικοί και στρατιωτικοί φορείς λήψης αποφάσεων πλέον αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν τα διλήμματα που μπορούν να θέσουν οι υβριδικές απειλές, όπως ο καθορισμός ορίων για την ενδεχόμενη συλλογική δράση σε περιπτώσεις όπου οι επιθέσεις του αντιπάλου υπερβαίνουν το επίπεδο ανοχής.
Συμπεράσματα
Η προσέγγιση μας για την αντιμετώπιση των υβριδικών απειλών οδήγησε σε μια συνεπή διεύρυνση των αντι-υβριδικών εργαλείων, συμπεριλαμβανομένων των σχέσεών μας με άλλους παράγοντες, ιδίως με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, υπάρχουν αρκετοί τομείς στους οποίους πρέπει να γίνουν πολλά ακόμη. Πρώτα απ’ όλα, ο ρόλος των στρατιωτικών μέσων στην αποτροπή ή την υπεράσπιση των υβριδικών επιθέσεων δεν είναι ακόμα πλήρως κατανοητός. Σε ορισμένες υβριδικές ενέργειες, όπως κυβερνοεπιθέσεις και “ψεύτικες ειδήσεις”, ο ρόλος της στρατιωτικής αποτροπής είναι πιθανό να παραμείνει μικρός. Τα στρατιωτικά μέσα χρησιμεύουν κυρίως για να διασφαλιστεί ότι μια υβριδική σύγκρουση δεν θα μετατραπεί σε στρατιωτική εκστρατεία. Αν, από την άλλη πλευρά, οι υβριδικές επιθέσεις είναι μόνο πρόδρομοι σε μια στρατιωτική επίθεση, όπως συνέβη τον Φεβρουάριο στον Έβρο, η άμυνά μας μπορεί να χρειαστεί νωρίτερα να αναπτύξει τα στρατιωτικά της προτερήματα, όπως πράγματι έγινε.
Η άμυνα κατά των υβριδικών απειλών είναι μια μακροπρόθεσμη στρατηγική πρόκληση για την Εθνική Άμυνα, που απαιτεί βαθιές αλλαγές στις διαδικασίες σχεδιασμού και λήψης αποφάσεων. Σε μια εποχή όπου η Τουρκία προσπαθεί να μας εμπλέξει σε πολεμικά παίγνια, η διαχείριση κρίσεων και οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων είναι ενέργειες διαδοχικές, δηλαδή το ένα πρόβλημα θα μπορούσε να ακολουθεί μετά το άλλο. Στην εποχή των υβριδικών απειλών απαιτείται μια πιο δυναμική προσέγγιση. Με βάση, μια συνεχώς ενημερωμένη αξιολόγηση του στρατηγικού περιβάλλοντος, οι επιλογές μας είναι ότι πρέπει να αναπτυχθεί, να ασκηθεί και ενδεχομένως, να αναληφθεί συλλογική δράση. Για τις Ένοπλες Δυνάμεις που εδώ και δεκαετίες έχουν επικεντρωθεί μόνο στις στρατιωτικές απαντήσεις στις στρατιωτικές προκλήσεις, αυτή η προσαρμογή μπορεί να είναι επώδυνη. Ωστόσο, όταν οι αντίπαλοι όλο και περισσότερο λειτουργούν στη γκρίζα ζώνη, η Εθνική Στρατηγική δεν μπορεί πλέον να αντέξει να σκέφτεται μόνο με τη λογική του άσπρου-μαύρου.
*Ο Υποναύαρχος ε.α. Δημήτριος Τσαϊλάς είναι Senior Researcher of Strategy International και Member of Institute for National and international Security
ΠΗΓΗ: geopolitics.iisca.eu
GEOPOLITICO
Μηνύματα Αναγνωστών: Ήρθε η ώρα για έμπρακτες αποδείξεις συμμαχίας
Στρατηγικός σύμμαχος ή απλώς χρήσιμος εταίρος; Η σημερινή συγκυρία ίσως είναι η στιγμή που θα δώσει την απάντηση.
Καλησπέρα σας κύριε Καλεντερίδη,
Ίσως η σημερινή επίσκεψη του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών στην Ελλάδα αποτελεί την πιο κρίσιμη ευκαιρία για τη χώρα μας. Είναι η στιγμή κατά την οποία η ελληνική πολιτική ηγεσία οφείλει να κινηθεί με ψυχραιμία, αποφασιστικότητα και πλήρη προετοιμασία.
Η Ελλάδα πρέπει να μιλήσει με όρους στρατηγικού συμμάχου και να θέσει στο τραπέζι, χωρίς άλλες καθυστερήσεις, τα κρίσιμα εθνικά μας ζητήματα: ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, έμπρακτη διασφάλιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων στο Αιγαίο και ουσιαστική αντιμετώπιση κάθε πρόκλησης που θίγει τα συμφέροντα και την αξιοπρέπεια της χώρας μας.
Εφόσον οι ΗΠΑ θεωρούν την Ελλάδα σημαντικό και αξιόπιστο σύμμαχο και επιθυμούν να στηρίζονται στη χώρα μας για την εξυπηρέτηση ευρύτερων στρατηγικών τους συμφερόντων, ήρθε η ώρα για έμπρακτες αποδείξεις συμμαχίας. Όχι μόνο λόγια, αλλά συγκεκριμένες συμφωνίες, δεσμεύσεις και εγγυήσεις.
΄Ενας σύμμαχος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως χρήσιμος εταίρος, αλλά πρέπει να αισθάνεται ότι η στρατηγική του αξία αναγνωρίζεται και αντανακλάται έμπρακτα στις αποφάσεις και στις συμφωνίες. Δεν θα ήταν, άλλωστε, ιδιαίτερα πειστικό να επαναληφθούν πρακτικές που δημιουργούν την εντύπωση ότι η Ελλάδα λαμβάνει τελικά λιγότερα από όσα δικαιούται — όπως έχει συμβεί και σε ζητήματα πολιτιστικής κληρονομιάς, όπου η σύγκριση με άλλες χώρες αφήνει εύλογα ερωτήματα.
Συνεπώς, είναι η ώρα των ελληνικών απαιτήσεων και των αμερικανικών πρακτικών αποφάσεων.
Και εδώ γεννάται ίσως το πιο ουσιαστικό ερώτημα:
Έχει άραγε η Ελληνική Κυβέρνηση ετοιμάσει τη δική της λίστα απαιτήσεων;
Είναι σαφής, συγκεκριμένη και διεκδικητική η λίστα αυτή, την οποία θα θέσει στο τραπέζι τώρα — και όχι αύριο — ώστε η Ελλάδα να μετατρέψει τη στρατηγική της αξία σε συγκεκριμένα εθνικά οφέλη;
Ευχολόγιο ΤΕΛΟΣ. Η σημερινή συγκυρία είναι μια κρίσιμη ευκαιρία για να αποδειχθούν όλα αυτά και στην πράξη τόσο από την Ελληνική κυβέρνηση τόσο και από την Αμερικανική.
Στρατηγικός σύμμαχος ή απλώς χρήσιμος εταίρος; Η σημερινή συγκυρία ίσως είναι η στιγμή που θα δώσει την απάντηση.
Με εκτίμηση,
Μαρία Σουλιώτη
GEOPOLITICO
Γιάννης Ιωαννίδης στα 150 χρόνια της «Εστίας»: Αριστεία, ελευθερία και οι χρόνιες παθογένειες της Ελλάδας
Ο καθηγητής Ιατρικής του Stanford άσκησε αιχμηρή κριτική στην ελληνική πραγματικότητα, μιλώντας για εκπαίδευση, brain drain, ελευθερία και την ανάγκη να αποκτήσει ξανά ουσιαστικό περιεχόμενο η έννοια της αριστείας
Με μια ομιλία που κινήθηκε πέρα από τον καθιερωμένο επετειακό λόγο, ο καθηγητής Ιατρικής του Πανεπιστημίου Stanford Γιάννης Ιωαννίδης παρενέβη στην εκδήλωση για τη συμπλήρωση 150 χρόνων από την ίδρυση της εφημερίδας «Εστία», θέτοντας στο επίκεντρο κρίσιμα ζητήματα για τη σύγχρονη Ελλάδα.
Ο διεθνώς αναγνωρισμένος ακαδημαϊκός αναφέρθηκε στην αριστεία, στην ελευθερία, στην εκπαίδευση, στο brain drain, αλλά και στις διαχρονικές παθογένειες που, όπως υπογράμμισε, εμποδίζουν τη χώρα να αξιοποιήσει το ανθρώπινο δυναμικό της.
Η ομιλία του είχε σαφή κριτική διάσταση, καθώς ο Γιάννης Ιωαννίδης δεν περιορίστηκε σε γενικές διαπιστώσεις, αλλά έθεσε το ζήτημα της απόστασης που συχνά χωρίζει τη δημόσια ρητορική από την πραγματική λειτουργία των θεσμών.
Η αριστεία δεν είναι σύνθημα
Κεντρική θέση στην παρέμβασή του είχε η έννοια της αριστείας.
Ο καθηγητής στάθηκε στην ανάγκη η αριστεία να πάψει να χρησιμοποιείται ως κενό σύνθημα και να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο μέσα από θεσμούς που επιτρέπουν στους ικανότερους να προχωρούν χωρίς κομματικές, κοινωνικές ή διοικητικές εξαρτήσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, η κριτική του στράφηκε στις στρεβλώσεις της ελληνικής πραγματικότητας, όπου η αξιοκρατία συχνά υποχωρεί μπροστά σε μηχανισμούς γνωριμιών, εξαρτήσεων και εσωτερικών ισορροπιών.
Το πρόβλημα, όπως αναδείχθηκε στην ομιλία του, δεν είναι η έλλειψη ικανών ανθρώπων.
Είναι η αδυναμία του συστήματος να τους αναγνωρίσει, να τους αξιοποιήσει και να τους κρατήσει στη χώρα.
Η ελευθερία ως προϋπόθεση δημιουργίας
Ο Γιάννης Ιωαννίδης συνέδεσε την αριστεία με την ελευθερία.
Χωρίς ελεύθερη σκέψη, ελευθερία της έρευνας και δυνατότητα έκφρασης διαφορετικών απόψεων, η πρόοδος –επιστημονική, κοινωνική ή πολιτική– περιορίζεται.
Η ελευθερία, υπό αυτή την έννοια, δεν παρουσιάστηκε απλώς ως συνταγματικό δικαίωμα, αλλά ως βασική προϋπόθεση για να μπορεί μια κοινωνία να παράγει ιδέες, γνώση και ανθρώπους που δεν φοβούνται να αμφισβητήσουν τις κυρίαρχες αντιλήψεις.
Η επιστημονική δημιουργία, αλλά και συνολικά η πνευματική ζωή, δεν μπορεί να αναπτυχθεί σε περιβάλλον που τιμωρεί την ανεξάρτητη σκέψη ή αντιμετωπίζει την κριτική ως απειλή.
Η εκπαίδευση στο επίκεντρο
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην ελληνική εκπαίδευση.
Ο καθηγητής έθεσε εμμέσως αλλά σαφώς το ερώτημα εάν το εκπαιδευτικό σύστημα δημιουργεί ανθρώπους με ανεξάρτητη κρίση ή αν αναπαράγει ένα μοντέλο που περιορίζει τη δημιουργικότητα και την πραγματική αξιοκρατία.
Η εκπαίδευση, όπως προέκυψε από την παρέμβασή του, δεν μπορεί να περιορίζεται στη μετάδοση γνώσεων.
Οφείλει να καλλιεργεί κριτική σκέψη, υπευθυνότητα και τη δυνατότητα των νέων να κινηθούν πέρα από την πεπατημένη.
Σε διαφορετική περίπτωση, ακόμη και οι πιο ταλαντούχοι αναζητούν διέξοδο εκτός Ελλάδας.
Το brain drain ως σύμπτωμα βαθύτερου προβλήματος
Ακριβώς εκεί ο Γιάννης Ιωαννίδης έφερε στο προσκήνιο το brain drain.
Η φυγή νέων επιστημόνων και επαγγελματιών στο εξωτερικό δεν αποτελεί μόνο οικονομικό ή δημογραφικό ζήτημα.
Αποτελεί ένδειξη ότι ένα σημαντικό τμήμα του πιο παραγωγικού ανθρώπινου δυναμικού της χώρας δεν βρίσκει στην Ελλάδα τις συνθήκες για να εξελιχθεί.
Το πρόβλημα δεν λύνεται μόνο με οικονομικά κίνητρα.
Αφορά το συνολικό περιβάλλον: τις ευκαιρίες, την αξιοκρατία, την ελευθερία στην εργασία και στην έρευνα, την ποιότητα των θεσμών και τη δυνατότητα ενός νέου ανθρώπου να πιστέψει ότι η προσπάθειά του θα ανταμειφθεί.
Η Ελλάδα, με άλλα λόγια, δεν χάνει μόνο ανθρώπους.
Χάνει γνώση, δημιουργικότητα, πρωτοβουλία και ένα μέρος της μελλοντικής της προοπτικής.
Αιχμές για τις ελληνικές παθογένειες
Η ομιλία του Ιωαννίδη είχε και σαφές μήνυμα αυτοκριτικής.
Οι χρόνιες παθογένειες του ελληνικού κράτους και της κοινωνίας –η γραφειοκρατία, η αναξιοκρατία, η δυσπιστία προς την καινοτομία και η αδυναμία ουσιαστικής μεταρρύθμισης– εξακολουθούν να επιβαρύνουν την πορεία της χώρας.
Και όσο οι ίδιες δομές αναπαράγονται, τόσο δυσκολότερο γίνεται να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον στο οποίο η αριστεία να είναι πραγματικά επιθυμητή και όχι απλώς ανεκτή.
Το ζήτημα, τελικά, δεν είναι εάν η Ελλάδα διαθέτει ικανούς ανθρώπους.
Το ζήτημα είναι εάν μπορεί να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε αυτοί οι άνθρωποι να θέλουν να μείνουν, να επιστρέψουν και να προσφέρουν.
Το μήνυμα από την επέτειο της «Εστίας»
Στην επετειακή εκδήλωση για τα 150 χρόνια της «Εστίας», η παρέμβαση του Γιάννη Ιωαννίδη λειτούργησε ως υπεν
GEOPOLITICO
Γιατί ο φόβος του “φράχτη ελληνικης κυριαρχίας” δεν αντέχει νομικά – Απάντηση στον Ροζάκη για το “άπιαστο όραμα”
Η ίδια η UNCLOS έχει προβλέψει ειδικά, μέσω του καθεστώτος των διεθνών στενών, τη συνύπαρξη της παράκτιας κυριαρχίας με την απρόσκοπτη διεθνή διέλευση. Του Νικόδημου Καλλιντέρη.
Του Νικόδημου Καλλιντέρη
Η θέση του Καθηγητή Χρήστου Ροζάκη («Το άπιαστο όραμα των δώδεκα μιλίων», Τα ΝΕΑ, 3-4/10/2026), ότι ενδεχόμενη επέκταση της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ναυτικά μίλια θα μετέτρεπε το Αιγαίο σε «ελληνική λίμνη» και θα δημιουργούσε έναν «φράχτη ελληνικής κυριαρχίας» που θα παρεμπόδιζε την ελεύθερη διεθνή ναυσιπλοΐα, χρήζει νομικής αποσαφήνισης.
Πρόκειται, άλλωστε, για επιχείρημα που προβάλλεται διαχρονικά και από την τουρκική πλευρά κατά της επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο.
Η UNCLOS, πέραν του δικαιώματος της αβλαβούς διέλευσης (innocent passage), θεσπίζει στα άρθρα 34-44 ειδικό καθεστώς για τα στενά που χρησιμοποιούνται για τη διεθνή ναυσιπλοΐα: τη διέλευση τράνζιτ (transit passage).
Στα στενά αυτά όλα τα πλοία και αεροσκάφη απολαμβάνουν δικαίωμα συνεχούς και ταχείας διέλευσης και υπέρπτησης. Τα παράκτια κράτη μπορούν μεν να θεσπίζουν κανόνες για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και τη ρύθμιση της θαλάσσιας κυκλοφορίας, την πρόληψη της ρύπανσης, την αποτροπή αλιευτικών δραστηριοτήτων κατά τη διέλευση και την εφαρμογή τελωνειακών, δημοσιονομικών, μεταναστευτικών και υγειονομικών κανόνων, δεν μπορούν όμως οι ρυθμίσεις αυτές να έχουν ως πρακτικό αποτέλεσμα την άρνηση, παρεμπόδιση ή αποδυνάμωση του δικαιώματος transit passage. Κυρίως, το άρθρο 44 UNCLOS ορίζει κατηγορηματικά ότι η διέλευση τράνζιτ δεν μπορεί να ανασταλεί (“There shall be no suspension of transit passage”).
Η Ελλάδα, εξάλλου, ήδη κατά την υπογραφή της UNCLOS το 1982 και εκ νέου κατά την κύρωσή της το 1995, δήλωσε ότι σε περιοχές με πολυάριθμα διάσπαρτα νησιά και πολλά εναλλακτικά στενά που εξυπηρετούν ουσιαστικά την ίδια διεθνή ναυτιλιακή οδό, το παράκτιο κράτος μπορεί να καθορίζει συγκεκριμένες διαδρομές μέσω των οποίων πλοία και αεροσκάφη τρίτων κρατών θα ασκούν το δικαίωμα transit passage, ώστε να συνδυάζονται οι ανάγκες της διεθνούς ναυσιπλοΐας και υπέρπτησης με τις απαιτήσεις ασφαλείας. Η ίδια η ελληνική δήλωση, επομένως, προϋποθέτει τη διατήρηση της διεθνούς ναυσιπλοΐας ακόμη και μέσα σε θαλάσσιες περιοχές που τελούν υπό ελληνική κυριαρχία.
Ένας θαλάσσιος χώρος μπορεί, συνεπώς, να βρίσκεται υπό την κυριαρχία της Ελλάδας και ταυτόχρονα να επιβαρύνεται από ένα ισχυρό και μη αναστελλόμενο δικαίωμα διελεύσεως υπέρ τρίτων κρατών.
Η επέκταση στα 12 ν.μ. θα μετέβαλε πράγματι ριζικά τη νομική γεωγραφία του Αιγαίου και θα αύξανε σημαντικά τη θαλάσσια έκταση υπό ελληνική κυριαρχία. Δεν θα δημιουργούσε, όμως, έναν «αδιαπέραστο φράχτη» ούτε θα απέκλειε τη διεθνή ναυσιπλοΐα, διότι η ίδια η UNCLOS έχει προβλέψει ειδικά, μέσω του καθεστώτος των διεθνών στενών, τη συνύπαρξη της παράκτιας κυριαρχίας με την απρόσκοπτη διεθνή διέλευση.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
