Διεθνή
O Ερντογάν μπαίνει ξανά στην «αυλή» του Τραμπ – Σχέδιο επαναπροσέγγισης των Αμερικανών
Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για άλλη μια φορά επενδύει ιδιαίτερα στην καλή σχέση του με τον πρόεδρο Τραμπ
Για τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εξαρχής η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία ήταν ένα καλό νέο. Διάφοροι παράγοντες είχαν συντελέσει σε αυτό.
Καταρχάς ο Ντόναλντ Τραμπ είχε επιμείνει στην προεκλογική εκστρατεία του στην ανάγκη μιας λιγότερο επεμβατικής εξωτερικής πολιτικής κάτι που για τον Ερντογάν ήταν ιδιαίτερα σημαντικό από τη στιγμή που θεωρούσε ότι ο τρόπος που οι ΗΠΑ είχαν δοκιμάσει να παρέμβουν σε διάφορες συγκρούσεις την ευρύτερη περιοχή προκαλούσαν περισσότερα προβλήματα από όσα έλυναν, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον τρόπο που οι ΗΠΑ προσέγγισαν τους Κούρδους της Συρίας ως βασικούς συνεργάτες «στο πεδίο», την ώρα που για την Τουρκία αυτό μεταφραζόταν σε αμερικανική υποστήριξη στο PKK.
Σε αυτό ας προσθέσουμε και την ιδιαίτερα έντονη καχυποψία του Ερντογάν απέναντι στις ΗΠΑ μετά το πραξικόπημα, τόσο σε σχέση με την παραδοσιακή σχέση των ΗΠΑ με τον Φετουλάχ Γκιουλέν (τον οποίο άλλωστε ακολουθεί η φήμη ότι υπήρξε asset των αμερικανικών υπηρεσιών) όσο και με τη διάχυτη αίσθηση ότι έδειξαν ανοχή (αν δεν επένδυσαν κιόλας) στο πραξικόπημα. Με αυτή την έννοια, ο ερχομός ενός προέδρου που έδειχνε να είναι έξω από το παραδοσιακό πλαίσιο της Ουάσιγκτον αποτελούσε θετική εξέλιξη για τον Ερντογάν.
Επιπλέον, υπήρχε και μια κοινή πολιτική αντίληψη. Η αγάπη για την λαϊκιστική ρητορική και για την προβολή μιας εικόνας «ηγέτη» που επικοινωνεί με την κοινωνία αλλά και ταυτόχρονα όταν πρέπει «αναλαμβάνει τα ηνία», είναι ένα στοιχείο στο οποίο συγκλίνουν Τραμπ και Ερντογάν.
Προφανώς και υπήρχαν και διαφορές σε διάφορα ζητήματα. Για παράδειγμα, ο Τραμπ αποτέλεσε ένα από τα βασικά στηρίγματα του Νετανιάχου, την ώρα που ο τούρκος πρόεδρος και ο ισραηλινός πρωθυπουργός εξακολουθούν να έχουν κακές σχέσεις.
Ένας ανοιχτός δίαυλος επικοινωνίας
Το γεγονός ότι ο τούρκος πρόεδρος μπορούσε να έχει έναν ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας με τον αμερικανό ομόλογό του ήταν κάτι που του φάνηκε χρήσιμο σε διάφορες στιγμές.
Καταρχάς, επέτρεψε στην Τουρκία να μπορέσει να πάρει το «πράσινο φως» και από τις ΗΠΑ για τις επιχειρήσεις της επί του συριακού εδάφους, κάτι που ήταν από τις βασικές επιδιώξεις της Τουρκίας και για να μπορέσει να έχει λόγο στις εξελίξεις στη Συρία και για διαμορφώσει μια «ζώνη ασφαλείας» απέναντι στις κουρδικές δυνάμεις που για την Τουρκία αποτελούν μια «υπαρξιακή» απειλή.
Αποκορύφωμα όλων αυτών η αμερικανική ανακοίνωση για αποχώρηση από την βορειοανατολική Συρία. Η επιλογή αυτή ήταν πολύ σημαντική για την Τουρκία, αφού πρακτικά σήμαινε ότι οι κουρδικές πολιτοφυλακές, θα έχαναν την υποστήριξη στην οποία επένδυαν για να διαμορφώσουν μια οιονεί κρατική οντότητα στην περιοχή που είχαν υπό τον έλεγχό του. Ακόμη περισσότερο, ήταν αυτή η αποχώρηση που επέτρεψε στις τουρκικές δυνάμεις να καταλάβουν κρίσιμο έδαφος στη Συρία και να μετακινήσουν προς τα εκεί τις ένοπλες ισλαμιστικές οργανώσεις που ελέγχουν. Το γεγονός ότι η απόφαση για την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων ανακοινώθηκε από τον ίδιο τον Τραμπ ήταν ενδεικτικό.
Ταυτόχρονα η καλή σχέση Τραμπ και Ερντογάν βοηθούσε και σε ένα άλλο ζήτημα. Να μην προχωρούν οι αποφάσεις για κυρώσεις κατά της Τουρκίας. Και γι’ αυτό γιατί η Τουρκία, που παράλληλα επένδυσε και σε μια συνεργασία με τη Ρωσία, πάλι με σκοπό να αποτρέψει τα χειρότερα για αυτή στη Συρία, βρέθηκε στο στόχαστρο εκείνων των κύκλων στην Ουάσιγκτον που θεωρούν ότι η βασική απόδειξη φιλίας προς τις ΗΠΑ είναι η διάρρηξη κάθε συνεργασίας με τη Ρωσία. Όμως, παρότι η Τουρκία θα αντιμετωπίσει κυρώσεις, με πιο χαρακτηριστική την καθυστέρηση σε σχέση με τα μαχητικά F35, θα αποφύγει παραπέρα κυρώσεις κυρίως γιατί ο πρόεδρος Τράμπ θα είναι πάντα πρόθυμος να δείξει «κατανόηση». Βέβαια, συχνά της «κατανόησης» προηγούνταν απειλές, όπως τον Οκτώβριο του 2019, όταν ο Τραμπ δήλωσε ότι θα κατέστρεφε την τουρκική οικονομία, εάν η εισβολή της Τουρκία στη Συρία εξόντωνε τον κουρδικό πληθυσμό εκεί, ή όταν πίεσε ιδιαίτερα για την απελευθέρωση του αμερικανού πάστορα Άντριου Μπράνσον.
Η σημασία της σύγκρουσης στη Λιβύη
Τα ζητήματα αυτά αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα σε σχέση με τις εξελίξεις στη Λιβύη. Εκεί η Τουρκία πήρε μια επιλογή να στηρίξει την διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση στην Τρίπολη, την ώρα που η άλλη πλευρά, η Εθνοσυνέλευση και ο στρατάρχης Χαφτάρ είχαν τη στήριξη της Ρωσίας, τη Αιγύπτου, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και επί της ουσίας της Γαλλίας.
Όμως, η αποτυχία του Χαφτάρ να έχει τις στρατιωτικές επιτυχίες που θα του επέτρεπαν να κερδίσει τη μάχη τη Τρίπολης, εν μέρει και εξαιτίας της υποστήριξης που έδειξε η Τουρκία στην άλλη πλευρά, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς μισθοφόρων από τη Συρία, σήμαινε ότι η Τουρκία είναι μάλλον με την πλευρά των νικητών. Κάτι που την ενδιέφερε ιδιαίτερα, ιδίως από τη στιγμή που εξασφάλισε τη συμφωνία της κυβέρνησης της Τρίπολης για την αμοιβαία οριοθέτηση ΑΟΖ στο πλαίσιο της στρατηγικής της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Άλλωστε, και η Ρωσία έδειξε από ένα σημείο και μετά ότι κυρίως ενδιαφερόταν για την εξεύρεση μιας πολιτικής λύσης, παρά απλώς για την υποστήριξη του Χαφτάρ.
Όλα αυτά έδωσαν άλλη μια δυνατότητα στην Τουρκία όχι μόνο να διεκδικήσει ρόλο περιφερειακής δύναμης αλλά και να προσεγγίσει ξανά τις ΗΠΑ που ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για το γεγονός ότι σε αυτή τη σύγκρουση η Μόσχα και η Άγκυρα δεν ήταν από την ίδια πλευρά.
«Μια νέα εποχή μπορεί να ξεκινήσει ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Τουρκία»
Με αυτόν τον τρόπο αποτίμησε ο Τούρκος πρόεδρος τη συνομιλία που είχε με τον Αμερικανό ομόλογό του πριν από λίγες μέρες.
Μάλιστα, υποστήριξε ότι σε αυτή «φτάσαμε και σε κάποιες συμφωνίες» σε σχέση με τη Λιβύη, χωρίς όμως να δώσει περισσότερες διευκρινίσεις.
Άλλωστε, όλα δείχνουν ότι οι ΗΠΑ είναι ικανοποιημένες που στη Λιβύη η ρωσική επιρροή δείχνει να περιορίζεται, με την Τουρκία να έχει παίξει ένα σημαντικό ρόλο.
Από τη μεριά του, ο Ερντογάν επέμεινε στη συνομιλία του με τον Τραμπ ότι υπάρχει σύνδεση ανάμεσα σε «κούρδους τρομοκράτες» και αυτό που ο Τραμπ επιμένει να αποκαλεί «οργάνωση antifa». Μικρή σημασία έχει ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κάποιο οργανωμένο «κίνημα antifa», καθώς είναι απλώς μια κοινή αναφορά πολλών και διαφορετικών αντιφασιστικών κινημάτων, ή ότι αλληλεγγύη στον αγώνα των κούρδων δείχνουν ευρύτερα κινήματα σε όλο τον κόσμο. Το βασικό για τον Ερντογάν ήταν να τροφοδοτήσει την εμμονή του Τραμπ και φυσικά να βρει ευκαιρία να στιγματίσει τους Κούρδους.![]()
Με αυτή την έννοια, όλα δείχνουν σε μια τακτική επαναπροσέγγιση ανάμεσα την Τουρκία και τις ΗΠΑ. Φάνηκε αυτό και από τη λεπτή ισορροπία με την οποία κινείται η τουρκική πλευρά ως προς το θέμα των συστοιχιών S-400. Μπορεί να συνεχίζει να παραλαμβάνει εξοπλισμό, όμως ακόμη καθυστερεί την πλήρη εγκατάσταση και ενεργοποίησή του. Παράλληλα, ο πρόεδρος Ερντογάν σπάνια αναφέρεται στην υποστήριξη των κουρδικών πολιτοφυλακών από τις ΗΠΑ, ενώ έχουν πέσει οι τόνοι γύρω από το αίτημα έκδοσης του Φετουλάχ Γκιουλέν στην Τουρκία, με την τουρκική πλευρά να δείχνει ότι θα μπορούσε να αποδεχτεί την αμερικανική πρόταση να διεξάγει έρευνα για τον Γκιουλέν το FBI.
Άλλωστε, ακόμη και στη Συρία, όπου ήταν και το βασικό πεδίο της ρωσοτουρκικής προσέγγισης, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Στην αντιπαράθεση γύρω από την Ιντλίμπ, η Τουρκία βρέθηκε αντιμέτωπη με τις συριακές κυβερνητικές δυνάμεις αλλά και τη Ρωσία, κάτι που αντιμετώπισαν ιδιαίτερα θετικά οι ΗΠΑ, έστω και εάν τελικά ήταν η ρωσοτουρκική συνεννόηση που οδήγησε στην ανακωχή στη συγκεκριμένη εστία έντασης.

Το επόμενο διάστημα ο Ερντογάν θα προσπαθήσει να επενδύσει ακόμη περισσότερο σε αυτή την επαναπροσέγγιση με τον Τραμπ. Βέβαια γνωρίζει ότι ανάμεσα σε μια ευμενή στάση και την πλήρη στήριξη υπάρχει μια μεγάλη απόσταση.
Για παράδειγμα σε σχέση με τις εξορύξεις υδρογονανθράκων στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, οι ΗΠΑ δεν είναι βέβαιο ότι προσυπογράφουν το σύνολο της τουρκικής στρατηγικής. Δεν θέλουν να δουν την Τουρκία να μένει έξω από τη συνολική προσπάθεια εκμετάλλευση, αλλά και δεν θα ήθελαν να δουν μεγάλη κλιμάκωση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στην Τουρκία και άλλες χώρες που οι ΗΠΑ θεωρούν σημαντικές για τους σχεδιασμούς τους όπως η Ελλάδα.
in.gr
Διεθνή
Ρωγμές στη συμμαχία Ερντογάν–Αλίγεφ: Η ισλαμική μαντίλα και το Ισραήλ δοκιμάζουν τις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν
Το δόγμα «ένα έθνος, δύο κράτη», πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν οι στενές σχέσεις Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν, βρίσκεται αντιμέτωπο με νέες πολιτικές και ιδεολογικές εντάσεις. Ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίγεφ διαμηνύει ότι δεν αποδέχεται ξένη κηδεμονία στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας του, την ώρα που στην Τουρκία εντείνονται οι αντιδράσεις για τους περιορισμούς στην ισλαμική μαντίλα και τη στρατηγική συνεργασία του Μπακού με το Ισραήλ. Οι εξελίξεις αναδεικνύουν τις διαφορετικές προτεραιότητες δύο στενών συμμάχων, με σημαντικές προεκτάσεις για τον Νότιο Καύκασο και τη Μέση Ανατολή.
Νέα ερωτήματα για τα όρια της στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν δημιουργούν οι τελευταίες τοποθετήσεις του Ιλχάμ Αλίγεφ, ο οποίος εμφανίζεται αποφασισμένος να υπερασπιστεί την αυτονομία της χώρας του απέναντι σε εξωτερικές πολιτικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις.
Η αντιπαράθεση έχει δύο βασικές διαστάσεις: την αντιμετώπιση της ισλαμικής μαντίλας στο κοσμικό κράτος του Αζερμπαϊτζάν και τη διατήρηση της στενής αμυντικής και ενεργειακής συνεργασίας του Μπακού με το Ισραήλ.
Τα δύο αυτά ζητήματα δημιουργούν τριβές με πολιτικούς και θρησκευτικούς κύκλους της Τουρκίας, ιδιαίτερα όσους βρίσκονται κοντά στο κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Το μήνυμα Αλίγεφ: Καμία ξένη κηδεμονία
Η ένταση ήρθε στο προσκήνιο μετά την ομιλία του Αλίγεφ στο 8ο συνέδριο του κυβερνώντος Κόμματος Νέου Αζερμπαϊτζάν, στις 2 Οκτωβρίου 2026.
Ο Αζέρος πρόεδρος αναφέρθηκε στην ανάγκη προστασίας της λεγόμενης «ιδεολογικής ασφάλειας» της χώρας του, υπογραμμίζοντας ότι το Αζερμπαϊτζάν δεν χρειάζεται καθοδήγηση από ξένες δυνάμεις.
«Ας ξέρει ο καθένας τη θέση του, ας μην ανακατεύονται στις υποθέσεις μας, ας μη χώνουν τη μύτη τους στον τρόπο ζωής μας», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο Αλίγεφ δεν κατονόμασε την Τουρκία. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία των δηλώσεων και η αυξανόμενη κριτική που ασκείται από τουρκικούς κύκλους στην εσωτερική πολιτική του Αζερμπαϊτζάν οδήγησαν στην ερμηνεία ότι το μήνυμα απευθυνόταν, τουλάχιστον εν μέρει, προς την Άγκυρα.
Η τοποθέτηση αυτή αναδεικνύει ένα βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής του Μπακού: την επιδίωξη διατήρησης της εθνικής κυριαρχίας και της αυτονομίας των αποφάσεών του, ακόμη και έναντι του στενότερου στρατηγικού του συμμάχου.
Η μαντίλα προκαλεί αντιδράσεις στην Τουρκία
Στο επίκεντρο της διαφωνίας βρίσκονται οι περιορισμοί στη χρήση της ισλαμικής μαντίλας, του χιτζάμπ, στα δημόσια σχολεία του Αζερμπαϊτζάν.
Οι σχετικές ρυθμίσεις έχουν προκαλέσει αντιδράσεις από τουρκικά μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο των θρησκευτικών δικαιωμάτων.
Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη συμβολική σημασία για την κυβέρνηση Ερντογάν.
Στην Τουρκία, η απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας στην εκπαίδευση, στον δημόσιο τομέα και σε κρατικούς θεσμούς αποτέλεσε επί δεκαετίες ένα από τα σημαντικότερα πεδία αντιπαράθεσης μεταξύ ισλαμιστικών και κεμαλικών πολιτικών δυνάμεων.
Η σταδιακή άρση των περιορισμών από τις κυβερνήσεις του AKP αναδείχθηκε σε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής ταυτότητας του Ερντογάν.
Η διαφορετική στάση του Αζερμπαϊτζάν επαναφέρει αυτή την ιδεολογική διαφορά στο εσωτερικό του τουρκογενούς κόσμου.
Κατά την ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο, ο Τούρκος πρόεδρος επέκρινε τους περιορισμούς στη χρήση της μαντίλας, χαρακτηρίζοντάς τους «επίθεση στα πιο θεμελιώδη δικαιώματα των γυναικών».
Συνέδεσε μάλιστα το ζήτημα με την ισλαμοφοβία, την οποία κατηγόρησε ότι εξαπλώνεται στη Δύση.
Παρότι δεν αναφέρθηκε ονομαστικά στο Αζερμπαϊτζάν, οι δηλώσεις ερμηνεύτηκαν από ορισμένους ως έμμεση αναφορά στις πολιτικές του Μπακού.
Διαδήλωση στην Κωνσταντινούπολη κατά του Αλίγεφ
Η ένταση αποτυπώθηκε και στον δρόμο.
Στις 3 Οκτωβρίου, η τουρκική οργάνωση Özgür-Der πραγματοποίησε διαδήλωση έξω από το προξενείο του Αζερμπαϊτζάν στην Κωνσταντινούπολη, απαιτώντας την άρση των περιορισμών στη χρήση της ισλαμικής μαντίλας.
Κατά τη διάρκεια της κινητοποίησης, ορισμένοι ομιλητές αμφισβήτησαν ακόμη και το παραδοσιακό αφήγημα περί αδελφικής σχέσης των δύο χωρών.
Ο Αχμέτ Κερίμ Αρτούκ επέκρινε το Μπακού τόσο για την εσωτερική του πολιτική όσο και για τη συνεργασία του με το Ισραήλ.
«Λόγω του κοσμικού αυταρχισμού της, της ισλαμοφοβίας της και της συνεργασίας της με τους σιωνιστές καταπιεστές στην εξωτερική πολιτική, αυτή η κυβέρνηση δεν μπορεί να θεωρείται αδελφική. Η κυβέρνηση του Μπακού πρόσθεσε τα δάκρυα των Αζέρων αδελφών μας που φορούν μαντίλα στο αίμα των μαρτύρων μας στη Γάζα», δήλωσε.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση αντανακλά την οπτική των διαδηλωτών και δεν αποτελεί επίσημη θέση του τουρκικού κράτους.
Η Χιουλιά Σεκερτζί, από την ίδια οργάνωση, συνέδεσε επίσης το ζήτημα του χιτζάμπ με τον πόλεμο στη Γάζα, υποστηρίζοντας ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών στο Αζερμπαϊτζάν και η υποστήριξη των Παλαιστινίων αποτελούν μέρος του ίδιου αγώνα.
Το Ισραήλ: Ο στρατηγικός εταίρος που ενοχλεί την Άγκυρα
Το δεύτερο σημαντικό ζήτημα αφορά τη διαχρονική συνεργασία του Αζερμπαϊτζάν με το Ισραήλ.
Σε αντίθεση με την Τουρκία, η οποία έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα επικριτική στάση απέναντι στην ισραηλινή κυβέρνηση μετά την έναρξη του πολέμου στη Γάζα, το Μπακού έχει διατηρήσει στενούς αμυντικούς και ενεργειακούς δεσμούς με το Τελ Αβίβ.
Η σχέση αυτή στηρίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες.
Ο πρώτος είναι η εξαγωγή αζερικού πετρελαίου προς το Ισραήλ, το οποίο καλύπτει μέσω αυτών των προμηθειών σημαντικό μέρος των ενεργειακών του αναγκών.
Ο δεύτερος είναι η προμήθεια προηγμένων ισραηλινών οπλικών συστημάτων από το Αζερμπαϊτζάν.
Τα ισραηλινά μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα συστήματα αναγνώρισης και άλλα προηγμένα οπλικά μέσα έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό των αζερικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Η συνεργασία έχει περιγραφεί συχνά από αναλυτές ως σχέση «πετρέλαιο έναντι όπλων».
Η σύνδεση αυτή έχει αποκτήσει πρόσθετη σημασία εξαιτίας της γεωγραφικής θέσης του Αζερμπαϊτζάν, το οποίο συνορεύει με το Ιράν, έναν από τους βασικούς στρατηγικούς αντιπάλους του Ισραήλ.
Για το Μπακού, η σχέση με το Τελ Αβίβ προσφέρει πρόσβαση σε προηγμένη στρατιωτική τεχνολογία και διευρύνει τις διεθνείς συνεργασίες του.
Για την Τουρκία, ωστόσο, η συνεργασία αυτή δημιουργεί πολιτικές αντιφάσεις, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία ο Ερντογάν έχει θέσει την αντιπαράθεση με την ισραηλινή κυβέρνηση στο επίκεντρο της περιφερειακής του ρητορικής.
Ναγκόρνο-Καραμπάχ: «Νικήσαμε μόνοι μας»
Ακόμη μία σημαντική πτυχή της αντιπαράθεσης αφορά τη διαφορετική αποτίμηση του πολέμου στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ.
Η Τουρκία είχε παράσχει εκτεταμένη πολιτική, στρατιωτική και τεχνική υποστήριξη στο Αζερμπαϊτζάν κατά τον πόλεμο του 2020, ενώ η συνεργασία των δύο χωρών ενισχύθηκε περαιτέρω με τη Διακήρυξη της Σούσα το 2021.
Ωστόσο, κατά την ομιλία του στις 2 Οκτωβρίου, ο Αλίγεφ υπογράμμισε ότι το Αζερμπαϊτζάν πέτυχε τη στρατιωτική του νίκη με δικές του δυνάμεις, προσθέτοντας ότι ο εξοπλισμός που χρησιμοποιήθηκε είχε αγοραστεί με αζερικούς πόρους.
Οι τοποθετήσεις του ερμηνεύτηκαν από ορισμένους Τούρκους σχολιαστές ως υποβάθμιση της τουρκικής συμβολής.
Η εφημερίδα Cumhuriyet επισήμανε στις 4 Οκτωβρίου ότι οι αναφορές στην ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική και στην αγορά όπλων με εθνικούς πόρους προκάλεσαν συζητήσεις στην Τουρκία.
Η συγκεκριμένη διαφωνία αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς η νίκη του Αζερμπαϊτζάν το 2020 παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση Ερντογάν ως σημαντική επιτυχία της τουρκικής στρατιωτικής και εξωτερικής πολιτικής.
Από την πλευρά του, το Μπακού επιδιώκει να κατοχυρώσει την εικόνα μιας χώρας που αποφασίζει αυτόνομα και δεν οφείλει τις στρατηγικές επιτυχίες της σε ξένη κηδεμονία.
Το Αρμενικό και οι διαφορετικές διπλωματικές προτεραιότητες
Οι σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν επηρεάζονται επίσης από τις εξελίξεις στο Αρμενικό.
Η Άγκυρα διατηρεί κλειστά τα χερσαία σύνορά της με την Αρμενία, συνδέοντας την πλήρη εξομάλυνση των σχέσεων με τις εξελίξεις μεταξύ Μπακού και Γερεβάν.
Ωστόσο, οι προσπάθειες προσέγγισης Τουρκίας–Αρμενίας έχουν κατά καιρούς δημιουργήσει προβληματισμό στο Αζερμπαϊτζάν, το οποίο επιδιώκει να διατηρήσει καθοριστικό λόγο στις περιφερειακές διευθετήσεις.
Η στάση αυτή δείχνει ότι, ακόμη και μεταξύ δύο στενών συμμάχων, οι εθνικές προτεραιότητες δεν ταυτίζονται απολύτως.
Ομέρ Τσελίκ: Αδελφική σχέση Ερντογάν–Αλίγεφ
Η τουρκική κυβέρνηση επιχειρεί να διατηρήσει χαμηλούς τόνους απέναντι στη δημόσια συζήτηση που έχει αναπτυχθεί.
Ο εκπρόσωπος του AKP, Ομέρ Τσελίκ, υπογράμμισε ότι οι σχέσεις Ερντογάν και Αλίγεφ χαρακτηρίζονται από πραγματική αδελφική συνεργασία.
Παράλληλα, κατηγόρησε τρίτες χώρες και κύκλους που, κατά την εκτίμησή του, επιχειρούν να προκαλέσουν εντάσεις μεταξύ των δύο κρατών.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση δείχνει ότι η Άγκυρα δεν επιθυμεί τη μετατροπή των δημόσιων αντιπαραθέσεων σε επίσημη διπλωματική κρίση.
Εξάλλου, οι δύο χώρες εξακολουθούν να διατηρούν σημαντικές στρατιωτικές, ενεργειακές και οικονομικές σχέσεις, οι οποίες δημιουργούν ισχυρά κίνητρα για τη συνέχιση της συνεργασίας τους.
Η κρίσιμη διάκριση: Συμμαχία χωρίς ταύτιση συμφερόντων
Η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από το χιτζάμπ και τις σχέσεις με το Ισραήλ αποκαλύπτει ότι το δόγμα «ένα έθνος, δύο κράτη» δεν εξαλείφει τις διαφορές εθνικών συμφερόντων και πολιτικής ταυτότητας.
Για την Τουρκία του Ερντογάν, η υπεράσπιση της ισλαμικής μαντίλας και η αντιπαράθεση με την ισραηλινή κυβέρνηση αποτελούν βασικά στοιχεία του δημόσιου πολιτικού της λόγου.
Για το Αζερμπαϊτζάν, η διατήρηση του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους και η συνεργασία με το Ισραήλ συνδέονται με εσωτερικές επιλογές και μακροχρόνιους στρατηγικούς υπολογισμούς.
Πάντως, υπάρχει μια σημαντική διευκρίνιση ως προς τις δηλώσεις Αλίγεφ: στο πλήρες κείμενο της ομιλίας του δεν κατονομάζεται η Τουρκία ως στόχος των προειδοποιήσεών του. Ορισμένοι σχολιαστές εκτιμούν ότι αναφερόταν επίσης —ή κυρίως— σε πιέσεις που προέρχονται από το Ιράν.
Αντίστοιχα, η ρύθμιση της 21ης Σεπτεμβρίου για τις σχολικές ενδυμασίες στο Αζερμπαϊτζάν δεν αναφέρει ρητά τη λέξη «χιτζάμπ», αλλά απαγορεύει πρόσθετα ενδύματα που θεωρούνται ασύμβατα με την κοσμική αρχή της δημόσιας εκπαίδευσης. Η εφαρμογή της έχει ερμηνευθεί ως περιορισμός της ισλαμικής μαντίλας.
Οι παραπάνω διακρίσεις δεν αναιρούν την ύπαρξη πολιτικών τριβών, αλλά δείχνουν ότι δεν έχει τεκμηριωθεί ανοιχτή ρήξη ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις.
Το βασικό γεωπολιτικό συμπέρασμα είναι ότι το Μπακού επιχειρεί να διατηρήσει τη στρατηγική συμμαχία του με την Άγκυρα, χωρίς να εγκαταλείψει τη συνεργασία του με το Ισραήλ ή να αποδεχθεί εξωτερικές υποδείξεις για την εσωτερική του πολιτική.
Για την Τουρκία, η διαχείριση αυτών των διαφορών αποτελεί δοκιμασία της ικανότητάς της να συνδυάζει τη στενή συνεργασία με το Αζερμπαϊτζάν και τις δικές της ιδεολογικές και περιφερειακές προτεραιότητες.
Διεθνή
Πακιστάν: Έχουμε ήδη αναπτύξει σημαντικό αριθμό δυνάμεων στη Σαουδική Αραβία
Το πακιστανικό στρατιωτικό προσωπικό στη Σαουδική Αραβία «δεν θα διασχίζει τα σύνορα για να εξαπολύσει επίθεση εναντίον των Χούθι, αλλά θα ασχολείται με την άμυνα του εδάφους».
Το Ισλαμαμπάντ ανακοίνωσε ότι έχει αναπτύξει «σημαντικό αριθμό» ενόπλων δυνάμεων στη Σαουδική Αραβία για αμυντικούς σκοπούς, δήλωσε σε δημοσιογράφους ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών, Σαζάντ Χάιντερ Χαν.
«Από το Πακιστάν, έχουμε ήδη αναπτύξει σημαντικό αριθμό δυνάμεων, καθώς και πόρους στην πόλη του Ριάντ», τόνισε.
Πρόσθεσε ότι το πακιστανικό στρατιωτικό προσωπικό στη Σαουδική Αραβία «δεν θα διασχίζει τα σύνορα για να εξαπολύσει επίθεση εναντίον των Χούθι, αλλά θα ασχολείται με την άμυνα του εδάφους».
Οι Χούθι στην Υεμένη έχουν εξαπολύσει μαζικές αεροπορικές επιδρομές εναντίον της Σαουδικής Αραβίας, συμπεριλαμβανομένων επιθέσεων στο διεθνές αεροδρόμιο του Ριάντ χθες Πέμπτη όπου σκότωσαν τρία άτομα.
Το Πακιστάν υπέγραψε αμυντικό σύμφωνο με τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία τον Αύγουστο, δεσμεύοντας τις τρεις χώρες σε αμοιβαία βοήθεια σε περίπτωση επίθεσης εναντίον μιας από αυτές.
Αρνούμενος να πει αν βρίσκονται σε εξέλιξη νέες αναπτύξεις στρατευμάτων, ο Χαν άφησε να εννοηθεί ότι οι πακιστανικές δυνάμεις έχουν αναπτυχθεί πολλές φορές στη Σαουδική Αραβία από τη δεκαετία του 1980, ιδίως μετά την υπογραφή διμερούς συμφωνίας μεταξύ Ισλαμαμπάντ και Ριάντ το 2025.
Πρόσθεσε ότι εναπόκειται «στον οργανισμό και τη συμμαχία, στα αρχηγεία τους, να αποφασίσουν… πότε και πού» θα αναπτυχθούν οι δυνάμεις και σε ποιους αριθμούς.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ-AFP
Διεθνή
Ο πρώην επικεφαλής της γερμανικής υπηρεσίας πληροφοριών August Hanning ύποπτος για κατασκοπεία υπέρ του Αζερμπαϊτζάν – Der Spiegel
Η ομοσπονδιακή εισαγγελία ανακοίνωσε τις κατηγορίες σε βάρος του, χωρίς να διευκρινίσει ποιες ξένες χώρες ή υπηρεσίες φέρονται να εμπλέκονται.
Από την εφημερίδα Αζάτ Ορ
Ο πρώην επικεφαλής της γερμανικής Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφοριών (BND), August Hanning, συνελήφθη την Τρίτη, αντιμετωπίζοντας κατηγορίες για κατασκοπεία, εσχάτη προδοσία και συνεργασία με ξένες υπηρεσίες πληροφοριών, σύμφωνα με το AFP.
Ο Hanning ηγήθηκε της BND από το 1998 έως το 2005. Η ομοσπονδιακή εισαγγελία ανακοίνωσε τις κατηγορίες σε βάρος του, χωρίς να διευκρινίσει ποιες ξένες χώρες ή υπηρεσίες φέρονται να εμπλέκονται. Ωστόσο, σύμφωνα με δημοσίευμα του γερμανικού περιοδικού Der Spiegel, το οποίο επικαλείται ανώνυμες πηγές, ο Hanning είχε επαφές με στέλεχος των υπηρεσιών πληροφοριών του Αζερμπαϊτζάν.
Μαζί του συνελήφθη ο πρώην διευθυντής του γραφείου του, Manfred D., ο οποίος παρέμεινε στην υπηρεσία πληροφοριών έως τον Μάρτιο του 2026. Κατηγορείται ότι, κατά την εργασία του για τους διαδόχους του Hanning, απέκτησε απόρρητες πληροφορίες και τις παρέδωσε στον πρώην προϊστάμενό του έναντι αμοιβής.
Μετά την αποχώρησή του από την BND, ο Hanning δραστηριοποιήθηκε ως σύμβουλος στον ιδιωτικό τομέα. Σύμφωνα με τις εισαγγελικές αρχές, η δραστηριότητά του φέρεται να περιλάμβανε την προετοιμασία ενημερωτικού φακέλου για λογαριασμό ξένης υπηρεσίας πληροφοριών, καθώς και τη διαβίβαση πληροφοριών σε πράκτορα άλλης ξένης υπηρεσίας.
Όπως αναφέρει το Der Spiegel, ο συγκεκριμένος φάκελος είχε συνταχθεί για πράκτορα των υπηρεσιών πληροφοριών του Αζερμπαϊτζάν. Οι κατηγορίες δεν συνιστούν απόδειξη ενοχής, ενώ η εσχάτη προδοσία στη Γερμανία μπορεί να επισύρει ποινή ισόβιας κάθειρξης.
Η υπόθεση έρχεται στο προσκήνιο λίγες εβδομάδες μετά την έγκριση από τη γερμανική κυβέρνηση ευρείας μεταρρύθμισης των υπηρεσιών πληροφοριών, η οποία προβλέπει την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων τους, μεταξύ άλλων και για τη διεξαγωγή μυστικών επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας